Σεμίνα Διγενή
Ηταν 19 Ιουλίου του 64 μ.Χ. όταν η Ρώμη τυλίχτηκε στις φλόγες. Για έξι μέρες καιγόταν η μεγαλύτερη πόλη της εποχής και το σύμβολο της αυτοκρατορικής ισχύος, ώσπου έγινε στάχτη.
Η Ιστορία κράτησε μια εικόνα που - είτε είναι απολύτως ακριβής είτε όχι - έμεινε ως διαχρονικό σύμβολο εξουσίας: Τον Νέρωνα να παρακολουθεί τη μεγάλη φωτιά απαγγέλοντας ωδές για την καταστροφή της Τροίας και αδιαφορώντας για τον λαό που χανόταν στις φλόγες.
Και όταν η λαϊκή οργή στράφηκε εναντίον του, χρειάστηκε έναν ένοχο. Αποφάσισε πως έφταιγαν οι χριστιανοί.
Ετσι γεννήθηκε ένας από τους πιο γνωστούς αποπροσανατολισμούς της Ιστορίας! Αυτός όπου ο πραγματικός υπεύθυνος έδειχνε κάποιον άλλον.
Δύο χιλιάδες χρόνια μετά, οι ίδιες μέθοδοι έχουν εκσυγχρονιστεί. Δεν είναι μόνο οι φωτιές που καίνε φύση και κτίρια. «Καίγονται» με χίλιους τρόπους δικαιώματα, κατακτήσεις και ζωές, που δεν αφήνουν πίσω τους μόνο στάχτες αλλά και λουκέτα, ιδιωτικοποιήσεις, ξεσπιτώματα, ανασφάλεια, φτώχεια και έναν λαό που καλείται κάθε φορά να πληρώσει λογαριασμούς μιας αόρατης - αλλά σίγουρα απάνθρωπης - «ανάπτυξης».
Η Ελλάδα δεν καταστράφηκε - όπως η Ρώμη - μέσα σε έξι μέρες. Για την αποδόμησή της φρόντισαν για δεκαετίες όλες οι αστικές κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από το χρώμα και τα συνθήματά τους. Αλλες μίλησαν για «εκσυγχρονισμό», άλλες για «μεταρρυθμίσεις», άλλες για «ανάπτυξη», άλλες για «επενδύσεις». Ολες όμως απεργάστηκαν το ίδιο σχέδιο, υπηρέτησαν την ίδια αντιλαϊκή στρατηγική, τη μετατροπή κάθε κοινωνικού αγαθού σε εμπόρευμα και κάθε ανθρώπινης ανάγκης σε πεδίο κερδοφορίας.
Ηταν 19 Ιουλίου του 64 μ.Χ. όταν η Ρώμη τυλίχτηκε στις φλόγες. Για έξι μέρες καιγόταν η μεγαλύτερη πόλη της εποχής και το σύμβολο της αυτοκρατορικής ισχύος, ώσπου έγινε στάχτη.
Η Ιστορία κράτησε μια εικόνα που - είτε είναι απολύτως ακριβής είτε όχι - έμεινε ως διαχρονικό σύμβολο εξουσίας: Τον Νέρωνα να παρακολουθεί τη μεγάλη φωτιά απαγγέλοντας ωδές για την καταστροφή της Τροίας και αδιαφορώντας για τον λαό που χανόταν στις φλόγες.
Και όταν η λαϊκή οργή στράφηκε εναντίον του, χρειάστηκε έναν ένοχο. Αποφάσισε πως έφταιγαν οι χριστιανοί.
Ετσι γεννήθηκε ένας από τους πιο γνωστούς αποπροσανατολισμούς της Ιστορίας! Αυτός όπου ο πραγματικός υπεύθυνος έδειχνε κάποιον άλλον.
Δύο χιλιάδες χρόνια μετά, οι ίδιες μέθοδοι έχουν εκσυγχρονιστεί. Δεν είναι μόνο οι φωτιές που καίνε φύση και κτίρια. «Καίγονται» με χίλιους τρόπους δικαιώματα, κατακτήσεις και ζωές, που δεν αφήνουν πίσω τους μόνο στάχτες αλλά και λουκέτα, ιδιωτικοποιήσεις, ξεσπιτώματα, ανασφάλεια, φτώχεια και έναν λαό που καλείται κάθε φορά να πληρώσει λογαριασμούς μιας αόρατης - αλλά σίγουρα απάνθρωπης - «ανάπτυξης».
Η Ελλάδα δεν καταστράφηκε - όπως η Ρώμη - μέσα σε έξι μέρες. Για την αποδόμησή της φρόντισαν για δεκαετίες όλες οι αστικές κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από το χρώμα και τα συνθήματά τους. Αλλες μίλησαν για «εκσυγχρονισμό», άλλες για «μεταρρυθμίσεις», άλλες για «ανάπτυξη», άλλες για «επενδύσεις». Ολες όμως απεργάστηκαν το ίδιο σχέδιο, υπηρέτησαν την ίδια αντιλαϊκή στρατηγική, τη μετατροπή κάθε κοινωνικού αγαθού σε εμπόρευμα και κάθε ανθρώπινης ανάγκης σε πεδίο κερδοφορίας.
Τα πραγματικά θύματα της πολιτικής της «απελευθέρωσης» των αγορών
Στην Υγεία, το νοσοκομείο από χώρος περίθαλψης μετατράπηκε σταδιακά σε επιχείρηση. Οι ελλείψεις προσωπικού έγιναν μόνιμη κατάσταση. Οι εργαζόμενοι εξαντλήθηκαν. Τα ραντεβού μεταφέρονται μήνες αργότερα. Οι πολίτες σπρώχνονται προς τις ιδιωτικές κλινικές και τα απογευματινά επί πληρωμή χειρουργεία. Το δικαίωμα στην υγεία αντικαθίσταται από την οικονομική δυνατότητα του καθενός.
Στην Παιδεία, το δημόσιο σχολείο και το πανεπιστήμιο αντιμετωπίζονται όχι ως κοινωνική επένδυση, αλλά ως δημοσιονομικό βάρος. Η υποχρηματοδότηση γίνεται κανονικότητα. Οι γονείς πληρώνουν ολοένα περισσότερα για φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, σπουδές. Τα πανεπιστήμια καλούνται να λειτουργήσουν με όρους αγοράς, να αναζητούν χορηγούς, να προσαρμόζουν την έρευνα στις ανάγκες των επιχειρηματικών ομίλων.
Η Κοινωνική Ασφάλιση, που κατακτήθηκε με αγώνες και θυσίες, αντιμετωπίζεται ως πεδίο επενδυτικών προϊόντων. Οι συντάξεις περικόπτονται. Η ιδιωτική Ασφάλιση προβάλλεται ως μονόδρομος. Το μήνυμα είναι σαφές: Οποιος μπορεί πληρώνει, όποιος δεν μπορεί ας αρκεστεί στα ελάχιστα.
Στην εργασία, η «ευελιξία» βαφτίζει την ανασφάλεια πρόοδο. Ελαστικά ωράρια, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τηλεργασία χωρίς όρια, απλήρωτες υπερωρίες, κατάργηση σταθερού ημερήσιου χρόνου εργασίας, παρουσιάζονται ως αναγκαίες προσαρμογές στη σύγχρονη οικονομία.
Η παραγωγικότητα αυξάνεται, τα κέρδη εκτοξεύονται, αλλά οι εργαζόμενοι βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται από την ακρίβεια.
Στις Μεταφορές, οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάστηκαν ως εγγύηση ποιότητας και ασφάλειας. Η πραγματικότητα απέδειξε ότι όταν η ανθρώπινη ζωή συγκρούεται με το κόστος και το κέρδος, το δεύτερο αποκτά προτεραιότητα. Το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη έγινε μία από τις πολλές οδυνηρές υπενθυμίσεις ότι η πολιτική της «απελευθέρωσης» των αγορών έχει πραγματικά θύματα.
Η Ενέργεια, που θα μπορούσε να αποτελεί κοινωνικό αγαθό, μετατράπηκε σε χρηματιστηριακό προϊόν. Το ηλεκτρικό ρεύμα έγινε πανάκριβο. Το φυσικό αέριο, οι ανανεώσιμες πηγές, τα δίκτυα, όλα οργανώνονται με κριτήριο την κερδοφορία. Ο λαός πληρώνει πανάκριβους λογαριασμούς, ενώ οι ενεργειακοί όμιλοι ανακοινώνουν υψηλές αποδόσεις.
Η κατοικία μετατράπηκε σε χρηματοοικονομικό προϊόν. Τα σπίτια περνούν σε funds, οι πλειστηριασμοί πολλαπλασιάζονται, τα ενοίκια εκτοξεύονται, ενώ η νέα γενιά αδυνατεί να αποκτήσει ή ακόμα και να νοικιάσει αξιοπρεπή κατοικία χωρίς να δαπανά το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός της.
Η δημόσια περιουσία ακολουθεί την ίδια πορεία. Λιμάνια, αεροδρόμια, αυτοκινητόδρομοι, περιφερειακές υποδομές, ενεργειακά δίκτυα, τουριστικές εκτάσεις, παραλίες και δημόσια γη περνούν σταδιακά σε ιδιωτικά συμφέροντα. Αυτό που χτίστηκε με τον ιδρώτα πολλών γενεών μετατρέπεται σε πηγή ιδιωτικών κερδών.
Ακόμα και ο πολιτισμός και το φυσικό περιβάλλον αντιμετωπίζονται ως «αναξιοποίητα περιουσιακά στοιχεία». Βουνά παραχωρούνται για επιχειρηματικές δραστηριότητες, παραλίες οικοπεδοποιούνται, δάση καταστρέφονται και στη συνέχεια αλλάζουν χρήση, ενώ η πολιτιστική δημιουργία εξαρτάται ολοένα περισσότερο από χορηγούς και ιδιωτικά συμφέροντα.
Στην Παιδεία, το δημόσιο σχολείο και το πανεπιστήμιο αντιμετωπίζονται όχι ως κοινωνική επένδυση, αλλά ως δημοσιονομικό βάρος. Η υποχρηματοδότηση γίνεται κανονικότητα. Οι γονείς πληρώνουν ολοένα περισσότερα για φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, σπουδές. Τα πανεπιστήμια καλούνται να λειτουργήσουν με όρους αγοράς, να αναζητούν χορηγούς, να προσαρμόζουν την έρευνα στις ανάγκες των επιχειρηματικών ομίλων.
Η Κοινωνική Ασφάλιση, που κατακτήθηκε με αγώνες και θυσίες, αντιμετωπίζεται ως πεδίο επενδυτικών προϊόντων. Οι συντάξεις περικόπτονται. Η ιδιωτική Ασφάλιση προβάλλεται ως μονόδρομος. Το μήνυμα είναι σαφές: Οποιος μπορεί πληρώνει, όποιος δεν μπορεί ας αρκεστεί στα ελάχιστα.
Στην εργασία, η «ευελιξία» βαφτίζει την ανασφάλεια πρόοδο. Ελαστικά ωράρια, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τηλεργασία χωρίς όρια, απλήρωτες υπερωρίες, κατάργηση σταθερού ημερήσιου χρόνου εργασίας, παρουσιάζονται ως αναγκαίες προσαρμογές στη σύγχρονη οικονομία.
Η παραγωγικότητα αυξάνεται, τα κέρδη εκτοξεύονται, αλλά οι εργαζόμενοι βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται από την ακρίβεια.
Στις Μεταφορές, οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάστηκαν ως εγγύηση ποιότητας και ασφάλειας. Η πραγματικότητα απέδειξε ότι όταν η ανθρώπινη ζωή συγκρούεται με το κόστος και το κέρδος, το δεύτερο αποκτά προτεραιότητα. Το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη έγινε μία από τις πολλές οδυνηρές υπενθυμίσεις ότι η πολιτική της «απελευθέρωσης» των αγορών έχει πραγματικά θύματα.
Η Ενέργεια, που θα μπορούσε να αποτελεί κοινωνικό αγαθό, μετατράπηκε σε χρηματιστηριακό προϊόν. Το ηλεκτρικό ρεύμα έγινε πανάκριβο. Το φυσικό αέριο, οι ανανεώσιμες πηγές, τα δίκτυα, όλα οργανώνονται με κριτήριο την κερδοφορία. Ο λαός πληρώνει πανάκριβους λογαριασμούς, ενώ οι ενεργειακοί όμιλοι ανακοινώνουν υψηλές αποδόσεις.
Η κατοικία μετατράπηκε σε χρηματοοικονομικό προϊόν. Τα σπίτια περνούν σε funds, οι πλειστηριασμοί πολλαπλασιάζονται, τα ενοίκια εκτοξεύονται, ενώ η νέα γενιά αδυνατεί να αποκτήσει ή ακόμα και να νοικιάσει αξιοπρεπή κατοικία χωρίς να δαπανά το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός της.
Η δημόσια περιουσία ακολουθεί την ίδια πορεία. Λιμάνια, αεροδρόμια, αυτοκινητόδρομοι, περιφερειακές υποδομές, ενεργειακά δίκτυα, τουριστικές εκτάσεις, παραλίες και δημόσια γη περνούν σταδιακά σε ιδιωτικά συμφέροντα. Αυτό που χτίστηκε με τον ιδρώτα πολλών γενεών μετατρέπεται σε πηγή ιδιωτικών κερδών.
Ακόμα και ο πολιτισμός και το φυσικό περιβάλλον αντιμετωπίζονται ως «αναξιοποίητα περιουσιακά στοιχεία». Βουνά παραχωρούνται για επιχειρηματικές δραστηριότητες, παραλίες οικοπεδοποιούνται, δάση καταστρέφονται και στη συνέχεια αλλάζουν χρήση, ενώ η πολιτιστική δημιουργία εξαρτάται ολοένα περισσότερο από χορηγούς και ιδιωτικά συμφέροντα.
Το ίδιο πάντα παιχνίδι της μετατόπισης των ευθυνών
Στη διεθνή πολιτική όλες οι κυβερνήσεις ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο, της βαθύτερης εμπλοκής στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η χώρα μας μετατράπηκε σε απέραντη βάση ξένων στρατιωτικών δυνάμεων. Ελληνικές υποδομές αξιοποιούνται για πολεμικές επιχειρήσεις, ενώ ο λαός καλείται να πληρώσει δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς που υπηρετούν ξένους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και όχι την ασφάλειά του.
Και όταν οι συνέπειες αυτής της πολιτικής γίνονται πλέον αδύνατον να κρυφτούν, αρχίζει το γνωστό παιχνίδι της μετατόπισης των ευθυνών. Κάπως όπως το «λανσάρισε» πριν από αιώνες ο Νέρων.
Τουτέστιν:
Και όταν οι συνέπειες αυτής της πολιτικής γίνονται πλέον αδύνατον να κρυφτούν, αρχίζει το γνωστό παιχνίδι της μετατόπισης των ευθυνών. Κάπως όπως το «λανσάρισε» πριν από αιώνες ο Νέρων.
Τουτέστιν:
- Για την ακρίβεια φταίει ο πόλεμος.
- Για τις ελλείψεις στην Υγεία φταίνε οι γιατροί που φεύγουν.
- Για την ανεργία φταίνε οι εργαζόμενοι που δεν διαθέτουν τις κατάλληλες δεξιότητες.
- Για τις φυσικές καταστροφές φταίει αποκλειστικά η κλιματική αλλαγή.
- Για τη φτώχεια φταίει η έλλειψη ανταγωνιστικότητας.
Κάπως έτσι, μ' αυτά και μ' αυτά, ο ημιπαράφρων Νέρων εξακολουθεί να ζει. Ως πολιτική μέθοδος διαρκείας.
Η μέθοδος που πρώτα δημιουργεί την καταστροφή και ύστερα αναζητά τον αποδιοπομπαίο τράγο.
Που πρώτα υπονομεύει το δημόσιο αγαθό και μετά το κατηγορεί ότι δεν λειτουργεί.
Που πρώτα απαξιώνει το κράτος και ύστερα εμφανίζει την αγορά ως σωτήρα.
Η διαφορά είναι ότι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Οι αυτοκρατορίες κάποτε καταρρέουν. Οχι βέβαια επειδή το αποφασίζουν οι ηγεμόνες τους, αλλά επειδή οι λαοί παύουν να πιστεύουν στα ψέματα, στις υποσχέσεις και στα ψίχουλα που τους πετάνε.
Η μεγάλη φωτιά της Ρώμης έγινε σύμβολο μιας εξουσίας που προτίμησε να κάψει την αλήθεια αντί να αναλάβει τις ευθύνες της.
Η Ελλάδα του σήμερα δεν χρειάζεται άλλους Νέρωνες, που θα ψάχνουν συνεχώς νέους «χριστιανούς» για να φορτώσουν τις ευθύνες τους, τα βάρη τους, τα λάθη και τους ...φόρους τους. Χρειάζεται μόνο έναν λαό που θα αναγνωρίσει ποιος ανάβει πραγματικά τις φωτιές και ποιος διαλύει τις κοινωνίες.
Να πειστεί πως δεν φταίει αυτός που διαμαρτύρεται, ούτε εκείνος που αγωνίζεται ζητώντας δικαιοσύνη, αλλά εκείνος που μετατρέπει κάθε ανθρώπινη ανάγκη σε εμπόρευμα και κάθε κοινωνικό δικαίωμα σε ευκαιρία κερδοφορίας.
Της
Σεμίνας Διγενή
Πηγή: rizospastis

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου