Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Υπόθεση «Μαρφίν»: Πολυεργαλείο για την ένταση της καταστολής και της τρομοκράτησης



Δικαιολογημένα προκαλεί μεγάλη συζήτηση η «εξιχνίαση Νο 2» της υπόθεσης «Μαρφίν», 16 χρόνια μετά το αποτρόπαιο έγκλημα. Οι πολιτικές σκοπιμότητες για τον χρόνο που επιλέγεται από την κυβέρνηση να ανακοινώσει ξανά ότι «βρίσκει και δικάζει» τους αυτουργούς είναι προφανείς, ύστερα μάλιστα από το προηγούμενο φιάσκο και την αθώωση των άλλων «δραστών» που είχε εντοπίσει. Χώρια που ενδιάμεσα επιχειρήθηκε να στηθεί παρόμοιο σκηνικό, που όμως ναυάγησε πριν ακόμα φτάσει στη Δικαιοσύνη. Είναι λοιπόν μία ακόμα φορά που κράτος και κυβέρνηση επαναλαμβάνουν το ίδιο έργο, κάτι που από μόνο του αποτελεί πρόκληση σε βάρος των συγγενών των θυμάτων, των εργαζομένων που βίωσαν εκείνο τον εφιάλτη και διασώθηκαν, όπως και συνολικά του λαού που τότε ήταν στους δρόμους.

Από όσα βλέπουν μέχρι σήμερα το φως της δημοσιότητας επιβεβαιώνεται ότι υπάρχουν βαθύτερες στοχεύσεις, όπως και νέα στοιχεία για το «πού το πάει» το κράτος σε συνθήκες όπως οι σημερινές, που δυναμώνει ο αυταρχισμός στο πλαίσιο της διασφάλισης της «σταθερότητας» του σάπιου συστήματος.

Τι ήταν η «Μαρφίν»;

Το τι πραγματικά ήταν η «Μαρφίν» προσεγγίζεται με ασφάλεια θέτοντας το ερώτημα «ποιος ωφελήθηκε από αυτό το έγκλημα;».

Ηταν μια καραμπινάτη προβοκάτσια με μόνο ωφελημένο το κράτος, την τότε κυβέρνηση, συνολικά το αστικό πολιτικό σύστημα. Υπενθυμίζεται ότι ο εμπρησμός της τράπεζας έγινε τη μέρα μίας από τις μεγαλύτερες απεργίες της μεταπολίτευσης, την ίδια στιγμή που συζητιόταν και ψηφιζόταν στη Βουλή το 1ο μνημόνιο από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με τις ψήφους και του ακροδεξιού ΛΑ.Ο.Σ. Με αυτόν τον νόμο καταργήθηκαν ο 13ος και ο 14ος μισθός στο Δημόσιο, οι αντίστοιχες συντάξεις, πάγωσαν οι μισθοί, πετσοκόφτηκαν επιδόματα, αυξήθηκαν φόροι κ.λπ. Ολα αυτά για να θωρακιστεί το κεφάλαιο μέσα στη βαθιά κρίση και να την ξεπεράσει φορτώνοντας τα σπασμένα στον λαό και τσακίζοντας δικαιώματα και κατακτήσεις δεκαετιών.

Με εκατοντάδες χιλιάδες να είναι στους δρόμους και έναν λαό να βράζει, ζητούμενο για την αστική τάξη ήταν η σταθερότητα, το να αποφευχθούν πάση θυσία κλυδωνισμοί και βαθύτερες διεργασίες λαϊκής χειραφέτησης. Αυτό υπηρετούσαν από τη μία η τρομοκράτηση και η καταστολή και από την άλλη η διαδικασία της αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος που ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Μια διαδικασία με σταθμούς τις μετέπειτα κυβερνητικές συνεργασίες και εναλλαγές, την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση και εν δυνάμει κυβέρνηση, με τη γνωστή κατάληξη μερικά χρόνια αργότερα.

Επιστρέφοντας στη μέρα εκείνης της απεργίας, ήταν φανερό ότι ενεργοποιούνται αναβαθμισμένοι μηχανισμοί καταστολής του εργατικού - λαϊκού κινήματος, που περιλάμβαναν και την προβοκάτσια. Από το πρωί στο κέντρο της Αθήνας διακρίνονταν τέτοια στοιχεία: Μπουλούκια που προκαλούσαν διαδηλωτές, φασιστοειδή που ήταν ακροβολισμένοι στο Σύνταγμα και περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να δράσουν, κουκουλοφόροι σε διάφορα σημεία του κέντρου, με μαρτυρίες να αναφέρουν ότι πολλοί απ' αυτούς μπαινόβγαιναν σε κλούβες των ΜΑΤ...

Μέρος του προβοκατόρικου σχεδιασμού αντιμετώπισε και το ΠΑΜΕ, αφού την ώρα που κατέφταναν τα ογκώδη μπλοκ των σωματείων του έξω από τη Βουλή κάποιες δεκάδες από τους παραπάνω ακροβολισμένους άρπαζαν σημαίες από διαδηλωτές και παρακινούσαν σε «ντου» στη Βουλή, επιχειρούσαν να στήσουν επεισόδια. Την ίδια στιγμή, μέσα στη Βουλή ο αρχηγός του ακροδεξιού ΛΑ.Ο.Σ., πλήρως «συντονισμένος» με τους «έξω», ωρυόταν ότι το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ «επιχειρούν να καταλάβουν το κοινοβούλιο». Η προβοκάτσια έβγαζε μάτι. Λίγο αργότερα, στη Σταδίου κουκουλοφόροι έβαζαν φωτιά στην τράπεζα της «Μαρφίν», όπου η εργοδοσία είχε κλειδαμπαρώσει το προσωπικό, με τραγικό απολογισμό τρεις νεκρούς, στους οποίους ήταν και μία έγκυος.

Τα «όργανα» άρχισαν την ίδια μέρα. Στελέχη της κυβέρνησης μαζί με τους ακροδεξιούς του ΛΑ.Ο.Σ., όπως και οι προπαγανδιστές του συστήματος, οι ίδιοι που και σήμερα καλούν τον λαό να υποταχθεί στα «θέλω» του κεφαλαίου, εξαπέλυσαν λυσσαλέα επίθεση στο εργατικό κίνημα, στο ΠΑΜΕ και στο ΚΚΕ. Σαν «έτοιμοι από καιρό», ξεκίνησαν τη χυδαία ταύτιση της λαϊκής δράσης, της αγωνιστικής διεκδίκησης και της αντίστασης στη σφαγή του λαού με το μακελειό στη «Μαρφίν».

Οπως ήταν αναμενόμενο, ο αποτροπιασμός για το έγκλημα και το σοκ επέδρασαν στην πορεία των κινητοποιήσεων. Μετά από μια τεράστια απεργία, που έδινε κουράγιο και αυτοπεποίθηση στον λαό για να κλιμακώσει την πάλη του, ήρθε ένα μούδιασμα. Αυτό επιδίωκαν η αστική τάξη και τα επιτελεία της, αυτοί ωφελήθηκαν από την προβοκάτσια.

Από τότε μέχρι σήμερα εκείνο το φονικό ανασύρεται κάθε τόσο από τις κυβερνήσεις και τα επιτελεία του συστήματος σαν σκιάχτρο απέναντι στον λαό.

Τι έλεγε τότε το ΚΚΕ

Χαρακτηριστικά ήταν όσα τόνιζε το ΚΚΕ ακριβώς την ίδια μέρα του εγκλήματος, σημειώνοντας ότι «οι μηχανισμοί του συστήματος και όλοι οι υποστηρικτές της άγριας επίθεσης της πλουτοκρατίας κατά του λαού τρόμαξαν από τις μεγαλειώδεις απεργιακές συγκεντρώσεις και τις πορείες», γι' αυτό και «έβαλαν εμπρός τον μηχανισμό της προβοκάτσιας με στόχο να ανακόψουν τη λαϊκή αντεπίθεση».

Το Κόμμα ξεκαθάριζε ότι στόχος ήταν «η τρομοκράτηση του λαού, η συκοφάντηση του αγώνα για την ανατροπή των βάρβαρων μέτρων, της αντιλαϊκής πολιτικής. Αυτές οι ενέργειες είναι χρήσιμες σε αυτούς που επιχειρούν με το ψέμα και τη συκοφαντία να υποτάξουν τον λαό (...) Το ΚΚΕ καλεί όλο τον λαό να δώσει με την πάλη του ακόμα πιο αποφασιστική απάντηση στην κυβέρνηση και στους συμμάχους της, στους μηχανισμούς καταστολής, προβοκάτσιας και συκοφαντίας του λαϊκού κινήματος».

Αμεσο ήταν και το κάλεσμα απέναντι σε αυτήν την αθλιότητα, ενώ την επόμενη μέρα το ΠΑΜΕ κάλεσε σε νέα συλλαλητήρια.

Σοβαρά ερωτήματα

Σοβαρές ήταν και οι καταγγελίες που είχε δημοσιεύσει ο «Ριζοσπάστης» μετά το έγκλημα, θέτοντας συγκεκριμένα ερωτήματα για τις ευθύνες της εργοδοσίας της τράπεζας, όπως για μέτρα πυρασφάλειας στο κτίριο κ.λπ. Τα πιο σημαντικά ερωτήματα που έθετε ο «Ριζοσπάστης» ήταν τα εξής, που δεν έχουν ακόμα απαντηθεί: Είχαν ζητήσει οι εργαζόμενοι να φύγουν από νωρίς το πρωί και τα στελέχη της τράπεζας το απαγόρευσαν; Είναι αλήθεια ότι αντί γι' αυτό ζήτησαν από τους εργαζόμενους να κλειδωθούν οι πόρτες, κάτι το οποίο έλεγχαν τα αφεντικά τηλεφωνικά αν έγινε; Αληθεύει ότι υπήρξαν απειλές προς τους εργαζόμενους πως αν φύγουν κινδυνεύει η δουλειά τους;

Οι βαθύτερες στοχεύσεις

Με βάση τα παραπάνω, μπορούν να γίνουν αντιληπτές και οι βαθύτερες στοχεύσεις της συζήτησης σήμερα. Οχι τυχαία, έρχεται σε μια περίοδο που και πάλι η σταθερότητα και η «συνοχή της κοινωνίας» είναι ψωμοτύρι στο στόμα κυβέρνησης και βολικής αντιπολίτευσης, ενώ σε εξέλιξη είναι άλλη μια διαδικασία αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος.

Σήμερα οι συνθήκες διαφέρουν από το 2010, με κύριο χαρακτηριστικό τη γενικευμένη πολεμική προπαρασκευή, τους τεράστιους ανταγωνισμούς, τη συζήτηση για επερχόμενη νέα κρίση κ.λπ., με τον λαό πάντως να καλείται σε νέες θυσίες για τα κέρδη και τους πολέμους του κεφαλαίου.

Αλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι ότι και σήμερα υπάρχουν δυνατότητες έκφρασης της λαϊκής δυσαρέσκειας σε πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση που συγκεντρώνεται απέναντι σε στρατηγικές επιλογές της άρχουσας τάξης, ενώ το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να μην έχει διαμορφωμένη εναλλακτική κυβερνητική λύση.

Είναι καθαρό ότι στόχος κράτους και κυβέρνησης είναι να εμπεδώνεται ότι «δεν υπάρχει άλλος δρόμος», ότι η αμφισβήτηση φέρνει «περιπέτειες», να φοβερίζουν τον λαό με τον μπαμπούλα της «αστάθειας» ώστε να υποτάσσεται στο «μικρότερο κακό».

Η άλλη όψη της ίδιας προσπάθειας αφορά το να καλλιεργείται η αντίληψη ότι η αστική τάξη είναι ανίκητη, ότι το κράτος της είναι πανίσχυρο, ότι δεν αξίζει τον κόπο να παλέψει κανείς με το «θεριό» και ότι όποιος αγωνίζεται «μπλέκει», επομένως ότι η σημερινή σαπίλα θα είναι αιώνια.

Μεθοδολογία που βγάζει μάτι

Οι τελευταίες εξελίξεις με τα «φωτογραφικά ντοκουμέντα», τα «ανώνυμα email», τα «ευρήματα σε υπολογιστές» και τα «αρχεία» που υποτίθεται ότι συνθέτει και ανασυνθέτει η Αντιτρομοκρατική, είναι ενδεικτικές. Φανερώνουν ακριβώς έναν σχεδιασμό όπου το κράτος χειρίζεται ένα «αποθετήριο» υποθέσεων και στοιχείων και, με βάση το εγχειρίδιο της καταστολής, από εκεί ανασύρει κάθε φορά ό,τι βολεύει τις υπηρεσίες προκειμένου να «εξιχνιάζει» υποθέσεις.

Η μεθοδολογία «βγάζει μάτι»: Ερχεται ένα ανώνυμο email, όπως έχει ξαναγίνει (με επιστολές ή τηλεφωνήματα), που κατονομάζει κάποια πρόσωπα. Η Αντιτρομοκρατική «ξαναβλέπει» κάποιες φωτογραφίες από την επίθεση στη «Μαρφίν», ανασύρει αρχεία από άσχετη υπόθεση, κάνει «διασταυρώσεις» και καταλήγει σε «ταυτοποιήσεις». Οπότε, ως μόνο νέο στοιχείο εμφανίζεται ένα email αγνώστου αποστολέα. Τα υπόλοιπα είναι από το «αποθετήριο» του κράτους.

Ανεξάρτητα από το πώς θα καταλήξει η συγκεκριμένη υπόθεση, γίνεται φανερό ότι οι κρατικές υπηρεσίες επιχειρούν να αξιοποιούν «στοιχεία» όπως γουστάρουν, να κατασκευάζουν υποθέσεις, να «ενώνουν» μεταξύ τους άσχετα γεγονότα για να δημιουργούν εντυπώσεις κ.ο.κ.

Μέρος της ίδιας μεθοδολογίας είναι και η συζήτηση για τα «ψηφιακά πειστήρια». Γίνεται «τεκμήριο» μια «στάμπα» σε μια τσάντα που απεικονίζεται σε μια θολή φωτογραφία η οποία μοιάζει με μια άλλη σε άλλο μέρος και σε άλλο χρόνο, αξιοποιούνται συγκρίσεις μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης, υποτίθεται ότι βελτιώνεται η ευκρίνεια φωτογραφιών με «υψηλή τεχνολογία». Με τέτοια «ψηφιακά εργαλεία» συγκρίνονται σωματότυποι, ακόμα και η «κινησιολογία» σε ...παγωμένες εικόνες.

Πρέπει να είναι καθαρό ότι μια τέτοια μεθοδολογία δεν εφαρμόζεται από το κράτος απλά για την εξιχνίαση ενός εγκλήματος 16 χρόνια μετά τη διάπραξή του. Αυτή ήρθε για να μείνει και να εντείνει την καταστολή και τον αυταρχισμό, ειδικά στις σημερινές πολεμικές συνθήκες. Να προσθέσει νέα εργαλεία στο ήδη πλούσιο νομοθετικό και τεχνικό οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση του «εχθρού λαού».

Υπενθυμίζεται ότι το ελληνικό κράτος είναι από τα «πρωτοπόρα» στην εφαρμογή συστημάτων προληπτικής καταστολής στο πλαίσιο των ευρωενωσιακών κατευθύνσεων, όπως με τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων, τη μαζική και στοχευμένη παρακολούθηση με το γνωστό δόγμα του «ουδείς εξαιρείται» κ.λπ. Στην κατεύθυνση αυτή, η κυβέρνηση έχει ψηφίσει και σχετικό νόμο για τη συγκρότηση Διεύθυνσης «πρόληψης της βίας», με στόχο την αντιμετώπιση της «ριζοπαστικοποίησης». Χαρακτηριστική είναι η κατεύθυνση χρήσης τεχνολογίας αναγνώρισης προσώπων με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, με την Ελλάδα να είναι από τις πρώτες χώρες που προμηθεύτηκαν και τον σχετικό εξοπλισμό.

Ο πραγματικός αντίπαλος

Ολα τα παραπάνω συνθέτουν την εργαλειοθήκη που αξιοποιούν οι κρατικές υπηρεσίες για να «τυλίγουν σε μια κόλλα χαρτί» όχι δικά τους «ενεργούμενα», ούτε «οργανώσεις» - φαντάσματα που δεν τις ξέρει κανένας στην πραγματική ζωή ή «χρήσιμους ηλίθιους», που άλλωστε τους έχουν ήδη «στο χέρι» για να τους βγάζουν μπροστά και να τους αποσύρουν ανάλογα με τις εξελίξεις.

Αλλά για να στοχοποιείται το οργανωμένο εργατικό - λαϊκό κίνημα. Αφορούν δηλαδή την προετοιμασία του κράτους για να αντιμετωπίσει τον πραγματικό του αντίπαλο, τον λαό και την πάλη για την ανατροπή.

Με τη δικτατορία του κεφαλαίου να γίνεται ολοένα και πιο αντιδραστική, πιο επιθετική στην περιστολή λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων, τέτοια μέτρα μόνο «σιγουριά» και «αυτοπεποίθηση» δεν προδίδουν για την αστική τάξη και την εξουσία της. Αλλωστε αν είχε «δεμένο τον γάιδαρό της», αν ήταν πραγματικά άτρωτη, αν το σύστημά της ήταν αιώνιο, δεν θα είχε ανάγκη να καταφεύγει σε τέτοιες κραυγαλέες μεθόδους καταστολής.

Ξέρουν καλά ότι ο λαός και η εργατική τάξη έχουν τη δύναμη να αναμετρηθούν με την καπιταλιστική βαρβαρότητα και την κρατική τρομοκρατία, να αμφισβητήσουν τη σταθερότητα του συστήματος που τους τσακίζει, γι' αυτό και παίρνουν τα μέτρα τους.

Πηγή: rizospastis.gr


Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου