Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

Λάιος επί σχιστή οδό (6)

Παναγιώτης Οικονομίδης


-Μην αργήσεις. Θα σε περιμένω.

Του ένευσε καταφατικά. Τον έχασε από τα μάτια του μόλις πέρασε πίσω από τον βράχο. Έσκυψε το κεφάλι του. Δάκρυα βουβά έτρεχαν από τα μάτια του. Τα πόδια του μούδιασαν. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Το στομάχι του ήταν ένας κόμπος. Το σπαθί έπεσε στα πόδια του. Ό ίδιος έπεσε στα γόνατα. Οι χούφτες του χώθηκαν στην σκόνη του δρόμου. Τα δάκρυα πότιζαν μπροστά του το χώμα. Σκούρες κηλίδες που μεγάλωναν. Ένας λυγμός έλυσε τον κόμπο στον λαιμό του. Σήκωσε το κεφάλι στο ουρανό και τα χέρια του σε παράκληση. Φωνή δεν μπορούσε να βγάλει. Το παιδί του τώρα θα ήταν στην αγκαλιά της σφίγγας. Το παιδί του, που αυτός μόνο μια φορά το πήρε αγκαλιά ίσα για να του τρυπήσει τα πόδια, τώρα το έσφιγγε στην αγκαλιά του αυτό το τέρας. Το κεφάλι του ξανάπεσε κάτω. Κρεμασμένο από τους ώμους του. Ακίνητο σαν άδικο κλάμα. Ιδρωμένο και σκονισμένο. Το αριστερό του χέρι έσφιξε το χώμα. Το δεξί έσφιξε το σπαθί του. Σήκωσε το κεφάλι του. Το βλέμμα του ήταν άγριο. Έριξε το χώμα στο κεφάλι του και σηκώθηκε. Η στροφή ήταν δεκαπέντε βήματα. Άρχισε να τρέχει.

Ο νέος γύρισε μπροστά. Ένα ελαφρύ αεράκι τον δρόσιζε στην πλάτη. Του έφερνε στην μύτη μυρουδιές του δάσους. Κινιόταν γρήγορα. Με μια λαχτάρα. Έστριψε στην στροφή. Έκανε ένα βήμα και ένα ακόμη, έστρεψε το βλέμμα του αριστερά να δει τις Φαιδριάδες. Προχώρησε δύο βήματα ακόμη. Ένα ανοιχτό τοπίο εκεί που θα έπρεπε να είναι οι βράχοι. Στάθηκε εμβρόντητος. Έστρεψε το κεφάλι του δεξιά. Αντίκρισε το στήθος του τέρατος. Το μπροστινό του πόδι απλωμένο σαν σε κάλεσμα ή σε παράγγελμα. Μια σπιθαμή από το μπράτσο του. Έμεινε να κοιτά πάλι τον κορμό του τέρατος. Το στήθος του και την κοιλιά του. Ένοιωσε μια αποστροφή. Του θύμισε το στήθος των μικρών κοριτσιών. Και η κοιλιά του χωρίς εκείνο το φούσκωμα που έχουν οι ώριμες γυναίκες. Ένα σώμα σχεδόν παιδικό. Σήκωσε τα μάτια του στα μάτια του τέρατος. Τα φτερά του ήταν σηκωμένα σαν δύο πελώρια χέρια πάνω από το κεφάλι του. Τα μάτια του παγωμένα, σχεδόν σαν τυφλά. Το μπροστινό του πόδι είχε ακουμπήσει απαλά στο μπράτσο του. Γύρισε αργά προς το μέρος του πλάσματος. Όρθωσε το κορμί του και ακούμπησε το αριστερό του πόδι σε μια πέτρα. Άκουσε μια φωνή μέσα στο κεφάλι του. ‘’Αλαζόνα νέε, απαίδευτε και επηρμένε, ποια καλή τύχη σε έφερε σε έμενα; Ήρθες να λύσεις το αίνιγμά που κανείς μέχρι τώρα δεν απάντησε; Δες τα κόκκαλά τους που ασπρίζουν στον γκρεμό’’.

Ο νέος ακούμπησε τον αγκώνα του στον μηρό του και το πηγούνι του στο χέρι του. Έριξε τα μάτια του στο έδαφος. Καλύτερα έτσι, σκέφτηκε.

Η φωνή μέσα στο κεφάλι του ακούστηκε ξανά. ‘’Ποιος είναι αυτός που, ενώ έχει μια φωνή, το πρωί περπατάει με τα τέσσερα, το μεσημέρι με το δύο και το βράδυ με τα τρία;

Ο νέος έστρεψε το κεφάλι του προς την σφίγγα και χωρίς να μιλήσει έδωσε την απάντηση του. ‘’Μούσα των νεκρών, το πλάσμα που ζητάς είναι αυτός που θα λύσει τον γρίφο σου. Είναι αυτός που κατανοεί την θέση του. Είναι ο Άνθρωπος’’.

Τα νύχια του τέρατος πάνω στο μπράτσο του νέου πετάχτηκαν σαν να προσπαθούσε να κρατηθεί. Τίναξε τα φτερά του. Έκανε ένα άλμα και συνέχισε το φτεροκόπημα. Πήδηξε και σαν να ζυγίστηκε για μια στιγμή πάνω από τον νέο. Τα νύχια του είχαν προβάλλει σε όλα του τα πόδια.

Ο άρχοντας φάνηκε στην στροφή με το σπαθί προτεταμένο. Όρμησε μπροστά με μια κραυγή απόγνωσης. Η σφίγγα κουλουριάστηκε και χάθηκε στον γκρεμό με μια κραυγή απόκοσμη. Συρτή. Από το βάθος του γκρεμού ακούστηκε το ουρλιαχτό της. Σαν κλαυθμός μακρόσυρτος, απόμακρος με ένα σπαρτάρισμα στο τέλος του. Ο άρχοντας σκόνταψε και έπεσε μπροστά στα πόδια του νέου. Το σπαθί ξέφυγε από το χέρι του. Ο νέος κατέβασε το πόδι του από τον βράχο. Ο άρχοντας πιάστηκε από την μέση του νέου και γονατισμένος ακούμπησε το κεφάλι του στην κοιλιά του. Συγκλονιζόταν από ένα κλάμα γοερό. Ο νέος στεκόταν ακίνητος.

Ο Κρέων προπορευόταν. Πίσω του δισταχτικοί προχωρούσαν οι τέσσερις ανιχνευτές. Γιατί τους είχε βάλει σε αυτήν την δοκιμασία ο επίτροπος; Ήξεραν ότι ο άρχοντας κατευθυνόταν προς τα εδώ. Τους το είχαν πει οι βοσκοί. Ήξεραν ότι μέχρι την επόμενη στροφή και λίγο ακόμα, το τέρας δεν μπορούσε να τους επηρεάσει. Τι θα πετύχουν πηγαίνοντας από εκεί; Μόλις βγήκαν στο τελευταίο κομμάτι του δρόμου πριν την φωλιά του τέρατος οι ανιχνευτές κόντυναν το βήμα τους. Ο Κρέοντας προχώρησε λίγο ακόμη κρατώντας το σκήπτρο του επιτρόπου. Στάθηκε μην πιστεύοντας αυτό που έβλεπε. Ένας νέος ήταν αντιμέτωπος με το τέρας. Τον ακουμπούσε στο χέρι. Στέκονταν αμίλητοι ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο νέος παγωμένος, κοιτούσε το τέρας στα μάτια. Έβαλε το πόδι του πάνω σε έναν βράχο. Μετά δεν άντεξε το βλέμμα του τέρατος και ακούμπησε το σαγόνι του στο χέρι του. Έμεινε έτσι για λίγο. Μετά σήκωσε το βλέμμα του πάνω στο πρόσωπο του τέρατος. Να! Το τέρας σηκώθηκε στον αέρα έτοιμο να πέσει επάνω του! Από την στροφή φάνηκε ο άρχοντας να τρέχει με το σπαθί προτεταμένο. Το τέρας έβγαλε μια κραυγή και έπεσε στον γκρεμό.

-Εμπρός! Εμπρός! Φοβιτσιάρηδες.

Ο Κρέοντας άρχισε να τρέχει. Ο άρχοντας σκόνταψε. Μέχρι να φτάσουν είχε πιάσει το νέο από την μέση.

-Γρήγορα. Πιάστε τον. Τεμπέληδες.

Ο άρχοντας σήκωσε το χέρι του. Οι στρατιώτες στάθηκαν. Η φωνή του πνιγμένη έφτασε στα αυτιά τους.

-Μην τον πειράξετε. Αυτός είναι ο γιός μου. Ο διάδοχός μου.

Ο Κρέοντας στάθηκε απορημένος. Έκανε σήμα στους στρατιώτες να σταθούν.

-Λάιε , άρχοντα της Θήβας. Τι είναι αυτά που λες; Ποιος γιός σου;

Ο άρχοντας σηκώθηκε. Έπιασε το κεφάλι του Οιδίποδα με τα δυο του χέρια και τον φίλησε στο μέτωπο. Σκούπισε με τον χιτώνα το πρόσωπό του. Τα μάτια του λαμπύρισαν. Το φως του ήλιου έπεφτε λοξά μέσα στα υγρά του μάτια και σκόρπισε στραφταλίζοντας σε μικρές λάμψεις. Ο Οιδίποδας τραβήχτηκε απότομα από κοντά του.

-Αυτός Κρέοντα είναι ο γιός μου, που πριν από 20 χρόνια τον εγκατέλειψα στον Κιθαιρώνα.

-Μα πώς το γνωρίζεις αυτό;

-Έχουμε πάρει τον ίδιο χρησμό. Εγώ τότε και αυτός τώρα.

Ο Οιδίποδας έσκυψε και μάζεψε το σπαθί του Λάιου. Το ζύγισε στο χέρι του συλλογισμένος. Πήγε μέχρι την άκρη του γκρεμού και κοίταξε κάτω. Κανένα ίχνος από την Σφίγγα. Έπαιξε λίγο το σπαθί στο χέρι του. Γύρισε προς τον άρχοντα και του έτεινε το σπαθί με την λαβή.

-Μάζεψε αυτό Λάιε. Υπάρχει μεγάλος θυμός μέσα μου αυτήν την ώρα και καλό είναι να προσέχουμε. Εγώ θα κινήσω σιγά σιγά. Πρέπει να καταλάβω τι έχει γίνει μέχρι τώρα.

-Θα έρθω μαζί σου γιέ μου. Έχουμε ακόμα μια νύχτα μπροστά μας.

-Δεν ξέρω αν θέλω να είσαι μαζί μου, αλλά από την άλλη μπορείς να μου φωτίσεις διάφορες πλευρές που δεν μπορώ να καταλάβω. Ας είναι θα μείνουμε εδώ.

-Κρέοντα γύρισε στην πόλη. Να γίνουν ετοιμασίες.

-Όπως επιθυμείς άρχοντά μου.

Έμειναν πάλι οι δυο τους. Ο Οιδίποδας κοιτούσε τον ήλιο που βασίλευε. Ο Λάιος τον πλησίασε. Στάθηκε ένα βήμα πίσω του.

-Είναι περίεργη η καρδιά του ανθρώπου. Την μια στιγμή έχει στα χέρια του την ζωή και την άλλη την κάνει θάνατο. Και το αντίστροφο. Αυτή είναι η φύση του. Δεν μπορεί να ξεφύγει.

-Λάιε. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Κάνουν και οι θεοί λάθη. Εξαρτάται πόσο τους ανακατεύουμε στην ζωή μας.

-Μα πώς; Δες. Έλυσες το αίνιγμα της σφίγγας και είσαι και ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου.

-Λες ότι είμαι ο γιός σου μόνο και μόνο επειδή έχουμε πάρει τον ίδιο χρησμό. Κοίτα πόσες μέρες είμαστε μαζί και ο χρησμός δεν εκπληρώθηκε. Αυτό τι μπορεί να είναι;

Γύρισε προς το μέρος του, τώρα οι σιλουέτες τους διαγράφονταν σκούρες στον ουρανό που φεγγοβολούσε.

-Πριν από λίγο ήσουν άοπλος και εγώ κρατούσα το σπαθί σου. Τι με εμπόδισε νομίζεις; Η φρουρά του Κρέοντα; Αυτός θα έλεγε ότι έλυσα τον γρίφο και άρα εγώ είμαι ο άρχοντας. Αυτή είναι η δουλειά του επιτρόπου.

-Τι θες να πεις;

-Θέλω να πω ότι η δύναμη να συγκρατήσω την οργή μου, επειδή με ξεγέλασες και με έστειλες στα νύχια της Σφίγγας, είναι αυτό που έμαθα στη ζωή μου. Στη ζωή του σακάτη. Μια ζωή που η δική σου αφρονησία μου έδωσε. Παρ’ όλα αυτά δεν έμεινα σαν τον ζητιάνο στην πύλη της πόλης σου. Αποφάσισα για τον εαυτό μου. Αυτές τις δύο μέρες υπήρξες δάσκαλος και οδηγός μου. Τώρα θέλω να σταματήσουμε εδώ την κουβέντα μας. Πάμε να γνωρίσω την μητέρα μου. Θα μάθει ότι το παιδί της είναι εδώ.

Ξεκίνησε με ζωηρό βήμα. Ο Λάιος περπατούσε δίπλα του. Ο απαλός βραδινός αέρας του στέγνωσε τα μάτια. Καθάρισε το μυαλό του. Η πύλη δεν ήταν μακριά.

-Λάιε θα μπούμε από την πύλη που βγήκες. Έτσι θα κλείσει σωστά ο κύκλος και θα δώσουμε χρόνο να καθησυχάσει η ψυχή μας από τον ταραγμό.

-Όπως θες. Σοφή η σκέψη σου.

Έκαναν τον γύρο της πόλης. Πλησίαζαν στην πύλη. Μέσα στο σκοτάδι άκουσαν ένα σούρσιμο μπροστά τους. Διέκριναν μια σκιά που σερνόταν προς το μέρος τους.

-Ω άρχοντα Λάιε. Γύρισες λοιπόν. Τι μήνυμα σου έπεμψε ο Απόλλωνας αυτή την φορά; Άκουσα διάφορα. Μπερδεμένα. Κανείς δεν μιλάει σε έναν σακάτη ζητιάνο. Άκουσα πάλι το μοχθηρό τέρας να σκούζει αλλά με μια περίεργη φωνή. Είπαν ότι βρέθηκε άνθρωπος που έλυσε τον γρίφο. Αληθεύει;

-Σιγά σιγά ανυπόμονε ζητιάνε. Ναι η Σφίγγα έπεσε στον γκρεμό. Εδώ είναι ο άνθρωπός που έλυσε τον γρίφο.

-Ώστε λοιπόν άλλαξαν οι καιροί. Οι άνθρωποι τα βάζουν με τους θεούς; Καινούργια πράγματα συμβαίνουν. Πες μου όμως εσύ άγνωστε άνθρωπε πως ήξερες ότι η απάντηση ήταν ο εαυτός σου;

Ο Οιδίποδας γονάτισε μπροστά στον ζητιάνο.

-Ένα κομμάτι από αυτό που είσαι εσύ και ένα κομμάτι από αυτό που είμαι εγώ μου έδειξαν την απάντηση. Εσύ όμως που ξέρεις την απάντηση;

-Ποιος είπε ότι ξέρω τη απάντηση; Τι είναι αυτά που λες;

Έκανε να φύγει τριποδίζοντας. Ο Οιδίποδας τον κράτησε από τον ώμο.

-Μα τώρα με ρώτησες πώς γνώριζα ότι η απάντηση είναι ο άνθρωπος.

-Όχι δεν είπα αυτό! Δεν είπα αυτό!

Σχεδόν ούρλιαζε.

-Ναι αυτό είπες.

-Όχι ,είπα: πως γνώριζες ότι η απάντηση είναι αυτή.

Ο Οιδίποδας τον κοίταξε μέσα στο σκοτάδι. Μίλησε με αποφασιστικό τόνο.

-Με ρώτησες πως ήξερα ότι η απάντηση ήταν ο εαυτός μου. Έλα τώρα εγώ σου είπα πως βρήκα την απάντηση. Πες μου όμως, εσύ πως το ήξερες;

Ο Λάιος παρακολουθούσε τον διάλογο μέσα στο σκοτάδι. Ακίνητος. Προσπαθούσε να καταλάβει. Ο ζητιάνος έσερνε τα κουρέλια του νευρικά. Σχεδόν κλαψούριζε.

-Δεν είπα! Δεν ήξερα! Εσύ είπες!

-Δεν είσαι ούτε κουφός ούτε τυφλός. Μιλάς με γρίφους σαν την σφίγγα. Κρύβεις ένα μεγάλο μυστικό και νομίζω ότι το έχω καταλάβει.

-Μπορεί να το άκουσα, όταν το έλεγε σε κάποιον.

-Ξέρεις πολύ καλά ότι η Σφίγγα δεν μιλάει στα αυτιά σου αλλά κατευθείαν στο μυαλό σου.

Ο ζητιάνος άρχισε να χτυπάει με τα χέρια του το χώμα.

-Ψέματα! Ψέματα! Δεν έδωσες απάντηση. Με δόλο την σκότωσες! Είσαι ψεύτης και άθλιος! Προσπαθείς να με μπερδέψεις. Τι σου έχω κάνει; Ένας φτωχός ζητιάνος είμαι. Μην με ταλαιπωρείς. Δώσε μου λίγο ψωμί και φύγε.

-Ο ψεύτης είσαι εσύ. Έζησες όλη την ζωή σου μέσα στο ψέμα. Δεν έφυγες ούτε μια στιγμή από την πόλη σου. Πήρες την θέση του στρατιώτη σου. Και για να μην γυρίσεις νικημένος στην πόλη σου, προτίμησες να ζήσεις ατιμασμένος έξω από τα τείχη της.

-Άρχοντα Λάιε. Τι είναι αυτός εδώ ο ξιπασμένος; Που τον βρήκες; Μεγάλο κακό θα πέσει πάνω σου. Με ξέρεις τόσα χρόνια. Γιατί τον αφήνεις να λέει αυτά τα ψέματα.

Ο Λάιος δεν σάλεψε. Ακούμπησε το χέρι του στην ώμο του Οιδίποδα.

-Ας τον, μη τον βασανίζεις άλλο. Αρκετά βασάνισε τον εαυτό του τόσα χρόνια. Πάμε, θα έχουν ετοιμάσει.

Ο Οιδίποδας συνέχισε.

-Αυτός που είναι ανάπηρος στα πόδια είναι ανάπηρος στην ψυχή. Γιατί σε ενδιαφέρει αν την σκότωσα με δόλο; Ξέρεις ότι ένα τέτοιο τέρας δεν σκοτώνεται με ένα σπαθί. Ας είναι, μείνε εκεί, αλλά μείνε σιωπηλός για πάντα. Να μην σε ξανακούσω να κομπάζεις. Και αύριο να έχεις φύγει από εδώ! Βρωμερό και άθλιο ανδράποδο.

-Μη άρχοντα! Μη με διώχνεις.

-Δεν είμαι εγώ ο άρχοντας της Θήβας.

-Μα πω;. Εσύ είσαι. Εσύ απάντησες στην Σφίγγα. Ξέρεις τι λέει ο χρησμός γι’ αυτόν που θα λύσει τον γρίφο.

-Εγώ απάντησα για να σώσω τον εαυτό μου. Δεν το είχα σκοπό να την συναντήσω. Εγώ έγινα κύριος του εαυτού μου. Η Θήβα έχει άρχοντα. Ας κάμει αυτή καλά μαζί του. Εσύ αύριο όμως να μην είσαι εδώ όταν θα περάσω.

-Αφέντη Λάιε, σπλαχνίσου με. Πως θα ζήσω.

-Φαίνεται ότι θα τα καταφέρεις μια χαρά έξω από οποιαδήποτε πύλη. Σοφά τα λέει ο γιός μου.

-Αααα! Είναι αλήθεια λοιπόν; Πρόσεχε Λάιε. Θυμήσου τον χρησμό.

Ο Οιδίποδας σηκώθηκε όρθιος. Παραμέρισε και κάλεσε τον Λάιο.

-Πάμε Λάιε. Άστον εδώ. Είναι κοντά ο καιρός που θα ξαναδεί το φως του. Πάμε γατί θα έχουν ετοιμάσει όπως είπες.

Προχώρησαν προς την πύλη. Οι σιλουέτες τους διαγράφονταν σκοτεινές και ένα φέγγος του περιτριγύριζε από τις ανταύγειες ενός πυρσού που φώτιζε την πύλη. Πίσω τους ακούστηκε το κλάμα του ζητιάνου. Χαμηλό, φοβισμένο και παραπονιάρικο. Σαν δαρμένο πεινασμένο σκυλί που το κλωτσήσαν και γλύφει το πόδι του.

- Τ Ε Λ Ο Σ -

Βρείτε όλες τις συνέχειες: εδώ



Παναγιώτης Οικονομίδης: Σχετικά με τον συντάκτη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου