Θανάσης Γιώγλου
Το «Γαρύφαλλο στ’ αυτί», το περίφημο τσιφτετέλι του Μάνου Χατζιδάκι σε στίχους Αλέκου Σακελλάριου και Γιώργου Γιαννακόπουλου το ξέρουν, φυσικά και οι πέτρες. Πρωτοακούστηκε το 1955 από τη Σούλη Σαμπάχ, τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Βασίλη Αυλωνίτη και χορωδία γυναικών στην εμβληματική ταινία της Φίνος Φιλμ «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου.
Το «Γαρύφαλλο» ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά για τη δισκογραφία με διεύθυνση ορχήστρας του Ζακ Ιακωβίδη, με βασική ερμηνεύτρια την Έλσα Λάμπο και τη συνοδεία των Τόλη Χάρμα, Αλεξάνδρας Τσεκούρα, Α.Τσόγκα και Α.Αποστολίδου και κυκλοφόρησε σε δίσκο γραμμοφώνου από την Odeon (GA – 7893), καθώς και στη Μεγάλη Βρετανία με την ετικέτα της Parlophone (DPG 290), έχοντας στην άλλη πλευρά και στις δυο περιπτώσεις, τη «Ζαφείρα» των Άκη Σμυρναίου και Χαράλαμπου Βασιλειάδη με την Μαριάννα Χατζοπούλου και το Αθηναϊκό Τρίο. (Η Έλσα Λάμπο δεν ήταν άλλη από την Ελένη Λαμπίρη, εμφανίσθηκε στη δισκογραφία με τέσσερα ονοματεπώνυμα. Στους δίσκους με τα τραγούδια των συνθετών του «ελαφρού» τραγουδιού εμφανιζόταν ως Έλσα Λάμπο, στα λαϊκά ως Ελένη Λαμπίρη ή Λίτσα Λαμπρίδου και σε κάποια τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι ως Έλσα Μαργαρίτη).
Λίγο μετά την κυκλοφορία του με την Έλσα Λάμπο, το «Γαρύφαλλο στ’αυτί» έφτασε στα αυτιά του Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο οποίος είχε ήδη πραγματοποιήσει τις πρώτες ηχογραφήσεις του ως συνθέτης αλλά και τραγουδιστής. Στις αφηγήσεις του στον Πάνο Γεραμάνη, που αποτυπώθηκαν στο βιβλίο «Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Εγώ ο Σερ…», ο λαϊκός ερμηνευτής θυμάται πως εκείνη την εποχή είχε βρεθεί στη γωνία των οδών Σταδίου και Αιόλου, προκειμένου να αγοράσει ένα πουκάμισο, όταν του συνέβη ένα γεγονός που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή και την καριέρα του.
Ο λόγος στον Σερ:
…Είδα κάποιον μπροστά σ’ένα γραμμόφωνο ο οποίος καθάριζε μια πλάκα για να την βάλει να παίξει. Περίμενα λίγο, ν’ ακούσω ποιο τραγούδι θα έπαιζε στο γραμμόφωνο με το μεγάλο χωνί. Άκουσα μια γυναικεία φωνή να λέει: «Γαρύφαλλο στ’ αυτί στο στόμα το τσιγάρο». Όταν τελείωσε το τραγούδι, είπα στον άνθρωπο με το γραμμόφωνο: «Ρε φίλε, δεν το βάζεις αυτό κι από την άλλη πλευρά;» Έβγαλα μάλιστα από την τσέπη και του έδωσα δέκα δραχμές και άκουσα και το άλλο τραγούδι. «Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω». Όταν σταμάτησε το γραμμόφωνο, διάβασα στην ετικέτα του δίσκου: Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις, στίχοι: Αλέκος Σακελλάριος. Δεν τους ήξερα καθόλου. Την άλλη μέρα το μεσημέρι πήγα στα γραφεία της Columbia, της εταιρείας που έδινα τα τραγούδια μου. Διευθυντής παραγωγής ήταν τότε ο Νίκανδρος Μηλιόπουλος – άριστος στη δουλειά του και από τους κορυφαίους στη δισκογραφία. Του ζήτησα να τραγουδήσω αυτά τα δυο τραγούδια που άκουσα την προηγούμενη ημέρα, έξω από τα καταστήματα «Αδελφοί Λαμπρόπουλοι».
«Όχι, Γρηγόρη» μου απάντησε ο Μηλιόπουλος. «Αυτός ο δίσκος έχει κυκλοφορήσει εδώ κι έξι μήνες και δεν πουλάει». Εγώ επέμεινα: «Κύριε Μηλιόπουλε, δώστε εντολή να τα πω εγώ και να μη βγάλω δικό μου δίσκο ως συνθέτης αυτό τον μήνα». (Ο κάθε συνθέτης είχε την υποχρέωση να κυκλοφορεί έναν ή δύο δίσκους τον μήνα, με δικά του τραγούδια). Όταν ο Μηλιόπουλος είδε ότι επέμεινα, με κοίταξε και μου είπε: «Θα πας εκ μέρους μου να βρεις τον Μάνο Χατζιδάκι». Εγώ βέβαια ένιωσα μεγάλη χαρά, έλα όμως που δεν ήξερα ούτε ποιος ήταν ο Χατζιδάκις, ούτε πού θα τον συναντήσω. Πήγα τότε στο μπαράκι του «Μάριου», στην οδό Ίωνος στην Ομόνοια. Εκεί μαζευόμαστε όλοι οι καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού, ήταν το στέκι μας…
«Ρε παιδιά, που μπορώ να βρω τον Μάνο Χατζιδάκι;» ρώτησα μόλις μπήκα στου Μάριου. Σχεδόν δεν τον ξέρανε. Κάποιος, όμως – νομίζω ότι ήταν ο Μητσάκης – μου είπε: «Αυτόν θα πας να τον βρεις στου “Φλόκα”. Εκεί συχνάζει».
Μετά από λίγο πήγα στου «Φλόκα» στην Πανεπιστημίου. Ρώτησα ένα γκαρσόνι με τρόπο: «Πες μου σε παρακαλώ, ποιος είναι ο Μάνος Χατζιδάκις; Μπορείς να μου τον δείξεις;» Εκείνος μου είπε διακριτικά: «Να, είναι αυτός ο κύριος που παρακολουθεί το τάβλι στο γωνιακό τραπεζάκι». Τον πλησιάζω τότε και τον ρωτάω: «Είσαστε ο Μάνος Χατζιδάκις;» Κι εκείνος, με τη σειρά του, μου απαντά με ερώτηση: «Εσύ ποιος είσαι;» Του λέω: «Είμαι ο Μπιθικώτσης». Και τότε σηκώθηκε όρθιος. «Θέλω να πω τα τραγούδια σας από την ταινία “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο”. Μ’ έστειλε να σας βρω ο κύριος Μηλιόπουλος». Και όταν ο Μάνος άκουσε με προσοχή τι ακριβώς ήθελα απ’αυτόν, έλαμψε ολόκληρος…
… Ο Χατζιδάκις όταν άκουσε ότι θέλω να πω τα τραγούδια του, συγκινήθηκε και είπε: «Με μεγάλη μου χαρά να τα τραγουδήσεις». Μπήκα σε λίγες μέρες στο στούντιο και γραμμοφώνησα το «Γαρύφαλλο στ’αυτί» και το «Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω». Με συνόδευε με την ορχήστρα του και το μπουζούκι του ο Βασίλης Τσιτσάνης, που με συμπαθούσε πολύ, αν και δεν είχαμε συνεργαστεί μέχρι τότε. Και ο λόγος ήταν ότι δεν έπαιζε σε ξένα τραγούδια, μόνο στα δικά του. Τότε πήγα και τον παρακάλεσα να μου παίξει σ’αυτά τα δυο κομμάτια του Χατζιδάκι. Και δεν μου χάλασε το χατίρι. Μου είπε, μάλιστα: «Έχω ακούσει πολύ καλά λόγια γι’αυτόν» (εννοούσε τον Χατζιδάκι). Πήγαμε στην οδό Τοσίτσα σ’ένα στούντιο κι αρχίσαμε τις πρόβες. Ο Τσιτσάνης είχε μαζί του κι έναν άλλον πολύ σπουδαίο μπουζουξή, τον Ανέστο Αθανασίου ή Γύφτο. Ο Μάνος Χατζιδάκι έπαιζε πιάνο. Και τα βγάλαμε τα δυο τραγούδια μια κι έξω. Η ορχήστρα κι εγώ. Έτσι γράφονταν τα τραγούδια εκείνα τα χρόνια. Με ζωντανή ορχήστρα κι ερμηνεία. Όχι όπως σήμερα, που τα ηχογραφούν κομματάκι κομματάκι, επειδή υπάρχουν τα μηχανήματα. Αυτή είναι η διαφορά εκείνης της εποχής με τη σημερινή. Γι’αυτό τα τραγούδια είχαν ψυχή, ενώ σήμερα είναι άψυχα, άνοστα.
Μόλις κυκλοφόρησε ο δίσκος με τα τραγούδια του Χατζιδάκι, χάλασε ο κόσμος. Μέσα σε λίγους μήνες πουλήθηκαν 100.000 δίσκοι. Στην Columbia, οι άνθρωποι έτριβαν τα χέρια τους…
Μετά απ’ όλα αυτά, στις 31 Μαρτίου 1956 τα δυο τραγούδια ηχογραφήθηκαν από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και κυκλοφόρησαν σε δίσκο γραμμοφώνου με την ετικέτα της His master’s voice (AO-5325 και JOG-255 για την αγορά της Αγγλίας). Δεύτερες φωνές έκαναν στο «Γαρούφαλο στ’αυτί» (όπως ήταν γραμμένο στην ετικέτα του δίσκου), η Ελένη Κώτσογλου και ο Αντώνης Κλειδωνιάρης και στο «Είμαι άντρας» η Ελένη Κώτσογλου. Στην ηχογράφηση συμμετείχε η Α’Εθνική του τραγουδιού της εποχής: Ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Ανέστος Αθανασίου ή «Γύφτος» έπαιξαν μπουζούκια, ο Μάνος Χατζιδάκις πιάνο, ο Στέλιος Χρυσίνης κιθάρα και ο Θόδωρος Δερβενιώτης μπαγλαμά.
Το «Γαρύφαλλο στ’αυτί», αυτή τη φορά μαζί με το τραγούδι του Πάνου Πετσά «Έμπα κούκλα μου στην κούρσα» με την Ελένη Κώτσογλου, κυκλοφόρησε στην Αμερική με την ετικέτα της RCA VICTOR τόσο σε δίσκο 78 (26-8382), όσο και 45 στροφών (43-8382).
Όπως ήταν φυσικό, το «Γαρύφαλλο στ’αυτί» μαζί με το «Είμαι άντρας» κυκλοφόρησαν μαζί (σε δυο εκδόσεις) σε δίσκους 45 στροφών extended play, τεσσάρων τραγουδιών. Στην πρώτη έκδοση μαζί με τα τραγούδια του Μιχάλη Γενίτσαρη «Γεια σου Περαία αθάνατε» με τον Στέλιο Καζαντζίδη, την Ελένη Κώτσογλου και τον Αντώνη Κλειδωνιάρη και το θρυλικό σόλο του Δημήτρη Στεργίου ή Μπέμπη «Πενιές Μπέμπη» (HMV 7EGG-2516) και τη δεύτερη με το «Αγάπη που’γινες δίκοπο μαχαίρι» των Μάνου Χατζιδάκι και Μιχάλη Κακογιάννη με τη Ζωζώ Σαπουντζάκη και «Ο μήνας έχει δεκατρείς», των ίδιων δημιουργών, με τη Ζωζώ Σαπουντζάκη και τον Γιάννη Κυριαζή (HMV 7EGG-2569). Το «Γαρύφαλλο στ’αυτί» κυκλοφόρησε επίσης σε 45άρι μαζί με τη μεγάλη επιτυχία της εποχής (και όχι μόνο) «Όπου Γιώργος και μάλαμα» του Γιώργου Μητσάκη με τους Δημήτρη Ρουμελιώτη και Γεωργία Τζόυ (HMV 7PG – 2538 και ODEON HGRA – 0670 για το εξωτερικό).
«Είναι γλυκά τα χείλη…»
Ο κυριότερος λόγος που επανέρχομαι σήμερα στην ιστορία του «Γαρύφαλλου», είναι γιατί ξανακούγοντας, πριν λίγες μέρες, το τραγούδι, διαπίστωσα πως στη δεύτερη στροφή υπάρχει ένα… «θολό» σημείο.
Γαρούφαλλο στ’ αυτί
και στα μαλλιά μαντήλι,
είναι το στόμα σου δροσιά,
είναι γλυκά τα χείλη.
Έχω την εντύπωση, πως στη φράση «είναι γλυκά τα χείλη», η Ελένη Κώτσογλου δεν λέει τη λέξη «γλυκά», όπως ο Μπιθικώτσης, αλλά κάτι άλλο που δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι. «Πικρά»; «Φτωχά»; Πάντως «γλυκά» δεν είναι σίγουρα…
Εσείς τι ακούτε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου