Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

«Το κέρδος λυσσάει τον Αύγουστο…»

Tου Αλέξανδρου Αρδαβάνη


-Ο «προικισμένος» τελείωσε σήμερα το πρωί. Τον βρήκανε στην καρέκλα, γερμένο πάνω στο κρεββάτι του. Έπρεπε να σας το πω…

Περπατώ τώρα γρήγορα στον σκιερό πευκώνα της Λάσσης. Δεξιά κι αριστερά τα σημάδια της ιδιοκτησιακής και κερδοσκοπικής λύσσας του μέσου Κεφαλονίτη. Η ιδιοποίηση κοινού πλούτου και η ζέψη του στο άρμα του κέρδους. Περιφραγμένα χωράφια, αποκλεισμός της πρόσβασης στη θάλασσα, «Rooms to Rent», «You have tried the rest now try the Best»… Το βράδυ το όργιο των φαγάδικων και των μπαρ σε συμπαγή παράταξη με συρτάκι, ποπ και όλα τα συναφή ρεπερτόρια… «Κεφαλονιά τριαντάφυλλο στα χοντροδάχτυλα του κέρδους»…*

-Ο «προικισμένος» τελείωσε σήμερα το πρωί…

Μετά από εννιά μήνες νοσηλείας· εκβιασμένης φιλοξενίας για την ακρίβεια. Με έναν καρκίνο απρόσβλητο από ο,τιδήποτε, μοναχικός, όχι άπορος, με το σπίτι ξενοικιασμένο· προσχηματικά μη νοσηλεύσιμος σε ξενώνα «λόγω νοσοκομειακού μικροβίου», και το κοντινό νοσοκομείο για χρόνιες παθήσεις στύλωσε τα πόδια αδιάντροπα. Έτσι, ο προικισμένος ξέμεινε στο τριτοβάθμιο νοσοκομείο· «κονάκιασε» στο μονόκλινο. Πέρασαν εννιά μήνες. Ούτε ζωντανός ούτε νεκρός.

Ακούγοντας ο γιατρός στο τηλέφωνο τη σκηνή του τέλους, σκέφτηκε πως το τελευταίο διάστημα δεν τον άντεχε· το πώς ο χρόνιος άρρωστος απωθεί και τους πιο μαζοχιστές φροντιστές υγείας, μόνο αν το ζήσεις θα το νιώσεις.

Πάντως, τώρα ακούω τον γιατρό καθώς περπατάει δίπλα μου λαχανιασμένος, να μουρμουρίζει …ένας άνθρωπος ολομόναχος, παρατημένος απ’ όλους, ίσως απεχθής σε όλους, όπως όργανο μεταμοσχευμένο σε αφιλόξενο ξενιστή· μια χρόνια απόρριψη…

Ο «προικισμένος», ξένος ανάμεσα σε ξένους, ανίσχυρος απέναντι στη σκοτεινή αδιαφορία της ανθρωπότητας. Ο άχαρος και απροίκιστος άνθρωπος σε απόλυτη αντίθεση με το όνομά του.**

Κι εγώ δεν τον αποχαιρέτησα!

Συνεχίζω να προχωρώ πλάι στον σαλεμένο συνοδοιπόρο μου που δε σταματάει να μουρμουρίζει. Ευτυχώς, για την ώρα, η οργιαστική συγχορδία των τζιτζικιών σκεπάζει το βουητό της γύρω ασχήμιας και των μουρμουρητών του. Ξαφνικά δεξιά μου μια μάντρα καγκελωτή και χρώματα πλημμύρα. Οι μπουκαμβίλιες σφίγγουν και λυγίζουν τα κάγκελα, ταγμένα εκεί να τις στηρίξουν.

Η πανίσχυρη ζωή απέναντι στα θνητά μέταλλα.

Παίρνω δύναμη και βάθος αναπνοής. Θα φτάσω στο Φανάρι. Θα περιμένω να νυχτώσει για να μπω για λίγο στα νερά που έμπαινε κι ο πατέρας. Διαχρονικά αυταπατημένος κι αυτός -αλλά με στιγμές ελευθερίας. Όπως κάθε χρόνο. Δεν θα βγω το βράδυ. Όλο αυτό που συμβαίνει μόλις νυχτώνει μου είναι ξένο. Μέχρι οδυνηρό. Πόνος διαξιφιστικός στο στέρνο, όπως σημάδι ασφαλές θανάσιμης καρδιακής ισχαιμίας. Δε θα εκτεθώ· έχω συνεύρεση με τους γρύλους και τα τριζόνια, τα μόνα που επιμένουν να ανακουφίζουν τη νύχτα μου.

-Ο «προικισμένος» βρέθηκε σήμερα το χάραμα νεκρός στην καρέκλα…

Τώρα, τι ήξερε και τι μάντευε η νεαρή γιατρός από τις ενοχές που μαζεύτηκαν τόσα χρόνια στο κρανίο τού προϊσταμένου της και επέμενε να τον ενημερώσει πρωί πρωί, δεν ξέρω. Τόσες ενοχές που πέρασαν τρεις τέσσερις φορές το λιγοστό του μπόι και τον έχουν ποντίσει, άγκυρα στο βυθό της βαρυθυμιάς.

Αύριο επιστρέφω.

Πρόσχημα οι αυξημένες ευθύνες. Το είχα σχεδόν προσχεδιάσει.

* Γ. Λυκιαρδόπουλος
**Προικισμένος: το επώνυμο του «ήρωα» αυτής της αφήγησης προερχόμενο από παραφθορά του ιταλικού «donato».

Ρ-Ρ
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...