Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Ο θανατολάγνος πολιτισμός των μίντια

Γιώργος X. Παπασωτηρίου


Ένας άνθρωπος, γνωστός καλλιτέχνης, δίνει τη δύσκολη μάχη του σε νοσοκομείο της Αττικής. Αργά χθες, κυκλοφόρησε η είδηση στα κοινωνικά δίκτυα πως επήλθε ο θάνατός του. Θλίψη. Η είδηση όμως διαψεύστηκε. Σοκ. Και διερωτάται κανείς, είναι δυνατό να «πεθαίνεται» κάποιος εν ζωή και εν ψυχρώ; Αυτός ο θάνατος, ή καλύτερα η «εκτέλεση» καταδεικνύει την βαριά παθογένεια τόσο των μίντια όσο και της κοινωνίας μας. Γιατί ο Α. Μπ. ζει και μάχεται σθεναρά. Κι όμως κανείς δεν ζήτησε συγνώμη για τη μετάδοση της είδησης του θανάτου του.

Τελικά, απ’ όλους τους θανάτους εκτιμώ πως ο εν ζωή είναι ο πιο οδυνηρός. Γιατί είναι θάνατος να είσαι άνεργος, δηλαδή απόκληρος, αποκλεισμένος και αόρατος. Γιατί είναι θάνατος να μην έχεις τη δυνατότητα να ζεις με αξιοπρέπεια. Είναι θάνατος να μην σε αφήνουν να πεθάνεις στην ώρα σου με γαλήνη. Αλλά πιο πολύ κι από αυτά, είναι μαρτυρικός θάνατος να «εκτελείσαι» με τόνους τοξικής λάσπης ψεύδους και κακοήθειας. Γιατί τελικά παθαίνεις σχιζοφρένεια, καθώς δεν «είσαι» αυτό που πραγματικά είσαι, αλλά η εικόνα που έχουν κατασκευάσει οι άλλοι για σένα. Γι’ αυτό ο υποδιοικητής Μάρκος φορούσε μάσκα, για να μην του φορέσουν οι άλλοι το προσωπείο που είχαν δημιουργήσει.

Κι αν στην περίπτωση της ψευδούς αναγγελίας του θανάτου του Α. Μπ. , το ψεύδος δεν μπορεί να διαιωνιστεί, γιατί είσαι ή νεκρός ή ζωντανός, τι γίνεται, άραγε, σε ποιο σύνθετες ή ηθικές, δηλαδή πιο αφηρημένες καταστάσεις; Ο μεγάλος ιστορικός Μπροντέλ έλεγε πόσο θαυμάσιο ήταν να γράφει για την προϊστορία γιατί μπορούσε και γέμιζε τα ιστορικά κενά –αυτά για τα οποία δεν υπήρχαν αποδείξεις- με την οργιώδη φαντασία του! Το ίδιο συμβαίνει και με όλο το σύστημα των μίντια στην Ελλάδα. Γιατί το χειρότερο και από τη διαπλοκή ή τους πληρωμένους από τα κόμματα «νεοσσούς» μπλόγκερς και τουιτεράδες είναι η αυτοτέλεια του συστήματος, η σχετική του αυτονομία, όπως λέγαμε παλιά, που καλύπτει τα κενά, παράγοντας ... αποδείξεις, ακόμα και εκεί που δεν υπάρχουν. Στο θύμα επαφίεται να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας.

Είναι γνωστό ότι τα κόμματα χρησιμοποιούν δεκάδες νέους ( με χρήματα ή όχι) που παίζουν το παιγνίδι της προπαγάνδας, συνήθως με χυδαίο τρόπο, στα κοινωνικά δίκτυα. Δεν μιλώ για εκείνους που για τους δικούς τους πολιτικο-ιδεολογικούς λόγους υποστηρίζουν το ένα ή το άλλο κόμμα, αλλά για την οργανωμένη προπαγάνδα στο διαδίκτυο από τα ίδια τα πολιτικά κόμματα. Όμως χειρότερο κι από αυτό θεωρώ πως είναι η αυτόνομη κίνηση του συστήματος, που ανακυκλώνει τη λάσπη και καθιστά την κοινωνία μια τεράστια μπετονιέρα.

Κάποιος γράφει «κάτι» (είδηση δεν είναι), προσδοκώντας μερικά «κλικ» παραπάνω, όχι πάντοτε για τη διαφήμιση, αλλά για την αίσθηση, ή καλύτερα την ηδονή της δύναμης να επηρεάζει. Εδώ οι τίτλοι παίζουν σημαντικό ρόλο. Πρέπει να είναι αόριστοι, προκλητικοί και παρελκυστικοί. Ιδού μερικοί: «Γνωστή ηθοποιός τα έβγαλε όλα…», «Το αμαρτωλό ζευγάρι…», «Σε λίγο θα συμβεί μεγάλη καταστροφή…», «Ο θάνατος της Αντζελίνα Τζολί» κ.ά. Η επιτυχία των τίτλων αυτών βασίζεται στην αρρωστημένη περιέργεια του κοιτάγματος στην κλειδαρότρυπα και στην εν γένει παθογένεια του αναγνωστικού κοινού. Είναι δηλαδή θέμα κουλτούρας. Οι αναγνώστες παρασύρονται ακόμα κι όταν είναι πεπεισμένοι ότι πρόκειται για ψέμα. Έχουμε, λοιπόν, εν προκειμένω μια έξη, μία ισχυρή εξάρτηση από το ψεύδος, αρκεί αυτό να προσφέρεται με ελκυστική αφήγηση και κυρίως με σεξιστική ή καταστροφολογική εικονογράφηση.

Ο μηχανισμός της αυτόνομης παραγωγής των ψευδών (δηλαδή λογοτεχνικών) αφηγήσεων είναι απλός. Η καλύτερη αφήγηση θα περάσει στο διαδίκτυο. Για να την μεταφέρουν στη συνέχεια οι αναγνώστες-αγωγοί στα σαλόνια, στους καφενέδες, στα μπαρ, στο δρόμο, όπου θα προσθέσει ο καθένας το δικό του στοιχείο, τη δική του πληροφορία, οικειοποιούμενος έτσι το όλο ψέμα. Το ψεύδος δεν έχει σημασία, η αληθοφάνεια μετράει. Το ψεύδος γίνεται πιστευτό, πρώτα από το φορέα του. Κι από τη στιγμή που γίνεται πίστη, καθίσταται αλήθεια. Σημασία έχει να έχεις επιχειρήματα, δηλαδή λογικοφανή σχόλια και να στρεψοδικείς.

Οι καλύτεροι αναλυτές, σήμερα, στις εφημερίδες είναι οι επαγγελματίες «ψεύτες», δηλαδή οι λογοτέχνες (όχι ασφαλώς όλοι), οι οποίοι προ πολλού έχουν γίνει και δημοσιογράφοι. Μισή αλήθεια και άλλο μισό ψεύδος μας κάνουν ένα τεράστιο ψεύδος, δηλαδή μια μεγάλη αφήγηση, μια μυθιστορία. Για την ακρίβεια χρησιμοποιείται η τεχνική του «μυθιστορηματικού χρονικού». Το χρονικό είναι η αφήγηση των πραγματικών γεγονότων (res factae), ενώ η μυθοπλασία, το μυθιστορηματικό δηλαδή στοιχείο (τα res fictae) προκύπτουν από την «προοπτική» που δίνει στα πραγματικά γεγονότα η φαντασία του συγγραφέα. Κάτι ανάλογο συνέβαινε με τις επιφυλλίδες των εφημερίδων (λαϊκό ή ληστρικό μυθιστόρημα) που έκαναν θραύση το 1930. Μόνο που τότε δεν αναμειγνυόταν η ύλη του πραγματικού(ειδησεογραφικού) και του φανταστικού(μυθιστορηματικού). Κατ’ αυτό τον τρόπο η κοινωνία της παρακμής κατασκευάζει τους καθρέφτες της και τα ψεύτικα είδωλά της.

Και προσοχή, είμαστε όλοι μέρος αυτού του χαρμανιού, γιατί σήμερα μπορεί να είμαστε κήνσορες, αλλά αύριο μπορεί, το ίδιο εύκολα, να είμαστε οι αποδιοπομπαίοι τράγοι. Γιατί αυτός ο μιντιακός πολιτισμός είναι ένας θανατολάγνος πολιτισμός, είναι ένας πολιτισμός της διασκέδασης (από το σκεδάννυμι, σκορπίζω), ένας πολιτισμός της λάσπης και του φόνου …

Υ.Γ.: Τελικά πέθανε ο Ανδρέας Μπάρκουλης και οι θανατολάγνοι θα πουν ότι... δικαιώθηκαν

ArtiNews
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...