Η ελληνική πολιτική Ιστορία είναι γεμάτη από μεγάλες υποσχέσεις που συγκρούστηκαν βίαια με την πραγματικότητα της διακυβέρνησης.
Ετσι είναι, εύκολα μπορείς να ξεγελάσεις πολλούς για λίγο, αλλά όχι τους πάντες για πάντα. Κι όμως, κατά καιρούς εμφανίζονται (νεκρανασταίνονται;) κάποιοι πολιτικοί που πιστεύουν ότι η μνήμη ενός λαού είναι τόσο κοντή όσο η διάρκεια μιας προεκλογικής συγκέντρωσης.
Πολιτικοί που υπόσχονται τα πάντα, ορκίζονται ότι δεν θα κάνουν ποτέ όσα έκαναν οι προηγούμενοι, και μόλις βρεθούν στην εξουσία τα εφαρμόζουν με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο.
Παρακολουθούμε σήμερα να επιχειρείται ένα νέο πολιτικό λίφτινγκ. Νέα εμφάνιση. Νέο ύφος. Νέα συνθήματα.
Λες και οι νόμοι που ψηφίστηκαν εξαφανίζονται με μια αλλαγή λογότυπου, οι πλειστηριασμοί ξεχνούν ποιος άνοιξε τον δρόμο, και τα μνημόνια διαγράφονται επειδή άλλαξε η αισθητική των δημόσιων παρεμβάσεων.
Ομως η πολιτική δεν είναι διαφήμιση απορρυπαντικού, και η Ιστορία δεν κάνει reset.
Κάθε υπόσχεση που διαψεύστηκε έχει ονοματεπώνυμο, κάθε «δεν πρόκειται να το κάνουμε» τελικά έγινε νόμος με ημερομηνία και ΦΕΚ, ενώ κάθε προεκλογικό σύνθημα που μετατράπηκε σε κυβερνητική υπογραφή υπάρχει καταγεγραμμένο.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας πολιτικός είπε ψέματα, αλλά ότι το ψέμα μετατράπηκε σε πολιτική μέθοδο, με τις δεσμεύσεις να μη θεωρούνται συμβόλαιο με τον λαό αλλά διαφημιστικό φυλλάδιο για εύπιστους και λωτοφάγους.
Η Ιστορία είναι δύσκολος πελάτης
Και αφού έχουν διαψευστεί τα πάντα, οι ίδιοι άνθρωποι ζητούν ξανά εμπιστοσύνη, σαν να μην προηγήθηκε τίποτα. Η Ιστορία όμως είναι ένας εξαιρετικά δύσκολος πελάτης. Δεν εντυπωσιάζεται από συσκευασίες και ταξίματα. Κρατάει αποδείξεις.
Κάθε προεκλογική υπόσχεση έχει ημερομηνία. Κάθε κυβερνητική απόφαση έχει αριθμό νόμου.
Η πολιτική δεν είναι θέατρο μεταμορφώσεων. Δεν αρκεί να αλλάξεις κοστούμι για να αλλάξεις και παρελθόν.
Το πολιτικό rebranding είναι ίσως η μοναδική βιομηχανία όπου το περιτύλιγμα αλλάζει συχνότερα από το περιεχόμενο.
Αλλάζουν το λογότυπο, το σκηνικό, τα χρώματα, τα συνθήματα, οι φωτογραφίες, οι σύμβουλοι επικοινωνίας. Το παλιό ύφος βαφτίζεται «νέα αρχή», οι ίδιες ιδέες παρουσιάζονται ως «φρέσκια πρόταση» και οι χθεσινές αντιφάσεις καλύπτονται με μια καινούργια γραμματοσειρά. Οι αποφάσεις δεν εξαφανίζονται επειδή αντικαταστάθηκε το σύνθημα από ένα πιο πιασάρικο.
Είναι σαν να βάφεις ένα παλιό λεωφορείο, να του βάζεις καινούργιες ζάντες και να το διαφημίζεις ως διαστημόπλοιο. Ο χαλασμένος κινητήρας, όμως, παραμένει ίδιος.
Κάθε μεγάλη διάψευση αφήνει πολιτικό αποτύπωμα, που δεν σβήνει με ένα δημιουργικό λογότυπο ή μια καλοστημένη καμπάνια.
Γι' αυτό και το πολιτικό rebranding έχει όρια. Μπορεί να ανανεώσει την εικόνα. Δεν μπορεί να ξαναγράψει τα πρακτικά της Βουλής.
Μπορεί να αλλάξει τον φωτισμό της σκηνής. Δεν μπορεί να αλλάξει όσα συνέβησαν επάνω της.
Οι νέοι ...παλαιοί υποσχέθηκαν κάποτε κατάργηση των μνημονίων με έναν νόμο και ένα άρθρο. Υποσχέθηκαν ότι δεν θα υπάρξει νέο μνημόνιο. Διαβεβαίωναν ότι δεν θα δεχτούν νέες περικοπές, ότι θα αποκαταστήσουν μισθούς και συντάξεις, ότι θα επαναφέρουν τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ότι θα προστατεύσουν την πρώτη κατοικία, ότι θα συγκρουστούν με τους δανειστές, ότι δεν θα επιτρέψουν πλειστηριασμούς, ότι θα σκίσουν τις δεσμεύσεις λιτότητας.
Οι κωλοτούμπες ως ...πράξη ευθύνης
Τι συνέβη τελικά;
Υπέγραψαν το τρίτο και βαρύτερο μνημόνιο. Ψήφισαν εκατοντάδες εφαρμοστικούς νόμους. Διατήρησαν όλο το αντιλαϊκό οπλοστάσιο.
Επέβαλαν νέα φορολογικά βάρη, νέες περικοπές, νέες δεσμεύσεις μέχρι το ...2060. Και το περίφημο «σκίσιμο των μνημονίων» κατέληξε να είναι το πιο ακριβό χαρτί που πλήρωσε ποτέ ο ελληνικός λαός.
Είχαν υποσχεθεί ότι κανένα λαϊκό σπίτι δεν θα περάσει στα χέρια τραπεζίτη. Στην πράξη, διαμόρφωσαν το θεσμικό πλαίσιο που άνοιξε τον δρόμο στα funds, στους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και στη μαζική αρπαγή λαϊκών κατοικιών. Η σημερινή κατάσταση δεν γεννήθηκε από το πουθενά. Πατάει πάνω σε νόμους που ψηφίστηκαν τότε και ενισχύθηκαν αργότερα από τις επόμενες κυβερνήσεις.
Είχαν δεσμευτεί ότι θα επαναφέρουν τα εργασιακά δικαιώματα. Αντί γι' αυτό, άφησαν άθικτους βασικούς αντεργατικούς νόμους, διατήρησαν το μνημονιακό πλαίσιο και παρέδωσαν στην επόμενη κυβέρνηση έτοιμο έδαφος για ακόμα μεγαλύτερη απορρύθμιση της εργασίας.
Είχαν διακηρύξει ότι θα συγκρουστούν με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Τελικά συγκρούστηκαν μόνο με όσους τους πίστεψαν.
Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η απόσταση ανάμεσα στα λόγια και στις διεθνείς επιλογές τους. Εκείνοι που εμφανίζονταν ως πολέμιοι του ΝΑΤΟ έγιναν οι πιο πρόθυμοι συνομιλητές του, και ενώ καταδίκαζαν τις αμερικανικές βάσεις τις επέκτειναν. Μιλούσαν για ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, μετατρέποντας την ίδια στιγμή τη χώρα σε πρόσφορο έδαφος ευρωατλαντικών σχεδιασμών.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κάθε φορά που αυτές οι επιλογές προκαλούσαν την κοινωνική οργή εμφανίζονταν ως ...αντιπολίτευση απέναντι στις συνέπειες της δικής τους πολιτικής!
Είναι ίσως η μοναδική πολιτική σχολή που κατάφερε να κυβερνά και ταυτόχρονα να διαδηλώνει εναντίον όσων η ίδια ψήφισε.
Το πιο ενδιαφέρον όμως δεν είναι οι κωλοτούμπες. Είναι ότι καθεμιά παρουσιάστηκε ως ...πράξη ευθύνης.
Το «όχι» έγινε «ναι».
Η κατάργηση έγινε εφαρμογή.
Η σύγκρουση έγινε συμβιβασμός.
Η ελπίδα έγινε νέο μνημόνιο.
Και όλα αυτά βαφτίστηκαν «ρεαλισμός».
«Ψέμα, εξαπάτηση και δολώματα»
Και κάπως έτσι η πολιτική μετατράπηκε σε σχολή δικαιολογιών.
Υπάρχει όμως κάτι βαθύτερο από την πολιτική ασυνέπεια.
Η πιο επικίνδυνη πλευρά αυτής της πορείας είναι ότι καλλιέργησε τη μεγαλύτερη απογοήτευση απέναντι στην ίδια την έννοια της συλλογικής διεκδίκησης. Οταν εμφανίζεσαι ως η μεγάλη εναλλακτική και εφαρμόζεις την ίδια πολιτική, δεν απογοητεύεις μόνο όσους σε ψήφισαν. Δημιουργείς την εντύπωση ότι «όλοι ίδιοι είναι». Και αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο δώρο στο σύστημα που υποτίθεται ότι ήθελες να αλλάξεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από εκείνη τη διακυβέρνηση άνοιξε ο δρόμος για ακόμα πιο επιθετικές αντιλαϊκές πολιτικές. Οταν έχει προηγηθεί κάποιος που διακήρυττε ότι εκπροσωπεί την αριστερά και εφαρμόζει μνημόνια, τότε κάθε επόμενη κυβέρνηση βρίσκει πολύ πιο εύκολο έδαφος να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο.
Η Αλέκα Παπαρήγα είχε επισημάνει ήδη από το 2016 ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ «δεν μπορεί να πείσει τον ελληνικό λαό δίχως ψέμα, δίχως εξαπάτηση και δίχως δολώματα». Δεν επρόκειτο για προσωπική επίθεση. Ηταν πολιτική εκτίμηση για μια στρατηγική που υποσχόταν φιλολαϊκή διαχείριση ενός συστήματος που λειτουργεί με γνώμονα τα κέρδη των λίγων. Η εξέλιξη των γεγονότων επιβεβαίωσε αυτήν την επισήμανση με τρόπο δραματικό.
Βουλευτές - καγκουρό, συναλλαγές, μεταστροφές και παζάρια
Η κριτική την οποία διατύπωσε το ΚΚΕ όλα αυτά τα χρόνια δεν περιορίστηκε στην ασυνέπεια ανάμεσα σε προεκλογικές υποσχέσεις και κυβερνητικές πράξεις. Υποστήριξε ότι το φαινόμενο αυτό είναι η συνέπεια μιας βαθύτερης αντίφασης: Της ψεύτικης διακήρυξης ότι μπορεί να εφαρμοστεί ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα μέσα σε ένα οικονομικό και θεσμικό πλαίσιο που θέτει συγκεκριμένα όρια στις κυβερνητικές επιλογές.
Αλλωστε, το να πιάνεις κορόιδο τον λαό και να διαψεύδεις τις προσδοκίες του δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ιστορικό ατύχημα, αλλά ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Οι κυβερνήσεις μπορεί να αλλάζουν, τα συνθήματα να ανανεώνονται, τα πρόσωπα να έρχονται και να παρέρχονται, να αλλάζουν ιδεολογίες σαν τα πουκάμισα, να πηδάνε σαν αφηνιασμένα καγκουρό από το ένα κόμμα στο άλλο, όμως η πολιτική παρακαταθήκη αναδεικνύει ότι οι μεγάλες υποσχέσεις κρίνονται τελικά όχι από τη δύναμη των λέξεων, αλλά από τη συνέπεια των πράξεων.
Η Ιστορία ποτέ δεν αξιολόγησε τις κυβερνήσεις από τα συνθήματά τους. Τις αξιολόγησε και τις αξιολογεί από τους νόμους που ψήφισαν, τις επιλογές που έκαναν και τις συνέπειες που άφησαν πίσω τους.
Και ο ελληνικός λαός μπορεί να συγχωρεί πολλά. Εκείνο που δύσκολα συγχωρεί είναι να απαιτούν να ξεχάσει.
«Τζάμπα μαγκιές και κουτσαβακισμοί»
Πάντως τα ΜΜΕ κάνουν ό,τι μπορούν για να στηρίξουν αυτούς που ανέλαβαν με τον πιο απροκάλυπτο - και δυστυχώς κωμικοτραγικό - τρόπο να βγάλουν τη βρώμικη δουλειά για λογαριασμό του κεφαλαίου, όταν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δυσκολεύονταν να το κάνουν. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Εκτόξευση των έμμεσων φόρων, χρηματιστήρια Ενέργειας, τσάκισμα συντάξεων κ.λπ. Ολα είναι δικό τους έργο.
Τα επιτελεία του συστήματος αβαντάρουν προκλητικά όλους αυτούς τους επηρμένους και άσχετους αναλυτές που κατακλύζουν καθημερινά τα στημένα πάνελ, απαγγέλοντας τα ίδια πάντα λογύδρια που τους έχουν ετοιμάσει. Ολοι αυτοί οι «φωτεινοί παντογνώστες» και γραφικοί «πανεπιστήμονες» είναι αυτοί που ανοίγουν τον δρόμο στον Μητσοτάκη. Και ποιος αναλαμβάνει το ρόλο του κομπέρ σ' αυτήν τη θλιβερή παράσταση; Ποιος σηκώνεται από το πουθενά και τολμάει να μιλάει για «τζάμπα μάγκες διαμαρτυρόμενους», αναφερόμενος στην πολιτική του ΚΚΕ;
Ποιος; Ο πλέον αναξιόπιστος, ο μέγας «μετρ των κυβιστίσεων»! Ο ταγμένος στην αντιλαϊκή σταθερότητα, στο εκμεταλλευτικό κράτος και τους θεσμούς του. Ο δήθεν «έντιμος» που με τα νέα του «νούμερα» επιδιώκει να μας πείσει πως υπάρχει έντιμη διαχείριση της ανεντιμότητας.
ΥΓ. Στην παλιά Αθήνα, πάντως, τέτοιου είδους συμπεριφορές χαρακτήριζαν τα θρασύτατα κουτσαβάκια της εποχής, κάποιους δήθεν παλικαράδες και ψευτόμαγκες.
Της
Σεμίνας Διγενή
Πηγή: rizospastis

Η Σφήκα: Επιλογές
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου