Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Κι αν θα γλυτώσει το παιδί…

Θάνος Αθανασιάδης


Μέρες έχω που το σκέπτομαι και άλλες τόσες το αφήνω. Σαν χθες πέρασαν 31 χρόνια από τη μέρα που χάθηκε ο πατέρας μου. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε, άλλα πάλι παραμένουν αναλλοίωτα. Έγινα εγώ πατέρας, ο γιος μου ο μεγάλος ετοιμάζεται για Πανελλήνιες του χρόνου, ο μικρός μόλις μπήκε στο Γυμνάσιο. Έχω δρόμο και πρέπει να έχω διάθεση.

Ευτυχώς τα παιδιά μου το έχουν με το διάβασμα, δεν νιώθω ότι οι κόποι και οι ελπίδες της οικογενείας μου θα πάνε χαμένοι. Προσυπολογίζω τον παράγοντα τύχη βεβαίως, ή μάλλον ανέκαθεν τον υπολόγιζα, αλλά όχι όσο τον υπολογίζω πλέον.

Έχουν τα καλά τους οι ειρηνικές περίοδοι της ζωής μας: Επενδύεις στους στόχους σου, προσδοκάς να αποδώσουν οι προσπάθειες, μοχθείς για το αύριο, και νιώθεις ευγνώμων εάν δεν βασανίζεσαι σκληρότερα από όσο πρέπει, καθώς ζεις το σήμερα.

Έχουν όμως και ένα κακό: εφησυχάζεις. Έρχεται κάποια μέρα που ξεχνάς να πας στη σκοπιά, αλλά δεν πειράζει κανέναν, ούτε εσένα, ούτε τον εφοδεύοντα. Δεν σε περνάνε στρατοδικείο, δεν πας στο κρατητήριο, ούτε στέρηση εξόδου δεν υφίστασαι. Δεν υπάρχει κόστος για την αμέλεια.

Είναι αυτή η μέρα, ή η επομένη, που περιμένει ο εχθρός. Σαν να λέμε ότι, όσο έχεις ειρήνη, διακινδυνεύεις επειδή σε εποφθαλμιά ο εχθρός. Αλλά έχεις κάτι να κρατηθείς, έχει περάσει το ένα κακό και νομίζεις ότι το άλλο θα αργήσει, ή δε θα έρθει ποτέ.

Ο παππούς μου, ο συνονόματος, ο μακαρίτης, δεν ήθελε να μάθει το μεγάλο του παιδί, ο πατέρας μου δηλαδή, γράμματα. «Θα μου χαλάσεις και τους άλλους και ποιος θα μείνει να φροντίσει τα χτήματα και τα ζώα;» Αυτό έλεγε και αυτός ο τρόπος σκέψης του δεν ήταν ασύμφωνος με το γενικότερο τρόπο σκέψης κατά τη δεκαετία του ’50. Είχε περάσει το μεγάλο κακό, ο πόλεμος, ήταν καιρός για ανασυγκρότηση και καθένας έκανε ό,τι ήξερε καλύτερα. Δεν υπήρχε χρόνος για επενδύσεις στο μέλλον, υπήρχε χρεία επιβίωσης. Βεβαίως υπήρχαν τα τζάκια που έφτιαχναν επιστήμονες και σπουδαγμένους, αλλά εκεί υπήρχε χρήμα να υποστηρίξει την αεργία του νέου που ήθελε να γνωρίσει τους Παρισίους και να επιστρέψει ιατρός.

Ούτε ο πατέρας μου άκουσε τον πατέρα του, ούτε δυο από τους άλλους. Τρία στα έξι παιδιά σπουδαγμένα καλά ήταν για τη δεκαετία του ’50 και του ’60, εάν η καταγωγή ήταν φτωχική.

Σήμερα η προοπτική «ένα στα δύο» δεν υφίσταται, εάν είσαι γονιός και θέλεις να κοιμάσαι ήσυχος τη νύχτα.

Αλλά, όπως είπα και πιο πάνω, ζούμε σε ειρηνική περίοδο και ο εφησυχασμός πολύς, ο εχθρός καραδοκεί.

Πρώτιστο μέλημα των γονέων ήταν και πρέπει να είναι η καλή υγεία και η ασφάλεια των παιδιών. Εξυπακούεται ότι τα ορφανά έχουν λιγότερη τύχη σε έναν εχθρικό κόσμο, από αυτά που έχουν και τους γονείς να τα προστατεύουν. Συμβαδίζει, επομένως, το μέλημα των γονέων να είναι καλά τα παιδιά με τη διασφάλιση της δικής τους ζωής και υγείας ως ατόμων. Πόλεμος, όμως, για την υγεία ουδέποτε διαμοίφθη.

Αντιθέτως, πόλεμοι γίνονται στο όνομα της Ελευθερίας, άλλοι απλώς ονοματίζονται έτσι. Γεγονός είναι πάντως ότι οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι της νεότερης εποχής έγιναν για το χρήμα.

Το χρήμα φαίνεται να είναι γενεσιουργός αιτία πολέμου γενικότερα. Παλιότερα τα λάφυρα, χρυσάφια και διαμάντια και γη, αλλά και το σημαντικότερο λάφυρο όλων, οι σκλάβοι, τα εργατικά χέρια που παρείχαν στους νικητές τον κόπο τους έναντι πινακίου φακής τότε, σήμερα έναντι κούπας ρυζιού.

Πλέον η δουλεία έχει για τον πολιτισμένο κόσμο καταργηθεί επισήμως, θριαμβεύει ο θεσμός της όμως ανεπισήμως, μέσα από χίλιους τρόπους και μεθοδεύσεις.

Προπάντων δε από τον φαινομενικά απρόβλεπτο παράγοντα Τύχη.

Διαβάζω στην ταφόπλακα του πατέρα μου:

«Σαράντα χρόνια παίζοντας, αντί χαρτιά, βιβλία,

σαράντα χρόνια παίζοντας, έχασα τη Ζωή».

Είναι κάτι που ο ίδιος είχε γράψει ως αφιέρωση στο λευκό εσώφυλλο ενός βιβλίου, το οποίο μου χάρισε το 1983 και με επηρέασε βαθύτατα: το βιβλίο ονομάζεται «Οι Μεγάλοι Μύστες» και συνεγράφη το 1889 από τον Εδουάρδο Σιρέ.

Για το μεν βιβλίο τα λέει όλα ο τίτλος, πιθανότατα το έχετε κι εσείς διαβάσει κάποτε. Εάν όχι, αξίζει τον κόπο.

Η αφιέρωση όμως αναφέρεται σε ένα τομέα της οικονομικής επιστήμης, ο οποίος δεν είναι και τόσο πολυδιαβασμένος, θεωρείται δε πλέον τόσο σημαντικός επιστημονικά, ώστε έχουν τιμηθεί με Βραβείο Νόμπελ 11 θεωρητικοί της.

Αυτό που ο λαός ονομάζει Τύχη και στην πραγματικότητα είναι η αποτύπωση, η επενέργεια στη ζωή της ελλιπούς αναγνώρισης, καταγραφής και επεξεργασίας των κατά περίπτωση υφισταμένων δεδομένων, αυτό πραγματεύεται αυτή η επιστήμη. Και κάνει αυτόν που προνόησε, που επεξεργάστηκε τα δεδομένα και διαμόρφωσε την καθημερινότητά του σύμφωνα με αυτά, να φαντάζει στα μάτια των άλλων προφήτης.

Ο παράγοντας Τύχη ήρθε φέτος έξαφνα και από μακριά, από την, πλέον όχι και τόσο, εξωτική Κίνα. Βλέπετε, τα σύνορα έχουν προ πολλού ανοίξει, το εμπόριο της ειρηνικής περιόδου δε γνωρίζει σύνορα και οι παγκόσμιες ασθένειες, αυτό που λέμε όλοι πανδημία, ήταν ζήτημα ημερών να χτυπήσει την πόρτα της χώρας μας, όπως και έγινε, μέσα σε ελάχιστο χρόνο αφ’ ότου πρωτοεμφανίστηκε η είδηση της απειλής.

Έπρεπε να προφυλάξουμε πρωτίστως το μέλλον: τα παιδιά μας.

Εάν δε δεν προφυλάσσαμε παράλληλα και ισόποσα τους εαυτούς μας, αυτομάτως θα εκθέταμε τα παιδιά μας στον κίνδυνο της ορφάνιας.

Αν κάποιος δεν το βλέπει αυτό, δεν υπάρχει κοινός τόπος μεταξύ μας, οπότε και το υπόλοιπο άρθρο του είναι άχρηστο.

Και θα πει αυτός που θέλει να αμφισβητήσει τεχνηέντως την παραπάνω θέση, ότι «ναι, μεν, να τα προφυλάξουμε, αλλά δεν πρέπει να τα δούμε να πεθαίνουν λίγο λίγο από την πείνα».

Πράγματι, ποιος ο σκοπός του να προσπαθείς να επιτύχεις το ανέφικτο;

Έχουμε, λοιπόν, μέχρι και σήμερα τουλάχιστον, τρία δεδομένα:

  • Αντιμετωπίζουμε άγνωστο εχθρό, μια ασθένεια χωρίς να έχουμε θεραπεία. Ο εχθρός μπορεί να έχει προέλθει από τη Φύση, ή από ανθρώπινη ενέργεια. Για εμάς, για τις γνώσεις μας, ο εχθρός είναι άγνωστος, όσο κι ο καρκίνος.
  • Το σφάλμα του ενός προξενεί το φαινόμενο της πεταλούδας, το αποτέλεσμα θα είναι η χαοτική εξάπλωση του ιού, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει κανείς από τον οποιοδήποτε τυχαίο.
  • Το σωστό των πολλών δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά την ευδαιμονία όλων.

Ας τα πιάσουμε ένα ένα:

Ένα:

Δεν είμαστε γιατροί, δεν είμαστε ερευνητές, και, το πιο σημαντικό, δεν είμαστε μαζί με τους μεγάλους του κόσμου τούτου στα σαλόνια, όπου αποφασίζεται η τύχη των λαών.

Επομένως, δε θα βρούμε εμείς τη θεραπεία, ούτε το εμβόλιο, ούτε θα αποφασίσουμε εάν ο εμβολιασμός θα είναι υποχρεωτικός, εάν θα υπάρξει εμβόλιο για όλους, εάν θα γλυτώσουμε όλοι, ή εάν μια ευγονική πράξη θα αφανίσει το μισό πλανήτη. Όποια κι αν είναι η προέλευση του ιού, φυσική ή τεχνητή, δεν υπάρχει ασφαλής τρόπος να το μάθουμε, αφού δε μπορούμε να βρεθούμε στα σαλόνια των ισχυρών.

Λένε κάποιοι ότι θα αντισταθούν. Δεκτό. Πώς ακριβώς;

Με την άρνηση στον υποχρεωτικό εμβολιασμό; Δεκτό.

Εάν όμως τα παγκόσμια κρυφά συμβούλια έχουν αποφασίσει ότι οι επαναστάτες θα πρέπει να πεθάνουν όλοι, τότε απλώς δεν θα χορηγήσουν το εμβόλιο σε όποιον το αρνηθεί, αφού αυτός με την αντίπραξή του, την άρνησή του, θα δηλώνει ότι είναι επαναστάτης.

Όλα αυτά ισχύουν για την περίπτωση που θα βρεθεί θεραπεία και εμβόλιο για να μην ασθενεί κάποιος εξαρχής.

Όμως δεν έχει βρεθεί θεραπεία, πόσο μάλλον εμβόλιο.

Πόσο παράδοξο: δηλώνουμε ότι δεν θα πάρουμε κάτι, το οποίο δεν θα θέλουν να μας το δώσουν.

Δύο:

Με ένα λειψό δεδομένο (το «ένα»), προσπαθούμε να δούμε τι θα γίνει στο μέλλον μας, τι θα συμβεί στη ζωή μας. Και εμείς που πιστεύουμε στην ύπαρξη ενός προς στιγμήν ανίκητου εχθρού, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές των ειδικών μας, και εκείνοι, οι οποίοι πιστεύουν ότι όλη αυτή η ιστορία είναι μια φούσκα, μια απάτη.

Μα, αν πρόκειται περί απάτης, θα πρέπει να ανησυχούμε και να προφυλασσόμαστε όλοι δυο φορές: Μια διότι μπορεί να μην είναι 100% απάτη, αλλά εμείς έχουμε αρνηθεί τις προφυλάξεις και την ενδεχόμενη θεραπεία (οπότε είμαστε στο στόχαστρο) και μια, επειδή, εάν δεν είναι το πρόβλημα αληθινό, αλλά – παρά ταύτα – κατόρθωσε να πείσει τόσους ιθύνοντες να σταματήσουν την κίνηση και τη ζωή σε όλον τον κόσμο, τότε ο εχθρός πίσω από όλα αυτά θα πρέπει να είναι αόρατος, αμείλικτος και κυρίως πανίσχυρος.

Άρα, εάν πρόκειται περί απάτης, αλλά ο πανίσχυρος και αόρατος απατεώνας θέλει να πείσει και τον πλέον δύσπιστο για το αντίθετο, τότε θα σκοτώσει αδιακρίτως, χτυπώντας τυφλά προς πάσα κατεύθυνση, με αποτέλεσμα κανείς να μην είναι ασφαλής, είτε εύπιστος, είτε δύσπιστος.

Τρία:

Ζούμε σε έναν κόσμο ανισοτήτων. Είναι λογικό, είναι φυσικό, έχει να κάνει με το οικογενειακό παρελθόν μας, με το οικονομικό υπόβαθρό μας, με τη συναισθηματική νοημοσύνη μας, με το δείκτη ευφυίας μας, έχει να κάνει με την αμείλικτη φυσική επιλογή, έχει να κάνει με την Τύχη.

Ζούμε σε έναν κόσμο, στον οποίο η Ουτοπία, μεταφρασμένη ως προστασία για όλους, τροφή για όλους, κοινωνική πρόνοια για όλους, παγκόσμια Ειρήνη, ισοκαταμερισμός σε δικαιώματα και υποχρεώσεις, δεν έχει έρεισμα, δεν υφίσταται, δεν υπάρχει.

Ένα παράδειγμα, το οποίο θα μείνει, νομίζω στη συλλογική μνήμη: Σουηδός υπερήλιξ.

Στην πλέον προνοιακή χώρα, στο πιο κοσμολάλητο σύστημα, το ίδιο το σύστημα είπε «όχι» στην πρόνοια και την περιφρούρηση της υγείας ως υπέρτατου αγαθού. Είπε «ναι» στην συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας.

Εκεί, πιο πολύ από οπουδήποτε αλλού, διατρανώθηκε η συλλογική βούληση υπέρ του «αμείλικτου», υπέρ του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Και λογικά, ο σωθείς ήταν ο ισχυρότερος, αυτός που αυτοαπομονώθηκε, ώστε να αποφύγει τους ασθενείς γύρω του, έχοντας όμως τα μέσα και την άνεση να επιβιώσει και να καταναλώσει, χωρίς να χρειαστεί να συγχρωτισθεί με τους υπόλοιπους.

Σαν άλλος Μονάρχης, αυτός που επιβίωσε στη Σουηδία, παρ’ όλο που πληρούσε το ηλικιακό προφίλ σε συνδυασμό με το προφίλ της ομάδας υψηλού κινδύνου, ήταν, πέραν πάσης αμφιβολίας, και πλούσιος. Είχε τη δυνατότητα να του έρχονται στην πόρτα του σπιτιού του τα αποστειρωμένα αγαθά, τα οποία του εξασφάλιζαν αποχή από την εγγύτητα στο πρόβλημα. Είχε προσωπικό, το οποίο, ό,τι κι αν του συνέβαινε, δεν άγγιζε το τετράπτυχο «πλούσιος Σουηδός βεβαρημένος υπερήλιξ».

Όμως μέσα στην καραντίνα, και οι Σουηδοί και ο υπόλοιπος κόσμος, είδαμε για πρώτη φορά στον καιρό μας κάτι, το οποίο ίσως δεν συνειδητοποιήσαμε: για ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα, και για πρώτη φορά στη δική μας εποχή, ο φτωχός έγινε ο νέος πλούσιος. Με την εξαίρεση των άκρων ορίων της διαβάθμισης αυτής, όπως ο φτωχός δε μπορεί να πάει στις Μπαχάμες, αλλά ένα πιάτο φαΐ θα το φάει, έτσι και ο πλούσιος άφησε τη λιμουζίνα και το ιδιωτικό του τζετ να σκονίζονται. Ένα φαΐ μέσα στο σπίτι είναι πάντοτε απλώς ένα φαΐ, όσο κι αν είναι αστακός ή φασολάδα. Εξάλλου ο φτωχός δεν προσδοκούσε αστακό, όσο κι ο πλούσιος αναγκάστηκε να αρκεστεί στα ίδια χρυσά κουταλοπήρουνα – και ίσως και να δοκίμασε φασολάδα, έτσι για την αλλαγή της ανίας, μιας και το πλούσιο περιβάλλον δεν είναι λιγότερο φυλακή από το φτωχικό. Μια φυλακή είναι πάντοτε φυλακή, ανάλογα και με το ποιος είσαι. Μια φυλακή για το φυλακόβιο υπό αισχρές συνθήκες είναι ίσως πιο αδιάφορη από ένα κελί πολυτελείας για εκείνον που η έλλειψη περιορισμών λόγω χρηματικής δύναμης τον είχε καλομάθει σε απόλυτη ελευθερία μετακινήσεων.

Σε αυτό το σημείο ας επιστρέψουμε στο ζήτημα Ελευθερία έναντι Υγείας:

Κάποτε ένας νεαρός καταδικάστηκε σε δίμηνη φυλάκιση. Επειδή ήταν φτωχός, δεν είχε δικά του χρήματα να πληρώσει την ποινή του, ώστε αυτή να μετατραπεί. Κι επειδή ήταν περήφανος, αρνήθηκε να επιτρέψει στην κοπέλα του να ζητήσει εκείνη από τους γονείς της χρήματα, οπότε μεταφέρθηκε σε μια υπερπλήρη φυλακή, η οποία είχε και πτέρυγα βαρυποινιτών. Έχοντας παραδώσει τον προσωπικό του ιματισμό ο νεαρός και καθώς προχωρούσε στο διάδρομο για το κελί του, έγινε μάρτυρας μιας εξαιρετικά βίαιης σκηνής: δυο πολύ σκληροί φυλακισμένοι κυριολεκτικά χτυπιόνταν μέχρις θανάτου, χωρίς κανένας να τους χωρίζει. Η πάλη πρέπει να βρισκόταν σε εξέλιξη για ώρα, διότι, πριν ο νεαρός διανύσει ολόκληρο το διάδρομο, ο ένας από τους δυο, εξαντλημένος, είπε ότι παραδίνεται. Ο άλλος σηκώθηκε χωρίς άλλη συζήτηση, έδωσε στον πεσμένο το χέρι να σηκωθεί και χώρισαν χωρίς κακία μεταξύ τους. Σοκαρισμένος ο νεαρός ρώτησε τον αστυνομικό συνοδείας τι είχε συμβεί, για να εισπράξει την απάντηση: «Για σένα τσακώνονταν. Είχαν μάθει ότι έρχεται νέος και μόνον ένας από τους δυο μπορούσε να είναι ο πρώτος σου εδώ στη φυλακή».

Μέσα στις μέρες της καραντίνας όμως είδαμε κι άλλα: το Περιβάλλον να αλλάζει αντοχές μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Κάποιοι συνειδητοποιήσαμε ότι ελάχιστο χρονικό διάστημα απαιτείται, για να αλλάξουν προς το καλύτερο προβλήματα, τα οποία παρουσιάζονταν άλυτα. Είδαμε την τρύπα του όζοντος να συρρικνώνεται πάνω από τον Αρκτικό. Είδαμε τις περιβαλλοντολογικές ΜΚΟ να εξαφανίζονται από το προσκήνιο, στο οποίο τις είχαμε συνηθίσει, κανείς να μη λέει το προφανές: ένας μήνας χωρίς κίνηση οχημάτων μπορεί να λύσει το ετήσιο, το γενικότερο ενδεχομένως πρόβλημα του πλανήτη. Θαρραλέοι με μέτρο αυτοί οι κομπιναδόροι χωρίς σύνορα, συμφωνείτε;

Αλλά και πάλι φτάσαμε στο τέλος. Η οικονομία πρέπει να επανεκκινηθεί, μας είπαν. Οι φτωχοί πρέπει να εργαστούν, μας είπαν, τα αεροδρόμια πρέπει να φέρουν κόσμο, τα μπιτσόμπαρα πρέπει να πιάσουν παρά με ουρίτσα, όχι ακόμη ουρά, αλλά σύντομα να επανέλθει και αυτή στο κανονικό της μήκος.

Και μέσα σε όλα αυτά πλασαρίστηκε και η φενάκη: Πρέπει για όλους να είναι οι απολαβές λιγότερες, συρρικνωμένες. Ο Φ.Π.Α. στην εστίαση να μειωθεί, αλλά ο καφετζής να τον δίνει όσο τον έδινε τον καφέ.

Γνωρίζετε ότι ο Φ.Π.Α. είναι έσοδο του κράτους, το οποίο μπορεί με τα χρήματα αυτά να παρέχει περισσότερα; Το γνωρίζετε.

Γνωρίζετε ότι η Γερμανία μετά το Β’ ΠΠ επανεκκίνησε την οικονομία της με εργάτες τους φτωχούς από τις κατεστραμμένες χώρες, οι οποίες νίκησαν στον πόλεμο; Το γνωρίζετε.

Ας κρατήσουμε αυτά τα στοιχεία μόνον, κι ας είναι βέβαιο ότι με αυτόν τον τρόπο αφήνουμε στην Τύχη την πλήρη εικόνα.

Να λοιπόν τα τρία ζητήματα συνοψισμένα:

Ένα: Δεν έχουμε φάρμακο για την υπαρκτή ασθένεια, ή δεν έχουμε τρόπο να αντισταθούμε στο καταχθόνιο σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο οι αντιφρονούντες θα πεθάνουν όλοι από τα μυστικά κέντρα παγκοσμίων αποφάσεων.

Τρία: Ο κόσμος των ανθρώπων δεν είναι αγγελικά πλασμένος.

Αφήσαμε το δύο στην Τύχη.

Αφήνουμε τη ζωή μας στην τύχη της.

Δεν έχομε δεδομένα.

Αν στο κείμενο αυτό ψάξατε για τις απαντήσεις, ειλικρινά θα σας πω: «κακώς».

Δεν έχω απαντήσεις, αλλά προσπαθώ να βρω.

Ήλπιζα ότι το ίδιο θα κάνετε κι εσείς.

Λέγεται τροφή για σκέψη και, αν πρέπει κάτι να βγει από την ανάγνωση 2500 λέξεων, ας είναι αυτό: Μην αφήνετε τους επαΐοντες να καθορίζουν το μέλλον σας, διότι αφήνετε την Τύχη να αποφασίζει για σας.



Θάνος Αθανασιάδης: Σχετικά με τον συντάκτη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου