Κάποτε φτιάξαμε ένα αρχέτυπο πατέρα που περισσότερο έμοιαζε με τοίχο παρά με άνθρωπο. Τον σιωπηλό άντρα του σπιτιού, τον κουβαλητή, τον αυστηρό, τον απόμακρο, εκείνον που δεν μιλούσε πολύ, δεν αγκάλιαζε πολύ, δεν εξηγούσε πολύ, δεν έκλαιγε ποτέ. Έναν πατέρα που η αξία του μετριόταν κυρίως από το αν έφερνε λεφτά στο σπίτι, αν κρατούσε την οικογένεια «όρθια», αν δεν λύγιζε, αν δεν έδειχνε αδυναμία. Και για πολλά χρόνια αυτό βαφτίστηκε δύναμη. Μόνο που συχνά δεν ήταν δύναμη. Ήταν συναισθηματική αναπηρία. Αυτό το μοντέλο δεν γεννήθηκε τυχαία. Βγήκε μέσα από κοινωνίες όπου ο άντρας εκπαιδεύτηκε να επιβιώνει, να πολεμά, να δουλεύει, να αντέχει, να μη ζητά, να μη νιώθει, να μη μιλά. Η πατρότητα για δεκαετίες ταυτίστηκε περισσότερο με την εξουσία και την οικονομική προστασία παρά με τη συναισθηματική παρουσία. Ο πατέρας ήταν «η κολόνα του σπιτιού», αλλά πολλές φορές οι κολόνες δεν αγκαλιάζουν, δεν ακούνε, δεν ζητούν συγγνώμη. Στέκονται εκεί, βαριές και ακίνητες, και όλοι γύρω τους μαθαίνουν να τις φοβούνται λίγο, να τις χρειάζονται λίγο και να μην περιμένουν πολλά από αυτές. Κι έτσι μεγαλώσαμε γενιές παιδιών που είχαν πατέρα στο σπίτι αλλά όχι πάντα πατέρα μέσα στη σχέση. Πατέρες που δούλευαν πολύ, κουράζονταν πολύ, θύμωναν εύκολα, μιλούσαν λίγο, αγαπούσαν ίσως βαθιά αλλά δεν ήξεραν πώς να το δείξουν. Και εδώ χρειάζεται να είμαστε δίκαιοι αλλά όχι αφελείς. Πολλοί από αυτούς τους άντρες δεν ήταν τέρατα. Ήταν και οι ίδιοι παιδιά που δεν τα κράτησε κανείς αρκετά, άντρες που μεγάλωσαν με το μήνυμα «μην κλαις», «μην είσαι αδύναμος», «άντρας είσαι», «προχώρα». Μόνο που όταν ένας άνθρωπος δεν έχει μάθει να συναντά τον δικό του πόνο, πολύ δύσκολα θα μπορέσει να συναντήσει τον πόνο του παιδιού του.
Η επιστήμη σήμερα είναι αρκετά ξεκάθαρη καθαρή σε αυτό. Η πατρική παρουσία δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο στην ανάπτυξη του παιδιού. Δεν είναι «καλό να υπάρχει αν γίνεται». Είναι ένας σημαντικός παράγοντας για τη συναισθηματική ρύθμιση, την ασφάλεια, την αυτοεκτίμηση και την ικανότητα του παιδιού να δημιουργεί σχέσεις. Έρευνες για την πατρική εμπλοκή δείχνουν ότι δεν μετρά μόνο το πόσο χρόνο περνά ένας πατέρας με το παιδί, αλλά κυρίως η ποιότητα αυτής της παρουσίας, η ευαισθησία, η διαθεσιμότητα και η σταθερότητα στη σχέση. Με απλά λόγια, δεν αρκεί να είσαι εκεί σαν έπιπλο. Χρειάζεται να είσαι εκεί σαν άνθρωπος. Γιατί το παιδί δεν χρειάζεται έναν πατέρα-άγαλμα. Χρειάζεται έναν πατέρα που να μπορεί να το δει. Να το ακούσει. Να το αντέξει. Να μη φοβάται το κλάμα του. Να μη γελοιοποιεί την ευαισθησία του. Να μη μετατρέπει κάθε ανάγκη σε μάθημα σκληραγώγησης. Χρειάζεται έναν πατέρα που να μπορεί να πει «έκανα λάθος», «συγγνώμη», «δεν ξέρω, αλλά είμαι εδώ». Και ξέρω, για πολλούς άντρες αυτό ακούγεται πιο δύσκολο από το να σηκώσουν μια οικοδομή στις πλάτες τους. Γιατί η πραγματική οικειότητα θέλει θάρρος. Όχι μπράτσα. Θάρρος. Το παιδί καθρεφτίζεται στον πατέρα του. Όχι μόνο σε αυτά που του λέει, αλλά κυρίως σε αυτά που του μεταδίδει. Αν ο πατέρας είναι μόνιμα απών, το παιδί δεν σκέφτεται ώριμα και ψύχραιμα ότι «ο μπαμπάς έχει δυσκολίες με την έκφραση συναισθήματος λόγω κοινωνικής κατασκευής του ανδρισμού». Το παιδί το παίρνει προσωπικά. Το κάνει ταυτότητα. «Δεν είμαι αρκετός». «Δεν αξίζω προσοχή». «Πρέπει να γίνω καλός για να με αγαπήσουν». «Πρέπει να μην ενοχλώ». «Οι άνθρωποι που αγαπώ δεν μένουν». Και μετά αυτό το παιδί μεγαλώνει, βάζει πουκάμισο, κάνει σχέσεις, κάνει παιδιά, δουλεύει, γελάει, λειτουργεί, αλλά μέσα του υπάρχει ακόμη εκείνη η μικρή εκδοχή του που περιμένει έναν πατέρα να γυρίσει το βλέμμα και να την προσέξει.
Δεν γράφω αυτά για να δαιμονοποιήσω τους πατέρες. Το αντίθετο. Τα γράφω γιατί ο πατέρας είναι πολύ πιο σημαντικός απ’ όσο του επέτρεψε η παλιά κοινωνία να πιστέψει. Δεν είναι απλώς αυτός που πληρώνει, διορθώνει, φωνάζει, αποφασίζει ή εμφανίζεται στις γιορτές του σχολείου όταν προλαβαίνει. Είναι ρυθμιστής. Είναι καθρέφτης. Είναι ασφαλής βάση. Είναι το βλέμμα μέσα από το οποίο ένα παιδί μπορεί να νιώσει ότι έχει θέση στον κόσμο.
Και όχι, δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος πατέρας. Αυτή είναι άλλη μια μαλακια της εποχής μας. Το παιδί δεν χρειάζεται τελειότητα. Χρειάζεται επαφή. Χρειάζεται έναν πατέρα αρκετά ώριμο ώστε να μην κρύβεται μονίμως πίσω από την κούρασή του, την αυστηρότητά του, τη δουλειά του ή το «έτσι είμαι εγώ». Γιατί το «έτσι είμαι εγώ» πολλές φορές δεν είναι προσωπικότητα. Είναι άμυνα που έμεινε αθεράπευτη. Και κάπου εδώ θα πεταχτεί ο γνωστός τύπος από τον σύνδεσμο “εγκεκριμένων επαγγελματιών σχολιαστών του FacebooΚ” να πει «πω ρε φίλε, τι μαλακίες λέτε εσείς οι ψυχολόγοι, παλιά οι πατεράδες ήταν άντρες και τα παιδιά μια χαρά μεγάλωναν». Όχι ακριβώς. Πολλά παιδιά απλώς έμαθαν να μη μιλούν. Άλλο το «μεγάλωσα» και άλλο το «μεγάλωσα χωρίς πληγές». Άλλο το «δεν πέθανα» και άλλο το «έμαθα να αγαπιέμαι χωρίς να πρέπει να αποδεικνύω την αξία μου». Το ότι μια γενιά επέζησε δεν σημαίνει ότι δεν κουβαλάει μέσα της σιωπές που έγιναν άγχος, θυμός, αποφυγή, εξαρτήσεις (μεγάλο θέμα αυτό το αφήνω για άλλο άρθρο) , ψυχρότητα, υπερλειτουργικότητα ή δυσκολία στην τρυφερότητα. Αν λοιπόν είσαι πατέρας και αυτό το κείμενο σε ενόχλησε, μην τρέξεις να το πετάξεις στα σκουπίδια για να σωθείς από τη δυσφορία. Κάτσε λίγο μαζί της. Η δυσφορία πολλές φορές είναι η πόρτα πριν την αλλαγή. Δεν σου ζητά κανείς να γυρίσεις πίσω και να ξαναγράψεις όλη την ιστορία. Δεν γίνεται. Σου ζητά όμως η ζωή, το παιδί σου, ίσως και το παιδί που ήσουν κάποτε, να σταματήσεις να περνάς την απουσία για ανδρισμό.
Μάγκα μου, πάρε το παιδί σου μια βόλτα. Άκουσέ το χωρίς να το διορθώνεις. Ρώτησέ το κάτι και περίμενε πραγματικά την απάντηση. Άφησε το γ@@@@@ κινητό κάτω. Πες του μια φορά κάτι που δεν σου είπαν. Πες του «σε βλέπω». Πες του «είμαι περήφανος για σένα» χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο.Πες του «δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος για να σ’ αγαπώ». Στην αρχή μπορεί να σου φανεί άβολο, σχεδόν γελοίο. Λογικό. Η τρυφερότητα μοιάζει ξένη σε όποιον μεγάλωσε μαθαίνοντας να φορά πανοπλία. Αλλά πίστεψέ με, κανένα παιδί δεν θυμάται με θεραπευτικό τρόπο τον πατέρα που απλώς υπήρχε στο σπίτι. Θυμάται τον πατέρα που ήταν προσβάσιμος. Αυτόν που μπορούσε να πλησιάσει. Αυτόν που δεν το έκανε να νιώθει βάρος. Αυτόν που του έδειξε, όχι με μεγάλα λόγια αλλά με καθημερινή παρουσία, ότι ο κόσμος μπορεί να είναι δύσκολος, αλλά δεν χρειάζεται να τον περνάς μόνος. Πατέρας δεν είναι ο σιωπηλός τύπος στην άκρη του καναπέ που όλοι προσέχουν να μην ενοχλήσουν. Πατέρας είναι εκείνος που το παιδί μπορεί να πλησιάσει χωρίς να μικρύνει τον εαυτό του. Και αν η παλιά γενιά μάς έμαθε ότι ο πατέρας πρέπει να είναι βράχος, ίσως ήρθε η ώρα να πούμε κάτι πιο αληθινό. Το παιδί δεν χρειάζεται βράχο. Χρειάζεται άνθρωπο. Χρειάζεται πρόσβαση.
Και μεταξύ μας…οι περισσότεροι άντρες που φοβούνται ότι το παιδί τους θα γίνει φλώρος με την αγάπη και την τρυφερότητα , ακόμα παλεύουν με τις πληγές που τους άφησε ένας πατέρας που φοβόταν ακριβώς το ίδιο.
Ευάγγελος Ορφανίδης κλινικός ψυχολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου