Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2017

Εκεί ψηλά στον Υμηττό...

Kostas Vostantzoglou


Σήμερα το απόγευμα, ύστερα από μέρες αποχής λόγω λουμπάγκο, θέλησα να βγάλω την πολυαγαπημένη μου κόρη βόλτα. Η λατρευτή μου σύνευνος με απέτρεψε. “Άσε είπε. Δεν είσαι καλά ακόμα. Έτσι και σου κάνει κανένα απότομο τράβηγμα, θα ξανακυλήσεις, μετά θα γκρινιάζεις, θα ‘χεις μούτρα ως το πάτωμα, θα βογγάς και δεν σε αντέχω”.

Άμα δεν σε αντέχει το ντολμαδάκι σου σε στιγμές δοκιμασίας, τις ώρες που εσύ βογγάς σαν σφαγμένο γουρούνι, τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά διότι οι γυναίκες γενικώς είναι πολυμήχανα και σκληρά άτομα. Δεν μπορείς να καταλάβεις πως λειτουργεί το μυαλό τους. Αν αποφασίσουν να απαλλαγούν από σένα, επειδή βογκάς, τίποτα δεν θα σταθεί ικανό να σταματήσει τα διεστραμένα σχέδιά τους. Στην ομάδα υψηλού κινδύνου βρίσκονται όσοι είναι πάμπλουτοι γλυκούληδες καρκινοπαθείς που βογκάνε όταν έχουν λουμπάγκο, όπως εγώ.

Αποφάσισα λοιπόν -κατόπιν ωρίμου σκέψεως- να μην βγάλω την κόρη μου βόλτα, γιατί οι συνέπειες για την υγεία μου μπορεί να είχαν μια τραγική και απευκταία κατάληξη. Τοιουτοτρόπως θα απέφευγα να γίνω κιμάς για μακαρόνια και ταυτοχρόνως θα έκανα ένα ανεκτίμητο δώρο σ’ αυτήν που διάλεξα ως νόστιμη για να με συνοδεύσει στον χορό του Ησαΐα. Την χαρά να βγάλει εκείνη την Χαρά βόλτα, πράγμα που ξέρω πως την χαροποιεί. Εμένα δεν με χαροποιεί πάντα, γιατί μερικές φορές βαριέμαι θανάσιμα. Η ερίτιμός μου όμως είμαι σίγουρος πως δεν βαριέται ποτέ. Αν βαριόταν θα μου το έλεγε. Δεν μου το έχει πει. Συμπεραίνω λοιπόν εκ της προθυμίας της να βγάλει την Χαρά μου βόλτες, πως αφού δεν μουγκρίζει, νοιώθει άφατη χαρά. Εγώ αντιθέτως, υπάρχουν φορές -σπανιότατα βέβαια- που μουγκρίζω, που λέω “α, σιχτιρ, πάλι για χέσιμο θα την βγάλω την ρουφιάνα” και τέτοια πικρά λόγια, όσο το ζώον με κοιτάζει έκπληκτο. Γι αυτό λέω και επιμένω πως δεν καταλαβαίνω τις γυναίκες. Είναι απρόβλεπτες και τους αρέσουν οι βόλτες. Ιδίως σε καταστήματα.

Έτσι την άφησα να κάνει το κέφι της με την Χαρά μου και της υπενθύμισα γυρίζοντας από την βόλτα να μου φέρει μια σοκολάτα αμυγδάλου γιατί επιβάλλεται να γλυκαθεί ο πόνος της μέσης μου. Μου έριξε ένα βλέμμα που δεν μπόρεσα να κατανοήσω τι σημαίνει και δένοντας την κόρη μου με το κατακόκκινο επαναστατικό οκτωβριανό λουρί της απήλθε ταχέως. Μάταια φώναζα στην κλειστή εξώπορτα: “κατέβασε ρε και τα σκουπίδια. Πας που πας κάτω...” Δεν με άκουσε. Μπορεί δηλαδή και να με άκουσε και απλώς να με έγραψε. Δεν παίρνω όρκο. Aν με έγραψε είμαι υποχρεωμένος να την τιμωρήσω. Θα την βάλω να γράψει δέκα φορές “δεν θα το ξανακάνω” και μετά θα την συγχωρήσω γιατί την αγαπώ και είμαι αδύνατος ως χαρακτήρ.

Έκατσα μέσα στην θλιμμένη μοναξιά μου και περίμενα την σοκολάτα μου. Η σύζυγος αργούσε. Μαύρες σκέψεις άρχισαν να τριγυρίζουν το μυαλό μου. Που ήταν; Που πήγε; Μήπως είχε εραστή; Μήπως ανέβηκε στον Υμηττό; Εκεί συχνάζουν ύπουλοι εξωγήινοι. Σε πλησιάζουν και σου λένε ν’ αλλάξεις φύλλο. Λες να την πλησίασε κανείς και να την έπεισε να γίνει Μαρίνος από Μαρίνα; Αν έρθει ως Μαρίνος και θέλει να με γαμήσει γιατί της έχω ψήσει το ψάρι στα χείλια τόσα χρόνια, δουλεύοντάς την, ποία η θέσις μου;

Αποφάσισα να διώξω τις μαύρες σκέψεις από το μυαλό μου. Μια αγωνία όμως πλάκωνε τα εύρωστα στήθη μου για τα οποία είμαι υπερήφανος. Που ήτo;

Όταν επιτέλους άκουσα το κλειδί στην πόρτα, η καρδιά μου πετάρισε χαρούμενη διότι έφθανε η σοκολάτα μου. Μπήκε η Μαρίνα. Ίδια ήταν. Δεν είχε αλλάξει φύλλο. Μπήκε χοροπηδώντας και η Χαρά μου. Θα είχε χέσει το καημένο. “Έχεσε;” ρώτησα εναγωνίως. “Όχι”. “Κατούρησε;” “Όχι”. “Έφερες την τσικουλάτα μου;” “Όχι”.

Tέτοια εκδίκηση δεν την περίμενα. Ένοιωσα σαν να είχα φάει κροσέ. Τέτοιος πόνος. Είχε πάει στον Υμηττό, είχε συναντήσει τον Ε.Τ. και είχε αλλάξει φύλλο. Δεν ήταν πια υπάκουη.



Kostas Vostantzoglou: Σχετικά με τον συντάκτη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου