Στο άκουσμα του θανάτου του, ένιωσα έναν θυμό, σχεδόν παιδικό, παράλογο, «όχι, αυτός δεν έπρεπε να φύγει».
Ναι, ήταν ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, πάνω απ' όλα όμως, ήταν φίλος καρδιάς. Τον εκτίμησα και τον θαύμασα, γι' αυτά που έκανε μπροστά στην κάμερα, αλλά τον αγάπησα γι' αυτά που έκανε, όταν οι κάμερες έκλειναν.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '80, του αφιέρωνα εκπομπές μου σε τηλεόραση και ραδιόφωνο. Και κάθε φορά συνέβαινε το ίδιο πράγμα, ξεκινούσαμε να μιλάμε για θέατρο ή κινηματογράφο και καταλήγαμε να μιλάμε για τη ζωή, την πολιτική, τους ανθρώπους, τα στραβά του κόσμου, για φίλους που χάθηκαν, για εκείνους που ξεπουλήθηκαν και για τους άλλους που άντεξαν.
Και βέβαια γελούσαμε πολύ. Γιατί ο Νίκος είχε σπάνιο χιούμορ. Δεν ήταν η ετοιμολογία του επαγγελματία κωμικού. Ηταν ο τρόπος να κοιτάζει τον κόσμο λοξά. Να βρίσκει το γελοίο μέσα στο πομπώδες, το παράλογο μέσα στο «φυσιολογικό», να ξεφουσκώνει με μια κουβέντα, όποιον έπαιρνε υπερβολικά σοβαρά τον εαυτό του. Και πρώτον απ' όλους, ξεφούσκωνε τον ίδιο.
Ηταν πολλά. Οχι «μόνο» ηθοποιός. Εγραφε θέατρο και ποίηση, έγραφε τραγούδια, σενάρια, σκηνοθετούσε, έπαιζε μουσική, έφτιαξε τους «Ιππείς της Πύλου» και αργότερα δημιούργησε στην Κυπαρισσία το Τρενοτεχνείο, στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, έναν χώρο πολιτισμού, ως στέκι, καταφύγιο, τόπο συνάντησης.
Ναι, ήταν ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, πάνω απ' όλα όμως, ήταν φίλος καρδιάς. Τον εκτίμησα και τον θαύμασα, γι' αυτά που έκανε μπροστά στην κάμερα, αλλά τον αγάπησα γι' αυτά που έκανε, όταν οι κάμερες έκλειναν.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '80, του αφιέρωνα εκπομπές μου σε τηλεόραση και ραδιόφωνο. Και κάθε φορά συνέβαινε το ίδιο πράγμα, ξεκινούσαμε να μιλάμε για θέατρο ή κινηματογράφο και καταλήγαμε να μιλάμε για τη ζωή, την πολιτική, τους ανθρώπους, τα στραβά του κόσμου, για φίλους που χάθηκαν, για εκείνους που ξεπουλήθηκαν και για τους άλλους που άντεξαν.
Και βέβαια γελούσαμε πολύ. Γιατί ο Νίκος είχε σπάνιο χιούμορ. Δεν ήταν η ετοιμολογία του επαγγελματία κωμικού. Ηταν ο τρόπος να κοιτάζει τον κόσμο λοξά. Να βρίσκει το γελοίο μέσα στο πομπώδες, το παράλογο μέσα στο «φυσιολογικό», να ξεφουσκώνει με μια κουβέντα, όποιον έπαιρνε υπερβολικά σοβαρά τον εαυτό του. Και πρώτον απ' όλους, ξεφούσκωνε τον ίδιο.
Ηταν πολλά. Οχι «μόνο» ηθοποιός. Εγραφε θέατρο και ποίηση, έγραφε τραγούδια, σενάρια, σκηνοθετούσε, έπαιζε μουσική, έφτιαξε τους «Ιππείς της Πύλου» και αργότερα δημιούργησε στην Κυπαρισσία το Τρενοτεχνείο, στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, έναν χώρο πολιτισμού, ως στέκι, καταφύγιο, τόπο συνάντησης.
Ολες του οι ιδιότητες σωστές και ταυτόχρονα ανεπαρκείς. Δεν χώρεσε ποτέ στις ταμπέλες. Υπήρξε πιο σημαντικός απ αυτές. Κι ίσως γι' αυτό υπήρξε τόσο καλός ηθοποιός. Γιατί πριν μάθει να παίζει ανθρώπους, τους είχε μάθει. Είχε δουλέψει οικοδομή, σε δύσκολες δουλειές, είχε γνωρίσει τη βιοπάλη. Κάποτε, μιλώντας για τα χρόνια της οικοδομής, είπε:
«Εγώ εκεί σπούδασα το θέατρο. Ανωτάτη Οικοδομική».
Μέσα στο αστείο υπήρχε όλη η φιλοσοφία του, γιατί πίστευε ότι η γνώση της ζωής δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις σχολές.
Αυτός ήταν ο Καλόγερας. Δεν έπαιζε τον λαϊκό άνθρωπο. Τον γνώριζε.
Γι' αυτό και οι ήρωές του δεν μύριζαν ποτέ «ρόλο». Κι όμως τίποτε δεν ήταν τυχαίο. Ηταν φοβερά σχολαστικός. Ελεγε:
«Ποτέ δεν έχω την ίδια περπατησιά σε κάθε ρόλο, ποτέ».
Κάθε χαρακτήρας, εξηγούσε, είχε το δικό του καλούπι, τη δική του ματιά, τον δικό του ήχο.
Δεν αντιμετώπισε ποτέ τον «λαϊκό άνθρωπο» σαν καρικατούρα.
Τον ήξερε. Είχε δουλέψει μαζί του. Είχε πεινάσει μαζί του. Είχε βρεθεί στις οικοδομές, στα λεωφορεία, στα υπόγεια, στα συνεργεία της ζωής. Γι' αυτό ο φαντάρος στη «Λούφα και Παραλλαγή», ο Μπάμπης στο «Ρεμπέτικο», ο Σωκράτης στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» δεν ήταν «ρόλοι λαϊκών ανθρώπων». Ηταν άνθρωποι.
Αυτός ο φαινομενικά ακατέργαστος τύπος, ήταν ένας εξαιρετικά λεπτολόγος τεχνίτης. Και δεν ζητούσε την επιβεβαίωση από τους «ειδικούς».
Εμπαινε κρυφά στις κινηματογραφικές αίθουσες, αφού είχε αρχίσει η προβολή, καθόταν μέσα στο σκοτάδι και παρακολουθούσε τους θεατές. Ηθελε να δει αν αυτό που ο ίδιος θεωρούσε καλό, λειτουργούσε πράγματι στον κόσμο. Να καταλάβει πού γελούσε, πού σώπαινε, πού συγκινούνταν.
Γιατί ο τελικός κριτής γι' αυτόν δεν ήταν το κοσμικό τραπέζι μετά την πρεμιέρα. Ηταν η πλατεία.
Η αλλεργική σχέση του με την υποταγή
Ο Νίκος μπορούσε να γίνει δύσκολος. Σε εποχές που η «προσαρμοστικότητα» θεωρείται προσόν, εκείνος είχε μια σχεδόν αλλεργική σχέση με την υποταγή. Είπε «όχι» σε μεγάλες δουλειές, σε μεγάλα ονόματα, σε χρήματα που είχε ανάγκη. Ηθελε κότσια, να λες «όχι», όταν όλοι γύρω σού εξηγούσαν πόσο συμφέρον θα ήταν να πεις «ναι». Αν εκτιμούσε πως κάτι δεν του ταίριαζε, δεν το έκανε. Τελεία.
Δεν ήταν πόζα. Η πόζα είναι εύκολη όταν έχεις εξασφαλισμένο τον επόμενο μισθό. Ο Νίκος είχε γνωρίσει και την ανεργία και την οικονομική δυσκολία. Κι όμως, όταν χρειάστηκε, προτίμησε να επιστρέψει στην οικοδομή, παρά να κάνει κάτι που θα τον ακύρωνε.
Δεν ήταν ασυμβίβαστος επειδή δεν είχε πειρασμούς. Ηταν ασυμβίβαστος επειδή είχε και αντιστεκόταν. Δεν ήταν αντισυμβατικός με τη σημερινή, εύκολη έννοια της δήθεν αντισυμβατικότητας, που συχνά αποτελεί μέρος ενός προσεκτικά σχεδιασμένου μάρκετινγκ. Ο Νίκος το πλήρωσε ακριβά αυτό. Σε χρήμα, σε δουλειές, σε ευκαιρίες.
Ελεγε ότι λειτουργούσε πάντα σαν να είχε πολλά λεφτά, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε σχεδόν ποτέ. Κι όταν δεν είχε δουλειά, δεν αναθεωρούσε τις αρχές του. Πάλι η οικοδομή τον ξελάσπωνε. Μιλώντας μάλιστα για τις διαφημίσεις που αρνιόταν να κάνει, έλεγε ότι δεν θα μπορούσε ύστερα να κοιτάξει τον άλλον στα μάτια.
Αυτό είναι ίσως το κλειδί για να τον καταλάβει κανείς. Ηθελε να μπορεί να σε κοιτάζει στα μάτια.
Σε μια εποχή όπου η δημόσια εικόνα κατασκευάζεται, οι απόψεις προσαρμόζονται, οι γωνίες λειαίνονται και οι άνθρωποι μαθαίνουν να είναι «κατάλληλοι», εκείνος παρέμενε ακατάλληλος. Ακόμα και το χιούμορ του είχε δόντια. Χωμάτινο κι αυτοσαρκαστικό, ποτισμένο με εκείνη την τρομερή ικανότητα των πραγματικά λαϊκών ανθρώπων να αφηγούνται ακόμη και τη συμφορά τους έτσι ώστε στο τέλος να γελάς.
Διηγιόταν, για παράδειγμα, πως όταν σπούδαζε θέατρο έκανε ό,τι δουλειά έβρισκε: Οικοδομές, πάγκο στο Μοναστηράκι, ακόμη και βυρσοδεψείο. Η μυρωδιά είχε ποτίσει τόσο τα ρούχα και το σώμα του ώστε, όταν πήγε στη σχολή να παίξει τη σκηνή αναγνώρισης του Ορέστη με την Ηλέκτρα και άνοιξε τα χέρια να αγκαλιάσει τη συμφοιτήτριά του, εκείνη δεν άντεξε τη δυσωδία. Ο ίδιος θυμόταν ότι ντράπηκε τόσο, ώστε εξαφανίστηκε για έναν μήνα.
Με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου ήταν φίλοι από τα χρόνια που δεν υπήρχαν χρήματα και, όπως θυμόταν, ένα πεντακοσάρικο από το νυχτοκάματο του Βασίλη το μοιραζόταν η παρέα για να φάνε όλοι.
Ο Καλογερόπουλος ήταν άνθρωπος της παρέας. Της πραγματικής παρέας, όχι των δημοσίων σχέσεων. Μιλούσε με τρυφερότητα για τους συναδέλφους του, τους τεχνικούς, τους φίλους του, για εκείνη τη γενιά που γύριζε ταινίες, βοηθώντας ο ένας τον άλλον «από καρδιάς, όχι από μεροκάματο».
Ο χαρακτήρας του έγινε η μοίρα του
Ελεγε συχνά τη φράση του Ηράκλειτου:
«Ηθος ανθρώπου δαίμων».
Αν υπάρχει ένας άνθρωπος στον οποίο αυτή η φράση ταιριάζει απόλυτα, είναι ο ίδιος. Ο χαρακτήρας του έγινε το πεπρωμένο του. Του κόστισε, αλλά τον έσωσε κιόλας.
Κι όμως, θα ήταν άδικο να μείνει κανείς μόνο στον ατίθασο, στον βωμολόχο, στον οργισμένο Καλογερόπουλο, γιατί πίσω από όλα αυτά, υπήρχε ένας βαθιά τρυφερός άνθρωπος.
Μπορούσε να συγκινηθεί με μια μικρή πράξη αλληλεγγύης, περισσότερο απ' όσο με έναν μεγάλο έπαινο. Μιλώντας κάποτε για μια παράτολμη δημόσια δράση στη Βουλή, που είχαν κάνει μαζί με τον Γιώργο Μαργαρίτη, θυμόταν ότι αργότερα έμαθε πως ο Μαργαρίτης είχε πει ότι πήγε μαζί του, επειδή δεν ήθελε... «να τον αφήσει μόνο του». Ο Νίκος δεν το ξέχασε ποτέ, γιατί για εκείνον η φιλία δεν ήταν μόνο κοινωνική συναναστροφή. Ηταν να μην αφήνεις τον άλλον μόνο του.
Ενα αγύριστο κεφάλι
Αυτόν τον Νίκο θυμάμαι κι εγώ, γράφοντας σήμερα - μια μέρα μετά τον θάνατό του - αυτό το κείμενο.
Οχι μόνο τον ηθοποιό απέναντί μου στις εκπομπές, αλλά τον φίλο, μ' εκείνη τη βροντερή φωνή. Τις ξαφνικές εκρήξεις γέλιου. Την αθυροστομία που μπορούσε, μέσα σε δευτερόλεπτα, να μετατραπεί σε ποίηση. Εκείνο το βλέμμα που αγρίευε όταν μιλούσε για αδικία και γινόταν παιδικό όταν αναφερόταν σε ανθρώπους που αγαπούσε.
Και θυμάμαι πόσο δύσκολο ήταν να τον κρατήσεις μέσα στα όρια μιας τηλεοπτικής εκπομπής. Ευτυχώς.
Οι ενδιαφέροντες άνθρωποι δεν χωρούν εύκολα στα τηλεοπτικά λεπτά.
Θυμάμαι ακόμα ένα ζόρικο ζεϊμπέκικο, που χόρεψε σε μια εκπομπή μου, τραγουδισμένο συγκλονιστικά, από τον Νίκο Δημητράτο. Είχε απλώσει τα χέρια σαν φτερά, σαν να ήθελε να μας αγκαλιάσει όλους, μας κοίταζε κατάματα, κάνοντας στροφές - λες - πάνω από το έδαφος...
Ο Νίκος είχε πολιτική άποψη για την τέχνη. Δεν πίστευε στην αποστειρωμένη τέχνη, την αποκομμένη από όσα συμβαίνουν γύρω της. Ο πολιτισμός - έλεγε - δεν είναι πολυτέλεια, ούτε εμπόρευμα για όσους μπορούν να πληρώσουν. Είναι ανάγκη. Οπως το ψωμί, η παρέα, το τραγούδι. Οπως μια κουβέντα που αξίζει να ειπωθεί.
Ηταν ένας δημιουργός που έβλεπε τον κόσμο ταξικά, κοινωνικά, ανθρώπινα, που ήθελε η σάτιρα να έχει στόχο και το γέλιο να αφήνει μετά κάτι περισσότερο από ένα χαμόγελο. Μπορούσε να μετατρέψει τη φτώχεια σε ιστορία, την ατυχία σε ανέκδοτο, την οργή σε σάτιρα. Και τη σάτιρα σε πολιτική πράξη.
Γι' αυτό και η ανακοίνωση του ΚΚΕ πιάνει μια ουσιαστική πλευρά του όταν τον αποχαιρετά ως «πολυτάλαντο και ανήσυχο δημιουργό» που έκανε το γέλιο αιχμηρό και τη σάτιρα κοινωνικό σχόλιο, δίνοντας πρόσωπο και φωνή στους καθημερινούς ανθρώπους, στις αντιφάσεις, στα βάσανα και στα όνειρά τους.
Τώρα λοιπόν που έφυγε τι μπορείς να πεις; Οτι υπήρξε σπουδαίος ηθοποιός; Το ξέρουμε. Οτι υπήρξε πολυτάλαντος; Το απέδειξε. Οτι ήταν ασυμβίβαστος; Το πλήρωσε. Οτι ήταν αστείος; Ακόμη και όταν μιλούσε για τον θάνατο κατάφερνε να τον κοροϊδεύει. Οταν ένας δημοσιογράφος τού υπενθύμισε παλιότερη δήλωσή του για το «όταν με το κακό φύγουμε», τον διόρθωσε αμέσως:
«Με το καλό ρε, ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ θα φύγουμε».
Να λοιπόν που έφτασε εκείνο το «με το καλό». Μόνο που για εμάς τους υπόλοιπους δεν έχει τίποτε καλό. Εχει μια άδεια καρέκλα και ταινίες που θα ξαναδούμε διαφορετικά. Εχει παλιές εκπομπές που τώρα θα πονάνε λίγο περισσότερο. Εχει εκείνο το γέλιο του που θα ακούγεται από παλιά πλάνα και για μια στιγμή θα δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως ο Νίκος είναι ακόμη εδώ, έτοιμος να πει κάτι ακατάλληλο, αστείο, θυμωμένο και απολύτως αληθινό.
Ασυμβίβαστος. Τρυφερός. Ελεύθερος
Γεια σου, λοιπόν, φίλε.
Γεια σου, Καλόγερα.
Και σ' ευχαριστώ για όσα μου χάρισες, τις κουβέντες, τα γέλια, τα ξενύχτια, τις διαφωνίες, για όσα είπες μπροστά στις κάμερες και κυρίως για όσα ήσουν όταν αυτές έσβηναν.
Δεν χωράς εύκολα σε έναν αποχαιρετισμό. Γιατί πώς αποχαιρετάς έναν άνθρωπο που κράτησε μέχρι τέλους, εκείνη την παράξενη συμμαχία του μάγκα με τον ποιητή, του χωρατατζή με τον διανοούμενο, του ρεμπέτη με τον αρχαίο φιλόσοφο, του αθυρόστομου με τον βαθιά τρυφερό;
Τελικά, είχες δίκιο. Ηθος ανθρώπου δαίμων. Ο χαρακτήρας είναι η μοίρα του ανθρώπου. Κι εσύ είχες την τύχη και πλήρωσες το πρόστιμο, να μείνεις μέχρι τέλους ο χαρακτήρας σου.
Αλύγιστος. Ασυμβίβαστος. Τρυφερός.
Και ελεύθερος. Η δική σου μοίρα ήταν δύσκολη, αστεία, ανυπότακτη, γενναιόδωρη.
Απολύτως όμως, δική σου.
Το ΚΚΕ βρήκε ίσως τον σωστότερο τρόπο αποχαιρετισμού. Δεν έκλεισε την ανακοίνωσή του με συμβατικές φράσεις. Διάλεξε δυο δικούς του στίχους:
«Γεια τους που δε λυγίζουνε
και που δεν προσκυνάνε...».
Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ
Πηγή: rizospastis

Η Σφήκα: Επιλογές
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου