Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2020

Βαθιά κρίση στις σχέσεις ΕΕ – Ρωσίας. Κίνδυνος οριστικής ρήξης;;;



Οι σχέσεις ανάμεσα την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και τη Ρωσία, ειδικότερα δε ανάμεσα στις ηγεσίες των Βρυξελλών και της Μόσχας αντίστοιχα, διέρχονται βαθιά κρίση, η οποία ωστόσο φαίνεται για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες ολόκληρες να κινδυνεύει να μετατραπεί σε οριστική ή, τουλάχιστον, σε μακροχρόνια ρήξη.

Η τελευταία αφορμή που δόθηκε για την όξυνση της ήδη σοβούσας, εδώ και αρκετό καιρό, κρίσης στις σχέσεις των δύο πλευρών ήταν ασφαλώς οι υποθέσεις της Λευκορωσίας και της δήθεν «δηλητηρίασης» του παρουσιαζόμενου από τα δυτικά ΜΜΕ ως «βασικού πολιτικού αντιπάλου του Προέδρου Πούτιν» (και, στην πραγματικότητα, μιας μηδαμινής πολιτικής φιγούρας), του περιώνυμου Αλεξέι Ναβάλνι.

Όμως οι ρίζες αυτής της κρίσης βρίσκονται αρκετά χρόνια πιο πίσω. Θα μπορούσε κανείς εύκολα να κατονομάσει ως κρίσιμο έτος το 2014, όταν στην Ουκρανία πραγματοποιήθηκε το (δυτικής έμπνευσης) νεοναζιστικό-νεοφιλελεύθερο πραξικόπημα της 22ης Φεβρουαρίου (το περιώνυμο «Μαϊντάν»), που έφερε στην εξουσία τα χειρότερα πολιτικά υποκείμενα της χώρας. Η «απάντηση» της Μόσχας τότε ήταν η υποδοχή της Κριμαίας και της Σεβαστούπολης στη σύνθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μετά από δημοψηφίσματα που διεξάχθηκαν με όλους τους δημοκρατικούς κανόνες και όπου η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής εκφράστηκε υπέρ της ανεξαρτητοποίησης από την Ουκρανία και της προσχώρησης στο ρωσικό κράτος. Επίσης οι νοτιοανατολικές πρώην περιφέρειες του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους, τη μετατροπή τους σε Λαϊκές Δημοκρατίες και τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού κράτους με την ονομασία «Νεορωσία». Οι δύο Λαϊκές Δημοκρατίες και η ιδιότυπη Ομοσπονδία τους έχουν την οικονομική (κυρίως) και ανθρωπιστική στήριξη της Ρωσίας, χωρίς η τελευταία να έχει εμπλακεί επίσημα σε κανενός είδους στρατιωτικές επιχειρήσεις. Εντούτοις η νέα (πραξικοπηματική) ηγεσία της Ουκρανίας, τόσο με τον πρώτο, μετά «Μαϊντάν», «Πρόεδρο» της χώρας Πετρό Ποροσένκο, όσο και με τον διάδοχό του Βλαντίμιρ Ζελένσκι, υποστηρίζουν ότι η Ρωσία τους έχει επιτεθεί, την κατονομάζουν ως «κατακτητή» και καλούν τις χώρες της Δύσης να επιβάλουν διαρκώς οικονομικές και πολιτικές κυρώσεις εναντίον της. Κάτι που οι χώρες της Δύσης (μεταξύ αυτών και τα κράτη-μέλη της ΕΕ) πραγματοποιούν αδιάλειπτα από τότε, ανανεώνοντας μάλιστα και επεκτείνοντάς τες κάθε εξάμηνο.

Ωστόσο ως πραγματική ημερομηνία έναρξης της κρίσης στις σχέσεις των χωρών της Δύσης γενικά και της ΕΕ ειδικότερα ξεκίνησε μερικά χρόνια νωρίτερα και, συγκεκριμένα, στις 10 Φεβρουαρίου 2007, στη Διεθνή Συνδιάσκεψη για την Πολιτική Ασφάλειας του Μονάχου, όταν ο Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας Βλαντίμιρ Πούτιν, ενώπιον της Άνγκελα Μέρκελ και αρκετών ακόμη ηγετών των χωρών της ΕΕ και της Δύσης ανήγγειλε, ουσιαστικά, το νέο γεωπολιτικό δόγμα της Ρωσίας περί «πολυπολικού κόσμου», στον οποίο δεν θα υπάρχει μία και μοναδική κυρίαρχη δύναμη, αλλά αρκετά περισσότερες, με σημαντικές διαφορές μεταξύ τους ως προς το μοντέλο διοίκησης και ανάπτυξης, το αξιακό σύστημα κοκ, αλλά με διάθεση συνύπαρξης και συνεργασίας, με στόχο την αποτροπή τόσο των πολεμικών συγκρούσεων στον κόσμο, όσο και της ανάπτυξης της τρομοκρατίας.

Η ομιλία του Πούτιν, η οποία ουσιαστικά ήταν μια «δήλωση προθέσεων» για το πώς βλέπει η Ρωσία το μέλλον του κόσμου, αλλά και τη δική της θέση μέσα σε αυτόν, θορύβησε πολλούς. Πρώτα και κύρια τη μοναδική, μέχρι εκείνη τη στιγμή και, θεωρητικά αναμφισβήτητη υπερδύναμη του κόσμου, τις ΗΠΑ. Κατά δεύτερο λόγο θορύβησε τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, η οποία εδώ και μερικές δεκαετίες φαίνεται να προσδένεται όλο και πιο σφικτά στο άρμα των ΗΠΑ και να στερείται ολοένα και περισσότερο τη δύναμη της πρωτοβουλίας στη λήψη σημαντικών πολιτικών αποφάσεων. Οι αρχικές ουτοπικές διακηρύξεις της πάλαι ποτέ ΕΟΚ περί «τρίτου πόλου» ανάμεσα στις ΗΠΑ και την τότε ΕΣΣΔ έχουν αποδειχθεί εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες «κενό γράμμα». Η ΕΕ έχει μετατραπεί σε κανονικό προτεκτοράτο των ΗΠΑ, ανεξαρτήτως πολιτικών ηγεσιών τόσο στην Ουάσιγκτον, όσο και στα δικά της κράτη-μέλη.

Η ρωσική εξωτερική και αμυντική πολιτική είχε ήδη δείξει τις βαθιές αλλαγές που είχε υποστεί μετά την πτώση της ΕΣΣΔ και τη «λαίλαπα Γέλτσιν» ήδη από τον Αύγουστο του 1999 και τον λεγόμενο «2ο Τσετσενικό Πόλεμο», όταν σε διάστημα ενός έτους οι Ομοσπονδιακές Ένοπλες Δυνάμεις της Ρωσίας συνέτριψαν τους χρηματοδοτούμενους από τη Δύση, την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία δήθεν «Τσετσένους αυτονομιστές» (στην πραγματικότητα, τουλάχιστον οι μισοί από τους μισθοφόρους που πολεμούσαν εναντίον των ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων προέρχονταν από άλλες χώρες, μεταξύ αυτών από αρκετές αραβικές, αλλά και από πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, όπως η Ουκρανία και οι χώρες της Βαλτικής). Στη συνέχεια και το 2008 ήρθε ο «πόλεμος των 6 ημερών» με τη Γεωργία, που οδήγησε στην απελευθέρωση της Νότιας Οσετίας και στην ανακήρυξή της ως ανεξάρτητου κράτους. Την ίδια περίοδο ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους τόσο η Αμπχαζία (μικρή χώρα ευρισκόμενη στην παραλιακή ζώνη του Ευξείνου Πόντου ανάμεσα στη Ρωσία και τη Γεωργία), όσο και η Υπερδνειστερία (βορειοανατολικό τμήμα της Μολδαβίας, στα σύνορα με την Ουκρανία, κατοικούμενη κατά 80% από εθνοτικά Ρώσους). Οι χώρες αυτές έχουν αναγνωριστεί από ελάχιστα κράτη στον κόσμο (μεταξύ αυτών, φυσικά, από τη Ρωσία), ωστόσο υπάρχουν de facto και στηρίζουν την ύπαρξή τους και την οικονομία τους κατά το μέγιστο μέρος στη συνεργασία τους με τη Ρωσία.

Όλα αυτά τα χρόνια η Ρωσία ουδέποτε προέβη σε επιθετικές στρατιωτικές ενέργειες (στη Νότια Οσετία προηγήθηκε επίθεση του γεωργιανού στρατού με βομβαρδισμό της πρωτεύουσας Τσχινβάλ και δολοφονία αμάχων, αλλά Ρώσων στρατιωτών της ειρηνευτικής δύναμης που είχε αποσταλεί στην περιοχή υπό την αιγίδα του ΟΗΕ). Ωστόσο τα δυτικά ΜΜΕ άρχισαν συστηματικά και κατευθυνόμενα να καλλιεργούν για τη Ρωσία ένα προφίλ «κράτους-τρομοκράτη», με το οποίο δεν ωφελεί, ούτε πρέπει να διεξάγεται κανένας απευθείας διάλογος και που ο μόνος τρόπος για να «συνετιστεί» είναι η επιβολή πολιτικών και οικονομικών κυρώσεων. Σε πολλά από τα κατευθυνόμενα δημοσιεύματα του δυτικού Τύπου θα βρει κανείς για τη Ρωσία την υποσημείωση «υπό τη σημερινή της πολιτική ηγεσία». Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μια Ρωσία με άλλη πολιτική ηγεσία δεν θα τους «χαλούσε». Τι είδους πολιτική ηγεσία; Μα είναι προφανές: κάτι αντίστοιχο με τον διεφθαρμένο και μέθυσο Μπορίς Γέλτσιν, εν ολίγοις με έναν «ηγέτη»-ανδρείκελο της Δύσης, έτοιμο να ξεπουλήσει τον εθνικό πλούτο της χώρας του στο κεφάλαιο των χωρών της Δύσης (κυρίως εκεί). Μια Ρωσία-ουραγός των εξελίξεων, εξαρτημένη πολιτικά και οικονομικά, αδύναμη και χωρίς εθνική κυριαρχία θα ήταν, ασφαλώς, ένας «ιδανικός σύμμαχος» για τις χώρες της Δύσης. Εξ ου και οι προσπάθειες για δημιουργία, με το ζόρι, ισχυρής «φιλοδυτικής» και «φιλοευρωπαϊκής» αντιπολίτευσης προς τον Πρόεδρο Πούτιν, εξ ου και η γενναία χρηματοδότηση πολιτικών ανδρείκελων τύπου Ναβάλνι. Όλα αυτά, βεβαίως, έχουν έναν και μόνο χαρακτηρισμό: ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά μιας χώρας.

Επειδή όμως το «χαρτί» της «εσωτερικής αντιπολίτευσης» φαίνεται, εκ του αποτελέσματος, «καμένο», οι ηγεσίες των χωρών της Δύσης, με σημαντική συμμετοχή πολλών χωρών της ΕΕ (κυρίως της Γερμανίας, της Γαλλίας, παλιότερα της Βρετανίας και, ασφαλώς, των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης – Πολωνίας, Βαλτικών κρατών κοκ) προσπαθούν να δημιουργήσουν εστίες έντασης στον γεωπολιτικό περίγυρο της Ρωσίας, με προφανή στόχο την αποδυνάμωσή της σε όλα τα επίπεδα – πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό.

Παράλληλα, η εν πολλοίς αυτονομημένη από τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες, αλλά πλήρως υποταγμένη στα κελεύσματα των ΗΠΑ γραφειοκρατία των Βρυξελλών κάνει, ειδικά τα τελευταία χρόνια, ό,τι περνάει από τα χέρια της, προκειμένου να διαρρήξει κάθε δεσμό συνεργασίας με τη Ρωσία, ακόμη και σε περιπτώσεις που το όφελος για τα κράτη-μέλη της ΕΕ είναι προφανές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream-2, ενός έργου με συμμετοχή της Ρωσίας μέσω της κρατικής εταιρείας GazProm και σειράς κρατών και ιδιωτικών επιχειρήσεων των χωρών της ΕΕ, με κύριο συμμέτοχο (κατά 41%) τη Γερμανία. Με αφορμή τα γεγονότα στη Λευκορωσία (στα οποία η Ρωσία ως κράτος δεν έχει κανενός είδους επίσημη ανάμιξη) και τη στημένη υπόθεση περί «δηλητηρίασης» του Αλεξέι Ναβάλνι, η φιλοαμερικανική πτέρυγα του δυτικοευρωπαϊκού κατεστημένου αξιώνει να συμπεριληφθεί στις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας και η διακοπή της κατασκευής ενός έργου ολοκληρωμένου κατά 94%, το οποίο θα προσφέρει, μεταξύ άλλων, ενεργειακή επάρκεια σε μια σειρά από κράτη-μέλη της ΕΕ. Παράλληλα οι ίδιοι κύκλοι δεν παραλείπουν να «προμοτάρουν» εντός της ΕΕ το κατά πολύ ακριβότερο και οικολογικά καταστροφικό αμερικανικό LNG (υγροποιημένο φυσικό αέριο), απλά και μόνο επειδή είναι… αμερικανικό (άρα… «δημοκρατικό», άρα… «ταιριαστό με τις ευρωπαϊκές αξίες»)!!! Πρωτεργάτες αυτής της στάσης είναι πολιτικά πρόσωπα όπως ο Υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Χάικο Μάας, ο Επίτροπος Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ, Ζοζέπ Μπορέλ, αλλά και οι πολιτικές ηγεσίες χωρών όπως η Φινλανδία, η Πολωνία και τα τρία κράτη της Βαλτικής – Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία.

«Εξέχουσα» θέση σε αυτόν τον κατάλογο έχει, ασφαλώς η (Γερμανίδα) επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισιόν), γνωστή για τον απροκάλυπτο φιλοαμερικανισμό της, Ούρσουλα Φαν ντερ Λάιεν, η οποία δήλωσε ανοιχτά πριν από δύο, περίπου, εβδομάδες, ότι «είναι σημαντικό να αποχωριστούμε (στγ: οι χώρες της ΕΕ) από την ψευδαίσθηση ότι η Ρωσία, υπό τη σημερινή της πολιτική ηγεσία, μπορεί να αποκαταστήσει το στάτους του γεωπολιτικού εταίρου με την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Η απάντηση από την πλευρά της Ρωσίας δεν άργησε να έρθει από τα πλέον επίσημα χείλη, αυτά του Ρώσου Υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόβ. Ο έμπειρος Ρώσος διπλωμάτης και πολιτικός, μιλώντας στην ετήσια συνέλευση του Διεθνούς Ομίλου Προβληματισμού «Βαλντάι» (ενός από τα σπουδαιότερα think tanks της σύγχρονης Ρωσίας), αφού θεώρησε ως «πολύ σοβαρή» την παραπάνω δήλωση, βγαλμένη μάλιστα από τα πλέον επίσημα χείλη της ΕΕ, υπογράμμισε πως «εάν αυτό θέλουν (στγ: οι χώρες της ΕΕ), αυτό και θα συμβεί». Κοινώς, εάν επιθυμούν οι «κύριοι» Βρυξελλιώτες ρήξη με τη Ρωσία και διακοπή κάθε είδους σχέσεων, ακόμη και οικονομικών μαζί της, θα την έχουν. «Μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβης», που είχε πει και ο Ιησούς…

Παράλληλα, την Τρίτη 13/10 ο Σεργκέι Λαβρόβ στη συνάντηση που είχε με τον Ζοζέπ Μπορέλ, του τόνισε ότι «σε μια κατάσταση, όπου ηχούν έναντι της Ρωσίας αλαζονικές και “αφ’ υψηλού” δηλώσεις για το εάν οι σχέσεις ΕΕ – Ρωσίας να συνεχιστούν όπως πριν, η Ρωσία θέλει να κατανοήσει εάν αξίζει τον κόπο να έχει οποιουδήποτε τύπου συνεργασία με τις χώρες της ΕΕ».

Η σκλήρυνση της στάσης της Ρωσίας και η συμμετρική, πλέον, αντίδρασή της στις απειλές και τις κυρώσεις της ΕΕ εναντίον της σημαίνει δύο πράγματα: α) ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις όποιες συνέπειες από μια τέτοια εξέλιξη χωρίς σοβαρούς κλυδωνισμούς στο εσωτερικό της (κυρίως στον οικονομικό τομέα) και β) ότι οι ηγεσίες της ΕΕ και πολλών χωρών της είναι κοντόφθαλμες και υπό πλήρη εξάρτηση και υποταγή στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ΗΠΑ, μιας υπερδύναμης σε πτώση και παρακμή, αλλά ακόμη αρκετά ισχυρής για να μπορεί να επιβάλλει τη βούλησή της στους κατ’ όνομα «συμμάχους» της. Χαμένοι από μια τέτοια δυσμενή εξέλιξη θα είναι κατά κύριο λόγο οι λαοί των χωρών της ΕΕ, αφού η ρήξη των σχέσεων με τη Ρωσία μπορεί να οδηγήσει σε πλείστες όσες συγκρούσεις σε όλα τα επίπεδα εντός του ευρωπαϊκού γεωπολιτικού χώρου. Σε συνάρτηση μάλιστα με την επεκτατική πολιτική του ΝΑΤΟ ειδικά στην Ανατολική Ευρώπη και την προσπάθεια περικύκλωσης της Ρωσίας με στρατιωτικές βάσεις και πυραυλικά συστήματα στραμμένα εναντίον της, η Ευρώπη κινδυνεύει να μετατραπεί στο σύνολό της σε παγκόσμια «μπαρουταποθήκη». Αλί σ’ εμάς τους πληβείους…





Βασίλης Μακρίδης: Σχετικά με τον συντάκτη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου