Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λινέρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λινέρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Η παγκοσμιοποίηση πέθανε και θα περάσει στην Ιστορία

Του Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα


Η άρνηση της Μεγάλης Βρετανίας να παραμείνει στην Ε.Ε. και η εκλογική νίκη του Τραμπ δείχνουν έναν κόσμο που αναποδογύρισε, καθώς φαίνεται να εξάντλησε τις ψευδαισθήσεις που τον έτρεφαν για έναν αιώνα Είναι μια εποχή απόλυτης αβεβαιότητας και ακριβώς γι αυτό δυνητικά και πολύ γόνιμη

Η φρενίτιδα για την άμεση υλοποίηση ενός κόσμου χωρίς σύνορα, o θόρυβος που γίνεται για τη συνεχή υποτίμηση της σημασίας των εθνικών κρατών στο όνομα του ελεύθερου επιχειρείν και η σχεδόν θρησκευτική βεβαιότητα πως η κοινωνία όλου του πλανήτη στο τέλος θα συναποτελέσει ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο οικονομικό, χρηματιστικό και πολιτισμικό πεδίο, κατέρρευσαν προκαλώντας το βουβό δέος των φιλο-παγκοσμιοποιητικών ελίτ του κόσμου.

Η άρνηση της Μεγάλης Βρετανίας να παραμείνει στην Ε.Ε. – το σημαντικότερο σχέδιο ενοποίησης κρατών της τελευταίας εκατονταετίας – και η εκλογική νίκη του Τραμπ – που διακήρυξε την επιστροφή στον οικονομικό προστατευτισμό, ανήγγειλε την απόρριψη των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου και υποσχέθηκε την οικοδόμηση γιγάντιων συνοριακών τειχών –, διέλυσαν τις μεγαλύτερες και πιο επιτυχημένες φιλελεύθερες ψευδαισθήσεις της εποχής μας.

Το ότι όλα αυτά προέρχονται από δύο κράτη που, εδώ και 35 χρόνια, φορώντας τις πολεμικές τους πανοπλίες, διακηρύσσανε την έλευση του ελεύθερου εμπορίου και της παγκοσμιοποίησης σαν την αναπόφευκτη μοίρα της ανθρωπότητας, μας δείχνει έναν κόσμο που αναποδογύρισε, ή, ακόμη χειρότερα, που εξάντλησε τις ψευδαισθήσεις που τον έτρεφαν για έναν αιώνα.

Είναι γεγονός πως η παγκοσμιοποίηση – σαν στόχος και αφήγηση, γιατί τέτοια είναι –, σαν ιδεολογικός ορίζοντας ικανός να καναλιζάρει τις συλλογικές ελπίδες προς μια ενιαία προοπτική που θα μπορούσε να υλοποιήσει κάθε προσδοκία ευζωίας, διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια. Και σήμερα δεν έχει πάρει τη θέση της κανένα παγκόσμιο όραμα που να συναρθρώνει τις κοινές ελπίδες. Αυτό που έχουμε είναι μόνο μια φοβισμένη αναδίπλωση εντός των συνόρων του καθένα, και μια επιστροφή σε ένα είδος πρωτόγονης πολιτικής, που τρέφεται από ξενοφοβία, μπροστά σε έναν κόσμο που δεν ανήκει πλέον σε κανέναν.


Η γεωπολιτική διάσταση του καπιταλισμού


Ο Μαρξ ήταν αυτός που ξεκίνησε τη μελέτη της γεωγραφικής διάστασης του καπιταλισμού. Η διαφωνία του με τον οικονομολόγο Φρίντριχ Λιστ για τον «εθνικό καπιταλισμό» του 1847 και οι σκέψεις του πάνω στις επιπτώσεις της ανακάλυψης των ορυχείων της Καλιφόρνιας σχετικά με το διατλαντικό εμπόριο με την Ασία, τον αναδεικνύουν σαν τον πρώτο και πιο σοβαρό μελετητή των διαδικασιών οικονομικής παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού.

Πράγματι η συνεισφορά του δεν βασίζεται στην κατανόηση του παγκοσμιοποιημένου χαρακτήρα του εμπορίου που ξεκίνησε με την εισβολή των Ευρωπαίων στην Αμερική, αλλά στην πλανητικά επεκτατική φύση της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής.

Οι έννοιες της τυπικής και πραγματικής υπαγωγής της παραγωγικής διαδικασίας στο κεφάλαιο με τις οποίες ο Μαρξ ερμηνεύει την αέναη αυτο-κίνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, προϋποθέτουν την αυξανόμενη υπαγωγή της εργατικής δύναμης, της κοινωνικής γνώσης και της γης στη διαδικασία καπιταλιστικής συσσώρευσης, δηλαδή την υπαγωγή των συνθηκών ζωής ολόκληρου του πλανήτη στην αξιοποίηση του κεφαλαίου.

Από αυτό προκύπτει και το ότι στα πρώτα 350 χρόνια της ύπαρξης του, η γεωπολιτική διάσταση του καπιταλισμού πέρασε από τις πόλεις-κράτη στις ηπείρους, και στα τελευταία 150 χρόνια, σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Η (υλική) οικονομική παγκοσμιοποίηση είναι συνεπώς έμφυτη στον καπιταλισμό. Το ξεκίνημά της μπορεί να τοποθετηθεί 500 χρόνια πριν, από τότε δηλαδή που άρχισε να εξαπλώνεται διαρκώς, αν και με τρόπο αποσπασματικό και αντιφατικό.

Αν ακολουθήσουμε τα διαγράμματα του Τζιοβάνι Αρίγκι, στη θεωρία του για τους συστημικούς κύκλους της καπιταλιστικής συσσώρευσης υπό την καθοδήγηση ενός ηγεμονικού κράτους, θα συναντήσουμε: τη Γένοβα (15ο-16ο αιώνα), τις Κάτω Χώρες (18ο αιώνα), την Αγγλία (19ο αιώνα), και τις Ηνωμένες Πολιτείες (20ό αιώνα). Καθεμία από αυτές τις ηγεμονίες συνοδεύτηκε από μια επέκταση της παγκοσμιοποίησης (αρχικά εμπορικής, μετά παραγωγικής, τεχνολογικής, γνωστικής και τέλος περιβαλλοντικής) και από μια εδαφική επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων.

Αυτό όμως που αποτελεί πράγματι μια πρόσφατη εξέλιξη στο εσωτερικό αυτής της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, είναι η συγκρότησή της ως ένα πολιτικο-ιδεολογικό σχέδιο, σαν όραμα και κοινή λογική, δηλαδή σαν ορίζοντα της εποχής ικανό να συνδυάζει τα πολιτικά πιστεύω και τις ηθικές προσδοκίες των ανδρών και των γυναικών που ανήκουν σε όλα τα έθνη του κόσμου.


Το «τέλος της ιστορίας»


Η παγκοσμιοποίηση σαν αφήγημα και ιδεολογία της εποχής μας, δεν μετρά περισσότερα από 35 χρόνια. Ξεκίνησε από τον πρόεδρο Ρόναλντ Ρίγκαν και την πρωθυπουργό Μάργκαρετ Θάτσερ, με τη διάλυση του κοινωνικού κράτους, την ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων, εκμηδενίζοντας τη δύναμη του εργατικού συνδικαλισμού και αντικαθιστώντας τον προστατευτισμό της εσωτερικής αγοράς με το ελεύθερο εμπόριο, στοιχεία που χαρακτήριζαν τις οικονομικές σχέσεις από την κρίση του 1929 και μετά.

Ήταν σίγουρα μια επιστροφή αλλά με μεγιστοποίηση, στους κανόνες του οικονομικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα, συνοδευόμενη από προσάρτηση των αγορών σε πραγματικό χρόνο, την ανάπτυξη του εμπορίου με βάση το παγκόσμιο ΑΕΠ (ακαθάριστο εθνικό προϊόν) και τη σημασία των χρηματιστικών αγορών, που από τότε υπήρχαν.

Αυτό όμως που διαφοροποιεί τούτη τη φάση του συστημικού κύκλου από την προηγούμενη του 19ου αιώνα, ήταν η συλλογική φενάκη της παγκοσμιοποίησης, η νομιμοποιητική ιδεολογική λειτουργία της και η νοηματοδότησή της ως το τελικό και φυσικό πεπρωμένο της ανθρωπότητας.

Όσοι αποδέχτηκαν συναισθηματικά αυτή την εκδοχή του ελεύθερου εμπορίου σαν τελική σωτηρία, δεν ήταν μόνο οι κυβερνήσεις και τα συντηρητικά κόμματα, αλλά και τα ΜΜΕ, τα Πανεπιστήμια, οι κοινωνικοί σχολιαστές και ηγέτες. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η διαδικασία που ο Γκράμσι αποκαλούσε ιδεολογικό μεταμορφισμό των σοσιαλιστών που μεταλλάχθηκαν σε μανιώδεις νεο-φιλελεύθερους, έκλεισε τον κύκλο της τελικής νίκης του παγκοσμιοποιητικού νεο-φιλελευθερισμού.

Προφανώς, αν μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου η ΕΣΣΔ, που μέχρι τότε θεωρείτο το αντίπαλο δέος του καπιταλισμού, παύει τον αγώνα και παραδίνεται στη μανία του ελεύθερου εμπορίου, και αν όσοι αγωνίζονται για έναν κόσμο διαφορετικό, δημόσια και γονατισμένοι, αφορίζουν τις παλιές τους πεποιθήσεις για να υπερασπιστούν την ανωτερότητα της παγκοσμιοποίησης έναντι του κρατικού σοσιαλισμού – έχουμε μπροστά μας την οικοδόμηση της τέλειας αφήγησης του «φυσικού» και αναπόφευκτου πεπρωμένου του κόσμου: τον πλανητικό θρίαμβο της ελεύθερης επιχειρηματικότητας.

Η εξαγγελία του χεγκελιανού «τέλους της ιστορίας» με την οποία ο Φουκουγιάμα χαρακτήρισε το «πνεύμα» του κόσμου, είχε όλα τα συστατικά μιας ιδεολογίας της εποχής, μιας βιβλικής προφητείας: η διατύπωσή της σαν ένα παγκόσμιο όραμα, η μάχη της με ένα άλλο δαιμονοποιημένο παγκόσμιο όραμα (τον κομμουνισμό), η ηρωική νίκη (τέλος του Ψυχρού Πολέμου) και η ανάνηψη των απίστων.

Η ιστορία πλησίαζε το στόχο της: τη νεο-φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Και ξεκινώντας από εκείνο το σημείο, χωρίς εχθρικούς ανταγωνιστές, το θέμα δεν ήταν πλέον ο αγώνας για έναν καλύτερο κόσμο, αλλά απλά η επιδιόρθωση, η διαχείριση και η βελτίωση του υπαρκτού κόσμου, αφού δεν υπήρχε καμία εναλλακτική απέναντι του.

Για τούτο δεν υπήρχε κανένας στρατηγικός λόγος για κάποιον αξιόμαχο αγώνα, αφού όλες οι απόπειρες για έναν καλύτερο κόσμο είχαν παραδοθεί μπροστά στο απαράβατο μέλλον της ανθρωπότητας που εκπροσωπούσε η παγκοσμιοποίηση.

Ξεπήδησε τότε ένας παθητικός κονφορμισμός που κυρίευσε όλη την κοινωνία, και όχι μόνο τις πολιτικές και κυρίαρχες ελίτ αλλά και πλατιά κοινωνικά στρώματα που αποδέχτηκαν ηθικά την κυρίαρχη αφήγηση.


Η ιστορία χωρίς τέλος ή πεπρωμένο


Σήμερα, ενώ σκάνε τα τελευταία πυροτεχνήματα της μεγάλης γιορτής του «τέλους της ιστορίας», φαίνεται πως όποιος βγήκε νικητής – η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση– πέθανε αφήνοντας τον κόσμο χωρίς σκοπό ή νικηφόρο ορίζοντα, δηλαδή χωρίς κανέναν ορίζοντα.

Ο Τραμπ δεν είναι ο μπόγιας της πανηγυρικής ιδεολογίας του ελεύθερου επιχειρείν, αλλά ο θεσμικός γιατρός στον οποίο πέφτει το καθήκον να επισημοποιήσει τον παράνομο θάνατο.

Τα πρώτα σοβαρά παραπατήματα της ιδεολογίας της παγκοσμιοποίησης φανερώνονται στις αρχές του 21ου αιώνα στη Λατινική Αμερική, όταν εργάτες, προλετάριοι των πόλεων και εξεγερμένοι ιθαγενείς αρνούνται τη δήθεν νομοτέλεια του τέλους της ιστορίας και συσπειρώνονται για να πάρουν την κρατική εξουσία. Συγκροτώντας κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και μαζικές δράσεις, οι προοδευτικές και επαναστατικές κυβερνήσεις συγκροτούν μια ποικιλία μετα-νεοφιλελεύθερων επιλογών, αποδεικνύοντας πως η ελεύθερη αγορά είναι μια οικονομική διαστροφή, που είναι εφικτό να αντικατασταθεί από μορφές οικονομικής διαχείρισης πολύ πιο αποτελεσματικές για τη μείωση της φτώχειας, για τη δημιουργία ισότητας και για την ώθηση της οικονομικής ανάπτυξης.

Με τον τρόπο αυτό το «τέλος της ιστορίας» αρχίζει να φαίνεται σαν μια παράξενη παγκόσμια απάτη και ξανά ο τροχός της ιστορίας – με τις αμέτρητες αντιφάσεις και τα προβλήματα του – ξαναρχίζει να γυρίζει.

Στη συνέχεια, το 2009, στις ΗΠΑ το μέχρι τότε υποτιμημένο Κράτος, που είχε γίνει αντικείμενο χλευασμού θεωρούμενο σαν εμπόδιο για το ελεύθερο επιχειρείν, χρησιμοποιείται σαν μαγικό μαντζούνι από τον Ομπάμα, προκειμένου να κρατικοποιήσει εν μέρει τις τράπεζες και να σώσει από τη χρεωκοπία τους τραπεζίτες.

Η επιχειρηματική αποτελεσματικότητα, σπονδυλική στήλη της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης του κράτους, γίνεται σκόνη λόγω της αδυναμίας της να διαχειριστεί τις αποταμιεύσεις των πολιτών.

Στη συνέχεια έρχεται η κάμψη της παγκόσμιας οικονομίας αλλά, ιδιαίτερα, του εμπορίου των εξαγωγών. Στη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών ενώ αυτό είχε διπλασιαστεί σε σχέση με το ετήσιο παγκόσμιο ΑΕΠ, μετά το 2012 μετά βίας κατορθώνει να το φθάσει. Μετά το 2015 είναι πλέον πολύ μικρότερο από αυτό, έτσι ώστε η απελευθέρωση των αγορών δεν αποτελεί πλέον την ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομίας ούτε την «απόδειξη» του ανίκητου της νεοφιλελεύθερης ουτοπίας.

Τέλος, οι Άγγλοι και Βορειοαμερικανοί εκλογείς κάνουν να γύρει η εκλογική ζυγαριά προς μια επιστροφή στα προστατευτικά κράτη – κι αν είναι μπορετό προικισμένα με τείχη –, και κάνουν ορατή την αδυναμία, πλανητικών πλέον διαστάσεων, αντιμετώπισης της καταστροφής της οικονομικής κατάστασης της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων, που έχει προκαλέσει η ελεύθερη παγκόσμια αγορά.

Σήμερα η παγκοσμιοποίηση δεν εμφανίζεται πια σαν ο παράδεισος των λαϊκών προσδοκιών ή η υλοποίηση της επιθυμητής οικογενειακής ευημερίας. Οι ίδιες χώρες, τα ίδια κοινωνικά στρώματα που ανέμιζαν τις σημαίες της στις προηγούμενες δεκαετίες μετατράπηκαν στους πιο ορκισμένους αντιπάλους της. Έχουμε μπροστά μας τον θάνατο μιας από τις μεγαλύτερες ιδεολογικές απάτες των τελευταίων αιώνων.

Ωστόσο καμιά κοινωνική ματαίωση δεν μένει χωρίς τιμωρία. Υπάρχει ένα ηθικό κόστος που τη στιγμή αυτή δεν φωτίζει άμεσες εναλλακτικές, – αυτό είναι το δύσβατο μονοπάτι της πραγματικότητας – αλλά αντίθετα τις αποκλείει τουλάχιστον για την ώρα. Είναι γεγονός ότι, στον θάνατο της παγκοσμιοποίησης σαν συλλογικό φαντασιακό, δεν φαίνεται να υπάρχει σήμερα μια εναλλακτική ικανή να προσελκύσει και να προσανατολίσει την επιθυμία και την ελπίδα για καλύτερη ζωή που θα κινητοποιούσαν τους πληγέντες λαούς

Η παγκοσμιοποίηση σαν πολιτική ιδεολογία, θριάμβευσε πάνω στα ερείπια του ηττημένου Κρατικού Σοσιαλισμού, δηλαδή, της κρατικοποίησης των μέσων παραγωγής, του μοναδικού κόμματος και στη σχεδιασμένη οικονομία από τα πάνω. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 έκανε εμφανή αυτήν τη συνθηκολόγηση. Κι έτσι στο συλλογικό φαντασιακό του πλανήτη απέμεινε μόνο ένας δρόμος, μόνο ένα παγκόσμιο πεπρωμένο.

Αυτά που συμβαίνουν σήμερα δείχνουν ωστόσο πως και αυτό το πεπρωμένο που περιστασιακά θριάμβευσε, πέφτει, ξεψυχάει.

Δηλαδή η ανθρωπότητα μένει χωρίς μέλλον, χωρίς προοπτική, χωρίς βεβαιότητες. Όμως δεν πρόκειται για το «τέλος της ιστορίας» – όπως προέβλεπαν οι νεοφιλελεύθεροι – αλλά το τέλος του «τέλους της ιστορίας». Δεν είναι τίποτα άλλο παρά ιστορία.

Αυτό που σήμερα έχει απομείνει στις καπιταλιστικές χώρες είναι μια αδράνεια, μια έλλειψη πεποιθήσεων που όμως δεν παραπλανά, ένας σωρός από σάπιες ψευδαισθήσεις, και για μερικούς απολιθωμένους γραφιάδες, η νοσταλγία της αποτυχημένης παγκοσμιοποίησης που δεν φωτίζει τη μοίρα τους πια. Κι έτσι, με την ήττα του Κρατικού Σοσιαλισμού και την αυτοκτονία του νεοφιλελευθερισμού, ο κόσμος μένει χωρίς προοπτική, χωρίς μέλλον, χωρίς κινούσες ιδέες.

Είναι μια εποχή απόλυτης αβεβαιότητας, όπου, όπως προμηνούσε εύστοχα ο Σαίξπηρ «κάθε τι στερεό διαλύεται στον αέρα». Όμως ακριβώς γι αυτό, είναι και μια δυνητικά πολύ γόνιμη εποχή, ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν κληρονομημένες σιγουριές στις οποίες να μπορούμε να γαντζωθούμε για να βάλουμε σε τάξη τον κόσμο. Τέτοιες σιγουριές οφείλουμε να οικοδομήσουμε με τα χαοτικά σωματίδια αυτού του νέου κοσμικού νεφελώματος που άφησε πίσω του το τέλος των περασμένων αφηγημάτων.

Ποιο θα είναι το καινούριο μέλλον που θα βάλει σε λειτουργία τα κοινωνικά πάθη; Αδύνατον να το προβλέψουμε με σιγουριά. Όλες οι εκδοχές είναι πιθανές, ακόμη και το «τίποτα» που κληρονομήσαμε. Τα κοινά αγαθά, ο κοινοτισμός, ο κομμουνισμός, είναι ορισμένες από αυτές τις πιθανότητες που μπορούν να γεννηθούν από τη συγκεκριμένη δράση των ανθρώπων, που εμπεριέχονται στην αδιάρρηκτη μεταβολική τους σχέση με τη φύση.

Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει ανθρώπινη κοινωνία που να μπορεί να αφήσει στην άκρη την ελπίδα. Δεν υπάρχει ανθρώπινο ον που να μην εγγράφεται σε έναν ορίζοντα, κι εμείς είμαστε σήμερα υποχρεωμένοι να οικοδομήσουμε έναν τέτοιο ορίζοντα – προοπτική.

Αυτό είναι το κοινό χαρακτηριστικό των ανθρώπων και αυτό το κοινό χαρακτηριστικό μπορεί να μας βοηθήσει να σχεδιάσουμε ένα νέο μέλλον, διαφορετικό από τον παραπαίοντα καπιταλισμό που μόλις απώλεσε την εμπιστοσύνη στον εαυτό του.

Da: rebelion.org; 27.12.2016

Πηγή: e-dromos.gr



Δρόμος της Αριστεράς: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Αντρέ Τοζέλ: Ποια πολιτική χειραφέτησης σε μια νεοφιλελεύθερη Ευρώπη;

Διεθνή


Συνεχίζουμε για τέταρτη εβδομάδα την παρουσίαση της συζήτησης μεταξύ του αντιπροέδρου της Βολιβίας και Ευρωπαίων διανοουμένων, που πραγματοποιήθηκε φέτος στην έδρα του Γαλλικού Κ.Κ. στο Παρίσι, με εκτενή αποσπάσματα της παρέμβασης του Αντρέ Τοζέλ. Ο Αντρέ Τοζέλ, γεννημένος το 1941, είναι φιλόσοφος και πανεπιστημιακός. Ξεκινώντας τη δράση του ως μέλος της προοδευτικής πτέρυγας της καθολικής νεολαίας, επηρεάστηκε από τον Αλτουσέρ και, το 1968, οργανώθηκε στο μαοϊκό ρεύμα. Το 1972 εντάχθηκε στο Γαλλικό Κ.Κ., από το οποίο αποχώρησε δώδεκα χρόνια αργότερα. Επαναπροσέγγισε την οργανωμένη πολιτική δράση μέσω του Μετώπου της Αριστεράς το 2012. Σαν πανεπιστημιακός και συγγραφέας ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη σκέψη του Σπινόζα και του Γκράμσι. Από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει δεκάδες βιβλία του. Διεύθυνε, μεταξύ άλλων, το Κέντρο Ιστορίας των Συστημάτων Σύγχρονης Σκέψης (Παρίσι) και το Κέντρο Ερευνών Ιστορίας των Ιδεών (Νίκαια). Συμμετέχει εδώ και χρόνια στο κίνημα λαϊκής εκπαίδευσης.

Η παρέμβαση του Αντρέ Τοζέλ στη συζήτηση με τον Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα


Ο Τοζέλ, στο επίκεντρο της προβληματικής του οποίου είναι πάντα η πολιτική της χειραφέτησης, ξεκινά την παρέμβασή του εξηγώντας γιατί ενδιαφέρει τους Ευρωπαίους αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Βολιβία «ενώ στη δική μας ήπειρο η προοπτική της χειραφέτησης μοιάζει να σβήνει και οι Αριστερές βρίσκονται σε πορεία εξαφάνισης». Αναφέρεται στον πρωτότυπο χαρακτήρα ενός πολυεθνικού κράτους στην καρδιά της Λατινικής Αμερικής και στα μέχρι σήμερα επιτεύγματά του, τονίζοντας: «Όλα αυτά μοιάζουν να ιχνογραφούν ένα σοσιαλισμό του 21ου αιώνα που, για την Ευρώπη, παραμένει μέχρι στιγμής μακρινό όνειρο». Αμέσως μετά όμως υπογραμμίζει ότι «δεν μπορούμε, παρ’ όλα αυτά, να ζητούμε από τη βολιβιάνικη εμπειρία αυτό που δεν μπορεί να μας προσφέρει – δηλαδή την κατανόηση αυτής καθαυτής της δικής μας ιστορικής κατάστασης». Και περνά απευθείας στην αποτίμηση του παρελθόντος που «μας έφερε στη σημερινή κρίση η οποία διαπερνά την καπιταλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση».

Καταστροφή του κράτους πρόνοιας

Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση ξεκίνησε υποχρεώνοντας τα εθνικά κράτη να απεμπολήσουν σταδιακά μια σειρά δικαιώματα και κυριαρχικά προνόμια προκειμένου να ενταχθούν σε ένα πλαίσιο συντονισμού εθνικών κρατών που τα ενώνει το ίδιο κοινωνικό συμβόλαιο [ΣτΜ: το οποίο αναγκάστηκαν να συνάψουν οι άρχουσες τάξεις με τα λαϊκά κινήματα, παραχωρώντας κράτος πρόνοιας και δικαίου]. Όσο διάρκεσε αυτός ο συμβιβασμός, οι λαϊκές μάζες δεν ένιωθαν ότι η ευρωπαϊκή οικοδόμηση είναι εχθρός τους. Την αντιμετώπιζαν περισσότερο ως ένα θεσμό που γενικεύει το κράτος πρόνοιας. Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του ανατολικού μπλοκ, θεωρήθηκε ότι αυτό το καθεστώς κράτους πρόνοιας θα συνεχιζόταν υπό σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία. Αποδείχτηκε ότι αυτή ήταν μια εσφαλμένη πεποίθηση. Εκείνη ακριβώς την περίοδο εξαπολύθηκε μια «παθητική επανάσταση» υπό νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, προετοιμασμένη καιρό πριν από ένα δίκτυο θεωρητικών, πολιτικών και επιχειρηματιών. Η καταστροφή του κράτους πρόνοιας έγινε ακριβώς ο μεταβατικός στόχος τους, η υλοποίηση του οποίου ήταν απαραίτητη για να επιβληθεί το βασίλειο των ελεύθερων συναλλαγών και της ανταγωνιστικότητας, ο θρίαμβος μιας αρπακτικής χρηματοπιστωτικής οικονομίας, η εξάλειψη των κοινωνικών δικαιωμάτων και των δημόσιων υπηρεσιών, το ξερίζωμα των κοινών αγαθών και της αλληλεγγύης.

Μορφές κυριαρχίας και ηγεμονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η ευρωπαϊκή οικοδόμηση που έγινε Ευρωπαϊκή Ένωση αποδείχτηκε ότι είναι ο ένοπλος βραχίονας αυτής της νεοφιλελεύθερης παθητικής επανάστασης. […] Η Ευρωπαϊκή Ένωση –ούτε κράτος, ούτε ομοσπονδία– θρονιάστηκε ως διακυβέρνηση που ελέγχει και προσανατολίζει σε μια όλο και πιο νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση την πολιτική των κρατών μελών. Μπόρεσε έτσι να διευρυνθεί και να μετατρέψει αυτή τη διεύρυνση σε μια σχεδόν αυτοκρατορική διείσδυση στην ανατολική Ευρώπη, ώστε να συγκροτηθεί ως υποϊμπεριαλιστική δύναμη στο πλάι των ΗΠΑ – που είναι οικονομικός ανταγωνιστής, αλλά αναγνωρίζονται ως πολιτικός και πολιτιστικός κυρίαρχος. […] Στη διάρκεια της βαθιάς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση δεν δίστασε ούτε μπροστά στον κίνδυνο να ενισχύσει τις εσωτερικές ανισότητες μεταξύ του Βορρά και του Νότου της. Η επιδιωκόμενη και εξυμνηθείσα συνομοσπονδιοποίηση αποδείχτηκε ότι είναι μια μορφή εσωτερικής περιφερειακής κυριαρχίας του Βορρά πάνω στο Νότο (τα PIGS), ενώ στο Βορρά έδωσε μορφή σε μια εθνική ηγεμονία – αυτή της Γερμανίας. Το δημόσιο χρέος κατέστη μέσο ολοκληρωτικής άσκησης εξουσίας – που δεν δίστασε να μετατρέψει την Ελλάδα σε έθνος φτωχοποιημένο και ταπεινωμένο, σε προτεκτοράτο.

Βαθιά κρίση της γαλλικής Αριστεράς

Είναι με βάση τα παραπάνω προαπαιτούμενα μιας ευρωπαϊκής λευκής τρομοκρατίας που πρέπει να κατανοήσουμε τη σχεδόν εξαφάνιση της καθεστωτικής Αριστεράς, όπως και τα διαδοχικά (και σήμερα αναμεμειγμένα) συναισθήματα ανημπόριας, οργής και ιδεολογικής σύγχυσης που κυριάρχησαν στους πληθυσμούς και κανοναρχούν την κοινή λογική τους. […] Η Αριστερά διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη. Έχει σχεδόν καταστραφεί. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα ολοκλήρωσε την ενσωμάτωσή του στη νεοφιλελεύθερη ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, διαδικασία που ξεκίνησε την περίοδο του Μιτεράν, και σήμερα λειτουργεί ως λάιτ φράξια του μεγάλου και ενιαίου νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού κόμματος. […] Το Κομμουνιστικό Κόμμα υποβαθμίστηκε σε μια ισχνή οργάνωση με ένα μικρό εκλογικό κεφάλαιο σε επίπεδο δήμων και σε ορισμένες συνδικαλιστικές δυνάμεις. Ταλαντεύεται δίχως επιτυχία ανάμεσα στην ελπίδα ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα ξαναγίνει σοσιαλιστικό, και στην επιδίωξη ενός Μετώπου της Αριστεράς που κατέληξε να ξαναγίνει εκλογικό καρτέλ. Η άκρα Αριστερά είναι ικανή για αναλύσεις, αλλά δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει επαφή με τις μισθωτές μάζες και τα τεράστια στρώματα πρεκάριων που γεννήθηκαν μέσα στα 20 τελευταία χρόνια. […]

Αναζητείται η μίνιμουμ σύνθεση που θα συναρθρώσει τις αντιστάσεις

Ένας κόσμος που είχε σαφή ορόσημα καταρρέει, κι ένας άλλος γεννιέται, χωρίς καμιά σαφήνεια ως προς το μέλλον του, στα πλαίσια μιας μη αναστρέψιμης «οργανικής κρίσης» (με την γκραμσιανή έννοια) που μπορεί να οδηγήσει σε αυτοκαταστροφή. Η αίσθηση της αδυναμίας δεν εμποδίζει μονάχα τη σύγκλιση των αντιστάσεων: εμποδίζει κυρίως την κατανόηση των μετασχηματισμών του κόσμου που οδήγησαν στη δίχως προηγούμενο ιστορική ήττα του σύγχρονου κινήματος. Αυτή η αδυναμία είναι που εμποδίζει τις όλο και πολυπληθέστερες θεωρητικές κριτικές του νεοφιλελευθερισμού και του νεοκαπιταλισμού να καταλήξουν σε μια μίνιμουμ σύνθεση, ικανή να δώσει νόημα στις διάφορες αντιστάσεις και να τις συναρθρώσει σε μια πραγματικά πληθυντική και μαζική δύναμη κρούσης. […]

  Από τον Δρόμο της Αριστεράς

Διαβάστε Περισσότερα »