Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Το Αεροδρόμιο

Νικόλαος Μπαγιαρτάκης


Μόλις προσγειώθηκα, έτοιμος για να γυρίσω στον προορισμό μου. Κόσμος πολύς, όλοι από διαφορετικές πλευρές. Τρέχουν όλοι, αν δεν ήξερες ότι είναι αεροδρόμιο, θα νόμιζες ότι πάνε να ξεφύγουν από κάτι. Αλήθεια από τι; Γιατί τόση βιασύνη, είναι σαν να άφησαν σε σκυλοδρομίες τα σκυλιά ελεύθερα. Όπου τρέχουν χωρίς να ξέρεις τι τα κάνει να τρέχουν με τέτοια λύσσα, λες και τους πάτησαν το κουμπί και είναι "ανοικτά" να εκτελέσουν τη δουλειά που τα προγραμμάτισαν.

Προχωράω με τον κόσμο με συνεπαίρνει το κύμα και η βιασύνη τους. Πάω στον διάδρομο για τις αποσκευές, περιμένω με αγωνία, με τα μάτια στραμμένα για τη βαλίτσα μου. Δεν θέλω να ξαναπεράσει, θέλω με το που περάσει μπροστά μου να την αρπάξω, λες και θα την χάσω ή δεν θα την ξαναδώ. Να την, την βλέπω, την γραπώνω. Φεύγω προς τον προορισμό μου. Περνάω μπροστά από τα μαγαζιά γεμάτα είδη ταξιδιών και δώρα και με πάρα πολλούς άγνωστους περαστικούς.

Συνεχίζω προσηλωμένος, χωρίς κάνα ενδιαφέρον στις βιτρίνες. Κατευθύνομαι μαζί με άλλους ταξιδιώτες, άλλους που δεν συνάντησα στο αεροπλάνο και στις βιτρίνες. Πάω στα εκδοτήρια του Μετρό, ζητάω ένα απλό εισιτήριο, για τον προορισμό μου, εγώ και οι υπόλοιποι πελάτες παίρνουμε το ίδιο εισιτήριο με έξι ευρώ, ο καθένας για άλλον προορισμό. Πήρα το εισιτήριο και κοιτάω τον κόσμο που δεν ξέρω απορημένος, σκέφτεται ή απλά φεύγουν;

Κατευθύνομαι τέλος στο τελευταίο διάδρομο του αεροδρομίου, εκεί που τελειώνει το ταξίδι μου με τους υπόλοιπους περαστικούς. Άραγε το νιώθουν και αυτοί, μόνοι σε τόσους αγνώστους. Έφτασε το μετρό, σταματάνε οι σκέψεις μου, πρέπει να τρέξω τώρα για να βγω πρώτος το καλύτερο κάθισμα ή την καλύτερη θέση. Κάθομαι ανάμεσα σε άλλους αγνώστους, που συναντηθήκαμε στο ίδιο βαγόνι. Κοιτάω τις στάσεις, δεν σκέφτομαι τίποτα για μένα και τους γύρω μου. Δεν προλαβαίνω καν να σκεφτώ, μένω στην εικόνα, καμιά φορά μόνο στην ταμπέλα.

Να η στάση μου κατέβηκα με κόσμο που ούτε καν είχα δει. Προχωράω με το πλήθος, βλέπω κίνηση στην κυλιόμενη και διαλέγω αυτόματα τη σκάλα, ανεβαίνω στο γοργό βάδισμα των αγνώστων. Βλέπω την ώρα σκέφτομαι λεωφορείο ή ταξί. Είμαι στα φανάρια κάνω νόημα, σταματά ένα ταξί με αλλά δύο άτομα. Μπαίνω μέσα λέω τον προορισμό μου, ακούμε ράδιο κ δεν μιλάμε μεταξύ μας.

Έφτασα σπίτι κουρασμένος, ανοίγω την τηλεόραση, χωρίς να δω το κανάλι, δεν έχει σημασία. Κάθομαι λίγο στον καναπέ κ βρήκα χρόνο να σκεφτώ, συνομιλώντας με τον μόνον που ξέρω ότι θα με ακούσει και θα με προσέξει. Μετά από όλο αυτό το ταξίδι, γιατί δεν συνάντησα λίγο από τη μαγεία της Οδύσσειας; Κάποτε δεν ταξίδευες σε φαστ-φουντ κ σε τεράστια ανίκητα κτίρια, αλλά σε άλλους κόσμους, με άγνωστα πλάσματα και είχες όχι συνεπιβάτες, αλλά συντρόφους! Έτσι τελειώνουν τα ταξίδια σήμερα; Χωρίς να έχει διαφορά σε ποιους τόπους ταξιδεύεις!

Εκ του Δεσμώτη-Μπαγιαρτάκη Νικόλαου του "Νεωτερικού Κράτους - Λεβιάθαν"
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...