Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Η πρέσβειρα της αποικίας και η διπλωματία της χλιδής


Υπάρχει μια παλιά αποικιοκρατική συνήθεια. Ο εκπρόσωπος της μεγάλης δύναμης φτάνει σε μια μικρότερη χώρα και συμπεριφέρεται όχι σαν φιλοξενούμενος, αλλά σαν ιδιοκτήτης. Δεν χρειάζεται να φοράει στρατιωτική στολή ούτε να κρατάει μαστίγιο. Αρκεί να διαθέτει τις κατάλληλες γνωριμίες, την κατάλληλη περιφρόνηση για τον λαό που τον υποδέχεται. Και, φυσικά, την ακλόνητη πεποίθηση ότι ολόκληρη η χώρα αποτελεί προέκταση των συμφερόντων που εκπροσωπεί.

Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ, πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, προσφέρεται για μια αποκαλυπτική συζήτηση γύρω από αυτήν ακριβώς τη νοοτροπία. Το πρόβλημα δεν είναι το ντύσιμό της, τα κοσμήματά της, οι κοινωνικές συναναστροφές της ή το δικαίωμά της να ζει όπως επιθυμεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επιδεικτική πολυτέλεια συναντά την πολιτική ισχύ. Όταν η χλιδή μετατρέπεται σε δημόσια επίδειξη ταξικής ανωτερότητας. Και κυρίως, όταν πίσω από το κοσμοπολίτικο περιτύλιγμα, διακρίνεται η παλιά, γνώριμη απαίτηση της Ουάσιγκτον: Η Ελλάδα να παραμένει υπάκουη, πρόθυμη, διαθέσιμη και πειθαρχημένη.

Η πρέσβειρα μπορεί να αλλάζει φορέματα και μακιγιάζ. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν αλλάζει ταξικό χαρακτήρα.

Η διπλωματία του σαλονιού και η πολιτική του υποτελούς

Η αμερικανική διπλωματία έχει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μεταμφιέζει τις σχέσεις εξάρτησης σε σχέσεις φιλίας. Τις στρατιωτικές δεσμεύσεις σε εγγυήσεις ασφάλειας. Τις οικονομικές απαιτήσεις σε επενδυτικές ευκαιρίες. Και την πολιτική υποτέλεια σε στρατηγική συνεργασία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η δημόσια εικόνα της Γκιλφόιλ αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό. Δεν πρόκειται απλώς για μια εκπρόσωπο του αμερικανικού κράτους, με ακριβά γούστα και προτίμηση στην πολυτελή ζωή. Πρόκειται για την εκπρόσωπο μιας υπερδύναμης που έχει συνηθίσει να αντιμετωπίζει τις μικρότερες χώρες ως γεωπολιτικά εργαλεία. Η Ελλάδα, για την Ουάσιγκτον, δεν είναι πρωτίστως η χώρα των εργαζομένων, των συνταξιούχων, των ανέργων, των νέων που δυσκολεύονται να πληρώσουν το νοίκι τους. Είναι στρατηγικό σταυροδρόμι, ενεργειακός κόμβος, βάση επιχειρήσεων, στρατιωτικό προγεφύρωμα. Και οι ελληνικές κυβερνήσεις; Αυτές διαγωνίζονται επί δεκαετίες για το ποια θα αποσπάσει το θερμότερο χειροκρότημα από την αμερικανική πρεσβεία. Κάποτε οι πρέσβεις των μεγάλων δυνάμεων κάπως προσπαθούσαν για να επιβάλουν την επιρροή και τις αποφάσεις τους. Σήμερα τους στρώνουν το χαλί, προκλητικά και ανενδοίαστα, οι ίδιοι οι κυβερνώντες.

Δεν χρειάζεται να απαιτήσεις υποταγή όταν υπάρχουν πρόθυμοι να σου την προσφέρουν ως ένδειξη φιλοξενίας.

Σαμπάνια για τους λίγους, ακρίβεια για τους πολλούς

Η αισθητική της χλιδής, βέβαια, δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Ιδιαίτερα σε μια κοινωνία όπου η πλειοψηφία μετράει το κόστος του σούπερ μάρκετ, του ηλεκτρικού ρεύματος και της στέγης. Ας φανταστούμε δύο εικόνες της ίδιας Ελλάδας.

Στην πρώτη, τα σαλόνια της οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Ακριβά ενδύματα, λαμπερές δεξιώσεις, φωτογραφίες, χειραψίες, άνθρωποι που μιλούν για μπίζνες και ευημερία, κρατώντας ποτήρια σαμπάνιας.

Στη δεύτερη, μια καθαρίστρια που επιστρέφει εξαντλημένη από τη δουλειά, ένας συνταξιούχος που υπολογίζει τα φάρμακά του, ένας νέος που συγκατοικεί στα τριάντα πέντε του με τους γονείς του, επειδή δεν μπορεί να πληρώσει μόνος του ένα σπίτι.

Αυτές οι εικόνες δεν αποτελούν απλώς διαφορετικούς τρόπους ζωής. Αποτελούν τις δύο όψεις μιας ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας.

Η προκλητική αντίθεση δεν βρίσκεται στο πόσο ακριβή είναι μια λαμπερή τουαλέτα. Βρίσκεται στο ότι ένα ολόκληρο πολιτικό και οικονομικό σύστημα παρουσιάζει την υπερσυσσώρευση πλούτου ως επιτυχία και τη φτώχεια ως ατομική αποτυχία.

Η Γκιλφόιλ μπορεί να μη δημιούργησε αυτό το σύστημα, εκπροσωπεί όμως ένα κράτος που αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς εγγυητές του. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ταξική ουσία της υπόθεσης. Δεν ενοχλεί η προκλητική συμπεριφορά της. Ενοχλεί η πολιτική αλαζονεία ενός κόσμου που απαιτεί θυσίες από τους πολλούς, ενώ θεωρεί αυτονόητα τα προνόμια των λίγων.

Όταν η αποικιοκρατική υπεροψία γίνεται είδηση

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις, ωστόσο, δίνουν στην υπόθεση πολύ σοβαρότερη διάσταση. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της «Wall Street Journal», που αναπαρήγαγε το «Associated Press» στις 11 Οκτωβρίου, η Γκιλφόιλ φέρεται να υποστήριξε σε κοινωνική εκδήλωση ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν, εφόσον το επιθυμούσαν, να υπονομεύσουν την ελληνική κυβέρνηση ή και να τη «ρίξουν». Πρόκειται για καταγγελλόμενη δήλωση, όχι για αδιαμφισβήτητα επιβεβαιωμένο γεγονός. Ωστόσο, η βαρύτητά της είναι τεράστια. Γιατί εδώ δεν μιλάμε μόνο για μια διπλωματική απρέπεια. Μιλάμε για την ίδια τη λογική του ιμπεριαλιστικού εκβιασμού.

Ποιος έδωσε σε μια ξένη πρέσβειρα το δικαίωμα να αντιμετωπίζει την ελληνική κυβέρνηση σαν διοίκηση πολυκατοικίας που μπορεί να αλλάξει ο ιδιοκτήτης; Και τι ακριβώς θα έπρεπε να αισθανθεί ο ελληνικός λαός; Ευγνωμοσύνη επειδή η Ουάσιγκτον δεν αποφάσισε ακόμη να αξιοποιήσει αυτήν την υποτιθέμενη δυνατότητα; Η ιστορική μνήμη δεν είναι τόσο κοντή. Ούτε ο Πιουριφόι, ούτε οι αμερικανικές παρεμβάσεις στην ελληνική πολιτική ζωή, ούτε η στήριξη των ΗΠΑ στη δικτατορία αποτελούν λεπτομέρειες που μπορούν να σβηστούν κάτω από το χαλί μιας πρεσβευτικής δεξίωσης.

Οι μπίζνες, τα ιδιωτικά τζετ και το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας

Οι αποκαλύψεις δεν περιορίζονται σε δηλώσεις. Η «Wall Street Journal» δημοσίευσε πληροφορίες για ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη, πολυτελείς φιλοξενίες από ισχυρούς επιχειρηματίες και καταγγελίες για προώθηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων. Παράλληλα, η Γκιλφόιλ κατηγορήθηκε ότι ζήτησε από χρηματοδότη του Τραμπ να καλύψει λογαριασμό πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, με αντάλλαγμα, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, πολιτική πρόσβαση. Η δικηγόρος της αμφισβητεί τις καταγγελίες και αρνείται οποιαδήποτε παρανομία.

Ακόμη και ο Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο φέρονται, σύμφωνα με το «Associated Press», να εξετάζουν την απομάκρυνσή της.

Αλλά το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν θα παραμείνει η Γκιλφόιλ στη θέση της. Το ερώτημα είναι ποιο σύστημα επιτρέπει να συμπλέκονται τόσο στενά η διπλωματία, οι ενεργειακοί όμιλοι, οι επιχειρηματίες και η πολιτική επιρροή.

Ένα σύστημα όπου οι λαοί ακούν διαρκώς για δημοσιονομική πειθαρχία, ενώ στα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας κυκλοφορούν ποσά που ένας εργαζόμενος δεν θα συγκεντρώσει ούτε σε ολόκληρη τη ζωή του.

Και το πιο αποκαλυπτικό; Ο Ρούμπιο είχε επαινέσει δημόσια την πρέσβειρα για την αποτελεσματικότητά της στην προώθηση των αμερικανικών ενεργειακών συμφερόντων.

Να, λοιπόν, το κριτήριο της επιτυχίας!

Όχι η ειρήνη. Όχι η ευημερία των λαών. Όχι ο σεβασμός της κυριαρχίας μιας χώρας. Μόνο η εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων. Θα ήταν πολιτικά επιφανειακό να περιοριστεί η κριτική στην προσωπικότητα της κυρίας Γκιλφόιλ.

Αν αύριο αντικατασταθεί από έναν λιγότερο επιδεικτικό διπλωμάτη, με πιο διακριτικό ντύσιμο και καλύτερους τρόπους, θα πάψουν οι αμερικανικές βάσεις να βρίσκονται στην Ελλάδα; Θα σταματήσει η εμπλοκή της χώρας στους επικίνδυνους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς; Θα πάψουν τα ενεργειακά μονοπώλια να διεκδικούν κέρδη και γεωπολιτική επιρροή; Ασφαλώς όχι.

Η Γκιλφόιλ είναι ένα πρόσωπο. Το πρόβλημα είναι ένα ολόκληρο πλέγμα οικονομικής, στρατιωτικής και πολιτικής εξάρτησης.

Και οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν τεράστια ευθύνη για τη διατήρησή του. Η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, έχουν υπηρετήσει τη στρατηγική της βαθύτερης πρόσδεσης της χώρας στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς.

Γι' αυτό και η επίδειξη πλούτου μιας πρέσβειρας δεν είναι το μεγαλύτερο σκάνδαλο. Μεγαλύτερο σκάνδαλο είναι να παρουσιάζεται η μετατροπή της χώρας σε στρατιωτικό και ενεργειακό ορμητήριο ως εθνική επιτυχία.

Να βαφτίζεται η υποταγή «αναβάθμιση».

Να αποκαλείται η εξάρτηση «συμμαχία».

Και να ζητείται από τον λαό να χειροκροτάει, επειδή οι ισχυροί του κόσμου επέλεξαν την πατρίδα του για τις δουλειές τους.

Η Ελλάδα δεν είναι ιδιωτικό θέρετρο της αμερικανικής πρεσβείας

Η Γκιλφόιλ μπορεί να θεωρεί ότι η διπλωματία ασκείται ανάμεσα σε πολυτελή ξενοδοχεία, ιδιωτικά αεροσκάφη και επιχειρηματικές συναντήσεις. Η Ελλάδα, όμως, δεν κατοικεί σε αυτά τα σαλόνια. Κατοικεί στις γειτονιές, στα εργοστάσια, στα νοσοκομεία και στα σχολεία που υποχρηματοδοτούνται. Στα σπίτια που απειλούνται από πλειστηριασμούς. Στους χώρους δουλειάς όπου η ανθρώπινη ζωή αντιμετωπίζεται ως κόστος.

Και αυτή η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να αισθάνεται δέος μπροστά στη χλιδή της αμερικανικής εξουσίας.

Έχει κάθε λόγο να απαιτεί απεμπλοκή από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, με τον λαό κυρίαρχο στον τόπο του.

Γιατί η αξιοπρέπεια ενός λαού δεν μετριέται από το πόσο λαμπερές δεξιώσεις διοργανώνονται.

Μετριέται από το αν μπορεί να αποφασίζει ο ίδιος για τη ζωή και το μέλλον του.

Και μια τελευταία παρατήρηση προς τους εγχώριους θαυμαστές της αμερικανικής ισχύος. Η Γκιλφόιλ κάποια στιγμή θα φύγει. Θα πάρει μαζί της τις βαλίτσες, τα κοσμήματα, τα δώρα της και τις φωτογραφίες των κοσμικών εκδηλώσεων.

Οι αμερικανικές βάσεις, όμως, θα παραμείνουν. Οι δεσμεύσεις θα παραμείνουν. Τα μονοπωλιακά συμφέροντα θα συνεχίσουν να διεκδικούν το μερίδιό τους.

Εκτός αν ο ελληνικός λαός αποφασίσει διαφορετικά.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι η πρέσβειρα συμπεριφέρεται σαν να της ανήκει η χώρα. Είναι ότι υπάρχουν κυβερνήσεις που συμπεριφέρονται σαν να της την έχουν παραχωρήσει.


Πηγή: 902



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου