Σεμίνα Διγενή
Αν περπατήσεις στους δρόμους των Εξαρχείων έναν αθηναϊκό Αύγουστο, ίσως ξανακούσεις μια αγαπημένη βελούδινη φωνή.
Αν περπατήσεις στους δρόμους των Εξαρχείων έναν αθηναϊκό Αύγουστο, ίσως ξανακούσεις μια αγαπημένη βελούδινη φωνή.
Την ψιθυριστή φωνή της Αρλέτας.
Αυτόν τον παντοδύναμο ψίθυρο, που κατάφερε να διαπεράσει τον χρόνο περισσότερο από πολλές κραυγές. Μάλλον επειδή η Αρλέτα δεν επιχείρησε ποτέ να κατακτήσει το κοινό. Του κράτησε απλώς μια θέση δίπλα της.
Τη γνώρισα αρχές της δεκαετίας του '80, όταν ετοίμαζα μια τηλεοπτική εκπομπή για τον Γιάννη Τσαρούχη στην ΕΡΤ. Τον είχα ρωτήσει ποιον θα 'θελε να φέρω μαζί μας στο στούντιο. Απάντησε «κανέναν!» και αμέσως μετά διόρθωσε «ή μάλλον όχι, κάλεσε την Αρλέτα». Ετσι την γνώρισα. Από τότε μιλήσαμε πολλές φορές, βγήκαμε, ξενυχτήσαμε συζητώντας, φάγαμε στο σπίτι της, κάναμε κι άλλες εκπομπές και πάντα επικοινωνούσαμε με αγάπη και γέλια.
Γεννημένη στην Αθήνα το 1945, μεγάλωσε σε μια πόλη που άλλαζε διαρκώς πρόσωπο. Εζησε ανάμεσα στο Μεταξουργείο, στα Εξάρχεια και στην Κυψέλη, σε εκείνο που αποκαλούσε χαριτολογώντας «Τρίγωνο του Θανάτου». Πατρίδα της, όμως, θεωρούσε τα Εξάρχεια. Εκεί, όπως έλεγε, ένιωθε μεγαλύτερη ασφάλεια από οπουδήποτε αλλού. Της άρεσαν οι γειτονιές που δεν έκρυβαν τις αντιφάσεις τους, οι δρόμοι όπου συνυπήρχαν το ωραίο και το πληγωμένο και οι άνθρωποι που δεν είχαν λουστραριστεί για να μοστράρουν σε μια βιτρίνα.
Στη σημερινή Αθήνα του Αυγούστου, με τα άδεια τραπεζάκια, τα κλειστά βιβλιοπωλεία και τα πεζοδρόμια που πυρώνουν κάτω από τον ήλιο, η Αρλέτα θα μπορούσε ακόμα να περπατά απαρατήρητη. Δεν ήταν άλλωστε άνθρωπος της επίδειξης.
Ούτε τραγουδούσε για να εντυπωσιάσει. Δεν δραματοποιούσε τη συγκίνηση, δεν ζητούσε από το τραγούδι να αποδείξει την αξία της.
Πριν γίνει τραγουδοποιός, ήθελε να γίνει σκιτσογράφος. Στα 15 της ονειρεύτηκε και τη δημοσιογραφία. Τελικά σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο - ανάμεσα σε άλλους - τον Γιάννη Μόραλη. Η ζωγραφική δεν υπήρξε ποτέ ένα παραμελημένο νεανικό όνειρο. Ηταν η δεύτερη φωνή της. Στα σχέδια και στα εξώφυλλά της επέστρεφαν τα πλάσματα της θάλασσας, οι Σειρήνες, τα αγριοπούλια, τα παράξενα τέρατα και οι νεράιδες του ταραγμένου μυαλού. Ακόμα κι όταν τραγουδούσε, ζωγράφιζε με ήχους.
Η ίδια έλεγε ότι έως τα 21 της σχεδόν δεν μιλούσε. «Ημουν ελαφρώς... μουγκό», θυμόταν. Και συμπλήρωνε αυτοσαρκαζόμενη: «Αργότερα όμως μάλλον έλεγα περισσότερα απ' ό,τι έπρεπε». Στην πραγματικότητα, δεν έλεγε πολλά. Ελεγε όμως ακριβώς όσα ήθελε. Με μια πρόταση μπορούσε να αδειάσει ένα ολόκληρο δωμάτιο από τις κοινοτοπίες του.
Δεν έκανε δημόσιες σχέσεις με το παρελθόν της
Στην πρώτη της συνέντευξη, παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1966, ο Γιώργος Πηλιχός την είχε ρωτήσει αν ήταν ερωτευμένη. Η απάντησή της έμεινε θρυλική:
«Με τι; Με άνθρωπο;».
Ηταν όλη η Αρλέτα μέσα σε 4 λέξεις. Αμηχανία απέναντι στις συμβατικές ερωτήσεις, παιγνιώδης ειρωνεία, άρνηση να υποδυθεί τη ρομαντική νεαρή τραγουδίστρια, όπως ίσως περίμενε το περιοδικό.
Στο τραγούδι μπήκε σχεδόν κατά λάθος. Ετσι τουλάχιστον το διηγιόταν η ίδια, που απέρριπτε τη λέξη «καριέρα» με ιδιαίτερη επιμονή. «Μπήκα στο τραγούδι κατά λάθος και παρέμεινα από αφηρημάδα», έλεγε.
Ο Γιώργος Παπαστεφάνου ήταν εκείνος που την βρήκε και την οδήγησε στον Αλέκο Πατσιφά. Ο Γιάννης Σπανός τής έδωσε τα πρώτα μεγάλα της τραγούδια και το «Μια φορά θυμάμαι», ίσως τη μεγαλύτερη επιτυχία της. Χρόνια αργότερα, όταν είχε απομακρυνθεί από τη δισκογραφία, ο Λάκης Παπαδόπουλος την βοήθησε να επιστρέψει με τη «Σερενάτα». Στους ανθρώπους που δεν την άφησαν να αποκοπεί από τη μουσική περιλάμβανε και τον Ζορζ Μουστακί, ο οποίος την κάλεσε στο Παρίσι, τότε που η δικτατορία τής είχε κλείσει την μπουάτ και της απαγόρευε να τραγουδά.
Δεν μιλούσε όμως για όλα αυτά σαν να της όφειλε η Ιστορία αποζημίωση. Απεχθανόταν την εκ των υστέρων ηρωοποίηση και εκείνους που μετά την πτώση της χούντας αυτοανακηρύχθηκαν αντιστασιακοί.
Η Αρλέτα δεν έκανε δημόσιες σχέσεις με το παρελθόν της.
Ακόμα και στη Σχολή Καλών Τεχνών οι συμφοιτητές της δεν γνώριζαν ότι τραγουδούσε. Οταν έφεραν ένα πικάπ και άκουσαν τον πρώτο δίσκο της, ο Γιάννης Μόραλης την ρώτησε με παράπονο: «Γιατί δεν μου το είπες, παιδί μου;». Εκείνη απάντησε:
«Γιατί, έχουμε πει και πολλά άλλα;».
Δεν ήταν αγένεια. Ηταν η φυσική της δυσπιστία απέναντι στην οικειότητα που θεωρεί τον άλλον υποχρεωμένο να εξηγεί τον εαυτό του.
Στη δεκαετία του '60 βρέθηκε ανάμεσα στους δημιουργούς του Νέου Κύματος και αργότερα συνεργάστηκε με Σπανό, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και πολλούς ακόμα, χωρίς ποτέ να γίνει η «τραγουδίστρια κάποιου». Δεν δανειζόταν ύφος. Το κουβαλούσε μαζί της.
«Το τραγούδι και η ποίηση είναι τα μόνα πράγματα που δεν σταμάτησαν να υπάρχουν σε αυτόν τον τόπο», έλεγε.
Αυτή η φράση της ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί αντιμετώπιζε το τραγούδι όχι ως προϊόν ψυχαγωγίας, αλλά ως μνήμη ενός λαού.
«Η εποχή σού ζητάει να γίνεις μικρός, πλακέ. Εγώ όμως είμαι τεράστια, χοντρή, καθόλου πλακέ!».
Η Αρλέτα δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με τη βιομηχανία του θεάματος. Ούτε εκείνη άντεχε το σύστημα, ούτε το σύστημα εκείνη. Θεωρούσε πως όλα ξεκινούσαν από λάθος αφετηρία, από την απαίτηση ο καλλιτέχνης να είναι εμπορικός, δυναμικός, αρεστός, αναγνωρίσιμος.
«Ενας συνθέτης είναι ένας ευαίσθητος άνθρωπος», έλεγε. «Δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ούτε μάγκας, ούτε γαμιάς, ούτε λογάς, ούτε τσαμπουκαλόψαρο».
Δεν πίστευε ότι την ποιότητα τη διατάζει η αγορά ή την καθορίζει μια έρευνα κοινού. Η ποιότητα είναι ευθύνη του καλλιτέχνη, επέμενε.
Δεν αναζήτησε μεγάλα κασέ, αυτοπροβολή, τηλεοπτική πανταχού παρουσία. «Ποτέ δεν επεδίωξα καριέρα και δεν νομίζω ότι έχω καριέρα», έλεγε ακόμα κι όταν συμπλήρωνε μισό αιώνα στο τραγούδι.
Η σχέση της με το τραγούδι ήταν αυστηρή μέσα στην απλότητά της και είχε πλήρη συνείδηση της ιδιαιτερότητάς της. Σε μια εποχή που όπως έλεγε «όλοι επιθυμούν να μοιάζουν μεταξύ τους και το διαφορετικό απορρίπτεται», περιέγραφε με σαρκασμό:
«Η εποχή σού ζητάει να γίνεις μικρός, πλακέ, με μια τρύπα στη μέση, όπως το CD και οι λοιποί φορείς της νέας τεχνολογίας. Εγώ, αντιθέτως, είμαι τεράστια, χοντρή, καθόλου πλακέ και με πολλές τρύπες. Αυτό είναι το πρόβλημά μου!».
Μα αυτό ακριβώς υπήρξε και το προνόμιό της. Δεν έγινε ποτέ επίπεδη, εύχρηστη, συμπιεσμένη.
Αγαπούσε τα ζώα, τις γάτες, τα βιβλία, τη ζωγραφική, τη θάλασσα και τη μοναχικότητα. Είχε περάσει από σοβαρές περιπέτειες υγείας και αστειευόταν ακόμα και με την επιστροφή της από το χείλος του θανάτου. Ελεγε πως κάθε φορά που πήγαινε να πεθάνει, κάποιος της έδινε μια κλωτσιά και την ξανάφερνε στη ζωή.
Μικρά καταφύγια τα τραγούδια της
«Ολα τα εγκλήματά μου είναι εγκλήματα πάθους», δήλωνε, ίσως γιατί ο αυθορμητισμός της δεν της επέτρεπε σχεδόν τίποτα εκ προμελέτης.
Εβλεπε καθαρά τον φόβο και τον συντηρητισμό της εποχής, την κοινωνία που δεν άφηνε τους ανθρώπους να επιλέξουν, επειδή πίστευε πως «επιλέγουν άλλοι πριν από εμάς για εμάς». Και σίγουρα θα θύμωνε πολύ, με το πρόσφατο ξεπούλημα του ελληνικού πολιτισμού σε ιδιώτες και χορηγούς της λήθης. Θα εξοργιζόταν και θα έβρισκε τον πιο - απροσδόκητα - αιχμηρό τρόπο να καταγγείλει τη χυδαία πολιτική που βάζει τιμοκατάλογο στη μνήμη και εκποιεί τη συλλογική μας κληρονομιά.
Σε όλη του τη ζωή αυτό το απείθαρχο, ανυπότακτο, περήφανο αερικό κατάφερε να κατευθύνει την ελευθερία της μόνη της. Με τις επιλογές, τα «όχι», τα λάθη, τα πείσματα, τις ευαισθησίες και τις ιδιοτροπίες της. Δεν ζήτησε άδεια από κανέναν για να είναι διαφορετική.
Και αν τα τραγούδια της αντέχουν, είναι επειδή δεν δέθηκαν με μια μόδα. Το «Μια φορά θυμάμαι», η «Σερενάτα», το «Μπαρ το Ναυάγιο», το «Λεωφορείο το 2», τα «Ησυχα βράδια», το «Τσάι γιασεμιού», έγιναν για όλους μας μικρά ασφαλή καταφύγια. Δωμάτια ήσυχα, όπου μπορεί κανείς να κλειστεί όταν ο κόσμος γίνεται υπερβολικά θορυβώδης και άγριος.
«Επιτυχία λέω το τραγούδι που κρατάει στον χρόνο», έλεγε, και με αυτό το μέτρο η Αρλέτα πέτυχε πολύ περισσότερα απ' όσα θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να παραδεχτεί.
«Ολα τα εγκλήματά μου είναι εγκλήματα πάθους», δήλωνε, ίσως γιατί ο αυθορμητισμός της δεν της επέτρεπε σχεδόν τίποτα εκ προμελέτης.
Εβλεπε καθαρά τον φόβο και τον συντηρητισμό της εποχής, την κοινωνία που δεν άφηνε τους ανθρώπους να επιλέξουν, επειδή πίστευε πως «επιλέγουν άλλοι πριν από εμάς για εμάς». Και σίγουρα θα θύμωνε πολύ, με το πρόσφατο ξεπούλημα του ελληνικού πολιτισμού σε ιδιώτες και χορηγούς της λήθης. Θα εξοργιζόταν και θα έβρισκε τον πιο - απροσδόκητα - αιχμηρό τρόπο να καταγγείλει τη χυδαία πολιτική που βάζει τιμοκατάλογο στη μνήμη και εκποιεί τη συλλογική μας κληρονομιά.
Σε όλη του τη ζωή αυτό το απείθαρχο, ανυπότακτο, περήφανο αερικό κατάφερε να κατευθύνει την ελευθερία της μόνη της. Με τις επιλογές, τα «όχι», τα λάθη, τα πείσματα, τις ευαισθησίες και τις ιδιοτροπίες της. Δεν ζήτησε άδεια από κανέναν για να είναι διαφορετική.
Και αν τα τραγούδια της αντέχουν, είναι επειδή δεν δέθηκαν με μια μόδα. Το «Μια φορά θυμάμαι», η «Σερενάτα», το «Μπαρ το Ναυάγιο», το «Λεωφορείο το 2», τα «Ησυχα βράδια», το «Τσάι γιασεμιού», έγιναν για όλους μας μικρά ασφαλή καταφύγια. Δωμάτια ήσυχα, όπου μπορεί κανείς να κλειστεί όταν ο κόσμος γίνεται υπερβολικά θορυβώδης και άγριος.
«Επιτυχία λέω το τραγούδι που κρατάει στον χρόνο», έλεγε, και με αυτό το μέτρο η Αρλέτα πέτυχε πολύ περισσότερα απ' όσα θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να παραδεχτεί.
«Από πού πάνε για την άνοιξη;»
Κάθε Αύγουστο η Αθήνα μοιάζει να της ανήκει λίγο περισσότερο. Κι ας έφυγε μια τέτοια αυγουστιάτικη μέρα, που οι δρόμοι αδειάζουν και η ζέστη επιβραδύνει τις κινήσεις των ανθρώπων.
Και τότε εκεί, κάπου στην πλατεία Εξαρχείων, όσοι την αγαπάμε την «βλέπουμε» να περνά ξανά δίπλα μας, αφηρημένη, με μια κιθάρα στον ώμο και ένα μπλοκ ζωγραφικής στο χέρι. Και ξέρουμε καλά πως εκείνο το βλέμμα της κοίταζε πάντοτε λίγο πιο πέρα από τα προφανή.
Σκέφτομαι πως αυτό το μαγικό πλάσμα δεν μας άφησε μόνο τραγούδια. Αφησε έναν τρόπο να κατοικούμε τον κόσμο, με λιγότερο θόρυβο, περισσότερη δικαιοσύνη, τρυφερότητα, χιούμορ και αξιοπρέπεια. Με την πεποίθηση ότι η ελευθερία δεν είναι σύνθημα, αλλά ο καθημερινός κόπος να μη γίνεις εκείνο που έχουν αποφασίσει άλλοι για σένα.
Ισως γι' αυτό, όταν φυσά το ανεπαίσθητο αεράκι ενός αθηναϊκού Αυγούστου και οι νεραντζιές σκορπούν τη μυρωδιά τους, δεν είναι δύσκολο να πιστέψεις πως κάπου, σε μια γωνιά της πόλης, η Αρλέτα εξακολουθεί να αναρωτιέται με την ίδια παιδική απορία:
«Από πού πάνε για την άνοιξη;».
Μάλλον όμως ήξερε την απάντηση, αφού η άνοιξη δεν ήταν γι' αυτήν μια εποχή. Ηταν η αδιάκοπη προσμονή της ομορφιάς, ακόμα και όταν όλα γύρω έδειχναν σκοτεινά. Με αυτήν την ομορφιά διάλεξε να τραγουδήσει, να ζωγραφίσει, να αγαπήσει και να ζήσει.
ΥΓ. Στιγμιότυπο (φωτ.) από τη γνωριμία με την Αρλέτα - που οφείλω στον Γιάννη Τσαρούχη - το 1982, στην εκπομπή της ΕΡΤ «Σάββατο μία και μισή».
Της
Σεμίνας Διγενή
Πηγή:rizospastis.

Η Σφήκα: Επιλογές
Κάθε Αύγουστο η Αθήνα μοιάζει να της ανήκει λίγο περισσότερο. Κι ας έφυγε μια τέτοια αυγουστιάτικη μέρα, που οι δρόμοι αδειάζουν και η ζέστη επιβραδύνει τις κινήσεις των ανθρώπων.
Και τότε εκεί, κάπου στην πλατεία Εξαρχείων, όσοι την αγαπάμε την «βλέπουμε» να περνά ξανά δίπλα μας, αφηρημένη, με μια κιθάρα στον ώμο και ένα μπλοκ ζωγραφικής στο χέρι. Και ξέρουμε καλά πως εκείνο το βλέμμα της κοίταζε πάντοτε λίγο πιο πέρα από τα προφανή.
Σκέφτομαι πως αυτό το μαγικό πλάσμα δεν μας άφησε μόνο τραγούδια. Αφησε έναν τρόπο να κατοικούμε τον κόσμο, με λιγότερο θόρυβο, περισσότερη δικαιοσύνη, τρυφερότητα, χιούμορ και αξιοπρέπεια. Με την πεποίθηση ότι η ελευθερία δεν είναι σύνθημα, αλλά ο καθημερινός κόπος να μη γίνεις εκείνο που έχουν αποφασίσει άλλοι για σένα.
Ισως γι' αυτό, όταν φυσά το ανεπαίσθητο αεράκι ενός αθηναϊκού Αυγούστου και οι νεραντζιές σκορπούν τη μυρωδιά τους, δεν είναι δύσκολο να πιστέψεις πως κάπου, σε μια γωνιά της πόλης, η Αρλέτα εξακολουθεί να αναρωτιέται με την ίδια παιδική απορία:
«Από πού πάνε για την άνοιξη;».
Μάλλον όμως ήξερε την απάντηση, αφού η άνοιξη δεν ήταν γι' αυτήν μια εποχή. Ηταν η αδιάκοπη προσμονή της ομορφιάς, ακόμα και όταν όλα γύρω έδειχναν σκοτεινά. Με αυτήν την ομορφιά διάλεξε να τραγουδήσει, να ζωγραφίσει, να αγαπήσει και να ζήσει.
ΥΓ. Στιγμιότυπο (φωτ.) από τη γνωριμία με την Αρλέτα - που οφείλω στον Γιάννη Τσαρούχη - το 1982, στην εκπομπή της ΕΡΤ «Σάββατο μία και μισή».
Της
Σεμίνας Διγενή
Πηγή:rizospastis.

Η Σφήκα: Επιλογές
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου