Μέσιασε ο Αύγουστος και κυκλοφορούμε κι ανήμερα της Μεγαλόχαρης ως εφημερίδα στο χριστιανικώς αναφερόμενο και ως Πάσχα του καλοκαιριού, τρομάρα μας. Σ' αυτήν εδώ την παραδεισένια γωνιά της γης, που λένε ότι γεννήθηκαν ιδέες και θεσμοί, αγώνες λαϊκοί, με τη δόξα πάντα ημίγυμνη, κουρελιασμένη, να στολίζει άδικα παλάτια κατακτητών και αριστοκρατών, γεμίσαμε σκυβαλότοπους. Τη λάτρεψα αυτή την υπέροχη ελληνική λέξη, που έπλασαν οι Κύπριοι για τις χωματερές. Μικροί και μεγάλοι, επικίνδυνοι κι αγριευτικοί στην όψη, οι σκυβαλότοποι γιγαντώνονται τους θερινούς μήνες και πνιγόμαστε ανεπαισθήτως εντός κι εκτός των σκουπιδοτειχών, με μια έπαρση, μια θεοποίηση της ευκολίας και της βολής μας, που μόνο οι φονιάδες του άμεσου περιβάλλοντος διαπράττουν με τη βεβαιότητα ότι είναι στη σωστή πλευρά της Ιστορίας που κατασκευάζουν για την πάρτη τους.
Αλλά πώς να μην πολλαπλασιαστεί η ουσιαστική και αισθητική ασφυξία, όταν τετραπλασιάζεται ο πληθυσμός από τις ορδές κουρασμένων και απελπισμένων κυνηγών του ήλιου. Η λεγόμενη βαριά βιομηχανία της χώρας παράγει ευθέως ανάλογα με τα κέρδη, απορρίμματα, απόβλητα, και ανύπαρκτες ως στρεβλές περιβαλλοντικές συνειδήσεις. Αυτοί που τον χειμώνα αγόρασαν κι αγοράζουν το καπιταλιστικό παραμύθι της πράσινης υπερανάπτυξης ιδιωτικών και υποανάπτυξης λαϊκών συμφερόντων, το καλοκαίρι μετατρέπουν έτσι κι αλλιώς την κηδεία σε πανηγύρι, τη λειψυδρία σε συνήθεια, και τις διακοπές σε δύο εκδοχές μαρτυρίου ιθαγενών. `Η μένεις στα πυρωμένα τσιμέντα με τα εννιά μποφόρ να μαστιγώνουν τη βεράντα που δεν μπορείς να βγεις, και σερφάρεις στους ωκεανούς της καταναλωτικής οφθαλμοπορνείας του temu, ή ξεκινάς για κει που μπορεί η τσέπη σου, λίγες μερούλες, ίσαμε να σηκώσεις φωτό στο ίσταγκραμ που μυρίζει καρύδα, ιδρώτα, και μαγκιά ντόπιου σαρβάιβορ.
Δεν αποδομώ το υπαρκτό, δυστυχώς στις μέρες μας, καλά κρυμμένο, ελληνικό καλοκαίρι, που είναι όμορφο και στο βουνό, και στη θάλασσα, και στη ραστώνη και την κάλμα του θέρους. Αυτό στη γοητεία του οποίου υπέκυψαν και οι διανοούμενοι αστοί, στη δεκαετία του πενήντα και του εξήντα, πριν πλακώσουν τα κακέκτυπα του Ωνάση κι οι κρουαζιέρες και τα κότερα, που περιμένουν και στο τελευταίο ψαροχώρι να τους υποδεχτούν χαβανέζες με ανθοπεριλαίμια. Μιλάω για την εκβιασμένη, ιδιωτικοποιημένη κυριολεκτώ, εκδοχή του εμπορευματοποιημένου δικαιώματος στις διακοπές. Πάνε δεκαετίες ήδη που οι εικοσιδύο εργάσιμες μέρες άδειας, σε περίπου κοινό χρόνο με τους άλλους, τους φίλους, τους γνωστούς, την κοινωνία βρε αδερφέ, άφηνε περιθώριο να διαλέξεις πού και πώς θα ξεκουραστείς. Τι διάολο καλοκαίρι μπορείς να κομποστοποιήσεις σε μια βδομάδα λειψή, στον κοντινότερο συνωστισμό, ή στο απόμερο που θες μια μέρα να πας και μια να 'ρθεις.
Πάω στοίχημα πως καθώς ο τουριστικός καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός θεριεύει σ' έναν κόσμο που στενεύει και γεμίζει τις ακτές και τα χωράφια, πότε με σκελετούς, πότε με σκύβαλα, θ' αρχίσουν να ξεφυτρώνουν πρακτορεία που θα πουλάνε πακέτα διακοπών σε δωμάτια τουριστικού πανικού. Εδώ έφτιαξαν ταινίες με παιχνίδια πείνας, και θα διστάσουν να κλέψουν και τα απομεινάρια του απλού κι όμορφου ελληνικού καλοκαιριού; Οταν ένας λαός υποδέχεται τουρίστες σε μια γη κι έναν τρόπο ζωής που άφησε να μην του ανήκει, τότε γίνεται εύκολα σκυβαλότοπος. Και σκύβαλο είναι είτε ό,τι απομένει από το κοσκίνισμα του σιταριού, είτε τα κόπρανα και τα σκουπίδια, είτε μεταφορικά ο ανάξιος άνθρωπος. Ο,τι διαλέγεις παίρνεις, ό,τι υπερασπίζεσαι είσαι. Καλό αποκαλόκαιρο!
Πηγή: rizospastis

Η Σφήκα: Επιλογές
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου