Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Φοίβος Γκικόπουλος. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Φοίβος Γκικόπουλος. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Πάντα νέοι σηματοδότες

Φοίβος Γκικόπουλος


Όλοι γνωρίζουμε αυτό που συμβαίνει όταν δεν λειτουργεί ένας σηματοδότης, ή όταν, κατά τη διάρκεια της νύχτας, αναβοσβήνει το πορτοκαλί. Ο συνετός οδηγός τότε ξέρει ότι πρέπει να προχωρήσει με μεγάλη σύνεση, προσεκτικός μπροστά στη συμπεριφορά άλλων, νευρικών οδηγών, γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι που, σταματημένοι σ’ έναν χαλασμένο σηματοδότη, αντιδρούν με άμεση, επικίνδυνη θρασύτητα, με μια αύρα φυγής από τις τετριμμένες καθημερινές συνήθειες.

Αν πάλι η βλάβη τυχαίνει σε ώρες αιχμής, τότε όλοι επιβραδύνουν, αλλά κανείς δεν σταματά∙ από τους πρώτους, κάποιος καταφέρνει να περάσει, με απίθανα ζικ-ζακ ανάμεσα σε φρεναρίσματα, σε άγριες αντιδράσεις και εκκωφαντικά κορναρίσματα, μέχρι να φτάσει στην απόλυτη αντίφαση ενός γρήγορου αυτοκινήτου: την απόλυτη ακινησία. Αυτή η τελευταία, επιτυγχάνεται δημιουργώντας στο κέντρο της διασταύρωσης μια σύνθετη γεωμετρική φιγούρα. Παρόλη την απόλυτη συμμετρία της, αυτή η καθ’ όλα τακτική διάταξη επιτυγχάνεται σε ελάχιστα δευτερόλεπτα∙ τα οχήματα που ακολουθούν στριμώχνονται με σχολαστική επιμέλεια με σκοπό να την καθιστούν αμετάκλητη∙ τελικά όλα είναι έτοιμα για την τελική τελετή: η συνεχής, απελπιστικά αναποτελεσματική χορωδία των ακουστικών επισημάνσεων, που δίνουν τον τόνο σε μια από τις πιο τρομερές ελεγείες του καιρού μας, είναι αυτή που θα μπορούσε να ονομαστεί: Ο θρήνος του θανάσιμα πληγωμένου αυτοκινήτου.

Αυτή η συναισθηματική και εξωστρεφής συμπεριφορά είναι τόσο γενικευμένη και προβλεπόμενη ώστε να εμφανίζει κινήσεις καθαρού αυτοματισμού. Ο τελευταίος συνοδεύεται από ακατονόμαστες ύβρεις, κατάρες, ουρλιαχτά και που, καμιά φορά, ξεπροβάλλει κι ένα ακαταμάχητο κλικ λεπτού χιούμορ.

Αλλά ο ίδιος ο σηματοδότης αξίζει μιας ιδιαίτερης μνείας: δεν ενδιαφέρει να κρατά το τιμόνι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, πλούσιος ή φτωχός, καλλιεργημένος ή αμόρφωτος, ελεύθερος ή καταπιεσμένος. Αφήστε τον να οδηγεί προς έναν πράσινο σηματοδότη που, όσο πλησιάζει, γίνεται πορτοκαλί και σύντομα κοκκινίζει. Τι συμβαίνει; Το δεξί πόδι του πειραματόζωού μας αφήνει το γκάζι και πιέζει το φρένο∙ το αριστερό, ταυτόχρονα, αφήνει τον συμπλέκτη. Ας σταματήσουμε εδώ, αν και όλες οι συμπεριφορές ενός οδηγού μπορούν να εξεταστούν, και όχι μόνον αυτές. Ίσως υπολόγισε τους κινδύνους μιας σύγκρουσης, τις μαθηματικές πιθανότητες της παρουσίας ενός αυστηρού τροχονόμου στη διασταύρωση; Ίσως επανέλαβε μερικά μαθήματα της σχολής οδηγών και τα κόκκινα σήματα με τις απαγορευτικές ενδείξεις; Ούτε κατά διάνοια! Αρκούσε εκείνο το κόκκινο σημείο που κρεμόταν μπροστά στη μύτη του για να του προκαλέσει μια σειρά από αστραπιαίες και αυτοματοποιημένες αντιδράσεις. Ο άνθρωπος, ή μάλλον ο Άνθρωπος, που βρίσκεται μέσα του, συμπεριφέρθηκε ακριβώς όπως ένα σκυλάκι του Παβλόφ, όπως ένα τηλεχειριστήριο, ικανό να μετατρέπει φωτεινά σήματα σε ηλεκτρικές εκκενώσεις και αυτά σε μυϊκά ερεθίσματα.

Ηθελημένα διάλεξα ένα χοντροκομμένο και στοιχειώδες παράδειγμα, και ο καθένας μπορεί να συνεχίσει να σκέπτεται και να θέτει και άλλα ερωτήματα που δεν αφορούν πλέον το αυτοκίνητο, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο και την ελευθερία του. Πού σταματά η εξάρτηση και πού αρχίζει ο αυτοπροσδιορισμός; Αμέτρητες είναι οι καθημερινές, αυτοματοποιημένες, συνηθισμένες, καθαρά μηχανικές χειρονομίες μας. Αλλά, πέρα από τις χειρονομίες, τι θα λέγαμε για τις σκέψεις μας; Τι ποσοστό από τον τρόπο ύπαρξής μας προέρχεται από το γενετικό μήνυμα που καταγράφεται σε μοριακές αλυσίδες στις «μνήμες» του υποσυνείδητου, ή ακόμη στο φορτίο του κάθε μεμονωμένου κυττάρου; Η κάθε μας συζήτηση με οποιοδήποτε άλλο άτομο δεν είναι ίσως μια διαρκής συλλογή -πέρα από το νόημα των λέξεων που προφέρονται- από ένα κουβάρι μηνυμάτων (αντιδράσεις, διαθέσεις, ατμόσφαιρες, αποκρύψεις), που πυρετωδώς αποκρυπτογραφούμε, απομνημονεύουμε, εκμεταλλευόμαστε σε κάθε επόμενη ατάκα του διαλόγου; Πού τελειώνει η ψευδαίσθηση της ελευθερίας, κόρη απέραντων και μη υπολογίσιμων εκατομμυρίων καταναγκασμών, και εγκαθιδρύεται η γοητευτική πληρότητα μιας πραγματικής ελευθερίας;

Ο καθένας πρέπει να ψάξει μόνος του αυτά τα σύνορα ή αυτή την αυταπάτη, έχοντας συνειδητοποιήσει με ταπεινοφροσύνη ότι κι αυτή ακόμη η λύση του μπορεί να είναι εξαρτημένη ή προκατασκευασμένη. Ένα πράγμα είναι όμως σίγουρο: ότι το μέλλον του κόσμου γίνεται όλο και πιο σκοτεινό για την ελευθερία, όπως κι αν αυτή εννοείται, γιατί είμαστε όλο και πιο νευρωτικοί και πάντα ανικανοποίητοι.

Όποιος καταγγέλλει τις καταστολές της εξουσίας δεν αντιλαμβάνεται ότι, συνεχίζοντας στον ίδιο δρόμο, οποιοσδήποτε τύπος μελλοντικής κοινωνίας δεν μπορεί παρά να είναι σκληρά καταπιεστικός. Ας μην έχουμε αυταπάτες: μέρα με τη μέρα, με όλα τα χτυπήματα που δεχόμαστε καθημερινά, θα δούμε να εγκαθίστανται όλο και περισσότεροι νέοι σηματοδότες.

*Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021

Είναι το απλό που είναι δύσκολο να γίνει(*)



Η πιο γοητευτική στρατηγική με την οποία το μοντέλο της αγοράς διαχέει την επικίνδυνη επιρροή του είναι εκείνη που προσκαλεί τα θύματά του (και κυρίως τα πιο αδύναμα: μικρά παιδιά, έφηβους, νοικοκυρές, συνταξιούχους, άνεργους) να αφεθούν στη μοίρα τους, να ακολουθήσουν τη διαδρομή της μικρότερης αντίστασης, να αποποιηθούν τη μοναδική αξία που μπορεί να θεμελιώσει την ελευθερία. Το μοντέλο αυτό προτείνει ως θαυμαστά και μιμητικά παραδείγματα, πρόσωπα χωρίς κάποια κουλτούρα ή ταλέντο, που αποκτούν εύκολη και ρηχή διασημότητα για το απλό γεγονός ότι παρουσιάζονται στο κοινό∙ και μέσα από αυτή δηλώνουν ότι δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσεις και πολύ γιατί αυτό που μετράει στη ζωή, η επιτυχία και το χρήμα, πέφτουν σαν μάννα από τον ουρανό, χωρίς καμιά προσπάθεια απ’ τη μεριά τους.

Ο μύθος της ευκολίας (που είναι εξάλλου παραπλανητικός, γιατί οι τυχεροί είναι λίγοι∙ οι υπόλοιποι παραμένουν καθηλωμένοι στη μιζέρια τους) είναι για μας ένας επικίνδυνος εχθρός: προκαλεί ασφυξία και αποσυντονίζει την ανθρωπιά μας, κάνοντάς μας άτομα κενά, έρμαια (κι αυτό δεν είναι μια οφθαλμαπάτη, αλλά ο σκοπός ολόκληρης της επιχείρησης) στις «καταναλωτικές συμβουλές». Και για ν’ αντισταθούμε σε όλα αυτά, είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε την άλλη πλευρά του νομίσματος: τις απεγνωσμένες όσο και περιττές περιπλοκές στις οποίες βρισκόμαστε μόλις προσπαθούμε να εκδηλώσουμε έναν ελάχιστο έλεγχο πάνω στο πεπρωμένο μας∙ τους δαιδαλώδεις γραφειοκρατικούς, τεχνικούς και επαγγελματικούς λαβυρίνθους στους οποίους εκτρέπονται (και εξαφανίζονται) οι νόμιμες ανάγκες μας για λύτρωση ή για αναζήτηση δικαιολογίας.

Στο πνεύμα των λόγων του Μπρεχτ «είναι το απλό που είναι δύσκολο να γίνει», εμείς έχουμε σε αντιπαράθεση την ευκολία με την απλότητα. Η πρώτη πραγματοποιείται κάνοντας «ότι να ‘ναι»∙ η δεύτερη αντίθετα είναι το αποτέλεσμα (ποτέ οριστικό) της συνεχούς και κοπιαστικής προσπάθειας να αρθρώσεις την ελευθερία σου, με την ταυτοποίηση, με αυξάνουσα ακρίβεια, των διάφορων μορφών που τις προσδίδουν ουσία και περιεχόμενο, εμβαθύνοντας την προσφορά της καθεμιάς, διαγράφοντας τις επικαλύψεις και με αυτό τον τρόπο μεταμορφώνοντας σταδιακά συγκεχυμένες φωνασκίες ανάμεσα σε «καθαρά και διακεκριμένα» άτομα.

Σ’ αυτή την απλότητα ως τρόπο ζωής, αντιστοιχεί μια εκφραστική απλότητα που τείνει να πραγματοποιήσει μια αυθεντική επικοινωνία, δηλαδή να ξαναδεί αυτά που είπαμε παραπάνω: να δώσει έμφαση στη δομή, να αποκλείσει τους άσκοπους πειραματισμούς, να ορίσει και πάλι με τρόπο πιο συνειδητό τους στόχους. Και συχνά, ως επακόλουθο, να μειώσει τον αριθμό των λέξεων που χρησιμοποιούνται, επιλέγοντας με προσοχή εκείνες που μπορούν αληθινά να φωτίσουν τη διαδρομή και αποκλείοντας χωρίς οίκτο εκείνες που δημιουργούν μόνον αμηχανία. Κι εδώ οι εχθροί είναι οι ίδιοι: από τη μια η αθλιότητα όσων προσκαλούν στον πιο στυγνό πολιτισμικό και ηθικό αναλφαβητισμό και από την άλλη η αλαζονεία των δήθεν διανοουμένων που υιοθετούν την τύφλωσή τους ως υπογραφή τους, και την αποστασιοποίηση που τους επιτρέπει να καθορίσουν για το «πόπολο» ένα status symbol.

*O Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ

(*) Μπ. Μπρεχτ: «Εγκώμιο στον κομμουνισμό», 1931 


Πηγή:artinews.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

Τι είναι το διάστημα;

Φοίβος Γκικόπουλος


Τρεις είναι οι κύριες αντιλήψεις για το διάστημα που μας έδωσε η παράδοση. Το διάστημα είναι ένα άδειο δοχείο που εν μέρει γεμίζει από τα υπάρχοντα αντικείμενα (Νεύτων)∙ το διάστημα είναι ένα σύστημα σχέσεων ανάμεσα στα αντικείμενα (Λάιμπνιτς)∙ το διάστημα, όπως και ο χρόνος, είναι μια εμπειρική διάσταση και όχι μια ανεξάρτητη πραγματικότητα (Καντ).

Από κάθε μια από αυτές, κάνουμε δεκτά ορισμένα στοιχεία. Για μας το διάστημα είναι η κίνηση μιας φόρμας, ο ορίζοντας μέσα στον οποίο βρίσκεται κάθε πράξη του και πραγματοποιείται το πεπρωμένο του. Είναι περιορισμένο και καθορισμένο από την παρουσία άλλων τύπων φόρμας και από το δικό τους διάστημα. Και ζει ως κενό: η φόρμα βρίσκει θέση και εδράζεται, επιμηκύνει τα πλοκάμια της χωρίς να βρει αντίσταση, δίνοντας οντολογική και δομική αξιοπρέπεια σ’ αυτό που διαφορετικά θα ήταν ένας εύκολος και αδύναμος χώρος κυριαρχίας.

Αλλά το κενό δεν είναι πρωτογενές∙ είναι το αποτέλεσμα μιας βίαιης πράξης. Πρέπει να δημιουργηθεί το κενό για να είναι τέτοιο∙ και για να γίνει πρέπει να πάμε ακόμη πιο πέρα την μετατροπή άλλων μορφών σ’ αυτή την περίπτωση. Δεν πρόκειται πια μόνο για τη χρήση εκείνων των τρόπων ως παθητικά εργαλεία∙ δεν πρόκειται ούτε καν να τα βλέπουμε, να συμπεριφέρονται σαν να μην υπήρχαν, ίσως αφού είχαν συμβάλλει με ικανότητα στην μη-ύπαρξή τους.

Οι πόλεις, οι βιομηχανίες, τα εμπορικά κέντρα και τα πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών (για παράδειγμα) ξεφύτρωσαν και συνεχίζουν να ξεφυτρώνουν πάνω σε ένα «παρθένο» πεδίο, που δεν ήταν κατειλημμένο από παλιά: ακριβώς, κενό. Αυτό το κενό όμως πραγματοποιήθηκε εξαρθρώνοντας εκατομμύρια ινδιάνους, καταστρέφοντας τα χωριά τους και τους πολιτισμούς τους, αντικαθιστώντας τους με ένα καθαρό χώρο κίνησης για τον λευκό άνθρωπο. Ο Χίτλερ ήθελε να κάνει το ίδιο στις στέπες της Ρωσίας∙ ευτυχώς, το πρόγραμμά του απέτυχε. Ένα κενό διάστημα είναι άπειρο και είναι ένας ουτοπικός προορισμός ενός τέτοιου προγράμματος: η προφητεία μιας απόλυτης και πλήρους πραγματοποίησής του, όχι μόνο θα υπερέχει σε κάθε ανταγωνιστή, αλλά θα τον εκμηδενίζει.

Η αντίθεση ανάμεσα στον Νεύτωνα και τον Λάιμπνιτς και η παρέμβαση του Καντ, λειτουργούν τώρα με αναπόφευκτες παραμέτρους για μια συζήτηση πάνω στο διάστημα. Εναλλακτικά σ’ αυτές τις δεδομένες προϋποθέσεις, θα πρέπει να ανακαλέσουμε την προηγούμενη αντίθεση ανάμεσα στον Νεύτωνα και τον Καρτέσιο, και ένα κεντρικό σημείο της θέσης του τελευταίου. Σ’ αυτή τη θέση το διάστημα είναι βέβαια ένα δοχείο, αλλά είναι πάντα πλήρες∙ και κάθε κίνηση στο διάστημα νοείται πάντα στη μετακίνηση ορισμένων από τους παρόντες, άρα επίσης στο να καθορίζει νέες ιεραρχίες και νέες προτεραιότητες.

Όποιος έχει συνειδητοποιήσει αυτή την κατάσταση δεν θα αποκλείσει την έμφυτη ευθύνη σε κάθε κίνηση∙ δεν θα αντιληφθεί με ποιο τρόπο μέσα στον ορίζοντά του δεν υπάρχει το κενό αλλά ένα τεράστιο νούμερο άλλων τύπων και πως αρνούμενοι το κενό ισοδυναμεί με το να αρνούμαστε αυτές τις φόρμες, αρνούμαστε ότι αυτές υπάρχουν, και άρα πρέπει να προτιμώνται στρατηγικές που καθιστούν το διάστημα των κινήσεών μας τόπο συνάντησης και ανταλλαγής, αμοιβαίου ενδιαφέροντος και φιλικής εμπιστοσύνης, που να το ανοίγουν σε μια επικοινωνία ανάμεσα σε διαστήματα, στη δημιουργία ενός κοινού διαστήματος. Γι’ αυτό το διάστημα μπορούμε να διαπιστώσουμε το άπειρό του, καταλήγοντας ότι με κάθε φόρμα στο άπειρο στερέωμα είναι δυνατό να εγκαθιδρύσουμε έναν ουσιαστικό διάλογο.

Πηγή: artinews.gr



Φοίβος Γκικόπουλος: Σχετικά με τον συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

«Η ιδιοκτησία είναι κλοπή» (*)

Φοίβος Γκικόπουλος


Αυτό που μου ανήκει με κάνει αυτό που είμαι, με δημιουργεί. Είναι δηλαδή ένα φαινόμενο σημαντικής σημασίας που το νόημα της λέξης «ιδιοκτησία» διατρέχεται από μια ριζική αντίθεση: το ότι υπάρχει μια ριζική αβεβαιότητα πάνω στο τι μου είναι περισσότερο αυθεντικά δικό μου.

Για το κυρίαρχο μοντέλο, οι ιδιοκτησίες μου είναι κατά κύριο λόγο τα αγαθά που έχω. Αυτά τα αγαθά είναι εμπορεύματα που μπορούν να ανταλλαγούν με άλλα και να περάσουν στην ιδιοκτησία κάποιου άλλου∙ αυτά που είναι δικά μου σήμερα μπορεί αύριο να μην είναι πια στην κυριότητά μου. Κι αυτά είναι αντικείμενα κατανάλωσης∙ κι αν δεν τα παραχωρήσω σε άλλους, μοιραία αργά ή γρήγορα θα έχουν καταναλωθεί και θα πάψουν να υπάρχουν. Τελικά, ότι είναι δικό μου είναι φευγαλέο, εφήμερο, παροδικό, σύμφωνα με μια αντίληψη της ύπαρξής μου που καταλήγει στη λειτουργία ενός κιβωτίου που περιέχει στοιβαγμένα αντικείμενα, ανεξάρτητα και αδιάφορα το ένα με το άλλο.

Σε ισορροπία με την παραπάνω αντίληψη, η «ιδιοκτησία» αναφέρεται και σε όλα τα χαρακτηριστικά μου. Είναι, τότε, ιδιοκτησία μου να έχω ένα κάποιο ύψος και ένα κάποιο βάρος, να είμαι έλληνας και παντρεμένος, να είμαι ανθρώπινος και ελεύθερος. Αυτά τα χαρακτηριστικά θα μπορούν να προβληθούν σε μια οθόνη, που στο ένα άκρο θα ξεθωριάζει στις «ιδιότητες» που εμφανίζονται στην πρώτη έννοια. Για παράδειγμα, το παρουσιαστικό μου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντικείμενο κατανάλωσης: μπορώ να αγοράσω μια καινούρια μύτη, όπως ένα καινούριο αυτοκίνητο. Το ίδιο ισχύει για την ιθαγένειά μου και για την οικογενειακή μου κατάσταση: αν έχω αρκετά χρήματα, θα έχω στη διάθεσή μου μια μεγάλη ποικιλία εναλλακτικών λύσεων.

Οι ιδιότητές μου είναι για μένα τα χαρακτηριστικά που ανήκουν στην ύπαρξή μου. Πρόκειται δηλαδή για χαρακτηριστικά απολύτως αναντικατάστατα και ταυτόχρονα τέτοια που δεν μπορούν να θεωρηθούν δεδομένα. Πράγμα που σημαίνει ότι η ελευθερία μου είναι μια σημαντική ιδιότητα, και γι’ αυτό είμαι προσηλωμένος σε ένα πεπρωμένο ελευθερίας∙ αλλά είναι ένα πεπρωμένο που μπορώ να προδώσω και για το οποίο πρέπει να παλέψω. Όλες τις άλλες ιδιότητες τις βλέπουμε απλωμένες στην ίδια προηγούμενη οθόνη, αλλά αυτή τη φορά φωτισμένες από την αντίθετη πλευρά: ένα αντικείμενο, για παράδειγμα, θα είναι ακόμη περισσότερο δικό μου, όσο περισσότερο θα αντανακλά στα πνευματικά ανοίγματα και στην εμπιστοσύνη στην οποία υπόκειται η φύση μου, το υποκείμενό μου. Το αντικείμενο που είναι ευκαιρία μιας δωρεάς θα είναι ακόμη πιο δικό μου από κάτι που κάποτε απόκτησα, και γενικά θα είναι δικό μου, όσο φέρνει μαζί του τα ίχνη μιας σχέσης φιλίας, σχέσης που θα μείνει στη μνήμη μου ακόμη κι όταν το αντικείμενο δεν θα υπάρχει πια.

(*) Pierre-Joseph Proudhon (1809-1865). «Αν έπρεπε να απαντήσω στο ερώτημα «Τι είναι δουλεία;» κι αν επρόκειτο να απαντήσω μονολεκτικά με τη λέξη «έγκλημα», θα με καταλάβαιναν αμέσως όλοι. Δε θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσω μία μακροσκελή επιχειρηματολογία για να δείξω πως η εξουσία να στερείς από έναν άνθρωπο τις σκέψεις του, τη βούλησή του και την προσωπικότητά του είναι μία δύναμη ζωής και θανάτου κι ότι το να υποδουλώνεις έναν άνθρωπο είναι σαν να τον δολοφονείς. Γιατί τότε στο ερώτημα «Τι είναι Ιδιοκτησία;» να μη μπορώ να απαντήσω παρομοίως με τη λέξη «κλοπή» δίχως να είμαι σίγουρος πως θα με παρεξηγήσουν, παρόλο που η δεύτερη πρόταση αποτελεί απλώς μία παραλλαγή της πρώτης»; Περί ιδιοκτησίας (1840).

** Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Η κρυφή πολυπλοκότητα του απλού

Φοίβος Γκικόπουλος 


Τελικά μπορώ να μάθω ποια είναι τα μυθιστορήματα που σου αρέσουν; -με ρωτά με απότομο ύφος ένας νεαρός μου φίλος, εκνευρισμένος από τον ελάχιστο ενθουσιασμό μου για μερικά μυθιστορήματα αρκετά εγκεφαλικά που σ’ αυτόν φαίνονται ενδιαφέροντα.

Για να απλοποιήσω του απαντώ ότι υπάρχουν μεγάλα μυθιστορήματα που φαίνονται γραμμένα για όλους και μεγάλα μυθιστορήματα που απευθύνονται σε έναν συγκεκριμένο τύπο αναγνώστη περισσότερο καλλιεργημένο ή περισσότερο μέσα στα λογοτεχνικά πράγματα. Αυτό βέβαια, για μένα, δεν σημαίνει μια διαφορά αξίας, μπορούν να υπάρχουν εξαιρετικά τόσο ανάμεσα στα πρώτα όσο και στα δεύτερα. Μόνο που αυτή την περίοδο προτιμώ τα πρώτα, εκείνα που φαίνονται γραμμένα για όλους, γιατί η γραφή τους μου είναι λιγότερο κουραστική και πιο ευχάριστη. Ίσως κι εγώ –όπως ο Σάουλ Μπέλοου- σε μια εποχή εξειδικευμένων μυαλών προσπαθώ να κρατηθώ ως ένας μη ειδικός της ανάγνωσης, και «αισθάνομαι να κατευθύνομαι προς μια μέση οδό συνειδητοποίησης, που να είναι προσιτή σε όλους».

Τα μυθιστορήματα που φαίνονται γραμμένα για όλους δεν είναι τέτοια γιατί είναι εύκολα, αντίθετα απαιτούν αναγνώστες με ανεπτυγμένη προσοχή και ευαισθησία, και φυσικά κουλτούρα, γιατί η εμφανιζόμενη απλότητά τους σχεδόν πάντα κρύβει μια πολυπλοκότητα που επιτρέπει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης. Αυτά τα μυθιστορήματα εμφανίζονται με μια ταπεινότητα και ποτέ δεν έχουν υψηλές απαιτήσεις (σκέφτομαι τον τρόπο αφήγησης του Τσέχωφ, τα σύντομα μυθιστορήματα του Κόνραντ, και σε πολλά άλλα μυθιστορήματα, του 20ουακόμη και του 21ουαιώνα)∙ η ιστορία, σημαντική ή ασήμαντη, και η πλοκή, είναι πάντα η ουσία, και μόνο μέσα από τις περιπέτειες του ενός ή του άλλου πρωταγωνιστή αναδεικνύονται τα συναισθήματα και οι προσδοκίες, η ψυχική τους κατάσταση και οι ιδέες τους που ο συγγραφέας θέλει να μεταφέρει στον αναγνώστη. Από κάθε μεγάλο μυθιστόρημα, από κάθε μεγάλο διήγημα, αυτό που μένει αποτυπωμένο είναι στο τέλος μια κίνηση, ένα περιστατικό που δεν φαίνεται να έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία όταν συμβαίνει, αλλά απλά συμβαίνει γιατί είναι απαραίτητο, και σ’ εκείνη τη στιγμή πρέπει να συμβεί, γιατί «έτσι είναι η ζωή». Για παράδειγμα στο Θάνατο του Ιβάν Ίλιτς του Τολστόι η κίνηση που κάνει ο πιστός υπηρέτης για να ανακουφίσει τον αφέντη, όταν του σηκώνει τα πόδια και τα ακουμπά στις πλάτες. Ή τη στιγμή όπου ο γραφιάς Μπάρτλεμπυ, στο ομώνυμο διήγημα του Μέλβιλ προφέρει τις δύο λέξεις: «Προτιμώ όχι». Είναι ακριβώς αυτός ο τύπος ασήμαντων φαινομενικά λεπτομερειών που ορίζουν το νόημα του διηγήματος.

Πολλοί συγγραφείς του 20ου αιώνα απομόνωσαν αυτά τα ασήμαντα περιστατικά αναδεικνύοντάς τα ως τις «στιγμές ύπαρξης» της Βιρτζίνια Γουλφ ή τις περίφημες «αποκαλύψεις» του Τζόυς ή τις «διαδοχές» του Προυστ ή τις «αισθησιακές εκλάμψεις» του Ναμπούκοφ∙ τις ανέσυραν από το περιεχόμενο του χώρου και κατά κάποιο τρόπο και του «χρόνου» που φυσιολογικά τους αναλογούσε, για να τους αποδώσουν μια λειτουργία που τις ξεπερνούσε. Κατέστησαν σημαντική την υπαρξιακή τους φυσικότητα.

Στα μυθιστορήματα για τα οποία ομιλώ, όχι αναγκαστικά σε όλα, φαίνεται ότι αυτές οι στιγμές είναι μυστηριωδώς συνυφασμένες με άλλες στιγμές, και ότι ο αφηγητής παραμένει πάντα στο ύψος του, πάντα στο ύψος αυτού που αφηγείται, χωρίς ποτέ να τις υπερβαίνει, διατηρώντας ένα βαθμό σύγχυσης, ίσως και απώλειας, που μπορεί σιγά σιγά να τον οδηγήσει, αυτόν και τον αναγνώστη, στην ανακάλυψη ενός νοήματος.

Μέσα από τη διαδοχή, την ανάδειξη, την τάξη και την αταξία που δίνει σ’ αυτά τα σχετικά ασήμαντα περιστατικά, που όμως γίνονται καταστάσεις ή μέτρο για έναν πρωταγωνιστή, όταν ανάμεσά τους ορίζεται εκείνη η λανθάνουσα σύνθεση που θα την ονόμαζα «μυθιστορηματική κυκλικότητα», ο μυθιστοριογράφος μιλά στον αναγνώστη του. Όχι μέσα από τη γραφή. Η γραφή, στα μυθιστορήματα που είπα ότι προτιμώ, συνοδεύει το γεγονός, και δεν το προσπερνά. Και δεν υπερέχει, δεν προσβλέπει σε καμιά αυτονόμηση, δεν εκδηλώνει καμιά υπεροψία, καμιά «πρωτοτυπία». Η γραφή σ’ αυτά τα μυθιστορήματα είναι στη διάθεση του γεγονότος, το καταγράφει, το γυρνά και το ξαναγυρνά από κάθε πλευρά με τον πιο κατάλληλο τρόπο για να μας κάνει να το ξαναζήσουμε, ένα είδος εμπειρίας ζωής.

Γεννιέται από αυτή τη διαθεσιμότητα, που είναι επίσης της ψυχής και όχι μόνο της γραφής, η φυσιογνωμία των μυθιστορημάτων που φαίνονται γραμμένα για όλους, των μυθιστορημάτων που, όπως θα λέγαμε, «αφηγούνται τη ζωή». Αυτό όμως δεν αποκλείει – όπως συμβαίνει στον Μέλβιλ, στον Κόνραντ, σε πολλούς άλλους μεγάλους μυθιστοριογράφους- η γραφή να ανυψώνεται πάνω από το γεγονός και να ζει μόνο για τον εαυτό της. Αλλά για αναγκαιότητα, για τη δύναμη των πραγμάτων, όχι για αυτοπροβολή. Μόνο για να αντιληφθεί καλύτερα και να μας επιστρέψει τον μυστηριώδη ρυθμό της ύπαρξης.

* Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Είναι ακόμη η Ευρώπη στην Ευρώπη;

Φοίβος Γκικόπουλος


Η ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι όπως ο χρόνος για τον Άγιο Αυγουστίνο: προφανής όταν αναρωτιόμαστε τι είναι, απρόβλεπτη όταν προσπαθούμε να την ορίσουμε∙ αδιαπραγμάτευτη ως δεδομένο της έμπνευσης, άπιαστη ως αντικείμενο της σκέψης.

Οι ευρωπαϊστές ηγέτες ορκίζονται ότι την έχουν βρει και την κρατούν καλά κλεισμένη στους χαρτοφύλακές τους∙ οι πολιτικοί την επικαλούνται στις δύσκολες στιγμές, όταν ξαφνικά κατακρημνίζεται, αφήνοντάς τους μόνους χωρίς υποστήριξη∙ οι φιλόσοφοι, οι ιστορικοί, οι γεωγράφοι την διακρίνουν παντού και συνεχώς την ακολουθούν, ακόμη και στις συσκέψεις και στα συνέδρια∙ ο απλός κόσμος νομίζει ότι Ευρώπη σήμερα θα έπρεπε να σημαίνει ευημερία, μια συνθήκη που την διαφοροποιεί από το Πακιστάν, αλλά δεν την ξεχωρίζει από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ιαπωνία.

Μολονότι είναι απαραίτητη, αυτή η πολύτιμη ταυτότητα παραμένει λοιπόν μια χίμαιρα, ένα collage από πραγματικά γεγονότα που διαμορφώνουν ένα εξωπραγματικό σύνολο, πιο συγκεκριμένο από μια ψευδαίσθηση αλλά πολύ λιγότερο αληθινό από ένα όνειρο.

Ο Βιτγκενστάιν υποστηρίζει ότι «πρέπει να σιωπούμε για κάτι που δεν είμαστε σε θέση να μιλήσουμε». Στην πραγματικότητα μιλάμε μόνο για τα πράγματα για τα οποία πρέπει να σιωπούμε. Είναι βέβαια σωστό: γιατί είναι και τα μόνα που μας ενδιαφέρουν.

Για τον λόγο αυτό δεχόμαστε να ζούμε ανάμεσα στα παράδοξα. Το παράδοξο είναι το αλμυρό αντίτιμο που πληρώνουμε στα συμφέροντά μας και στις περιέργειές μας, που είναι τελικά η ίδια μας η ζωή.

Ύστερα από δύο παγκόσμιους πολέμους και μια σειρά από συγκλονιστικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις, η Ευρώπη πληρώνει το παράδοξό της στην ιστορία. Η ψυχή της, ελεύθερη κι ωραία, πετάει γύρω από τον κόσμο∙ τόσο που, με πολιτισμικούς όρους, η Ευρώπη βρίσκει την Ευρώπη κι έξω από τον εαυτό της. Αντίθετα, το άψυχο σώμα της, στο οποίο έμεινε επιφανειακά μόνο η φυτική ζωή, έχασε τη θέληση, την εξυπνάδα, το πολιτικό της κουράγιο, πόσο μάλιστα που τώρα πια η Ευρώπη βρίσκεται παντού εκτός απ’ την Ευρώπη.

*Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ

ArtiNews

Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Η «πεταλούδα» και ο κόσμος

Φοίβος Γκικόπουλος


Εδώ και αιώνες, η επιστημονική αντίληψη για τον κόσμο κυριαρχείται από τις γραμμικές συναρτήσεις, καλό παράδειγμα των οποίων είναι η λειτουργία των ουράνιων σωμάτων: η τροχιά ενός κομήτη είναι μια συνεχής γραμμή και γνωρίζοντας τις συντεταγμένες του μπορούμε να καθορίσουμε ανά πάσα στιγμή τη θέση του. Επίσης, όταν έχουμε μια γραμμική συνάρτηση, για ελάχιστες διαφοροποιήσεις στα στοιχεία θα έχουμε ελάχιστες διαφοροποιήσεις στις τιμές: αν θεωρήσουμε δυο στιγμές κοντά τη μία με την άλλη, οι θέσεις του κομήτη στις συγκεκριμένες στιγμές θα είναι κι αυτές πολύ κοντινές. Με βάση αυτή την αντίληψη για τον κόσμο, πιστοποιούνται δύο δόγματα:

  • (α) είναι δυνατή μια θεωρία που προβλέπει με απόλυτη σιγουριά το μέλλον
  • (β) τίποτε το σημαντικό δεν χάνεται παραλείποντας τις λεπτομέρειες προς χάρη γενικών διατυπώσεων.

Εδώ και μερικά χρόνια, επιστήμονες διαφόρων πεδίων ανακάλυψαν ότι, όπως και αν πάνε τα πράγματα στο σύμπαν, η φυσική, η βιολογία, η οικονομία και η κοινωνιολογία του κόσμου μας θα κυριαρχούνται από το χάος. Δεν πρόκειται, σ’ αυτή την κατεύθυνση, ν’ απαρνηθούμε τον ντετερμινισμό∙ ό,τι συμβαίνει θεωρείται πάντα αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός ή περισσότερων αιτίων. Αλλά οι λειτουργίες που δημιουργούν αυτές τις τυχαίες σχέσεις δεν είναι γραμμικές: δεν παρουσιάζονται ως συνεχείς διαδρομές, αντίθετα χαρακτηρίζονται από επαναλαμβανόμενες «διακυμάνσεις» και «διακοπές». Έτσι συχνά σε ελάχιστες διαφοροποιήσεις στα αντικείμενα των λειτουργιών αντιστοιχούν καταστροφικές μεταβολές στις αξίες.

Είναι το φαινόμενο «πεταλούδα»: πώς αρχίζει μια καταιγίδα, ίσως μόνο με το φτερούγισμα μιας πεταλούδας; Και με αντίστοιχο τρόπο μια κρίση στο Χρηματιστήριο μπορεί να ξεκινήσει από μια έκφραση δυσπιστίας από τη μεριά ενός μεμονωμένου επενδυτή και ένας σεισμός μπορεί να προκληθεί από την καθίζηση ενός και μοναδικού σβώλου γης.

Και τα δύο δόγματα της παραδοσιακής επιστήμης αλληλοαναιρούνται από το ντετερμινιστικό χάος. 

Σχετικά με το (β), είναι πλέον προφανές ότι συχνά το πεπρωμένο μιας κατάστασης είναι προαποφασισμένο από ελάχιστες λεπτομέρειες και που, όταν εμπιστευόμαστε σε θεωρήσεις γενικού χαρακτήρα, τόσο περισσότερο χάνουμε αυτό που ουσιαστικά μετράει.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η θεωρία του χάους ήρθε δυναμικά στην επιφάνεια όταν οι επιστήμονες είχαν στη διάθεσή τους ένα εργαλείο (τον υπολογιστή) που τους επέτρεπε να πραγματοποιούν έναν τεράστιο αριθμό από διακεκριμένες πράξεις σε ελάχιστο χρόνο, περιγράφοντας έτσι μια λειτουργία σε σχεδόν εμπειρικό τρόπο και, αντίθετα, δεν αναζητούσαν (όπως ήταν πρώτα υποχρεωμένοι να κάνουν) να την ανάγουν σε μια γενική μεμονωμένη διαδικασία υπολογισμού.

Σχετικά με το (α), προκύπτει εξίσου προφανές ότι εκείνο που μια θεωρία ικανή να προβλέψει με σιγουριά το μέλλον είναι ένας μύθος τελείως αβάσιμος. Όσο κι αν είναι τελειοποιημένα, τα εργαλεία παρατήρησης θα έχουν πάντα όρια, θα αποδειχθούν πάντα ανίσχυρα κάτω από ένα κάποιο πλέγμα. Και, βλέποντας να υπάρχει παντού το φαινόμενο πεταλούδα, είναι πάντα δυνατόν ότι κάτι που βρίσκεται κάτω από αυτό το πλέγμα να έχει στο μέλλον καταστροφικά αποτελέσματα, που για την ώρα είναι τελείως απρόβλεπτα.

Σ’ έναν κόσμο χαοτικό πρέπει να ξαναδούμε τα κλασικά παραδείγματα της γνώσης και της σοφίας, αρνούμενοι κάθε ουσιαστικό αφαιρετικό προνόμιο και, αντίθετα, να προάγουμε την δημοκρατία και τον ρεαλισμό.

*Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Το Συνεχές, Ατελείωτο, Ολοκληρωτικό Παρόν

Φοίβος Γκικόπουλος


Σε μια Παγκόσμια ιστορία των αριθμών (νομίζω του Ζωρζ Ιφράχ, αν θυμάμαι καλά), υπάρχει η παρακάτω ιστορία: ένας κύριος ξυπνάει το πρωί εκνευρισμένος και τα βάζει με το εκκρεμές του σπιτιού του. «Τη νύχτα –λέει– το ρολόι τρελάθηκε. Χτύπησε πέντε φορές τη μία, ενώ ήταν πέντε».

Ο κύριος που διαψεύδει το ρολόι είναι βέβαια τρελός. Το εκκρεμές χτύπησε σωστά, συμπεριφέρθηκε άψογα. Ο συκοφάντης όμως έχει μερικά ελαφρυντικά.

Αν το εκκρεμές περιοριζόταν στο να υποδεικνύει την ώρα στο καντράν δεν θα είχαμε προβλήματα, γιατί στους αριθμούς (ρωμαϊκούς ή αραβικούς) το πέντε έχει μια μορφή διαφορετική από το ένα, έτσι δεν θα υπήρχε καμιά περίπτωση σύγχυσης.

Το δυστύχημα είναι πως θέλει να «μιλήσει», θέλει να «παίξει» τις ώρες και δεν γίνεται αντιληπτό. Τραγουδώντας και μετρώντας χωρίς να χρησιμοποιεί λέξεις, το εκκρεμές αποκαλύπτει τον ερμαφροδιτισμό των αριθμών που, πέρα από τη γλώσσα, είναι όλοι λίγο ακέραιοι και λίγο τακτικοί∙ ή καλύτερα, είναι όλοι ακέραιοι αλλά είναι επίσης έτοιμοι να μπουν σε τάξη όταν έρχονται κοντά μας ή όταν εμείς πάμε κοντά τους. Το «εκατό» και το «τριακόσια πενήντα» έχουν βέβαια την προσωπικότητά τους. Είναι όμως μόνο το εκατοστό και το τριακοσιοστό πεντηκοστό «ένα» που συναντάμε στην αρίθμηση.

Ο αριθμός είναι το βασίλειο της απρόσωπης και αντικειμενικής αλήθειας. Η αριθμητική από την άλλη, του προσδίδει την προσωπική και υποκειμενική προοπτική μιας πρόθεσης. Πέρα από μας οι αριθμοί δεν μετριούνται: είναι σαν να προετοιμάζουμε μια προοπτική φυγής, να σηκώνουμε τις κουίντες ενός σκηνικού.

«Το άπειρο δεν είναι κάτι που πέρα απ’ αυτό δεν υπάρχει τίποτε, αλλά αυτό που πέρα απ’ αυτό υπάρχει πάντα κάτι», μας διαβεβαιώνει ο Αριστοτέλης και δεν έχουμε λόγους να αμφιβάλουμε. Άρα, πέρα από κάθε αριθμό υπάρχει πάντα κάποιος άλλος.

Και υπάρχουν αναρίθμητοι αριθμοί μέσα σε κάθε αριθμό. Η αριθμητική μας λέει ότι προχωρούμε με μεγάλους διασκελισμούς προς το ακαθόριστο, προσπερνώντας σε κάθε μας βήμα τα βάραθρα του απείρου. Δεν αλλάζει τίποτε αν πάμε σημειωτόν ή σταματάμε. Το surplace της στιγμής είναι μη προβλεπόμενο.

Ο κύριος του εκκρεμούς θα καταλήξει σε κλινική, αλλά δεν έχει άδικο. Είναι συνηθισμένος να λέει «πέντε» όπως εμείς∙ ενώ το ρολόι μπορεί να λέει μόνον «ένα» πέντε φορές. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Να λες «ένα» πέντε φορές αντί για «πέντε» μόνο μια φορά διαψεύδει τις προθέσεις μας. Πράγματι, η αλληλουχία διακόπτεται, η στιγμή σταματά και η απαρίθμηση των αριθμών μετατρέπει την πρόοδο σε επανάληψη.

Άρα, το surplace με τη στιγμή είναι δυνατό, αν και μη προβλεπόμενο; Τα πάντα μπορούν να σταματήσουν ξαφνικά;

Αν καπνίζω δεν είναι μόνο μια «στοματική» πράξη, αλλά για να χαράξω μια γραμμή στην λεία επιφάνεια, στον γλιστερό και επίπεδο βράχο της στιγμής, όπου θα μπορούσα να γλιστρήσω χωρίς να σταματήσω. Αν καπνίζω είναι για να διαιρέσω και ταξινομήσω μια αδιευκρίνιστη ροή.

Μπορούμε να κάνουμε και καλύτερα, αλλά αυτή είναι η πιο απλή απάντηση στην πρόκληση του εκκρεμούς, την ανυπόφορη αιωνιότητα του παρόντος. Τα βίτσια είναι χρήσιμα για να απελευθερωθούμε από το hic et nunc, όπου βρισκόμαστε καρφωμένοι, και να μας επιστρέψουν τις άυλες προοπτικές του χρόνου και του χώρου.

Η πραγματικότητα μεγαλώνει –λέει ο Μποντριγιάρ- η πραγματικότητα πλημμυρίζει, κι όταν η πραγματικότητα γίνει παγκόσμια, θα έρθει το τέλος.

Με την απαράμιλλη γαλλική του σκέψη ο Μποντριγιάρ υπερβάλλει, αλλά δεν ψεύδεται. Κρύψτε μας –αν θέλετε- το χρόνο, την ατέρμονη αλληλουχία του, πνίξτε μας στο οπλισμένο σκυρόδεμα της καθολικής ακρίβειας, και θα έχετε ένα big-bang. Η ψυχή θα κατακερματιστεί. Κι ύστερα θα μπορέσετε να ακούσετε αυτόν τον υπόκωφο θόρυβο που έρχεται κάτω από την ιστορία όπου, σύμφωνα με μια άλλη εξαιρετική γαλλική σκέψη (Φουκώ), υπάρχει η τρέλα.

Υπάρχει κάτι το παράξενο στην κουλτούρα μας, που σταμάτησε το χρόνο. Δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να μιλάμε για το μέλλον, είναι όμως ιδεολογικές κουβεντούλες, ένα αδιάκοπο πήγαινε ‘λα ιδεών. Στην πραγματικότητα το μέλλον το καταβροχθίζουμε. Και το παρελθόν το υποτιμάμε. Ψυχολογικά είμαστε καρφωμένοι σ’ ένα συνεχές, ατέλειωτο, διαδοχικό, ολοκληρωτικό παρόν, όπως εκείνο των εφημερίδων: μια ολιγόωρη ανάπαυση και ξαναρχίζουμε κάθε πρωί. Προσπαθούμε, δίχως να το ξέρουμε, ένα αδύνατο surplace.

*Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ

ArtiNews

Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Συλλέκτες ιδεών

Φοίβος Γκικόπουλος


Ένα φίδι δεν μπορεί ποτέ να μείνει κουτσό, γιατί δεν έχει πόδια. Αντίθετα, αυτό θα μπορεί να συμβεί αρκετά εύκολα σ' έναν άνθρωπο και σε μια κότα, που έχουν δύο και πολύ πιο εύκολα σ' ένα άλογο, που έχει τέσσερα.

Για να χρησιμοποιήσεις -έστω και άσχημα- τα πόδια σου, πρέπει πρώτ' απ' όλα να τα έχεις. Το ίδιο αξίωμα ισχύει και για το κεφάλι. Δίχως μυαλό, δεν κάνεις ηλιθιότητες. Η ήρεμη απουσία διορατικότητας, από την άλλη, είναι τελείως διαφορετικό πράγμα από την ηλιθιότητα, γιατί η πρώτη δεν είναι δραστήρια, δεν είναι, όπως η δεύτερη, μια διαστροφή της εξυπνάδας. Δεν προσβάλλει.

Η ηλιθιότητα είναι η σκιά της εξυπνάδας, την ακολουθεί παντού κι είναι σπάνιο να βρεις κάποιον που να καταφέρνει ν' απελευθερωθεί από τη σκιά της. Όλοι ή σχεδόν όλοι, έχουμε το μυαλό μας. Άρα όλοι ή σχεδόν όλοι, έχουμε ένα φωτοστέφανο ηλιθιότητας γύρω από το κεφάλι μας.

Ο Φλωμπέρ χλεύαζε τους ideologues, δηλαδή τους συλλέκτες ιδεών. Οι ιδέες, ως γνωστόν, υπόκεινται στους νόμους του πληθωρισμού, συσσωρεύονται στις τσέπες, μερικοί τις πετάνε κι άλλοι τις μαζεύουν απ' το δρόμο.

Δημιούργημα της "Προόδου" και των "Φώτων", ο ιδεολόγος είναι, μ' άλλα λόγια, ένας clochard, που ψάχνει στους σκουπιδοτενεκέδες των εφημερίδων και των βιβλίων για να εξασφαλίσει τον άρτο τον επιούσιο και βρίσκει καταφύγιο κάτω από τα γεφύρια των κομμάτων και των κινημάτων, για να περάσει τη νύχτα του.

Είναι όμως σίγουρο πως αρκεί να μην μιλάς για πολιτική, για επιστήμη, για πολιτισμό και για το μέλλον της ανθρωπότητας για να μην πεις ηλιθιότητες; Ο Καντ, που προέβλεψε μια παγκόσμια κυβέρνηση, υπήρξε σίγουρα ένας μεγάλος ηλίθιος. Μήπως όμως, εξασθενώντας τη σκέψη, ελαττώνονται τα ρίσκα; Οι κυβερνώντες είναι όλοι πανέξυπνοι;

Το μυαλό είναι πάντα έτοιμο να παράγει ηλιθιότητες, σε τέτοιο βαθμό που για να το κάνεις να σταματήσει, θα έπρεπε να το εκμηδενίσεις. Φτάνει να σώσεις ακόμη κι ένα μικρό κομμάτι εξυπνάδας, για να δεις να μεγαλώνει η ηλιθιότητα. Όπως τα νύχια, που όσο τα κόβεις, τόσο αυτά μεγαλώνουν.

Μια στιγμή απροσεξίας κι αμέσως μια ασθενής σκέψη, ασθενέστατη, όπως η παρατήρηση "κανείς δεν έχει την αλήθεια στην τσέπη του", γίνεται μια αλήθεια που την έχουν όλοι στην τσέπη τους. Η ηλιθιότητα μπορεί ν' αποδειχτεί τόσο πιο έντονη όσο λιγότερο διαδεδομένη είναι. Αν αληθεύει ότι την παράγουν οι προκαταλήψεις, γιατί να μην αρκεί μία, για να παράγει βασίλεια και αυτοκρατορίες ηλιθιότητας; Δεν έχουμε κάνει αποδεκτές όλοι μας τουλάχιστον μία ή δύο ιδέες; Δεν μιλάμε όλοι για "αγάπη", για "ελευθερία", για "γούστο", για "ανθρωπιά" και, ακριβώς, για "ηλιθιότητα"; Οι ιδέες πολλαπλασιάζονται όπως και τα ποντίκια.

Είναι κι εκείνοι που τείνουν να διακρίνουν την ηλιθιότητα από την ανοησία. Η ανοησία είναι stupor, αθωότητα, εκφραστικότητα, στοιχειώδης φαντασία. Αντίθετα, είναι ίσως η πρωταρχική μορφή της εξυπνάδας. Η ηλιθιότητα, όμως, είναι κακία, πονηριά, απομίμηση, ημιμάθεια, συμβιβασμός, μηχανικός συνδυασμός, αποτυχημένο τέχνασμα, ασυνείδητη απάτη (πάνω απ’ όλα εις βάρος του ίδιου). Είναι μια βασική διάκριση, που όμως δεν μας προσφέρει καμιά σιγουριά. Δεν αρκεί να προτιμούμε την ηλιθιότητα για να είμαστε βέβαιοι ότι θα θεωρηθούμε ηλίθιοι. Πράγματι, ακόμη κι’ αυτή, μπορεί να γίνει ιδεολογία.

Ποιος μας βεβαιώνει ότι η προτίμησή μας δεν είναι μόνο μια ανόητη προδιάθεση για την ηλιθιότητα; Υπάρχει μια απόλυτη θεραπεία ενάντια στην ηλιθιότητα; Πιστεύω πως όχι. Πιστεύω πως πρέπει να δεχτούμε το ρίσκο. Αν μετά, όπως είναι σωστό, δεν θέλουμε να καταθέσουμε τα όπλα, ίσως το μόνο σύστημα είναι να μην προσπαθήσουμε να καταλάβουμε διανοητικά εκείνα που δεν καταλάβαμε ψυχολογικά: όχι την ευχαρίστηση, αν δεν είμαστε σε θέση να την αισθανθούμε∙ όχι τον σοσιαλισμό, αν δεν είμαστε σε θέση να τον ζήσουμε∙ όχι την ομορφιά, αν δεν είμαστε σε θέση να συγκινηθούμε∙ όχι την ελευθερία, αν δεν είμαστε σε θέση να την εξασφαλίσουμε στους άλλους.

Ισχύει και το αντίθετο, δηλαδή ο έλεγχος της σκέψης πάνω στην ψυχή. Είναι όμως δύσκολο. Το διπλό κοσκίνισμα είναι βέβαια ένα φίλτρο τιμιότητας που ελάχιστα πράγματα αφήνει να περάσουν. Όποιος ξέρει να το χειρίζεται θα πρέπει να καταφέρει, αργά ή γρήγορα, να μην καταλάβει τίποτε, φτάνοντας έτσι στην τελειότητα της γνώσης, την γνωσιολογική αγιοσύνη.

Και όχι γι’ αυτό θα νιώθει μια σιγουριά. Μπορεί να του συμβεί, σίγουρα θα του συμβεί, να θεωρηθεί ανόητος από τους ηλίθιους και ηλίθιος από τους ανόητους, κι επίσης ένας βλαξ, ένας κρετίνος, ένας καθυστερημένος (χαρακτηρισμοί που δίκαια παραμελήθηκαν) από όλους.

* Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ

ArtiNws

Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

Requiem



Il est mort, il va a mourir (Είναι νεκρός, πάει να πεθάνει), σημειώνει ο Rolan Barthes κάτω από την εικόνα ενός νεαρού, που φωτογραφίζεται υγιέστατος, λίγα λεπτά πριν ανέβει στο ικρίωμα. Είναι νεκρός, εμείς όμως τον βλέπουμε ζωντανό. Βρισκόμαστε πριν από το θάνατό του, ενώ εκείνος βρίσκεται μετά. Κι εμείς βέβαια, βρισκόμαστε πριν αν τον κοιτάμε, μετά αν τον σκεφτόμαστε. Σκαρφαλώνουμε ένα αξεπέραστο τείχος. Και στήνουμε έναν ξέφρενο χορό γύρω του.

Η απεικόνιση, εκμηδενίζει ξαφνικά την αδιαμφισβήτητη ροή του γίγνεσθαι, ενός γίγνεσθαι που μας τρομάζει και, ταυτόχρονα, μας συναρπάζει.

Η χειρονομία να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις βαρβαρότητες είναι παλιά όπως ο κόσμος. Όπως παλιά είναι η θέληση να τα κρατάμε ορθάνοιχτα μπροστά στα πάντα. Η πρώτη φανερώνει ευαισθησία, αλλά και φόβο, pruderie και, καμιά φορά, θρησκοληψία. Η δεύτερη, αγάπη για την αλήθεια, ηθικό θάρρος, αλλά και voyeurisme και, καμιά φορά, σαδισμό.

Είναι δύσκολο να εφαρμόσεις τη μία ή την άλλη από αυτές τις χειρονομίες σ’ αυτό που συμβαίνει στην τηλεοπτική πληροφόρηση, στην εμμονή που σπρώχνει φωτογράφους και κάμεραμαν, δημοσιογράφους και κανάλια να εστιάσουν όλα τούς φακούς τους στο σημείο όπου παράγεται η είδηση των ειδήσεων, ο θάνατος ενός συνανθρώπου μας.

Πιστεύω ότι εδώ η ηθική δεν έχει θέση. Πιστεύω αντίθετα ότι προαναγγέλλεται μάλλον ένας απάνθρωπος μετασχηματισμός στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.

Με τον σουρεαλισμό της η TV μας έκλεισε σε μια εξωπραγματική σαπουνόφουσκα. Στη σύγχρονη κοινωνία δημιουργήθηκε ένα άυπνο μάτι, ένα μάτι που δεν μπορούμε να κλείσουμε, που μένει άγρυπνο εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, που κοιτά τα πάντα, επεξεργάζεται τα πάντα, δεν αφήνει να του ξεφύγει τίποτε, αλλά δεν βλέπει πράγματα αλλά εικόνες.

Είμαστε αιχμάλωτοι του κόσμου «ως επιθυμία και παρουσίαση», έναν κόσμο επιθυμητό και παρουσιασμένο από ένα συλλογικό υποκείμενο, επομένως επιθυμητό και παρουσιασμένο από όλους κι από κανέναν.

Κάθε εικόνα νεκρού, είναι μια πόρτα στην αιωνιότητα που νομίζουμε ότι μπορούμε ν’ ανοίξουμε από τη μια στιγμή στην άλλη, γυρίζοντας απλά το πόμολο: ένα σκαρφαλωμένο τείχος, ένα παραβιασμένο σύνορο.

Δεν μπορείς να καταλάβεις ακριβώς, τι συμβαίνει σήμερα. Η πληροφόρηση διανύει μια περίοδο με σημαντικές επιτυχίες, αλλά και με δεοντολογικές αβεβαιότητες. Η εξουσία της είναι πολύ πλατιά. Και δεν είναι ανάλογη με την αίσθηση υπευθυνότητας.

Εκεί που τα γεγονότα υποβαθμίζονται σε πληροφορίες και οι πληροφορίες σε γεγονότα (όπου τα γεγονότα είναι, σε τελευταία ανάλυση, οι ίδιες οι πληροφορίες) είναι δύσκολο να διακρίνεις ανάμεσα σε δολοφονίες που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ειδήσεις και ειδήσεις που είναι προαποφασισμένες δολοφονίες. Οι τελευταίες αιματηρές και καταστροφικές συγκρούσεις στη Γάζα, μας δείχνουν πως σ’ έναν τέτοιο κόσμο, μπορείς να πληροφορείς για να σκοτώνεις και ίσως να σκοτώνεις για να πληροφορείς.

Ο θάνατος σε πρώτο πλάνο, σε απευθείας μετάδοση, από τους παραγωγούς και τους εμπόρους του, στο καταναλωτικό κοινό.

* Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ

Πηγή:artinews.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

«La poesia è un mostro» (*)

Φοίβος Γκικόπουλος


Δεν είναι αναγκαίο να δώσεις τον ορισμό της ποίησης. Στην κυρίαρχη ταυτοποίησή της, που χαρακτηρίζεται από την εξαιρετική λεκτική ένταση και τον ρυθμό, η ποίηση εκφράζει επίσης μια απελευθέρωση του λόγου από την κανονική σύνταξη. Διαφορετικά από την πρόζα, που δεν μπορεί να απεμπλακεί από τα συντακτικά δεσμά. Κάνε ποίηση όταν καταφέρνεις να δώσεις σε μια λέξη το μέγιστο της έννοιας. Είναι ανώφελο να γράφεις σε στίχους αυτό που μπορείς να γράψεις καλύτερα σε πρόζα. Ποίηση είναι αυτό που δεν μπορεί να μεταφραστεί σε πρόζα. Η ποίηση είναι η αντι-πρόζα.

«Η ποίηση είναι ένα τέρας» (*) δηλώνει ο Μοντάλε σε έναν Διάλογο πάνω στην ποίηση, που δημοσιεύθηκε το 1960 στα «Quaderni Milanesi» (τ. 1). «Είναι μουσική φτιαγμένη με λέξεις ακόμη και με ιδέες: γεννιέται όπως γεννιέται, από έναν αρχικό τονισμό που είναι απρόβλεπτος πριν ακόμη γεννηθεί ο πρώτος στίχος».

Βέβαια η ποίηση είναι η πιο αρχαία τέχνη και το πεδίο της απόλυτης εκφραστικής ατομικότητας, όπου η parole (η γλώσσα του υποκειμένου) παίρνει τις αποστάσεις από τις κανονιστικές λειτουργίες της langue που χρησιμοποιείται.

«Δεν υπάρχει πράγμα που δεν μπορείς να μάθεις» λένε κάποιοι. Η ποίηση, για παράδειγμα, δεν είναι κάτι που διδάσκεται.

Την εποχή όπου η ομοιοκαταληξία είναι για τον ποιητή ότι η τεχνική του σχεδίου για τον εικαστικό καλλιτέχνη, η ποίηση έχει εξαιρετικούς ποιητές όπως ο Δάντης και ο Πετράρχης. Αλλά όποιος σήμερα προτείνει τις τερτσίνες του Δάντη από ενδεκασύλλαβους θα ήταν τουλάχιστον γραφικός.

Αντίθετα ο «ελεύθερος στίχος», που υπερισχύει στη σύγχρονη ποίηση και που γεννήθηκε από την επιθυμία των ποιητών να εφεύρουν νέους κανόνες, δεν έχει έναν σταθερό αριθμό συλλαβών∙ κι αν ανατρέχει στην ομοιοκαταληξία ή στην παρήχηση, το κάνει ακολουθώντας έναν ανόμοιο ρυθμό από μέτρα ή τονισμούς. Η μη κανονικότητα, που φυσικά δεν σημαίνει δυσαρμονία (γιατί ο στίχος είναι πράγματι «ελεύθερος» αν είναι … «δεμένος» στους δικούς του αυστηρούς κανόνες), αφομοιώνεται στο λεγόμενο μικτό μέτρο φτιαγμένο από στίχους διαφορετικών μέτρων.

Εμβληματικοί της λυρικής ποίησης, που βασίζεται στην αυτόνομη υποκειμενικότητα, οι στίχοι ξένοι από οποιοδήποτε μετρικό σχήμα, απελευθερώνουν οριστικά την ποίηση από τα τεχνάσματα της ομοιοκαταληξίας. Αυτή η τελευταία, σχεδόν άγνωστη στους αρχαίους, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μεσαιωνικά λατινικά. Από αυτά περνά σε διάφορες γλώσσες και γίνεται το φυλακτό για τους ποιητές και στιχοποιούς κάθε είδους.

Βέβαια, διακρίνοντας ανάμεσα στους απλούς στιχοποιούς και τους αληθινούς ποιητές, αυτό που έχει σημασία δεν είναι το μέτρο αλλά η γλώσσα.

Επίσης, λιγότερο από το μέτρο ποιητική λειτουργία έχει η ομοιοκαταληξία που, χρησιμοποιημένη εδώ και αιώνες, σήμερα θα έμοιαζε με κάτι το εντελώς «γκροτέσκο».

Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ

ArtiNews
Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Ποιος σκέφτεται πια το Καρναβάλι;

Φοίβος Γκικόπουλος


Ποιος σκέφτεται πια το Καρναβάλι; Σήμερα, στη σημερινή ζωή, πιστεύω πως όλο και λιγότεροι άνθρωποι θυμούνται ή καταλαβαίνουν αν έχουμε Καρναβάλι ή Σαρακοστή. Αντίθετα, στα βιβλία συχνά συναντάμε αναφορές στο Καρναβάλι, σαν να φορτίζεται αυτή μας η εμπειρία με όλη της την έννοια, σαν να γίνεται αναγκαίο στοιχείο για να κατανοήσουμε τα εθνολογικά δεδομένα της κουλτούρας μας.

«Το Καρναβάλι είναι ένα θέαμα χωρίς πάλκο και διαχωρισμούς ανάμεσα σε εκτελεστές και θεατές. Στο Καρναβάλι όλοι είναι δραστήριοι, όλοι συμμετέχουν στην καρναβαλική πράξη. Το Καρναβάλι το ζεις: ζεις σύμφωνα με τους κανόνες του. Όμως η καρναβαλική ζωή είναι μια ζωή που έχει απομακρυνθεί από τη φυσιολογική της τροχιά, είναι κατά κάποιο τρόπο, μια «ζωή αντίστροφη», ένας «κόσμος αντίστροφος».

Αυτή η ερμηνεία του Καρναβαλιού βρίσκεται σ’ ένα βιβλίο που μπορεί να μας ξενίσει λίγο. Μια μελέτη πάνω στο ύφος του Ντοστογιέφσκι που κυκλοφόρησε εδώ και πολλά χρόνια στη Μόσχα (Μιχαήλ Μπάχτιν, Ντοστογιέφσκι, ποιητική και υφολογία, 1968). Ο Μπάχτιν υπογραμμίζει το γεγονός ότι «οι νόμοι, οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί που καθορίζουν το καθεστώς και την τάξη της φυσιολογικής ζωής, κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού καθαιρούνται. Και, κυρίως, καθαιρούνται οι ιεραρχίες και όλες οι φόρμες που συνδέονται μαζί τους: τρόμος, αφοσίωση, οίκτος, ετικέτα κλπ. δηλαδή κάθε τι που ορίζεται από μια κοινωνική ή άλλου τύπου ανισότητα (συμπεριλαμβανομένης και της ηλικιακής). Καθαιρείται κάθε απόσταση ανάμεσα στα άτομα και εφαρμόζεται μια ειδικά καρναβαλική κατηγορία, η ελεύθερη, οικεία επαφή μεταξύ των ανθρώπων. Αυτή η κατηγορία επαφής καθορίζει ακόμη τον ιδιαίτερο χαρακτήρα οργάνωσης μαζικών εκδηλώσεων, την ελεύθερη καρναβαλική χειρονομία και τον ευθύ άμεσο καρναβαλικό λόγο.

Το καρναβάλι υπάγεται στα χαρακτηριστικά της γνώσης και της τρέλας, του θείου και του βέβηλου, της γιορτής και του θανάτου: συνδυασμοί οι τελευταίοι που πάντα υπήρξαν μεγάλα λογοτεχνικά θέματα. Το τελετουργικό του καρναβαλιού ήταν πάνω απ’ όλα η στέψη ενός βασιλιά και η επακόλουθη καθαίρεσή του. Το ευρωπαϊκό φολκλόρ μας δίνει αμέτρητες παραλλαγές αυτού του συμβολικού τελετουργικού της εναλλαγής του χρόνου, της σχετικότητας κάθε εξουσίας. Ο βασιλιάς του καρναβαλιού είναι αυτός που θα πέσει απ’ το θρόνο του και στο τέλος θα χλευαστεί, είναι βασιλιάς και δούλος ταυτόχρονα. Έτσι, στο καρναβαλικό φαγοπότι υπάρχει η σαρακοστιανή λιτότητα: Ο μύθος της αφθονίας, η ουτοπία της Γης της Επαγγελίας γεννιέται στο φόντο της αγροτικής κοινωνίας που πάντα απειλείται από τους λιμούς».

Ο Μπάχτιν βλέπει να πραγματοποιείται η λειτουργία του καρναβαλιού στην αρχαία Ρώμη και την πρώτη περίοδο του Μεσαίωνα. Αλλά, ακόμη και στην Αναγέννηση είναι ζωντανή, τόσο που η πιο σημαντική κληρονομιά του καρναβαλιού στη λογοτεχνία, η παρωδία, τότε μας προσφέρει τα αριστουργήματά της: Έρασμος, Ραμπελέ, Θερβάντες, που με το γλωσσικό τους πλούτο αναμιγνύουν μεγαλόπρεπες και πληβείες εκφράσεις.

Οι μεγάλες μεσαιωνικές πόλεις εμφανίζονται στο δοκίμιο του Μπάχτιν μέσα από ένα ανέλπιστο φως μιας καρναβαλικής κοινωνίας, γιατί το καρναβάλι διαδραματίζεται και στις μέρες γιορτής, των θείων παραστάσεων, του τρύγου, συνοδεύει σε ορισμένες περιπτώσεις τις μεγάλες εκκλησιαστικές εορτές. «Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο μεσαιωνικός άνθρωπος ζούσε δυο ζωές: μια επίσημη, μονολιθικά σοβαρή, κάτω από την καταπίεση μιας αυστηρής κυριαρχίας, γεμάτη φόβο, δογματισμό, οίκτο και αφοσίωση, και μια άλλη, καρναβαλική, της πιάτσας, ελεύθερη, γεμάτη διφορούμενο γέλιο, βέβηλη, ιερόσυλη με όλα και με όλους. Και οι δυο αυτές ζωές ήταν νόμιμες, αλλά διαχωρισμένες από αυστηρά χρονικά σύνορα».

Αυτό το παράδοξο μοντέλο κοινωνίας, που φτάνει σαν μήνυμα σ’ ένα μπουκάλι από τις όχθες ενός πολιτισμού «μονολιθικά σοβαρού», είναι όσο ποτέ επίκαιρο σ’ έναν κόσμο όπως ο δικός μας που κινείται ταυτόχρονα από δυνάμεις αυταρχικές, καταπιεστικές, αυτοματοποιημένες και που τείνουν να υποτάξουν κάθε αξία στις ανάγκες της παραγωγής. Στην εποχή των παλιών καρναβαλιών, η εναλλαγή ρυθμών ζωής και συμπεριφοράς υπαγορευόταν από τον εποχιακό-γεωργικό κύκλο. Σε μια μελλοντική κοινωνία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί κάτι ανάλογο, ακολουθώντας το ρυθμό των οικονομικών βιομηχανικών κύκλων, των πενταετών προγραμμάτων, της εναλλαγής ανάμεσα σε περιόδους κατανάλωσης, γιορτής, αμφισβήτησης της εξουσίας, απομυθοποίησης, σε όλα επίπεδα.

Για την ώρα το «μοντέλο» του Μπάχτιν για το Καρναβάλι λειτουργεί στη λογοτεχνική κριτική ως μοντέλο ποιητικής. Κι αυτό είναι τόσο έντονο στον Μπάχτιν, που υπογραμμίζει, για παράδειγμα, τη διπλή έννοια της φωτιάς στις γιορτές του Καρναβαλιού: καταστρέφει και ανανεώνει τον κόσμο. Και αναφέρει τον Γκαίτε που στο Ταξίδι στην Ιταλία περιγράφει το Καρναβάλι της Ρώμης με τη γιορτή των κεριών όπου ο καθένας κρατά το δικό του αναμμένο κερί και προσπαθεί να σβήσει τα κεριά των άλλων, φωνάζοντας: «Να σε φάει το σκοτάδι». Ο Γκαίτε αναφέρει το περιστατικό ενός παιδιού που σβήνει το κερί του πατέρα του κραυγάζοντας: «Να τον φάει το σκοτάδι, το σεβαστό μου πατέρα».

Η δύναμη του Καρναβαλιού βρίσκεται στο ότι δεν πρόκειται για «αφηρημένες ιδέες πάνω στη ισότητα και την ελευθερία, πάνω στον αμοιβαίο δεσμό των πάντων, πάνω στην ενότητα των αντιθέτων, κλπ. Όχι, είναι ιδέες συγκεκριμένες, αισθησιακές, λειτουργικές, θεαματικές, βιωμένες και ερμηνευμένες στη φόρμα της ίδιας της ζωής, που δημιουργήθηκαν και διατηρήθηκαν στη διάρκεια χιλιετιών στις πλατιές λαϊκές μάζες της ανθρωπότητας».

* Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

Οι μαέστροι της λογοτεχνίας

Φοίβος Γκικόπουλος


Δεν φτάνει μια ζωή για να διαβάσεις όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης ή τουλάχιστον για να ξαναπεράσεις μερικά, εκείνα των μεγάλων μαέστρων της γραφής, τους φίλους που χοροπηδούν στα όνειρά σου και ικανούς, με τα έργα τους, να σε προτρέψουν να γράψεις. Ποιοι είναι, στη λογοτεχνία, οι μαέστροι; Είναι εκείνοι που συμπυκνώνουν στο έργο τους όλες τις δυνατότητες της γραφής. Απ’ τη στιγμή λοιπόν που δεν μπορούμε να διαβάσουμε τα πάντα, ας γυρίσουμε στα βιβλία εκείνα που αξίζει να διαβάσουμε περισσότερο από μια φορά. Ένας κριτικός έγραψε κάποτε ότι «η λογοτεχνία είναι η τέχνη να γράψεις ένα βιβλίο που μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε».

Πρώτα, φυσικά, απευθύνσου στον Δάντη και τη «Θεία κωμωδία» που με την απαράμιλλη γλώσσα του δείχνει ποιο είναι το Κάντο της ύπαρξης∙ και ξαναδιάβασε τον «Άμλετ», τον «Βασιλιά Ληρ» και τα άλλα θεατρικά του Σέξπιρ που γνωρίζει να περιγράφει κάθε πλευρά της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Ξαναπιάσε τον «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες, επιτομή των μύθων και των λογοτεχνικών ειδών (από την εποποιία στη σάτιρα), που μας λέει πώς πρέπει να γράφεται ένα μυθιστόρημα πάνω στην προαιώνια αντιπαράθεση ανάμεσα στην τρέλα και την πραγματικότητα∙ τον «Τρίστραμ Σάντι» του Λόρενς Στερν, ανατροπέα κάθε συμβατικότητας, προάγγελο του αφηγηματικού εμπειρισμού και της πρωτοποριακής γραφής∙ τον «Φάουστ» του Γκαίτε για την παρουσία του διαβόλου, ταχυδακτυλουργού λέξεων, που τοποθετεί την αιώνια νεότητα πέρα απ’ το καλό και το κακό.

Διάβασε ξανά τον Ουγκώ που με την «Παναγία των Παρισίων» επιλέγει ένα αποτελεσματικό υλικό αντιπαράθεσης (η αδύνατη σχέση ανάμεσα στην ομορφιά και την παραμόρφωση) για να αφηγηθεί την ιστορία, συγκλονιστική, της Εσμεράλντα και του Κουασιμόδου∙ τον Μπαλζάκ που στην «Ανθρώπινη κωμωδία» διηγείται με ποιο τρόπο οι φιλοδοξίες για πλούτη, δόξα και ηδονή είναι τα αποτελέσματα των ψευδαισθήσεων που ονομάζονται ζωή∙ «Πόλεμος και ειρήνη» του Τολστόι, που μας κάνει να δούμε με ποια μιμητική ικανότητα ένας συγγραφέας μπορεί να κάνει να υποκλιθεί η φανταστική του ύλη στα γεγονότα της Ιστορίας.

Μνημειώδης η Νατάσια Ροστόβα: να την ερωτευτείς, αν είσαι έστω και λίγο συναισθηματικός. Το «Μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν, πάνω στη διαμάχη ανάμεσα στο πάθος και τη λογική, την αναπηρία και την υγεία, κι ακόμη τη μεταμόρφωση της αγάπης σε σωματική ασθένεια. Μια φράση κλειδί του μυθιστορήματος: «Κάθε αρρώστια είναι μια μεταμόρφωση της αγάπης».

Το «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι που τονίζει τις ψυχολογικές ρήσεις του Ρασκόλνικοφ, μικροαστό «υπεράνθρωπο»∙ Η «Μαντάμ Μποβαρύ» που επινοεί τον έρωτα και ονειρεύεται, όπως ο Φλωμπέρ χαμένος μέσα στις όμορφες σελίδες («Η Μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ» ομολογεί ο συγγραφέας∙ προσθέτοντας στο νεκροκρέβατο: «Εγώ πεθαίνω κι αυτή η πουτάνα η Μποβαρύ θα ζει για πάντα»)∙ «Η Δίκη» του Κάφκα πάνω στο παράλογο της γραφειοκρατίας και τις στυγνές διαδικασίες μιας άδικης δικαιοσύνης∙ το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν, με μια απελπισμένη φωνή που γίνεται εκκωφαντική γραφή∙ ο τετραπλός, πολυφωνικός μονόλογος, με κάθε μέρος του ν’ αντιστοιχεί στην αφήγηση μιας μέρας, στο «Η βουή και η μανία» του Φώκνερ∙ το μπαρόκ και ο «μαγικός ρεαλισμός» σε τρία «κρυμμένα» αριστουργήματα: «Παράδεισος» του κουβανέζου Λεζάμα Λίμα, «Πέδρο Πάραμο» του μεξικανού Χουάν Ρούλφο και «Μπομάρτσο» του αργεντινού Μανουέλ Μουζίκα Λαϊνέζ, και τη «Συνείδηση του Ζήνωνα» του Ίταλο Σβέβο, με την σιωπηλή παρουσία του Φρόιντ και την εισαγωγή της ψυχανάλυσης στην αφήγηση.

Και να τώρα, ακόμη και πάντα, ο αστείρευτος «Οδυσσέας» του Τζόις, το λογοτεχνικό έργο (θα ήταν ελλιπές να το ορίσουμε μόνο ως μυθιστόρημα, αυτό που σε ένα και μοναδικό έργο περικλείει αφήγηση και δοκίμιο, αλληγορικό εσωτερισμό, φιλοσοφία και ολόκληρη την ανθρώπινη γνώση) που προσπάθησαν να μιμηθούν πολλοί συγγραφείς του 20ου αιώνα και όχι μόνο οι πειραματιστές: ένα σταυροδρόμι από διαφορετικές γλώσσες, λόγιες, διαλέκτους, ελεγειακές, σατιρικές, ερωτικο-πορνογραφικές, ακόμη και θεολογικές, νομικές, επιστημονικές. Το τρανταχτό ύφος που διακόπτεται από επιβλητικά χάσματα, ανάγεται στη μουσική τεχνική της φούγκας. Σ’ αυτό το βιβλίο, μια φαινομενολογία της απόλυτης λογοτεχνικής ελευθερίας, ένα εγχειρίδιο γραφής σε δεκαοκτώ κεφάλαια, ο Τζόις χρησιμοποιεί περίπου τριάντα χιλιάδες διαφορετικές λέξεις, ανεβάζει στη σκηνή εκατόν σαράντα οκτώ πρόσωπα και πραγματεύεται εκατόν τριανταένα θέματα. «Στον Οδυσσέα» –σχολιάζει ο ίδιος- «έγραψα δεκαοκτώ βιβλία σε δεκαοκτώ γλώσσες». Η λογοκρισία χαρακτηρίζει βλάσφημο αυτό το αριστούργημα που επικαλείται τον ουρανό και τη γη και, το 1922, οι ελεγκτικές αρχές λογοκρισίας της Νέας Υόρκης του προετοιμάζουν την … πυρά.

Μην σταματάς τη διαδρομή σου στην ανάγνωση και, ανάμεσα σε έργα μνημειώδη, σταμάτα σ’ εκείνα τα βιβλία που έγιναν, μαζί με άλλα, λαμπερά αστέρια, κληρονομιά ακόμη ανθρώπινη της ανθρωπότητας. Δεν είναι πολλά εκείνα που μπορούμε να προσθέσουμε σ’ αυτά που ήδη μνημονεύσαμε: κι ανάμεσα στους τίτλους που κοσμούν τα ράφια των βιβλιοπωλείων, υπάρχουν και πολύτιμα. Στην πλειάδα των μυθιστοριογράφων, φιλοσόφων, δοκιμιογράφων και κριτικών, επέλεξε εσύ εκείνους που μπορεί να σου ταιριάζουν.

Εκτίμησέ τα, αν αγαπάς την ποιοτική γραφή. Αυτά τα κείμενα δεν ονοματίζουν μόνο τα πράγματα αλλά και ό,τι σ’ αυτά αναγνωρίζεις ως αρμονικό, λαμπρό και συναρπαστικό, κρυφό, αποκλειστικό, μοναδικό, συγκλονιστικό ή καινούριο…: μ’ άλλα λόγια, ούτε δεδομένο ούτε προσβλητικό. Καμία γλώσσα όπως η δική τους –λέει ο Μπόρχες- «μπορεί να προφέρει μια συλλαβή που να μην είναι γεμάτη τρυφερότητα και τρόμο» («Μυθοπλασίες»).

Τρυφερότητα και τρόμος, ουτοπία και πάθος, χαρά και απογοήτευση συλλαβίζουν τα βιβλία των μεγάλων συγγραφέων, των μαέστρων: φτιαγμένα, όπως τα ανθρώπινα όντα, από το σκοτεινό και το απέραντο. Αλλά απ’ το ανθρώπινο επιβιώνει η γραφή: ανακαλώντας την ακαταμάχητη ελευθερία του συγγραφέα, που απευθύνεται μόνο στην ελευθερία του αναγνώστη.

* Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Ο ποιητής είναι υποκριτής; Συνομιλία με έναν νεαρό φίλο

Φοίβος Γκικόπουλος


Τι είναι η ποίηση; Σε τι χρησιμεύει; Έτυχε ν’ ακούσω αυτές τις ερωτήσεις, σε τόνο σχεδόν προκλητικό, από τον νεαρό μου συνομιλητή, σχετικά με την ποίηση.

«Σε τι χρησιμεύει; Σε τίποτε!» του απάντησα σε τόνο άλλο τόσο προκλητικό. «Αλλά σκέψου τι θα ήταν ο κόσμος, τι θα ήσουν εσύ, αν δεν υπήρχε η ποίηση».

Κι επειδή η απάντηση μου φάνηκε κάπως ασαφής, συνέχισα: «Ακόμη και τον αέρα, όπως αυτόςτης ποίησης, κάποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει, αλλά αν, ξαφνικά,δεν υπάρχει πια; Η ψυχή δεν είναι λιγότερο απαιτητική από το σώμα».Και συνέχισα: «Τι θα ήταν ο Τρωικός πόλεμος χωρίς την ποίηση του Ομήρου; Δεν θα υπήρχαν ούτε ο Έκτορας ούτε ο Αχιλλέας, ούτε οι ήρωες, οι θεοί και οι πολεμιστές, η μοιραία ομορφιά της Ελένης ή η αφοσίωση της Ανδρομάχης, αλλά μόνο άνθρωποι βίαιοι και αιμοσταγείς χωρίς ψυχή, όπως εκείνοι στα γιαπωνέζικα καρτούν επιστημονικής φαντασίας που πλημμυρίζουν την τηλεόραση».

Περιπλανήσεις της σκέψης; Το γεγονός είναι ότι δεν είμαι ούτε ένας κριτικός ούτε κάποιος μελετητής της ποίησης, δεν γνωρίζω τίποτε για τάσεις, ρεύματα, σχολές. Είμαι ένας αναγνώστης και τίποτε παραπάνω, αλλά όταν πέφτω σ’ έναν ωραίο στίχο και τον αναγνωρίζω, αισθάνομαι γεμάτος ευγνωμοσύνη σαν να δεχόμουν ένα υπέροχο δώρο. Εξάλλου σήμερα είναι δύσκολο να πεις ότι είσαι ειδικός της ποίησης. Παλιά υπήρχαν διάφορες ετικέτες που κατά κάποιο τρόπο βοηθούσαν να μιλήσεις γι’ αυτή, τώρα όμως, δεν υπάρχει ο ερμητισμός, ο ντανταϊσμός, ο ρομαντισμός, ο σουρεαλισμός ούτε καν αυτός ο εμπειρισμός, κανένας ποιητής δεν αναγνωρίζεται πια κάτω από αυτούς τους ορισμούς. Κι αυτό ισχύει όχι μόνο για την ποίηση, αλλά για κάθε άλλη έκφραση καλλιτεχνικής δημιουργίας, κάθε ποιητής σήμερα γράφει όπως νομίζει, έξω από κάθε κανόνα ή πιθανή κατηγοριοποίηση, με τη δυνατότητα να ανήκει ταυτόχρονα σε πολλές κατηγορίες αλλά και να μην αναγνωρίζεται σε καμιά. Όλα αυτά δίνουν την αίσθηση μιας απόλυτης ελευθερίας, αλλά από την άλλη προϋποθέτουν μια εξαιρετική δημιουργικότητα, ανοίγουν άπειρους χώρους αλλά και μια τρομακτική αίσθηση,όπως συμβαίνει σε όποιον περπατά σε ένα τεντωμένο σχοινί πάνω από μια άβυσσο χωρίς προστατευτικό δίχτυ από κάτω. Αυτή είναι η κατάσταση για τον ποιητή σήμερα.

ΟΟυνγκαρέττιστο Η επινόηση της σύγχρονης ποίησης (Βραζιλιάνικα μαθήματα λογοτεχνίας, 1937-1942), μας λέει για τον ποιητή ότι: «είναι εκείνος που σε κλειστούς μονολόγους διακρίνεται στην ωμή σκοτεινιά της συνείδησής του, εκείνος που προτιμά να αφεθεί σε ξαφνικούς ζεστούς αντικειμενικούς χρωματισμούς∙ είναι εκείνος που αναζητώντας το μυστήριό του ψάχνει να βρει και να εκφράσει, σύμφωνα με την επικαιρότητα, όλων την κραυγή∙ είναι εκείνος που θέλει να διακριθεί από όλους, σκεπτόμενος τα πράγματα∙ είναι εκείνος που τείνει στον ρεαλισμό κι εκείνος που τείνει στη μεταφυσική∙ είναι εκείνος που αρέσκεται στον εμπειρισμό κι εκείνος που χάνεται στις σαρκικές μελαγχολίες∙εκείνος που δίνει στο φάντασμα, την υφολογική ουσία των δικών του φαντασμάτων, και εκείνος που, αντίθετα, τονίζει κατά τρόπο παραμορφωτικό, βασανιστικό, το καθόλου χαρακτηριστικό υλικό κάποιας φυσικής παρουσίας…». Αλλά αν είχα απαντήσει μ’ αυτό τον τρόπο στον νεαρό συνομιλητή μου, θα δεχόμουν, στον ίδιο τόνο την ίδια ερώτηση: «Ναι, εντάξει, αλλά δεν μου είπες, πρακτικά, σε τι χρησιμεύει η ποίηση».

Πρακτικά δεν χρησιμεύει σε τίποτε, θα του επαναλάμβανα, γιατί το να χρησιμεύεις σε κάτι, περιορίζει το μέγεθος και τη μεγαλειώδη περιττολογία. Η ποίηση είναι ένα χάρισμα και τίποτε άλλο, πρέπει να την αποδεχτείς έτσι όπως είναι. Βρίσκεται μέσα μας και όχι έξω από μας, και γι’ αυτό δεν υπάρχουν ποιητικές εκφράσεις από τη φύση τους και άλλες που δεν είναι (αυτό το πιστεύουν μόνον οι κακοί ποιητές). Ένα λουλούδι δεν είναι πιο ποιητικό από μια αράχνη, και μια ανατολή ή ένα δειλινό δεν είναι ποιητικά από μόνα τους. Η ποίηση είναι ένας τρόπος να προσεγγίζεις τα πράγματα, δεν είναι μια ενδογενής ιδιότητα των πραγμάτων. Και είναι απροσδιόριστη. Ένας επιστήμονας είχε δηλώσει ότι μια επιστημονική περιγραφή του κόσμου δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι πλήρης, ούτε θα μπορούσε να τον σκεφτεί συνολικά. Και είναι αλήθεια, και ακριβώς αυτό κάνει η ποίηση: αντανακλά το μυστήριο του κόσμου στο μυστήριο των λέξεων. Επαναλαμβάνει στη μυστηριώδη τάξη των λέξεων του ποιητή τη μυστηριώδη τάξη που στηρίζει τον κόσμο της δημιουργίας. Μυστηριώδης γιατί ανεξήγητος, όπως ανεξήγητη είναι και η ποίηση. Γι’ αυτό έχει ειπωθεί ότι η ποίηση είναι θεϊκής προέλευσης, και μας το επιβεβαιώνουν πάμπολλοι μύθοι. Αν αλλάξουμε ή μεταφέρουμε τη σειρά των λέξεων σε μια πρόζα ή σε ένα μυθιστόρημα, το νόημα παραμένει το ίδιο και δεν συμβαίνει τίποτε το σημαντικό. Αλλά αν αλλάξουμε, για παράδειγμα, τη σειρά των λέξεων στο ποίημα του Σικελιανού και αντί το «Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές» και διαβάσουμε «Ηχήστε οι σάλπιγγες… Βροντερές καμπάνες» όλα, ανεξήγητα και μυστηριωδώς θα κατέρρεαν, και δεν θα βρίσκαμε πια την ίδια μουσικότητα και την ίδιαποιητική αίσθηση.

Η ποίηση είναι σίγουρα ένα τέχνασμα, δεν είναι αυθόρμητη, κυρίως στις μέρες μας όπου δεν υπάρχουν οι Μούσες, και οι Θεοί δεν κρύβονται πια σ’ ένα δάσος, σε μια σπηλιά ή σ’ ένα λουλούδι. Αλλά αυτό το τέχνασμα είναι ενός συγκεκριμένου τύπου, γιατί με τις λέξεις ανακατασκευάζει περίτεχνα την αλήθεια ενός αυθόρμητου συναισθήματος. Ο Πεσσόα το λέει καθαρά:

Ο ποιητής είναι ένας υποκριτής.

Υποκρίνεται τόσο τέλεια

που φτάνει να υποκρίνεται ότι είναι πόνος

ο πόνος που στ’ αλήθεια νιώθει.

Και αυτό τι σημαίνει; Ότι εκείνος ο πόνος που ένιωσε ο ποιητής ως αυθόρμητο συναίσθημα, για να μεταφερθεί πειστικά πρέπει να είναι «προσποιητό», δηλαδή να αναδημιουργηθεί τεχνητά από το τέχνασμα των λέξεων κι από τη μυστηριώδη τάξη που το στηρίζει.

Δηλαδή, επιμένει ο νεαρός συνομιλητής μου, η ποίηση δεν χρησιμεύει απολύτως σε τίποτε;

Πρακτικά, αν θέλω να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη, η ποίηση έχει έναν σημαντικότατο σκοπό, τον οποίο φέρει εις πέρας χωρίς να τον επιζητά. Γιατί η γλώσσα μας, η γλώσσα που χρησιμοποιούμε και που είναι η αληθινή μας πατρίδα («δεν μένουμε σε μια χώρα, μένουμε σε μια γλώσσα» έγραψε ο Ελίας Κανέττι), η γλώσσα που είναι η έκφραση του εαυτού μας, που ανήκουμε σε μια κοινότητα, σε μια παράδοση, σε μια ιστορία, σε μια μνήμη, μια κληρονομιά του παρελθόντος, η γλώσσα που είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που έχουμε, εξελίσσεται στο χρόνο, αλλά ταυτόχρονα φθείρεται, εξαντλείται, μολύνεται. Εκτίθεται σε πολλαπλούς κινδύνους, απειλείται από την τηλεοπτική, γραφειοκρατική, λογοτεχνική, τεχνολογική, πολιτική, κλπ. χυδαιότητα. Όταν υποβαθμίζεται η γλώσσα υποβαθμιζόμαστε κι εμείς που την μιλάμε, ακόμη και η ηθική και πνευματική μας ζωή πέφτει σε πιο χαμηλό επίπεδο. Όπως η γλώσσα έτσι και τα συναισθήματα αλλοιώνονται, φθίνουν. Και το κύριο συναίσθημα, εκείνο που μας κρατά στον κόσμο, ακόμη κι αυτό συνθλίβεται. Η ποίηση επιστρέφει στη γλώσσα και στο συναίσθημα την ένταση της «πρώτης φοράς». Και το θαυμασμό μπροστά στα πράγματα. Το θαυμασμό να ζεις στον κόσμο. Και ίσως έτσι να έδωσα και την απάντηση στον νεαρό μου φίλο.

*Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

**Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Αυγή της Κυριακής 11/12/2016

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Η θρησκεία ανάμεσα στα άτομα και την κοινωνία

Φοίβος Γκικόπουλος


Όταν, πριν από εκατόν είκοσι πέντε χρόνια, ο Νίτσε άρχιζε το τρίτο κεφάλαιο του περίφημου βιβλίου του Η χαρούμενη επιστήμη (1882) με τον θάνατο του Θεού, αυτή η δήλωση είχε τότε σ’ ολόκληρη την πνευματική τάξη της δύσης το αποτέλεσμα μιας ηλεκτρικής εκκένωσης. Ήταν πράγματι αδιανόητο να αποδεχτούν την πεποίθηση του φιλόσοφου σύμφωνα με την οποία ο Θεός είχε ζήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, και, μόνον τότε, στα τέλη του 19ου αιώνα, ξαφνικά είχε εξαφανιστεί από τον κόσμο. Αν ήταν έτσι τα πράγματα, γιατί λοιπόν τότε; Και ποιο ήταν το νόημα και η δύναμη αυτού του Θεού στην ανθρώπινη ιστορική συνείδηση, για να βρεθεί απ’ τη μια στιγμή στην άλλη χωρίς ζωή; Ή μήπως στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ ένας Θεός, και το ανθρώπινο γένος επαφίεται στην υπεροχή της σκιάς του Θεού και τίποτε περισσότερο; Ίσως όμως, η φράση του φιλόσοφου θα πρέπει να ερμηνευτεί όχι σαν μια διαπίστωση –ο Θεός πέθανε- αλλά σαν μία πρόταση, μια προσμονή: θα ήταν καλύτερα ο Θεός, ή τουλάχιστον η ιδέα του Θεού, να μην επηρεάζει πια την ανθρώπινη συνείδηση, γιατί κάνει περισσότερο κακό παρά καλό, γιατί αποσπά τη συνείδηση από αυτό που είναι ο αυθεντικός προορισμός του ανθρώπου: να δημιουργεί τον εαυτό του, σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες.

Ο Νίτσε βέβαια έχει τους ερμηνευτές του, που είναι έτοιμοι να διαγκωνιστούν στην προσπάθεια να διακρίνουν το μυστικό που κρύβουν τα λόγια εκείνου που σίγουρα θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους φιλόσοφους του τέλους του 19ου αιώνα, και που εξακολουθεί να αναστατώνει πολλές ψυχές ακόμη και σήμερα, προξενώντας ανησυχίες στους ανθρώπους του πνεύματος. Βέβαια, στις αρχές του 20ου αιώνα, η ανθρωπότητα φάνηκε να είχε αποφασίσει ν’ ακούσει τη συμβουλή του Νίτσε και ήταν διατεθειμένη ν’ απελευθερωθεί από την εικόνα του Θεού, ν’ αφήσει τη θρησκεία στους δικούς της κανόνες, είτε ως ελεύθερη επιλογή, έκφραση πίστης στην επιστήμη, στη λογική και στην ελευθερία του ανθρώπου, είτε ως αυστηρή επιβολή του κομμουνισμού που όρισε τη θρησκεία ως «όπιο των λαών», ή του φασισμού, που μετέτρεψε έναν πνευματικό θεό σε σάρκα και οστά. Τώρα όμως, στις αρχές του 21ου αιώνα, βρισκόμαστε ξανά στην αρχή: αν ο Νίτσε δήλωνε σήμερα ότι ο Θεός πέθανε, αρκετοί επιφανείς διανοούμενοι, ακόμη και επιστήμονες, θα έβαζαν τα γέλια μ’ αυτή τη θέση και θα προσκαλούσαν τον φιλόσοφο να κοιτάξει γύρω του και να διαπιστώσει, προσωπικά, όχι μόνο το γεγονός ότι οι μεγάλες θρησκείες είναι ζωντανές και δραστήριες και ότι οι πιστοί δεν έχουν καμιά διάθεση να επαναπαυθούν στο θάνατο των θεών, αλλά, διαρκώς αυξάνονται σε αριθμό, παρά το γεγονός ότι οι φυσικές και κοινωνικές επιστήμες κατακτούν, κάθε μέρα που περνά, νέα πεδία στο κοσμικό και ανθρώπινο διάστημα.

Ο Χριστιανισμός στις διάφορες μορφές του, δεν είναι σίγουρα σε κατάσταση άμυνας, αντίθετα, παρατηρούμε μια διαδικασία εξάπλωσης και ενδυνάμωσης στην Ανατολική Ευρώπη και στη Ρωσία, όπου ανακαλύπτουν έναν αρχαϊκό χριστιανισμό που είχε μπει στο περιθώριο, και προσπαθούν να επανασυνδεθούν μ’ αυτές τις αξίες.

Στον εβραϊκό κόσμο, όσοι ακολουθούν την παράδοση, είναι όλο και περισσότεροι, και η ορθοδοξία δεν κάνει τίποτε άλλο από το να οξύνει τον εξτρεμισμό της. Κι αυτοί που από τη φύση τους στρέφονται στον λαϊκισμό, δεν βρίσκουν άλλο τρόπο να διατηρήσουν τη εβραϊκή τους ταυτότητα από το να έχουν μια οποιαδήποτε επαφή με τον οίκο προσευχής και κάθε τι που συνδέεται με την πίστη.

Η σύγχρονη άνοδος του φονταμενταλισμού στις ισλαμικές χώρες, έχει αναλυθεί και μελετηθεί και διάφορες θεωρίες διατυπώνονται πάνω στο πρόβλημα. Οι μουσουλμάνοι είναι εξ ορισμού άνθρωποι της πίστης, και η συμβίωση ανάμεσα στο κράτος και τη θρησκεία αποτελεί μια σταθερά ακόμη και για τις περιόδους όπου το Ισλάμ παρουσιάζεται μετριοπαθές και διαλλακτικό.

Δεν γνωρίζω τις θρησκείες της ανατολής και δεν μπορώ να έχω άποψη γι’ αυτές, αλλά μου φαίνεται ότι η έντονη θρησκευτικότητα των Ιαπώνων αντιπροσώπευε πάντα ένα σημαντικό στοιχείο της ταυτότητάς τους, και γι’ αυτό ανάμεσα στους πιο προηγμένους τεχνολόγους και τους πιο μεγάλους οικονομικούς παράγοντες της Ιαπωνίας, βρίσκονται βαθιά σκιρτήματα αυθεντικής θρησκευτικής πίστης.

Η σχέση ανάμεσα στις θρησκείες και τα άτομα στις κοινωνίες στις οποίες βρίσκονται να ζουν, έχει αλλάξει: στο χρόνο και στο χώρο. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτό που αναπτύχθηκε στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ή, για να κάνουμε ένα άλμα μερικών αιώνων, στον ισλαμικό κόσμο. Από μια στενή σχέση, σχεδόν ταύτισης, σε έναν πιο χαλαρό εναγκαλισμό, όπως στον δικό μας σύγχρονο δυτικό κόσμο. Πάντα όμως μια αμοιβαία προσφορά: η θρησκεία της εποχής προσφέρει στην κοινωνία και στα άτομα εγγυήσεις, ασφάλεια, σταθερότητα και η κοινωνία (ή το κράτος) προσφέρει σε αντάλλαγμα προστασία, μέσα, εργαλεία. Δούναι και λαβείν.

Μια αμοιβαία επίδραση, μια ανταλλαγή στην οποία δεν είναι εύκολο να καθορίσουμε ποιος από τους δύο πρωταγωνιστές προσφέρει και ποιος δέχεται. Γενικότερα, η προσφορά της θρησκείας στη διαμόρφωση της κοινωνίας είναι σημαντική, όπως αποδεικνύεται από την ιστορία των κοινωνιών και των πολιτισμών. Καθόλου μικρότερη είναι και η προσφορά των κοινωνιών στις θρησκείες: τις μορφοποιούν, τις μεταλλάσσουν, τις αλλάζουν, ανεξάρτητα από την πρωταρχική τους μορφή. Οι θρησκείες δεν μπορούν να παραμένουν αδιάφορες στον τρόπο ζωής μιας κοινωνίας, στα ήθη και έθιμά της, στην κουλτούρα της, στις σχέσεις παραγωγής της.

Allez retour, λοιπόν. Είναι αυτό που συμβαίνει ακόμη και στις αρχές αυτής της τρίτης χιλιετίας της χριστιανικής εποχής. Το επιβεβαιώνει μια προσέγγιση της πιο κοντινής μας θρησκείας, του χριστιανισμού, στις διάφορες μορφές του και τους πιστούς του, ορθόδοξους, καθολικούς, ευαγγελιστές, διαμαρτυρόμενους. Αλλά το επιβεβαιώνει και μια ματιά στις άλλες θρησκείες.

Η θρησκεία –και ο ενικός ισχύει για όλες- αλλάζει όψη, εικόνα, ταυτότητα. Με λίγα λόγια, περνάμε από μια θρησκεία της αλήθειας σε μια θρησκεία της ευτυχίας. Ένα σταδιακό πέρασμα, πολλές φορές ανεπαίσθητο αλλά, αναμφίβολα, σημαντικό.

Ας δούμε όμως τα πράγματα πιο αναλυτικά. Ο κλασικός χριστιανισμός, εκείνος που διαμορφώθηκε στον δικό μας δυτικό κόσμο και τον έπλασσε, υπήρξε κυρίως η διδασκαλία μιας αλήθειας. Όχι απόλυτα, αλλά σημαντικά. Οι άλλες μορφές του μηνύματος προήλθαν πάντα από την αλήθεια. Μια αλήθεια σίγουρη, δογματική, σε τεχνικούς όρους, αποκαλυπτική. Έτσι είχαν τα πράγματα. Ένας δημιουργός, ο κόσμος που γεννήθηκε, μια μεταθανάτια ζωή. Μια διδασκαλία που αφορούσε κυρίως την «ύπαρξη», από την οποία προέρχεται, με αυστηρότητα λογικής, η «πράξη». Μια μεταφυσική, για να χρησιμοποιήσουμε τον κλασικό όρο που, τουλάχιστον μέχρι την κριτική του Καντ, συνόδευσε το θρησκευτικό μήνυμα, δίδοντας σιγουριά, διασφαλίζοντας το πρώτο επίπεδο της γνώσης. Από τη μεταφυσική στην ηθική το πέρασμα ήταν πολύ εύκολο.

Από τη θρησκεία –περίπου από όλες- δεν ζητάμε να μας πει την αλήθεια για τον άνθρωπο και τον κόσμο, αλλά να μας κάνει ευτυχισμένους. Ίσως, λιγότερο δυστυχισμένους, σ’ αυτή την «κοιλάδα των δακρύων».

Μπορούμε να το παρατηρήσουμε στην ίδια την αντίληψη για την προσευχή, κεντρική στιγμή της θρησκείας. Η ίδια η προσευχή δέχεται μια μετατόπιση: όχι πια ένας διάλογος με ένα υπέρτατο «ον» του οποίου ζητάμε την παρέμβαση, αλλά μια συνομιλία με το «εγώ» που αναζητά τη γαλήνη και την ειρήνευσή του.

Φυσικά, η προοπτική του «άλλου κόσμου» δεν εξαφανίζεται. Όμως απαλύνεται, γίνεται πιο χλωμή, όπως χλομιάζουν όλες οι αλήθειες των διάφορων «πιστεύω». Γίνεται όλο και πιο έντονος και άμεσος ο «εδώ κόσμος» για τον οποίο η κοινωνία ζητά βοήθεια από τη θρησκεία. Κυρίως μια κοινωνία που είναι αναγκασμένη να αποδεχτεί τα όριά της, τις αδυναμίες της και τις αποτυχίες της. Από την πολιτική στην υγεία, από την εκπαίδευση στη δημόσια ηθική. Μια κοινωνία όπως η δική μας, για την οποία οι «θαυμαστές τύχες και προοπτικές» του περασμένου αιώνα δεν είναι άλλο από μια χλωμή ανάμνηση. Η θρησκεία λοιπόν, σαν γιατρικό στην απογοήτευση και την έλλειψη κάθε ελπίδας.

Η θρησκεία δεν χάνει την κλασική συγγένειά της με τη μεταφυσική, μια συγγένεια χαρακτηριστική κυρίως του δυτικού χριστιανισμού, στη σκιά πρώτα της ελληνικής και αργότερα της σχολαστικής φιλοσοφίας. Δημιουργείται όμως κι ένας νέος εναγκαλισμός, εκείνος με την ψυχολογία, είτε στην ατομική είτε στην κοινωνική της μορφή. Η θρησκεία ως θεραπεία των ψυχολογικών και κοινωνικών κακών. Απλοποιώντας, ο ιερέας πλησιάζει όλο και περισσότερο τον ψυχολόγο –πολλές φορές και τον ψυχίατρο- και τον κοινωνικό λειτουργό. Και μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αυτή η προσέγγιση, χωρίς να μπούμε σε πρόχειρες εκτιμήσεις. Δεν είναι εύκολο να πούμε αν αυτή η μετατόπιση της θρησκείας προς το ψυχολογικό και κοινωνικό πεδίο, αντιπροσωπεύει μια παρέκκλιση ή, ίσως, μια επαλήθευση. Θα χρειαστεί αρκετός καιρός για να το πούμε με βεβαιότητα. Αλλά, στο μεταξύ, είναι δυνατή μια κάποια θεώρηση, έστω και προσωρινή. Κι αυτή, αφορά τις νέες δυνατότητες που προσφέρει στη θρησκεία αυτή η μετατόπιση. Μια ορμητική επιστροφή στο προσκήνιο, μετά από μια περίοδο αποκρυφισμού και έλλειψης κύρους, που θα μπορούσε να θεωρηθεί οριστική.

Η κοινωνία σήμερα έχει ανάγκη τη θρησκεία του ψυχολογικού και του κοινωνικού περιεχομένου, περισσότερο από τη θρησκεία που διδάσκει μιαν αλήθεια. Η σύγχρονη κοινωνία, σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, είναι αναγκασμένη να αποποιείται τις αποτυχίες της και να δέχεται ευχαρίστως όποιον της προσφέρει κάποια θεραπεία, και επιπλέον με χαμηλό κόστος. Μια σιωπηρή συμφωνία, ή, αν προτιμάμε, η θρησκεία σαν ένα μεγάλο κοινωνικό αμορτισέρ. Κι αυτό δεν είναι κάτι καινούριο: καινούριοι είναι οι όροι της παλιάς σχέσης της θρησκείας με την κοινωνία.

Αυτή η νέα πρωταγωνιστική θέση προκαλεί όμως αμφιβολίες και αβεβαιότητες: πίσω από τη γωνία, η σκιά από παλιές και νέες ασάφειες που θα πρέπει να υπολογίσουμε. Η θρησκεία υφίσταται τις επιπτώσεις της επιτυχίας της. Ένα είδος αποσύνθεσης ή αποπροσανατολισμού: όχι τόσο από έξω, αλλά από μέσα η θρησκεία δέχεται μια αρνητική έκρηξη. Τίποτε δεν είναι όπως παλιά, όταν η διαβεβαίωση μιας αδιαφιλονίκητης αλήθειας κρατούσε στα πόδια ολόκληρο το οικοδόμημα, δίδοντας σταθερότητα και συνέπεια. Τώρα τα σύνορα περιπλέκονται: σύνορα ανάμεσα στην αλήθεια και το λάθος, κυρίως ανάμεσα στην ταυτότητα τη δική της και του άλλου.

Αυτό πιστεύω είναι το κρίσιμο σημείο: είναι αυτή η ταυτότητα που έρχεται να λείψει. Τόσο η ταυτότητα της θρησκείας που τώρα αναμιγνύεται με τα ήθη, την κουλτούρα, την ηθική, την οικονομία, την πολιτική, όσο η ταυτότητα της κάθε θρησκείας σε σχέση με τις άλλες.

Ένας νέος εναγκαλισμός λοιπόν, ανάμεσα στη θρησκεία και την κοινωνία. Μια νέα διαδρομή στη μακρά ιστορία της συνύπαρξης, καμιά φορά έμμεσης, πιο συχνά άμεσης. Η θρησκεία ξαναβρίσκει έναν κοινωνικό ρόλο, εκείνον που κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων φαινόταν ότι είχε χάσει. Ξαναβρίσκοντας αυτόν το ρόλο, η θρησκεία βρίσκεται με τα πόδια στη γη: ο ουρανός απομακρύνεται. Η κοινωνία δέχεται ευχαρίστως την υποστήριξη που της παρέχει η θρησκεία: περισσότερη τάξη, περισσότερη τιμιότητα, περισσότερη αλληλεγγύη. Από την πλευρά της, η θρησκεία δέχεται από την κοινωνία όλη την νομιμοποίηση, ακόμη και τη δημοσιότητα, που έχει ανάγκη. Ο ιερέας ακόμη μια φορά, στην πρώτη γραμμή, αλλά δίπλα στο δήμαρχο, στο δάσκαλο, στο γιατρό και τον φαρμακοποιό: όχι ένα σκαλί παραπάνω.

Όλα φαινομενικά όπως παλιά, αλλά στην πραγματικότητα πολλά έχουν αλλάξει. Και για να παραφράσουμε τα λόγια του Ευαγγελιστή, «ν’ ανοίξουμε τ’ αφτιά μας και τα μάτια μας στα κελεύσματα των καιρών και να μην κρατήσουμε τα στόματά μας κλειστά».

*Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ

Πηγή: ΑrtiΝews.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Τι μπορείτε να διαβάσετε στον Δρόμο που κυκλοφορεί το Σάββατο 3 Φεβρουαρίου

Στο Δρόμο της Αριστεράς που κυκλοφορεί Μεταξύ άλλων διαβάστε


ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ


Η χώρα γυμνή, ο λαός μόνος αντιστέκεται στο ξεπούλημα
Οι κινητοποιήσεις για το Μακεδονικό, παρά τις μεθοδεύσεις και τις απόπειρες καπηλείας, φέρνουν αναταραχή και αναδιπλώσεις. Κομματοκρατία και διεθνείς προστάτες συνεχίζουν τις προσπάθειες διάλυσης της εθνικής-λαϊκής κυριαρχίας


ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Οι δρόμοι μας συναντιούνται…

Παρουσίαση της προσπάθειας του Δρόμου
σε μια σύνθετη και απαιτητική συγκυρία
– Ζωντανή μουσική με τους Οσασούνα
– Αφήγηση παραμυθιών με τον Δημήτρη Προύσαλη
– Κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Δρόμου
Είστε όλοι καλεσμένοι…
Σάββατο 3/2, στις 18:00
Αίθουσα Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών
Γενναδίου 8 και Ακαδημίας, Αθήνα
Διοργάνωση: ΔΡΟΜΟΣ της Αριστεράς


EDITORIAL
Πεζοδρόμιο;

Στο θέμα της εβδομάδας, διαβάστε:
2018: Η Ελλάδα εν μέσω συλλαλητηρίων…
Τι φέρνει και τι παράγει η κίνηση της κοινωνίας μέχρι τώρα
του Νίκου Ταυρή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Άνω – Κάτω: Η σύνθετη ονομασία του πολιτικού σκηνικού
Αναδιατάξεις, διαφοροποιήσεις και επαναχάραξη στρατηγικών μέσω… Σκοπίων
του Γιώργου Παπαϊωάννου
Τα συλλαλητήρια σώζουν ζωές
του Απόστολου Αποστολόπουλου
Το χρέος ως εργαλείο μεταμνημονιακής επιτήρησης
του Γιάννη Κιμπουρόπουλου
Προβληματισμοί για το καταλανικό ζήτημα
του Κάρλο Φορμέντι
Επικράτηση του ΔΗΣΑΚΕΛ στις εκλογές στην Κύπρο
του Δημήτρη Γκάζη
Τουρκικές προκλήσεις χωρίς τέλος
Πρακτικές εμπέδωσης των αμφισβητήσεων των συνόρων
του Σπύρου Παναγιώτου
Στον κατήφορο, χωρίς φρένα οι τράπεζες
Ξεκίνησε ο κύκλος της 4ης ανακεφαλαιοποίησης
του Πέτρου Αβραμίδη
Στην Agrotica τα τρακτέρ, στην ΕΒΖ οι τευτλοπαραγωγοί
Εγκαίνια και καταλήψεις από τους παραγωγούς, δούλεμα και βρίσιμο από τους αρμόδιους
του Νίκου Γεωργιάδη
Μνημονιακών προσταγμάτων συνέχεια
Η απεργία και η «ψυχή» της «κυβερνώσας αριστεράς»
του Δημήτρη Α. Τραυλού – Τζανετάτου
Το «Μακεδονικό» ζήτημα και η νέα βαλκανική κρίση
Οι πολύπλευρες γεωπολιτικές απειλές για την χώρα και το λαό – Το ζήτημα της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας
του Γιώργου Θεοδωρόπουλου

ΔΙΑΛΟΓΟΙ

Μακεδονομάχοι, τουρκοφάγοι και εθνομηδενιστές
Ο πατριωτισμός της αριστεράς και η εθνικοφροσύνη
του Γιώργου Λιερού
Σχετικά με κάποιες αριστερές κριτικές…
του Τάσου Βαρούνη
Στη στήλη Εν Τέλει
Τα γιλέκα του Καρτέσιου
του Νίκου Λάιου
Στη στήλη Θέματα Παιδείας
Lacrimae rerum
της Γιάννας Γιαννουλοπούλου
Στη στήλη Ημερολόγια Brexit
Επανεκκίνηση διαπραγματεύσεων
Ενδοκυβερνητικές πιέσεις και διαρροές, μάχες για το Σίτι και τους πολίτες της Ε.Ε.
Γράφει ο Ηλίας Σταθάτος
Στη στήλη Χωρίς Αλπούτζα
Λόλα, πάει το μήλο…
Γράφει ο Σωκράτης Μαντζουράνης

ΔΙΕΘΝΗ

Αβεβαιότητα στα πολεμικά και διπλωματικά μέτωπα της Συρίας
Εκατοντάδες άμαχοι νεκροί, θύματα της υποκρισίας της διεθνούς κοινότητας
του Σπύρου Παναγιώτου
Καταλανική προσαρμογή;
«Αλλιώς θα ψηφίζετε μέχρι τελικής πτώσεως» το μήνυμα της Μαδρίτης
του Ερρίκου Φινάλη
Ο Τραμπ στο Νταβός
Συνεχίζονται οι αντιπαραθέσεις στα παγκοσμιοποιητικά στρατόπεδα
του Παύλου Δερμενάκη
Ιταλία: Η «Εξουσία στο Λαό» επιμένει
Εξάπλωση σε όλη την Ιταλία, στήριξη από νέους και διανοούμενους

ΣΚΕΨΕΙΣ


Ο Χαρακτήρας του Μέλλοντος
του Τριαντάφυλλου Σερμέτη
Στις σελίδες του Πολιτισμού, μεταξύ άλλων:
Μοχάμαντ Ρασούλοφ: Ένας ακέραιος σκηνοθέτης
Μια ματιά στην ταινία Ένας ακέραιος άνθρωπος
της
Ιφιγένειας Καλαντζή

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Ιφιγένεια Τριάντου, πανεπιστημιακός
«Ξαναδιαβάζοντας τον Αντώνη Σαμαράκη»
Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο

Προσωπογραφίες

Μιχαήλ Άγγελος
Γράφει ο Φοίβος Γκικόπουλος

Στο Περίπτερο Ιδεών ο Στέλιος Ελληνιάδης γράφει:
Στοχασμοί για την πατρίδα και την επανάσταση

Και όπως κάθε βδομάδα, διαβάστε τις σελίδες του Ηρόστρατου και δείτε τα σκίτσα των Carlos Latuff, John Antóno, Vasco Gargalo, Βαγγέλη Παπαβασιλείου.

Εφημερίδα Δρόμος αναζητήστε το Σάββατο και μέχρι την Τρίτη στα περίπτερα


Πηγή: e-dromos.gr



Δρόμος της Αριστεράς: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »