Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Ο χυμός λεμονιού σε κάνει αόρατο

ligoepistimonas


Το πρωινό της 19/4/1995 στο Pittsburgh των ΗΠΑ, ο 44χρονος McArthur Wheeler ετοιμαζόταν να ληστέψει δύο τράπεζες. Δε σκόπευε να φορέσει μάσκα, αλλά είχε σχέδιο για να μην τον αναγνωρίσουν: Είχε καλύψει το πρόσωπό του με χυμό λεμονιού.

Ήξερε ότι ο χυμός λεμονιού μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αόρατη μελάνη, η οποία γίνεται ορατή όταν θερμανθεί (ωραίο κόλπο για κυνήγι θησαυρού). Συμπέρανε, λοιπόν, ότι θα έκανε το πρόσωπό του αόρατο. Για να βεβαιωθεί ότι το κόλπο θα δουλέψει, πριν ξεκινήσει για την πρώτη τράπεζα φωτογράφησε τον εαυτό του με μια Polaroid. Η φωτογραφία βγήκε λευκή. Συμπέρανε ότι το κόλπο δουλεύει.

Ξεκίνησε λοιπόν για την πρώτη τράπεζα, ενώ προσπαθούσε να καταλάβει γιατί κανείς άλλος δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα. Ίσως οι άλλοι ληστές δεν έβλεπαν κατασκοπευτικές ταινίες, ίσως δεν είχαν κάποιον θείο να τους δείξει το κόλπο με την αόρατη μελάνη, ίσως… Ποιος ξέρει; Αφού ολοκλήρωσε με επιτυχία τις ληστείες, επέστρεψε στο σπίτι, καθάρισε το χυμό λεμονιού κι έγινε πάλι ορατός.

Λίγες ώρες μετά τις ληστείες, η αστυνομία δημοσιοποίησε βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας, ο Wheeler αναγνωρίστηκε αμέσως και το ίδιο βράδυ οι αστυνομικοί έφτασαν στην πόρτα του. Όταν ο Wheeler τους είδε είπε “Μα, φορούσα το χυμό!” Κατά την ανάκριση ήταν δύσπιστος με τους αστυνομικούς που του είπαν ότι το πρόσωπό του ήταν ορατό στις κάμερες.

Ίσως του έλεγαν ψέμματα για να του αποσπάσουν ομολογία. Κι αν έλεγαν αλήθεια… Ίσως ο ήλιος να ζέστανε το χυμό και να έγινε ορατός. Ίσως το πρόσωπό του να ήταν αρκετά ζεστό. Ίσως να ίδρωσε και ο χυμός να ξεπλύθηκε. Ή ίσως οι κάμερες να ήταν πιο εξελιγμένες από την Polaroid του.

Εξετάστηκε αιματολογικά και ψυχιατρικά: Δεν είχε πάρει ψυχοτρόπες ουσίες, δεν είχε παραισθήσεις και δεν έπασχε από κάποια ψυχιατρική διαταραχή. Απλά, έκανε λάθος. Η κατανόησή του για το πώς λειτουργούν ο χυμός λεμονιού και οι κάμερες ήταν τόσο λανθασμένη.

Δύο ψυχολόγοι, οι David Dunning και Justin Kruger (καθηγητής και μεταπτυχιακός φοιτητής αντίστοιχα στο Πανεπιστήμιο του Cornell), που έμαθαν την είδηση λίγο καιρό αργότερα, μόλις συνήλθαν από τα γέλια, αποφάσισαν να ψάξουν το θέμα σε βάθος. Είχαν υπόψη τους κι άλλες παρόμοιες περιπτώσεις ανθρώπων που ήταν βέβαιοι για πράγματα για τα οποία δε γνώριζαν ουσιαστικά τίποτα. Από πού αντλούσαν αυτήν την αυτοπεποίθηση;

Έκαναν, λοιπόν, μια έρευνα –σε ποιον άλλον;- σε προπτυχιακούς φοιτητές ψυχολογίας. Τους ζήτησαν να συμπληρώσουν τεστ γραμματικής, λογικής και… χιούμορ. Επιπλέον, τους ζήτησαν να εκτιμήσουν τη βαθμολογία τους, όπως και το πώς τα πήγαν σε σύγκριση με τους υπολοίπους. Το αποτέλεσμα: Οι φοιτητές με τις χαμηλότερες βαθμολογίες υπερεκτίμησαν τους εαυτούς τους, τοποθετώντας τους πάνω από το μέσο όρο. Οι μαθητές με μεσαίες βαθμολογίες επίσης υπερεκτίμησαν τους εαυτούς τους, αλλά λιγότερο. Οι μαθητές με τις υψηλότερες βαθμολογίες υποτίμησαν ελαφρώς τους εαυτούς τους!

Η έρευνα δημοσιεύθηκε ως Unskilled and Unaware of It: How Difficulties in Recognizing One’s Own Incompetence Lead to Inflated Self-Assessments. Η περίληψή της σε ελεύθερη μετάφραση:

Οι άνθρωποι τείνουν να υπερεκτιμούν τις ικανότητές τους σε πολλούς κοινωνικούς και διανοητικούς τομείς. Οι συγγραφείς προτείνουν ότι αυτή η υπερεκτίμηση συμβαίνει, μερικώς, επειδή οι άνθρωποι που έχουν περιορισμένες ικανότητες σε αυτούς τους τομείς αντιμετωπίζουν μια διπλή δυσκολία: Όχι μόνο διατυπώνουν εσφαλμένα συμπεράσματα και κάνουν εσφαλμένες επιλογές, αλλά οι περιορισμένες ικανότητές τους τούς στερούν τη μεταγνωσιακή ικανότητα να το συνειδητοποιήσουν. Σε 4 μελέτες, οι συγγραφείς βρήκαν ότι οι συμμετέχοντες στο χαμηλότερο τεταρτημόριο βαθμολογιών στα τεστ χιούμορ, γραμματικής και λογικής υπερεκτίμησαν δεόντως τις επιδόσεις τους και τις ικανότητές τους. Παρ’ όλο που οι επιδόσεις τους βρίσκονται στο 12% της υψηλότερης βαθμολογίας, εκείνοι εκτίμησαν ότι βρίσκονται στο 62%. Αρκετές αναλύσεις συνέδεσαν αυτήν την λανθασμένη εκτίμηση με ελλείψεις στη μεταγνωσιaκή ικανότητα ή στην ικανότητα διάκρισης μεταξύ σωστής και λανθασμένης απάντησης. Παραδόξως, η βελτίωση των ικανοτήτων των συμμετεχόντων και η συνακόλουθη βελτίωση της μεταγνωσιακής τους ικανότητας, τους βοήθησε να αναγνωρίσουν τα όρια των ικανοτήτων τους.

Το φαινόμενο έκτοτε έγινε γνωστό ως φαινόμενο Dunning-Kruger και αποτελεί μια γνωστική (ή κατ’ άλλους γνωσιακή) προκατάληψη. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι αρχάριοι σε κάποιον τομέα, συχνά υπερεκτιμούν τις γνώσεις και τις ικανότητές τους σε αυτόν τον τομέα, επειδή δε γνωρίζουν πόσο λίγα γνωρίζουν και πόσα ακόμα έχουν να μαθουν. (Χρειάζεται κάποιος να γνωρίζει γραμματική για να καταλάβει ένα γραμματικό σφάλμα και να εκτιμήσει τη σοβαρότητά του).

Από την άλλη, οι «προχωρημένοι» ή «ειδικοί» σε έναν τομέα, συχνά υποτιμούν τις γνώσεις τους και τις ικανότητές τους ή πιστεύουν ότι και οι άλλοι γύρω τους βρίσκονται σε παρόμοιο επίπεδο. Αυτό συμβαίνει επειδή όσο περισσότερα μαθαίνουν για ένα θέμα τόσο συνειδητοποιούν πόσο περίπλοκο είναι, πόσα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και πόσα πολλά έχουν ακόμα να μάθουν*. Όπως δείχνει η παρακάτω καμπύλη, η αυτοπεποίθηση επιστρέφει σταδιακά, όταν κανείς κατακτά σε βάθος ένα θέμα.


Σήμερα, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τη δημοσίευση της έρευνας των Dunning και Kruger, αρκεί μια περιήγηση στα κοινωνικά δίκτυα για να βρούμε ομάδες ανθρώπων με ελάχιστες ως μηδενικές γνώσεις γύρω από ένα θέμα να βγάζουν με ακλόνητη αυτοπεποίθηση συμπεράσματα με τα οποία γελά όποιος γνωρίζει τα βασικά. Εκεί που μας κόβεται το γέλιο, είναι όταν άνθρωποι με ελλιπή κατανόηση των πιο θεμελιωδών εννοιών και αρχών των φυσικών επιστημών ή/και των μαθηματικών, υπερασπίζονται θέσεις ψευδοεπιστημών, αδυνατώντας πλήρως να καταλάβουν γιατί αυτό που υποστηρίζουν δε βγάζει νόημα (βλέπε αντιεμβολιαστές, επιπεδιστές, ομοιοπαθητική, αστρολογία, αεικίνητα κ.λπ.). Η σιγουριά τους είναι τεράστια, όπως και η άγνοιά τους.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, όπως και ο Wheeler, κατά κανόνα δεν παίρνουν ναρκωτικά και δεν έχουν παραισθήσεις. Απλά κάνουν λάθος.

* Κάθε φορά που η Επιστήμη διευρύνει τα όρια της γνώσης μας απαντώντας κάποιο ερωτήματα, άλλα ερωτήματα εμφανίζονται ως συνέπεια της απάντησης! Στο πεδίο της Αγνωστολογίας (agnotology), ορίζεται ως άγνοια η διαφορά [ερωτήματα που διατυπώθηκαν] – [ερωτήματα που απαντήθηκαν]. Αυτή μεγαλώνει συνεχώς. Ο Αϊνστάιν έκανε μια πιο γραφική αναπαράσταση, θεωρώντας τη γνώση μας για τον κόσμο ως τη διάμετρο ενός κύκλου και την άγνοιά μας ως την περίμετρό του: Όσο μεγαλώνει η πρώτη μεγαλώνει και η δεύτερη. Επιπλέον, πολλές απαντήσεις μας αποδεικνύονται αργότερα λανθασμένες. Αυτό μπορεί να κάνει την προσπάθεια να φαίνεται μάταιη, όμως δεν είναι έτσι. Όλα δείχνουν ότι η προσπάθεια για την κατανόηση του Σύμπαντος δεν έχει τέλος, όμως η Επιστήμη μάς επιτρέπει να φτάνουμε σε όλο και βαθύτερες κατανοήσεις και να αντιλαμβανόμαστε τα όρια της άγνοιάς μας. Αυτό όμως είναι θέμα άλλου άρθρου.

Πληροφορίες:

APA PsycNET

The Astonishingly Funny Story of Mr. McArthur Wheeler

“I Wore the Juice”- The Dunning-Kruger Effect

Πηγή: ligiepistimi



ligoepistimonas: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...