Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Ανεμος του Μάη

Κυριακή Μπεϊόγλου


Το φέγγος της σελήνης απλωνόταν στον ουρανό. Μεγάλωσε το φεγγάρι αργά μέσα στην κοιλιά της νύχτας κι έγινε ολόκληρο παραμονή Πρωτομαγιάς. Οι κορφές των δέντρων ξεχώριζαν κάτω από τον χρυσωμένο ουρανό. Δέντρα της πόλης.

Στριμωγμένα μέσα στα πεζοδρόμια. Ο Μάης δεν είναι σαν τους άλλους μήνες που μπαίνουν τυφλοί στον χρόνο και ψάχνουν να βρουν τον βηματισμό τους. Ο Μάης μπαίνει εδώ και χρόνια -από το ’68- με τη διάφανη και ροδαλή όψη ενός νέου αγοριού.

Αγγίζει πρώτα τα δέντρα, ανθίζει τα ταπεινά αγριολούλουδα κι ύστερα με την ορμή του σαρώνει όλη τη φύση, σαρώνει τις πόλεις και βγάζει τους συνομήλικούς του στον δρόμο. «Τι ζητάν τόσα παιδιά στον δρόμο;» με ρωτούν ανήσυχοι οι γερασμένοι κάτοικοι μιας πόλης λαμπρής. «Εγώ δεν ξέρω να σας πω, είμαι παιδί άλλης εποχής. Εγώ μόνο παρατηρώ, τα παιδιά. Πού το βρήκαν τόσο θάρρος!».

Τα παιδιά γίνονται ένα σάρκινο τείχος. Πάνω τους ζωγραφίζουν συνθήματα και λουλούδια. Κανείς ζωντανός σ’ αυτή τη γερασμένη ήπειρο δεν ξανάδε τόση ελπίδα διάχυτη στον αέρα, ελπίδα στα πρόσωπα των παιδιών που περπατούν χέρι χέρι δίπλα στον Σηκουάνα.

Χτυπούν με δύναμη τα πόδια τους να σπάσουν τις πλάκες του κατεστημένου. Είναι βέβαιοι πως κάτω απ’ το λιθόστρωτο υπάρχει μια κρυμμένη παραλία. Φτάνει ο ήχος ψηλά, κι από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, από παράθυρο σε παράθυρο, τα βήματά τους γίνονται σύννεφα με παντελόνια και ταξιδεύουν σε άλλες χώρες.

Σύννεφα που ταξίδεψαν κι άλλα παιδιά πριν από πολλά χρόνια: «την σκέψη στο πλαδαρό μυαλό σας που ονειρεύεται, σαν υπηρέτης λαίμαργος σε καναπέ λιγδιάρικο, με την καρδιά κουρέλι ματωμένο θα ερεθίσω· χορταστικά χλευαστικός, ξεδιάντροπος και καυστικός. Ούτε μια γκρίζα τρίχα δεν έχω στην ψυχή, μήτε των γηρατειών την στοργή»!

Κάτι μυστηριώδες και απάνθρωπο προσπάθησε χρόνια μετά να κηλιδώσει τον Μάη εκείνο. Ήταν εκείνοι που ακόμα και σήμερα πιστεύουν πως χωρίς την ύπαρξη ανθρώπων που υποφέρουν δεν είναι δυνατόν να απολαύσουν τα αγαθά και την ευτυχία τους και πως η αξιοπρέπεια και η ελευθερία είναι πολυτέλεια για μεγάλα πορτοφόλια.

Αυτό που ποτέ δεν μπόρεσαν όμως να εξηγήσουν είναι πώς γίνεται και μέχρι σήμερα φυσά ακόμα ο ίδιος άνεμος. Ενας άνεμος που διαπερνά τα ρούχα μας και φέρνει βαθιά στην καρδιά το γέλιο αμέτρητων κοριτσιών και αγοριών, χίλιους νέους και ευτυχείς ήχους, που έρχονται από τον Μάη του ’68.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...