Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Παναγιώτα Ψυχογιού. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Παναγιώτα Ψυχογιού. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

Η Πρωτοχρονιά έχει το βάρος της υπόσχεσης




Κάθε Πρωτοχρονιά στριφογυρίζει μια μυρωδιά του Χρόνου στον αέρα.

Όπως η σκόνη και τα γλυκά, τα δώρα και οι χαρούμενοι άνθρωποι.

Είναι σαν μια νέα, καθαρή εκκίνηση!

Είναι σαν να έχετε ένα μεγάλο λευκό χαρτί για να ζωγραφίσετε νέες δυνατότητες!

Είναι ένας μαγικός κόσμος, «η Ελπίδα που χαμογελά στο κατώφλι του επόμενου χρόνου», όπως το έγραψε ο Τένισον.

Μια άλλη φωνή που υπόσχεται νέο ξεκίνημα -με λάθη ή χωρίς δεν έχει σημασία- γιατί αυτή η μέρα έχει το βάρος της υπόσχεσης, μπορεί και της αλλαγής...

Μοιάζει με ένα μαγικό κουτί γεμάτο με όλα τα άγνωστά μας πεπρωμένα, μια πόρτα ανοιχτή στο άγνωστο.

Μοιάζει με ένα άγραφο χαρτί που μας υπόσχεται τον παράδεισο ή την ανασύνθεση του εαυτού μας.

Όπως ο Ζαρατούστρα του Νίτσε λέει: «Πρέπει να είστε έτοιμοι να κάψετε τον εαυτό σας γιατί πώς θα μπορούσατε να γίνετε καινούργιος αν δεν είχατε γίνει πριν στάχτη;» Ή «Κανείς δεν μπορεί να σας κατασκευάσει τη γέφυρα πάνω στην οποία εσείς, και μόνο εσείς, πρέπει να διασχίσετε τον ποταμό της ζωής. Πού οδηγεί; Μη ρωτάτε, περπατήστε!»

Μοιάζει σαν να είναι ο χρόνος μια γυάλινη σήραγγα και στο τέλος του φτάνουμε σε μια ανοιχτή θάλασσα.

Μοιάζει σαν το όριο της γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στον υπαρκτό και τον ιδεατό εαυτό μας.

Μοιάζει να μας λέει ότι ο χρόνος είναι τεχνίτης, όπως ακριβώς και η ζωή είναι τέχνη. Την άλλη μέρα όμως το ξεχνάμε για να παίξουμε το παιχνίδι της ζωής το άτεχνο. Γιατί παρά τη βαθύτατη επιθυμία για αγάπη, στην πραγματικότητα η επιτυχία, το κύρος, τα χρήματα, η εξουσία, σχεδόν όλη μας η ενέργεια χρησιμοποιείται για την εκμάθηση του τρόπου επίτευξης αυτών των στόχων.

Θα ήθελα αυτή η πρωτοχρονιά να σημάνει επιτέλους το τέλος της «χαμένης αγωνίας»! Κάποια μέρα, όταν οι τελευταίοι νόμοι της φυσικής θα είναι στη διάθεσή μας, μπορεί να ανακαλύψουμε ότι η έννοια του χρόνου δεν υφίσταται και η διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μια ψευδαίσθηση.

Αυτή η βραδιά όμως μας προτρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι ο κόσμος οργανώνεται με έναν ορθολογικό τρόπο.

Μοιάζει να λέει ότι ο κόσμος δεν έχει τρελαθεί. Στην πραγματικότητα ήταν πάντα τρελός γιατί συνεχίζει ακόμα να ονειρεύεται.

Πηγή:artinews.gr



Παναγιώτα Ψυχογιού: Σχετικά με τον συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2021

Οι διαφορετικές όψεις της μοναξιάς



Η πρώτη κραυγή μας ήταν κραυγή μοναξιάς. Στην επικράτεια του πόνου και του θανάτου ή του έρωτα, επίσης ο καθένας μας είναι μόνος. Για τον M. Cioran, «είμαστε τόσο μόνοι σ’ αυτή τη ζωή που πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως η μοναξιά του θανάτου δεν είναι παρά ένα σύμβολο της ανθρώπινης ύπαρξης».

Για τον Καβάφη, «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ/μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη/Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον/Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω». Ο Ρίτσος στη «Σονάτα του σεληνόφωτος» αφιερώνει στη μοναξιά τους εμβληματικούς του στίχους: "Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,/μοναχός στη δόξα και στο θάνατο". Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γράφει: «Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,/μόνος έζησα του κάκου,κι όπως ήρθα και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου». «Η μοναξιά είναι για το πνεύμα ό,τι η δίαιτα για το σώμα», έγραψε ο Νίτσε ενώ ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι «αυτός που μπορεί να ζήσει μακριά απ’ τις ανθρώπινες κοινωνίες είναι είτε θηρίο είτε θεός». Ωστόσο, όλη η εμπειρία της ζωής υποστηρίζει τη συνεχή αλλαγή και σ’ έναν κόσμο που αλλάζει, δεν μπορείς να προσκολληθείς σε τίποτα. Γι αυτό η μοναξιά είναι και η ελευθερία από το φόβο του να νιώθεις μόνος. Η εμπειρία της μοναχικότητας ξεδιαλύνει την ταυτότητά μας. Για τον Μπέρναρντ Σω «Το να μπορείς να αντέχεις τη μοναξιά και, επιπλέον, να την απολαμβάνεις, είναι μεγάλο προσόν».

Για την Hannah Arend («Το Ολοκληρωτικό Σύστημα», εκδ. Ευρύαλος ), η αποξένωση δεν ταυτίζεται με τη μοναξιά. Ο πρώτος που έκανε τη διάκριση μεταξύ μοναξιάς και αποξένωσης, γράφει, ήταν ο Επίκτητος, ο ελληνικής καταγωγής απελευθερωμένος σκλάβος και φιλόσοφος. Όπως παρατηρεί ο Επίκτητος (Διατριβαί, Βιβλίο 3, Κεφ. 13), ο αποξενωμένος άνθρωπος περιτριγυρίζεται από άλλους ανθρώπους, αλλά δεν μπορεί να έχει κάποια επαφή μαζί τους και είναι εκτεθειμένος στην εχθρότητά τους. Ο μοναχικός, αντίθετα, είναι μόνος και μπορεί γι΄αυτό «να είναι μαζί με τον εαυτό του». Στη μοναξιά είμαστε δηλαδή «με τον εαυτό μας», ενώ στην αποξένωση είμαστε στην πραγματικότητα εγκαταλειμμένοι απ' όλους. Κάθε σκέψη γεννιέται στη μοναξιά και είναι ένας διάλογος με τον εαυτό μας. Αυτό που κάνει τόσο αφόρητη την αποξένωση είναι η απώλεια του εαυτού, που δεν υπάρχει πραγματικά στη μοναξιά που μπορεί να είναι λυτρωτική, όταν αποτελεί επιλογή, και κατάρα όταν επιβάλλεται αναγκαστικά. Η μοναξιά ποτέ δεν μας εγκαταλείπει. Γίνεται καταφύγιο όταν ο αγαπημένος άλλος είναι απών ή ψευδαισθητικά παρών. Μοναξιά νοιώθουμε νεογέννητα, αποκομμένα από τον πλακούντα, με την κραυγή και το κλάμα εκφράζοντας τη βαριά απόγνωση, τον ανοίκειο χωρισμό από τα σπλάχνα της μητέρας όπου βρίσκαμε ως τότε καταφύγιο. Συνδέεται με τις ψευδαισθήσεις και την αδυναμία επικοινωνίας των εραστών, την απόρριψη, με μια μητέρα που κοιτάζει το παιδί της να κοιμάται και συλλογίζεται το άγνωστο μέλλον του, την επιθανάτια αγωνία, την έλλειψη επικοινωνίας.

Για την Φρανσουάζ Ντολτό (μετάφραση: Ελισάβετ Κούκη, επιμέλεια σειράς: Ηλίας Γιούρης, Σμίλη, 2008), είναι η μοναξιά του πλούσιου και του φτωχού, του δυστυχισμένου παιδιού, του άρρωστου, του ηλικιωμένου. Είναι η μοναξιά των γιορτών, του κρυφού πόνου, της δουλειάς, της απώλειας της πίστης, κάθε απώλειας. Είναι θελκτική ωστόσο όταν παραδινόμαστε στη μαγεία των ρεμβασμών μας. Η πορεία της επιθυμίας, λέει, η Ντολτό χαράσσεται με την εναλλαγή μοναξιάς και επικοινωνίας. Εξημμένη από τη μοναξιά, η επιθυμία εφευρίσκει τρόπους για να διαμεσολαβηθεί η επικοινωνία. Η μοναξιά είναι άλλοτε ανοίκεια κι άλλοτε ελκυστική ή απειλητική, μαρασμός ή διέγερση της επιθυμίας. Είναι συγκροτητικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, συνθήκη πρωτεϊκή που οδηγεί στο αναπάντεχο της συνάντησης με τον άλλον και τον εαυτό όσο και στην απώλεια του εαυτού.

Η μοναξιά, μας ωθεί να αγγίξουμε και να υπερβούμε τα όρια μας, γράφει η Ντολτό. Το 1975, αντιμέτωπη με την ασθένεια του συντρόφου της Μπορίς Ντολτό, επιχειρεί μια γραφή σε ύφος προσωπικού ημερολογίου και αποκαλύπτει τις διαφορετικές όψεις της μοναξιάς, της παράδοξης αυτής εμπειρίας που είναι εγγενής της υπόστασής μας από τη στιγμή της γέννησης ως τα γηρατειά. Η Ντολτό αναδεικνύει όψεις της μοναξιάς συναιρώντας τον θεωρητικό, ψυχαναλυτικό λόγο, την κλινική εμπειρία και το προσωπικό της βίωμα: «Δίχως εσένα, Μοναξιά του ανθρώπινου Ζην, που από τα παιδικά χρόνια ως τα γηρατειά, είσαι παγίδα ή οίστρος της ανθρώπινης επιθυμίας... δεν θα υπήρχαν παρά μονόλογες σκέψεις, δεν θα υπήρχαν καθόλου έργα, καθόλου πολιτισμός, γέλια παιδιών, χαρά, γιορτές ποίησης, τέχνες, επιστήμες». Η μοναξιά νοείται ως παγίδα και ανία ή οδύνη μετά από αναπόφευκτο χωρισμό αλλά και φορέας νέων δρόμων, αναζωπύρωση της επιθυμίας. Συνδέεται με την κτητικότητα των γονιών προς τα παιδιά επειδή φοβούνται να έρθουν αντιμέτωποι με τη μοναξιά τους, πηγή ζωής και θανάτου, συνώνυμο μάλλον της ζωής της ίδιας στις πολλαπλές της εκφάνσεις. Για μερικούς ανθρώπους η μοναξιά είναι απόδραση όχι από τους άλλους, αλλά από τον εαυτό τους. Ξεκινώντας από την πρωταρχική μοναξιά του βρέφους που βιώνει ως μοναξιά τους πολλαπλούς αποχωρισμούς και τους αντισταθμίζει, εντέλει, με τη γλώσσα, μας ακολουθεί ως τη στιγμή του θανάτου. Για την Ντολτό, η μοναξιά θεωρείται ως μια κατεξοχήν ρευστή και απροσδιόριστη έννοια, ως συνώνυμο της ζωής όπου το νόημα της ζωής μπορεί να επιβεβαιώνεται και συγχρόνως να απειλείται. «Η πιο μεγάλη οδύνη όταν αγαπάμε κάποιον είναι η αδυναμία μας να τον εμποδίσουμε να υποφέρει από τη μοναξιά του», γράφει.

Για τον Οδυσσέα Ελύτη, «η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς.» Στην «Ιδιωτική οδό γράφει: «Αυτά που μ’ αρέσουν είναι η μοναξιά μου. Δεν σιμώνει κανένας. Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου συντροφιά με κάτι μεγάλες μισοσβησμένες νωπογραφίες, εικόνες παλιές, αλλά φρέσκες ακόμη από τα χείλη εκείνων που τις ασπάστηκαν, γυναίκες της αμιλησιάς και του κοντού χιτώνα που φυλάγουν το κουτί με τα διαμαντικά του ωκεανού. Δεν σιμώνει κανένας. Αν δεν είχα κάτι το πολύ δυνατό και αθώο συνάμα να με συντηρεί, όπως οι μέντες και οι λουίζες που ευδοκιμούν στον εξώστη μου, θα ‘χα πεθάνει της πείνας. Τόσο μακριά βρίσκομαι από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι. Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποιαν απόχρωση του μωβ, ποτέ όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της Αγοράς. Αλήθεια, δεν έχω ιδέαν. Ακούω πως έχουν πάντα μεγάλη πέραση τα δάκρυα και οι αναστεναγμοί (τ’ αντίγραφα, όχι τα πρωτότυπα) όπως και οι διακυμάνσεις του δολαρίου, ο πληθωρισμός, οι συναλλαγές των κομμάτων — αλίμονο. Μ’ έφαγε, όπως τις καρένες των καϊκιών ο αρμόβουρκος, η μοναξιά. Και τα χρόνια περνούν.»

Η ιστορία της μοναξιάς είναι η ιστορία των τραυμάτων, των ερώτων και των φιλικών μας σχέσεων. Όπως το το πένθος είναι κι αυτή η αρχή της ζωής καθώς δεν υπάρχει ζωή χωρίς πένθος. Αν δεν υπήρχε πένθος θα είμαστε ακόμα στην κοιλιά της μάνας μας. Με ένα κλάμα γεννιόμαστε και αυτό το κλάμα σηματοδοτεί το πρώτο πένθος και τη συναίσθηση της μοναξιάς καθώς φεύγουμε από την θαλπωρή του ενδομήτριου παραδείσου. Ωστόσο, χωρίς πένθος, χωρίς απώλεια, χωρίς αποχωρισμό από μια προηγούμενη κατάσταση δεν υπάρχει ζωή. Όλοι παλεύουμε να βγούμε αρτιμελείς μέσα από την αναμέτρηση με τη φθορά, το θάνατο και την απώλεια όντας συνεχώς σε διάλογο με τη μοναξιά. Στις σημαντικές στιγμές της ζωής είμαστε πάντα μόνοι και η μοναξιά προσθέτει θλίψη αλλά και ομορφιά στη ζωή αυτή. Δίνει μια ιδιαίτερη απόχρωση στα ηλιοβασιλέματα και στις νύχτες μας, είναι τόπος εξαγνισμού, όσο και μαρτυρίου.


Πηγή:artinews.gr



Παναγιώτα Ψυχογιού: Σχετικά με τον συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2021

Έτσι γεννιέται το μίσος



Η ψυχολόγος Alice Miller (1923-2010) έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη σύνδεση μεταξύ της σωματικής τιμωρίας και της καταστροφικής της επίδρασης στα παιδιά. Έγραψε 13 βιβλία, που έχουν μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες και αξίζει να διαβαστούν.

Σύμφωνα με την Alice Miller, σε όλο τον κόσμο η βία έχει τις ρίζες της στο γεγονός ότι τα παιδιά έχουν κακοποιηθεί ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, όταν το μυαλό τους δεν ήταν δομημένο και το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό, αλλά δύσκολα αντιληπτό από την κοινωνία. Διερωτώμενη για τις αιτίες του μίσους βρήκε την απάντηση μόνο όταν διερεύνησε διεξοδικά τις παιδικές ηλικίες δικτατόρων και κατά συρροή δολοφόνων οι οποίοι στην παιδική τους ηλικία εκτέθηκαν σε φρικτά βιώματα, τα οποία αρνήθηκαν. Οι ταπεινώσεις, οι ξυλοδαρμοί, τα χαστούκια, η σεξουαλική παρενόχληση, η παραμέληση, κλπ θεωρούνται όλες μορφές κακομεταχείρισης, γιατί τραυματίζουν την ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια του παιδιού, ακόμη και αν οι συνέπειές τους δεν είναι ορατές αμέσως. Ωστόσο, ως ενήλικες, τα περισσότερα κακοποιημένα παιδιά ή θα υποφέρουν, ή θα γίνουν δήμιοι. Αυτή η δυναμική της βίας μπορεί να εξελιχτεί ώστε ενήλικες, μία φορά κακοποιημένα παιδιά, να χτυπάνε τα δικά τους παιδιά και συχνά να αισθάνονται ευγνώμονες προς τους γονείς τους, οι οποίοι τους κακομεταχειρίστηκαν όταν ήταν μικρά και ανυπεράσπιστα.

Η άρνηση της κακοποίησης, κατά την συγγραφέα, οδηγεί σε πράξεις εκδίκησης. Αυτός είναι ο λόγος που οι γονείς συνεχίζουν να παράγουν έντονο πόνο. Ένα παιδί που έχει υποστεί σωματική τιμωρία και ταπείνωση στο όνομα της ανατροφής αφομοιώνει από πολύ μικρό τη γλώσσα της βίας και της υποκρισίας και την κατανοεί ως το μοναδικό αποτελεσματικό μέσο επικοινωνίας. Διασαφηνίζει με βάση τα παραδείγματα του Χίτλερ, του Στάλιν, του Νίτσε, του Πικάσο, Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, Κάφκα, του Σίλερ, Ρεμπώ, Προυστ ή του Τζόυς πώς μπορεί να επιδράσει η παιδική κακοποίηση στην κοινωνία. Σε όλες τις περιπτώσεις, η ψυχολόγος σημειώνει ότι βρήκε επιπτώσεις του μίσους απέναντι σε έναν τουλάχιστον γονιό – μίσος, που παρέμενε ασυνείδητο, όχι μόνο επειδή απαγορευόταν αυστηρά να μισείς τον γονιό σου, αλλά και επειδή για ένα παιδί ήταν θέμα επιβίωσης να διατηρήσει την ψευδαίσθηση ότι έχει έναν καλό γονιό. Μόνο με τη μετάθεση σε ένα υποκατάστατο του γονιού πρόσωπο, γινόταν επιτρεπτό το μίσος αυτό και μπορούσε να εκδηλωθεί. Ωστόσο ανάμεσα στα παιδιά που έχουν υποστεί σωματική τιμωρία στο παρελθόν υπάρχουν και εκείνα που ήδη στην παιδική τους ηλικία ή στην μετέπειτα ζωή τους δεν συνάντησαν μόνο πρόσωπα που τους βοήθησαν, δίχως να το συνειδητοποιούν, αλλά και «ενήμερους μάρτυρες», ανθρώπους δηλαδή που εν γνώσει τους τα συνέδραμαν να αναγνωρίσουν το άδικο που βίωσαν και να εκφράσουν τη θλίψη τους για αυτό που τους είχε συμβεί. Αυτά τα παιδιά δεν εξελίχτηκαν φυσικά σε βίαιες εγκληματικές προσωπικότητες. Ήταν σε θέση να νιώσουν συναισθήματα και να δράσουν συνειδητά.

Τι είναι αλήθεια το μίσος; Για τη συγγραφέα είναι μια πιθανή συνέπεια της οργής και της απόγνωσης του παιδιού, το οποίο παραμελήθηκε ήδη κατά το προγλωσσικό στάδιο. Όσο ο θυμός απέναντι σε έναν γονιό παραμένει ασυνείδητος και απωθημένος δεν μπορεί να σβήσει. Μπορεί μόνο να μετατεθεί σε αποδιοπομπαίους τράγους, στα ίδια τα παιδιά αυτού που τον νιώθει ή σε υποτιθέμενους εχθρούς. Καμουφλαρισμένος ως ιδεολογία, ο θυμός που έχει μετεξελιχθεί σε μίσος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, γιατί είναι ανίκητος και υπερβαίνει κάθε ηθική επιταγή. Όποιος παρατηρήσει με ενσυναίσθηση το κλάμα ενός απελπισμένου βρέφους θα εκπλαγεί, γράφει, από την ένταση αυτών των συναισθημάτων.

«Ένα ζώο αντιδρά στην επίθεση είτε με φυγή, είτε με πάλη. Αμφότεροι οι τρόποι αυτοί είναι αδύνατοι για ένα νήπιο το οποίο το βασανίζουν οι πιο κοντινοί του συγγενείς. Έτσι, η φυσική αντίδραση αναστέλλεται, για δεκαετίες ολόκληρες μερικές φορές, ώσπου να εκδηλωθεί απέναντι σε κάποιον πιο αδύναμο. Τότε τα καταπιεσμένα συναισθήματα ξεσπούν με τρόπο αδίστακτο κατά των μειονοτήτων. Αυτό ονομάζεται ξενοφοβία, και τα θύματα ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Μόνο οι λόγοι αυτού του μίσους είναι παντού οι ίδιοι […]. Σκοτώνουν και βασανίζουν ξένους ανθρώπους, που δεν τους έχουν κάνει τίποτε κακό, κι ύστερα ωραιοποιούν τις φρικαλεότητές τους με υποτιθέμενες θρησκευτικές ή πολιτικές ιδέες. Φυσικά, δεν έχουν ιδέα πως πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους εκδικούνται για την τρομοκρατία που γνώρισαν οι ίδιοι στην πρώιμη παιδική τους ηλικία.»

Πώς είναι δυνατόν άνδρες και γυναίκες που έχαιραν μιας γενικής εκτίμησης να συμπεριφέρθηκαν σαν τέρατα; Κατά την άποψή της, η αιτία βρίσκεται σαφέστατα στον καταστροφικό τρόπο ανατροφής των μικρών παιδιών, ο οποίος ήταν ευρύτατα διαδεδομένος στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα στη Γερμανία και τον οποίο χαρακτηρίζει ως κακοποίηση νηπίων. Και σε άλλες χώρες κακοποιούνταν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα ακόμη να κακοποιούνται παιδιά με το πρόσχημα της ανατροφής –όμως ούτε κατά διάνοια με τον συστηματικό τρόπο και την επιμέλεια που ήταν τόσο χαρακτηριστική για τη μαύρη παιδαγωγική στη Γερμανία.

Στις δύο γενιές που προηγήθηκαν της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία, οι μέθοδοι αυτές τελειοποιήθηκαν. Ώσπου στο τέλος ο Χίτλερ έλαβε αυτό που χρειαζόταν. Σύμφωνα με τα δικά του λόγια αυτό εκφράστηκε ως εξής: «Η παιδαγωγική μου είναι σκληρή. Η αδυναμία πρέπει να κοπεί από τη ρίζα. Στα εκπαιδευτήριά μου θα γαλουχηθεί μια νεολαία, που μπροστά της ο κόσμος θα τρομάζει. Μια βίαιη, κυρίαρχη, ατρόμητη, φοβερή νεολαία θέλω. Η νεότητα πρέπει να έχει όλα αυτά τα γνωρίσματα. Πρέπει να υπομένει πόνους. Τίποτε το αδύναμο και τρυφερό δεν πρέπει να βρίσκεται εντός της. Το ελεύθερο, υπέροχο αρπακτικό ζώο πρέπει να αστράφτει και πάλι στο βλέμμα της». Αυτό το παιδαγωγικό πρόγραμμα εξολόθρευσης του ζωντανού στοιχείου προηγήθηκε των σχεδίων εξολόθρευσης ενός λαού. Ήταν, με άλλα λόγια, η προϋπόθεση της επιτυχίας.

Μελέτες σε εγκαταλελειμμένα και κακοποιημένα σοβαρά παιδιά από τη Ρουμανία αποκάλυψαν εντυπωσιακές βλάβες σε ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου. Η νευροβιολογική έρευνα καθιστά πιο εύκολο για μας να κατανοήσουμε τον τρόπο των ναζί, όπως ο Άιχμαν, ο Χίμλερ και άλλοι λειτούργησαν. Η αυστηρή εκπαίδευση υπακοής που υποβλήθηκαν σε πρόωρη παιδική ηλικία οδήγησε σε ανεπαρκή ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων, όπως η συμπόνια και ο οίκτος για τα βάσανα των άλλων. Η Μίλερ δεν δέχεται την γενετική θεωρία της τρέλας. Ερμήνευσε την ψύχωση του Νίτσε ως αποτέλεσμα του πρωσικού τρόπου ανατροφής των παιδιών. Ο Ντοστογιέφσκι, για παράδειγμα, είχε έναν βίαιο πατέρα, αλλά μια στοργική μητέρα. Εκείνη δεν ήταν αρκετά ισχυρή για να τον προστατεύσει από τον πατέρα του, αλλά, γράφει ότι του έδωσε μια ισχυρή αντίληψη της αγάπης, χωρίς την οποία τα μυθιστορήματά του θα ήταν αδιανόητα.

Αποφεύγοντας την αναζήτηση της αλήθειας, λέει η ψυχολόγος, δεν διασώζουμε την αγάπη -ούτε καν την αγάπη για τους γονείς μας. Η πράξη της συγχώρεσης δεν μας βοηθάει, όσο συγκαλύπτει αυτά που συνέβησαν. Γιατί η αγάπη και η αυταπάτη αλληλοαποκλείονται. Από την αναλήθεια, την άρνηση της οδύνης στο προσωπικό μας παρελθόν, γεννιέται το μίσος που μεταβιβάζεται σε αθώους. Αποτελεί μια προσκόλληση στην αυταπάτη και στο αδιέξοδο. Η πραγματική αγάπη αντέχει την αλήθεια.

Στο έργο της Το Δράμα του προικισμένου παιδιού, η MILLER ALICE επίσης θεωρεί ότι πολλοί άνθρωποι αναγκάστηκαν, όταν ήταν παιδιά, να μάθουν να κρύβουν πολύ επιδέξια τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους προκειμένου να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες των γονέων τους και να κερδίσουν την «αγάπη» τους. Ως ενήλικες μπορεί να κυνηγούν την επιτυχία, έχουν όμως ταυτόχρονα μια υποβόσκουσα αίσθηση ότι δεν αξίζουν τίποτα. Χωρίς ποτέ να τους έχει επιτραπεί να εκφράσουν τα πραγματικά τους συναισθήματα, και έχοντας χάσει την επαφή με τον αληθινό τους εαυτό, εκδραματίζουν τα καταπιεσμένα συναισθήματά τους με επεισόδια κατάθλιψης ή καταναγκαστικής συμπεριφοράς, ή ακόμα και με ιδέες μεγαλείου. Στη συνέχεια, με τη σειρά τους, μεταφέρουν αυτή τη κληρονομιά της καταπίεσης στα δικά τους παιδιά. Πρόκειται για την «δηλητηριώδη» παιδαγωγική (το κάνω για το καλό σου) που καταστρέφει ζωές.

Στα κείμενά της, η Miller κατηγόρησε τους ψυχολογικά βίαιους γονείς για την πλειοψηφία των νευρώσεων και ψυχώσεων. Υποστήριξε ότι όλες οι περιπτώσεις των ψυχικών ασθενειών προκαλούνται από την καταπίεση της οργής ​​και του πόνου, ως αποτέλεσμα των υποσυνείδητων παιδικών τραυμάτων που δεν επιλύθηκαν συναισθηματικά. Οι άνθρωποι δεν προτιμούν να ξέρουν για τη δική τους θυματοποίηση κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας γιατί προκαλεί αφόρητο πόνο. Η μετατόπιση κατευθύνει ασυνείδητα το ανεπίλυτο τραύμα ενάντια σε άλλους (πόλεμος, τρομοκρατία, εγκληματικότητα) στον εαυτό του (διατροφικές διαταραχές, εθισμό στα ναρκωτικά, κατάθλιψη) και στους απογόνους. Επιβεβαίωσε αυτό που τόσο πολλοί θεώρησαν ότι δεν είναι αληθινό: ότι τα προβλήματά τους δεν ήταν έμφυτα αλλά είχαν πραγματικές αιτίες, και ως εκ τούτου πραγματικές λύσεις. Ενθαρρύνει έτσι τους γονείς να προσπαθήσουν να θεραπεύσουν τις συγκρούσεις τους και να γίνουν καλύτεροι γονείς. Οι άνθρωποι των οποίων η ακεραιότητα δεν έχει υποστεί ζημιά κατά την παιδική ηλικία, οι οποίοι έχουν προστασία, σεβασμό, και αντιμετωπίζονται με ειλικρίνεια από τους γονείς τους, θα είναι - τόσο στα νιάτα τους και στην ενήλικη ζωή – ευφυείς συναισθηματικά. Θα πάρουν ευχαρίστηση στη ζωή και δεν θα αισθάνονται καμία ανάγκη να βλάψουν τους άλλους ή τον εαυτό τους. Θα χρησιμοποιήσουν την εξουσία τους για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, όχι για να επιτεθούν στους άλλους.

Τα παραδείγματα της Alice Miller είναι τόσο ζωντανά που αγγίζουν το πληγωμένο παιδί που υπάρχει μέσα σε όλους και δείχνουν κυρίως ότι μέσω αυτής της συνειδητοποίησης μπορούμε να σπάσουμε την αλυσίδα της βίας.

Alice Miller

Πώς γεννιέται το μίσος

Πώς οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας επηρεάζουν τη μετέπειτα ζωή μας: Έξι ιστορίες

Εκδόσεις Ροές, 2013 

Πηγή:artinews.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2021

Λόρκα: «Το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό»

Παναγιώτα Ψυχογιού


Ήταν μόνο 38 χρονών. Εκτελέστηκε από τους εθνικιστές του Φράνκο που τον πυροβόλησαν πισώπλατα. Το έγκλημα έγινε κάπου διακόσια μέτρα μακριά από μια παράξενη πηγή με παγωμένο νερό που οι Άραβες στον καιρό τους την ονόμαζαν «Αϊναδαμάρ», δηλαδή Πηγή των Δακρύων. Μάρτυρες της δολοφονίας του λένε πως οι εκτελεστές του καρφίτσωσαν στο πτώμα του ένα σημείωμα που δήλωνε τις πολιτικές του πεποιθήσεις και την ομοφυλοφιλία του. Δεκαεννέα Αυγούστου του 1936 δολοφονήθηκε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Ο Λόρκα δεν υπήρξε ποτέ ενεργό μέλος της πολιτικής. Παρόλα αυτά, έλεγε «Εγώ πάντα θα είμαι στο πλευρό αυτών που δεν έχουν τίποτα και στους οποίους δεν επιτρέπεται καν να απολαύσουν ειρηνικά το τίποτα που έχουν». Έγραψε: «Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης».

«Η πιστολιά που σε σώριασε στον πέτρινο τοίχο ενός χωριού της πατρίδας σου, τίποτε δεν κατάφερε να κάνει! Του λαού η δύναμη που αγάπησες ανασταίνει τώρα τα λόγια σου για πάντα και ξέρεις εσύ πόσο το δάκρυ ενός χωριάτη αξίζει περισσότερο απ΄όλα τα βραβεία των Ακαδημιών». Μ΄αυτά τα λόγια απευθύνεται στον ποιητή ο Οδ. Ελύτης (Ανοιχτά Χαρτιά).

Έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Γρανάδα, το σταυροδρόμι τόσων φυλών, με τα γραφικά χωριά και τους παράξενους θρύλους, με τους τσιγγάνους και τους αυτοσχέδιους μουσικούς, με αμαρτωλούς έρωτες και τα βίαια πάθη. Τον γνωρίσαμε μέσα από τη Γέρμα και τον Ματωμένο γάμο, τη Δόνα Ροζίτα ή το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα. Ο ίδιος έγραψε για τη ζωή του :

«Πατέρας μου, ο Φεδερίκο Γκαρθία Ροντρίγκεθ. Μητέρα μου, η Βιθέντα Λόρκα Ρομέρο. Γεννήθηκα στο Φουεντεβακέρος, χωριουδάκι που βρίσκεται στο κέντρο της πεδιάδας της Γρανάδα. Εφτά χρονώ πήγα στην Αλμερία. Φοίτησα σε ένα σχολειό παπάδων, όπου άρχισα να σπουδάζω μουσική. Μόλις τελείωσα το δημοτικό, αρρώστησα από μια πάθηση του στόματος και του λαιμού που με έκανε να μην μπορώ να μιλήσω και με έφερε ίσαμε του χάρου τα δόντια. Χωρίς να διστάσω, ζήτησα έναν καθρέφτη, είδα το πρησμένο πρόσωπό μου κι όπως δεν μπορούσα να μιλήσω, έγραψα το πρώτο χιουμοριστικό μου ποίημα όπου παρομοίαζα τον εαυτό μου με τον χοντροσουλτάνο του Μαρόκου Μουλέι Χαφίζ». (Ο Λόρκα αυτοβιογραφούμενος)

Τον αγαπήσαμε μέσα από τα τραγούδια του, τραγούδια όπως «Μέρα γεμάτη θλίψη», «Αβάσταχτο να σ’ αγαπώ» και φυσικά το «Λούζεται η αγάπη μου»:

«Λούζεται η αγάπη μου

στο Γουαδαλκιβίρ,

και τ’ άνθη παίρνουν ευωδιά

απ’ το γλυκό κορμί της...»

Ο Νίκος Καββαδίας,το 1945 του αφιερώνει το έξοχο ποίημα :

«Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό

και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι

Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ

τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι...»

«...είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς» γράφει ο Ν.Εγγονόπουλος, το 1956:

«η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:

η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε

να πεθάνουμε

περιφρόνησις απόλυτη

αρμόζει

σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους

τις έρευνες

τα σχόλια επί σχολίων

που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν

αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες

γύρω από τις μυστηριώδικες κι’ αισχρές συνθήκες

της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα

υπό των φασιστών

μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει πως

από καιρό τώρα

― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―

είθισται

να δολοφονούν

τους ποιητάς»

Ο Λόρκα είναι «μια φυσική αστραπή, μια ενέργεια σε αέναη κίνηση», όπως τον χαρακτήρισε ο Πάμπλο Νερούδα. Οι τσιγγάνοι, το φεγγάρι, ο θάνατος που παραμονεύει σε κάθε γωνιά, ο έρωτας, ο ουρανός που λάμπει πάνω από τις όχθες του Γουαλδακιβίρ, τα θολά ποτάμια, η Ισπανία, η εξέγερση, οι πληγές της αγάπης θα μας τον θυμίζουν για πάντα.

Ο Νίκος Καρούζος έγραψε για τον ποιητή:

«... Εσύ μυρόεσσα Ισπανία-της Ευρώπης θερμότητα

τί δόξα πρόσθεσες απ’τη λαλιά του την άσπιλη

σ’ ανελέητο ήλιο σ’ έναν ουρανό

που πυρακτώνει διαμπερής αθωότητα...

Ισπανία εσύ αυθεντία στο θάνατο!

Δωρεάν η όραση Φεδερίκο

Γκαρθία Λόρκα δωρεάν η τυφλότητα»

Στο Β΄ Παγκόσμιο Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Ενάντια στον πόλεμο και στον Φασισμό ο Αραγκόν διάβασε τον όρκο στον Λόρκα:

Στ’ όνομά σου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,

που σκοτώθηκες στην Ισπανία για τη λευτεριά

του ζωντανού λόγου,

Εμείς, ποιητές απ’ όλες τις χώρες του κόσμου,

μιλώντας και γράφοντας στις διάφορες και ποικίλες

γλώσσες μας

παίρνουμε εδώ τον όρκο τον κοινό,

τ’ όνομά σου να μην ξεχαστεί ποτές πάνω στη γης,

κι όσο υπάρχει τυραννία και καταπίεση,

στ’ όνομά σου

να τις πολεμούμε

όχι μονάχα με το λόγο

μα και με τη ζωή μας.

Αύγουστος ήτανε όταν δολοφονήθηκε αυτός o όμορφος, ανδαλουσιανός ποιητής που έγραψε για την αγάπη, τον έρωτα, το θάνατο, εναντίον του φασισμού και κάθε μορφής καταπίεσης και εκμετάλλευσης ή αδικίας.

Έγραφε: «Αν φύγω απ’ τη ζωή,

Το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό.

Τρώει τα πορτοκάλια το παιδί,

Κι απ’ το παραθύρι το κοιτώ.

Τα στάχια ο θεριστής θερίζει,

Κι’ από το παραθύρι τα κοιτώ.

Αν φύγω απ’ τη ζωή,

Το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό».

Κανείς δεν τον ξέχασε. Τα παραθύρια όλου του κόσμου είναι ανοιχτά γι’ αυτόν τον εραστή της ζωής, τον ποιητή των ποιητών.

Όπως έγραψε:

«Κι ο ήλιος μπήκε απ’ το κλειστό μπαλκόνι

και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του

πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη..»


Πηγή:artinews.gr



Παναγιώτα Ψυχογιού: Σχετικά με τον συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 14 Αυγούστου 2021

Η «τρομοκρατία της ευτυχίας»

Παναγιώτα Ψυχογιού


Στο «όνειρο ενός γελοίου» του Ντοστογέφσκι, ο ήρωας ξεκινά με την εξής πρόταση:«Είμαι ένας γελοίος άνθρωπος» και παρακάτω συνεχίζει: «Άλλοτε, υπόφερα πολύ που φαινόμουν γελοίος. Δεν φαινόμουν, ήμουν. Πάντα μου ήμουν γελοίος και ξέρω πως σίγουρα θα είμαι από γεννησιμιού μου. Θα ήμουν και δε θα ήμουν επτά χρονών όταν έμαθα πως ήμουν γελοίος. Ύστερα σπούδασα στο Πανεπιστήμιο -κι όσο σπούδαζα, τόσο μάθαινα πως ήμουν γελοίος. Κι έτσι, φαίνεται πως όλη η πανεπιστημιακή μου επιστήμη, υπήρχε μόνο και μόνο για να μου αποδείξει και να μου εξηγήσει, όσο την εμβάθυνα, πως ήμουν γελοίος. Και με τη ζωή μου έγινε το ίδιο όπως και στην επιστήμη μου. Χρόνο με το χρόνο, αποκτούσα όλο και περισσότερο τη βεβαιότητα πως απ’ όλες τις απόψεις φαινόμουν γελοίος».

Η διάθεσή του είναι βαριά ως πένθιμη. Είναι απολύτως βέβαιος ότι θέλει να αυτοκτονήσει. Το περίστροφο είναι εκεί. Τον περιμένει. Μέχρι που στο όνειρό του συνάντησε την νέα Γη, συνάντησε καλούς και πρόσχαρους ανθρώπους με μάτια και, κυρίως, καρδιές που ήξεραν να αγαπήσουν. Συνειδητοποιεί τη δύναμη της αγάπης και σώζεται.

Ο γελοίος, τελικά, είναι ο ευφυής άνθρωπος, αυτός που μισεί τους συμβιβασμούς και τις ψεύτικες σχέσεις. Επιθυμεί την Αλήθεια και γι' αυτό πονάει. Πολλοί «γελοίοι» βρίσκονται αναμεσά μας, άνθρωποι που εξιδανικεύουν τις ανθρώπινες σχέσεις και θεωρούν την ευτυχία αυτονόητη. Ωστόσο αυτή η εξιδανίκευση οδηγεί στην θεώρηση της θλίψης ως αποτυχίας.

Η κατάθλιψη είναι μια σύγχρονη επιδημία που σχετίζεται με τον δυτικό πολιτισμό. Συνεχίζουμε να την αντιμετωπίζουμε σε ατομικό επίπεδο, με αντικαταθλιπτικά και ψυχοθεραπεία προϋποθέτοντας ότι η θεραπεία έγκειται στη διόρθωση των επιμέρους βιολογικών και ψυχολογικών ανισορροπιών. Ωστόσο οι δυτικές πολιτισμικές αξίες παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση της κατάθλιψης εδώ και αρκετά χρόνια. Η υψηλή αξία που δίνουμε στην ευτυχία μπορεί να είναι βασικός παράγοντας κατάθλιψης.

Η ευτυχία είναι μια σταθερή συναισθηματική κατάσταση στη δυτική κουλτούρα, είτε πρόκειται για χαμογελαστά πρόσωπα σε διαφημίσεις, τηλεοράσεις, περιοδικά ή στο Διαδίκτυο. Η επιθυμία της ευτυχίας δεν αποτελεί πρόβλημα. Το πρόβλημα προκύπτει όταν φτάσουμε να πιστέψουμε ότι πρέπει πάντα να αισθανόμαστε με αυτόν τον τρόπο, όπως επισήμανε ο Μπρυκνέρ. Πρόκειται ακριβέστερα για την «τρομοκρατία της ευτυχίας». Ο Μπρυκνέρ τονίζει ότι«ο κόσμος δεν είναι απογοητευτικός, απογοητευτικές είναι οι χίμαιρες που παραλύουν το πνεύμα». Ο κόσμος ξεπερνάει κατά πολύ τις αναπαραστάσεις ή τις προσμονές μας, πρέπει να τις διαγράψουμε για να αρχίσουμε να τον αγαπάμε. (Η αέναη ευφορία, εκδ. Αστάρτη). Έτσι, η ευτυχία είναι η καινούργια ηθική επιταγή, ένας καταναγκασμός που καταλήγει στη δυστυχία και την απελπισία. Η φράση «Να είστε ευτυχισμένοι» μετατρέπεται σε εντολή, σε δάχτυλο κατήγορου που τιμωρεί όποιον την παραβαίνει.

Αντιμετωπίζοντας την ευτυχία ως προσταγή, η λύπη δεν νοείται πλέον ως ένα αναμενόμενο συναίσθημα που έχουμε όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Αντίθετα, ερμηνεύεται ως ένδειξη αποτυχίας.

Και για να μιλήσω με αλληγορίες, παραπέμπω και πάλι στον «γελοίο» του Ντοστογιέφσκι: «Εκεί –πέρα, στη γης μας, μόνο με πόνο μπορούμε ν’ αγαπήσουμε, και μόνο μέσ' απ’ τον πόνο. Δεν ξέρουμε ν’ αγαπούμε διαφορετικά, κι ούτε ξέρουμε άλλη αγάπη. Ζητώ τον πόνο για να μπορέσω ν’ αγαπήσω… πάντα μου αγάπησα τον πόνο και τη θλίψη…Τι σημασία έχει αν δεν ξανάρθει ποτέ πια ο παράδεισος κι αν δεν υπάρχει πια, κι όμως, εγώ θα κηρύξω τον παράδεισο. Κι όμως, τι απλό που είναι! θα μπορούσαν μέσα σε μια μέρα, μέσα σε μιαν ώρα μόνο, να ξαναγίνουν όλα. Το ουσιώδες, είναι ν’ αγαπούμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας, ναι, αυτό είναι το ουσιώδες και το παν, χωρίς να χρειάζεται τίποτ’ άλλο: τότε, αμέσως θα ξέρουμε πώς να χτίσουμε τον παράδεισο».

Επειδή η κατανόησή μας για την κατάθλιψη ξεπερνά τους παράγοντες ατομικού επιπέδου για να συμπεριλάβει κοινωνικά και πολιτιστικά συστήματα αξιών, πρέπει να αναρωτηθούμε εάν οι πολιτιστικές αξίες μας κάνουν ευτυχείς. Δεν είμαστε ανεξάρτητοι από αυτές τις αξίες και ο πολιτισμός μας είναι εν μέρει υπεύθυνος για την ψυχική μας υγεία. Επομένως χρειάζεται επειγόντως μια άλλη κουλτούρα ζωής για να απενοχοποιήσει τη θλίψη μας. Η δυτική κουλτούρα έχει παγκοσμιοποιήσει την ευτυχία, συμβάλλοντας έτσι σε μια επιδημία κατάθλιψης.


Πηγή:artinews.gr



Παναγιώτα Ψυχογιού: Σχετικά με τον συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2021

Η χειρότερη σκλαβιά είναι να μην είσαι ελεύθερος να αγαπάς

Παναγιώτα Ψυχογιού


Είναι θέμα σεβασμού προς τον άλλο η μονογαμία ή άμεση συνέπεια της ιδιοκτησίας; Οι περισσότεροι από εμάς δεν τολμούν να ζήσουν πολυγαμικά, σε μία κοινωνία που υπερασπίζεται τη μονογαμία ενώ θα το ήθελαν; Είναι ο άνθρωπος ζώο μονογαμικό ή πολυγαμικό; Μήπως ο γάμος είναι μία απαρχαιωμένη συνθήκη που θα 'πρεπε να αναθεωρήσουμε;

Καινούργιες και πιθανώς άγνωστες μορφές συνύπαρξης θα υπάρξουν στο μέλλον. Συνειδητοποιώντας πως η οικονομία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας, θα αφήσουμε ίσως πίσω μας το γάμο. Οι εσωτερικές αντιφάσεις της μορφής του γάμου θα φτάσουν στην κατάληξή τους, κι ο έρωτας δεν θα βασίζεται πλέον στην εδαφικότητα των συμβολαίων, του φύλου ή του αντικειμένου.

Κατά τη διάρκεια των πέντε χιλιάδων ετών της γραπτής ιστορίας του ανθρώπου, η πολυγαμία ήταν ευρύτατα διαδεδομένη σε σχέση με την μονογαμία. Η μελέτη της προϊστορίας δείχνει ότι στις φυλές επικρατούσαν σεξουαλικές σχέσεις χωρίς κανένα περιορισμό, έτσι που κάθε γυναίκα ανήκε σε κάθε άντρα και επίσης κάθε άντρας σε κάθε γυναίκα. Αργότερα η πολυγαμία και η ευκαιριακή απιστία παραμένει δικαίωμα των αντρών, έστω κι αν η πρώτη για οικονομικούς λόγους παρουσιάζεται σπάνια, ενώ από τη γυναίκα συνήθως απαιτούν αυστηρή πίστη στη διάρκεια της κοινής ζωής και η μοιχεία της τιμωρείται. Η μονογαμική οικογένεια υποστηρίζεται ότι βασίζεται στην κυριαρχία του άντρα, με σκοπό τη γέννηση παιδιών που η πατρότητά τους θα είναι αδιαφιλονίκητη εφόσον αυτά τα παιδιά είναι οι άμεσοι κληρονόμοι της πατρικής περιουσίας.

Για τον Ένγκελς, με την καθιέρωση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής συντελείται παράλληλα και το πέρασμα του πολυγαμικού-ζευγαρωτού γάμου, στη μονογαμία: «Η πρώτη ταξική αντίθεση που εμφανίζεται στην ιστορία συμπίπτει με την ανάπτυξη του ανταγωνισμού του άντρα και της γυναίκας στη μονογαμία και η πρώτη ταξική καταπίεση με την καταπίεση του γυναικείου φύλου από το αντρικό. Η μονογαμία ήταν μια μεγάλη ιστορική πρόοδος, ταυτόχρονα όμως, πλάι στη δουλεία και τον ατομικό πλούτο, εγκαινίασε την εποχή που κρατά ως τα σήμερα και όπου κάθε πρόοδος είναι μαζί και μια σχετική οπισθοδρόμηση, όπου η ανάπτυξη του ενός κατορθώνεται με τον πόνο και την καταπίεση του άλλου. Η μονογαμία είναι η κυτταρική μορφή της πολιτισμένης κοινωνίας όπου μπορούμε κιόλας να μελετήσουμε τη φύση των αντιθέσεων και αντιφάσεων που αναπτύσσονται μέσα της. [...] Ετσι η μονογαμία καθόλου δε μπαίνει στην ιστορία σα συμφιλίωση του άντρα και της γυναίκας, και πολύ λιγότερο σαν η ανώτατη μορφή της. Αντίθετα. Εμφανίζεται σαν υποδούλωση του ενός φύλου από το άλλο, σαν κήρυξη πολέμου ανάμεσα στα δυο φύλα, πολέμου άγνωστου σ' όλη την προϊστορία. («Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους). Την καινούργια οικογενειακή μορφή, γράφει ο Ένγκελς, τη συναντάμε στους αρχαίους Έλληνες, όπου στην ηρωική εποχή βρίσκουμε τη γυναίκα ταπεινωμένη από την κυριαρχία του άντρα και από το συναγωνισμό που της κάνουν οι δούλες. Το γεγονός ότι υπήρχε η δουλεία πλάι στη μονογαμία, ότι υπήρχαν οι νεαρές όμορφες σκλάβες( Ιλιάδα: διαμάχη Αγαμέμνονα- Αχιλλέα) που ανήκαν στον άντρα, δίνει στη μονογαμία τον ειδικό χαρακτήρα της, ότι δηλ. είναι μονογαμία μόνο για τη γυναίκα, όχι όμως και για τον άντρα. Και αυτόν το χαρακτήρα τον έχει ακόμα και σήμερα.

Η μονογαμία για τον Ένγκελς ήταν η πρώτη μορφή οικογένειας που δε στηριζόταν σε φυσικούς αλλά σε οικονομικούς όρους, δηλ. στη νίκη της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στην αρχική φυσική κοινή ιδιοκτησία: « Η κυριαρχία του άντρα στην οικογένεια και η παραγωγή παιδιών, που να μπορούν να είναι μονάχα δικά του, και που προορίζονταν να κληρονομούν τα πλούτη του, αυτοί μονάχα ήταν οι αποκλειστικοί σκοποί της μονογαμίας, που οι Έλληνες τους έκφραζαν απερίφραστα.[...]». Από την αρχαιότητα και κυρίως στη διάρκεια του Μεσαίωνα για τις ανώτερες τάξεις ο γάμος ήταν οικονομική συναλλαγή. Ερωτικοί δεσμοί, με σύγχρονη έννοια παρουσιάζονται μονάχα έξω από την επίσημη κοινωνία( βοσκοί, δούλοι).

Οι κοινωνιοβιολόγοι υποστηρίζουν ότι δεν έχουμε μάθει ν' αγαπάμε αλλά σκοπός της φύσης είναι η επιβίωση γονιδίων με οποιοδήποτε τρόπο. To 1976 ο Richard Dawkins(Το εγωιστικό γονίδιο) υποστηρίζει ότι «Είμαστε... οχήματα-ρομπότ τυφλά προγραμματισμένα για να προφυλάξουμε τα εγωιστικά μόρια που ονομάζονται γονίδια». Έτσι, τα αρσενικά (και αυτό ισχύει για το ανθρώπινο είδος, σύμφωνα με τον Dawkins) ενδιαφέρονται να συνδέονται με πολλά θηλυκά γιατί παράγουν εκατομμύρια σπερματοζωάρια· μπορούν, λοιπόν, να διαδίδουν καλύτερα τα γονίδιά τους κάνοντας παιδιά με το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό θηλυκών. Έτσικαταλήγει ότι είναι πιθανό τα ανθρώπινα αρσενικά να έχουν την τάση της πολυγαμίας και οι γυναίκες της μονογαμίας για λόγους εξελικτικής γενετικής.

Η ιστορία των διαφυλετικών σχέσεων είναι η ιστορία μιας αδιάκοπης ταλάντευσης ανάμεσα σε ελευθερία και καταπίεση, φανερού έρωτα και καλυμμένης υποκρισίας. Σε ατομικό επίπεδο, ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε ενδεχομένως να ζήσει πολυγαμικά, όπως στις μουσουλμανικές χώρες. Στη φύση, ελάχιστα ζώα είναι μονογαμικά. Η πολυγαμία όμως εμπεριέχει την αυτοεπιβεβαίωση και την πιθανότητα ή βεβαιότητα να πληγώσεις τον άλλο.

Μια απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα θα μπορούσε να είναι ότι η μονογαμία ή η πολυγαμία, ο γάμος ή η ελεύθερη σχέση είναι ατομική προτίμηση που πρέπει να γίνεται σεβαστή ως τέτοια αν την αποδέχονται και τα δύο μέρη. Οι άνθρωποι λοιπόν μπορούν να επιλέγουν μόνοι τους αν θέλουν να είναι μονογαμικοί ή όχι, να παντρεύονται ή όχι, χωρίς να τους το επιβάλλει κανείς, ως αμοιβαία ερωτική συμφωνία μεταξύ ανθρώπων, ως ερωτική σχέση με όρους, περιορισμούς και οφέλη.

Η SARAH HOLMES έγραφε ότι η απάντηση στο γάμο είναι «ανεξάρτητοι άντρες και γυναίκες, μέσα σε ανεξάρτητες οικογένειες, ζώντας αυτόνομες και ανεξάρτητες ζωές, με πλήρη ελευθερία να δημιουργούν και να διαλύουν σχέσεις και με απόλυτα ίσες ευκαιρίες στην ευτυχία, την εξέλιξη και την αγάπη». Καταδικάζει οποιοδήποτε διακανονισμό που περιλαμβάνει την αγάπη για ένα μόνο άνθρωπο σε μια συγκεκριμένη περίοδο γιατί, υποστηρίζει ότι το να μην είναι κανείς ελεύθερος να αγαπά είναι η σκληρότερη από όλες τις σκλαβιές. (Γυναίκες της αναρχίας, κείμενα αναρχικών γυναικών του 19ου και 20ου αιώνα,εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ, 2016.)


Πηγή:artinews



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Είμαι όπως με βλέπουν οι άλλοι;

Παναγιώτα Ψυχογιού


Το βλέμμα σχετίζεται με τη θέαση του αντικειμενικού κόσμου, τα μάτια που αναζητούν την εσωτερική ουσία, με την απαξίωση του εαυτού εξαιτίας του απορριπτικού βλέμματος των άλλων αλλά και με την ανάγκη για αποδοχή όπως και την ανάγκη μεταμόρφωσης και εξήγησης της πραγματικότητας.

Υπάρχει σχέση αντινομίας μεταξύ βλέμματος και ματιού. Το σημείο του κενού που υπάρχει μεταξύ τους, είναι εκείνο που ο Λακάν ονομάζει επιθυμία. Το υποκείμενο επιθυμεί το βλέμμα του 'Αλλου. Στον τόπο του 'Αλλου συγκροτείται το υποκείμενο, μεταξύ του υποκειμένου και της επιθυμίας του 'Αλλου. Όλα τα ανωτέρω συμπυκνώνει ο Ελύτης γράφοντας:

Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως

Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας

Κι όταν σε πήρε το φιλί

Γυναίκα

Το βλέμμα των άλλων, επικριτικό ή χλευαστικό, σε αναγκάζει στην απομόνωση, σου αρνείται την ελευθερία της προσωπικής επιλογής, σε φορτώνει με ενοχή και σε υποχρεώνει να δεις την ύπαρξή σου μέσα από τα μάτια και τα κριτήρια των Άλλων. Οι άλλοι, με τις διαμορφωμένες απόψεις και τις προκαταλήψεις τους σε κρίνουν και η εχθρική παρουσία μετατρέπει τον εαυτό σε παρατηρητή και αντικείμενο παρατήρησης ταυτόχρονα, με ενδιάμεσο παραμορφωτικό κάτοπτρο το απαξιωτικό βλέμμα. Ενώ αντιθέτως το αγαπητικό βλέμμα σου χαρίζει τον παράδεισο στη γη.

Το συναίσθημα της ανυποληψίας για τον εαυτό προκαλείται όταν το υποκείμενο αποτυγχάνει να καθρεφτιστεί επιτυχώς μέσα στα μάτια των άλλων και το είδωλό του αλλοιώνεται. Το βλέμμα έτσι καταλήγει στην αίσθηση αχρηστίας και αδυναμίας του υποκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των άλλων. Την ανυποληψία του τη βιώνει περισσότερο ως δική του ανεπάρκεια, ως δικό του λάθος για το οποίο τιμωρείται. Μένει μετέωρος μεταξύ ετεροκαθορισμού και αυτοκαθορισμού, εσαεί επαιτώντας το θετικό βλέμμα των άλλων για να υπάρξει.

Ο Λακάν λέγοντας ότι θεμελιωνόμαστε στον τόπο του Άλλου ισχυρίζεται ότι ως βρέφη αντιλαμβανόμαστε πρώτα τον εαυτό μας, ως μια ενιαία ολότητα, κατά το λεγόμενο «στάδιο του καθρέφτη», στον «τόπο του άλλου», υπό το βλέμμα και την παρότρυνση της μητέρας. Κατά συνέπεια, η μητέρα, συμβολοποιημένη, «διαφοροποιημένη» ως ο «μεγάλος Άλλος», γίνεται αυτή που δωρίζει στο βρέφος το είναι του. Έτσι λοιπόν, στο στάδιο του καθρέφτη, όταν το βρέφος ενθαρρύνεται να ταυτίσει το «εγώ» του με το είδωλο που στέκεται απέναντί του, αυτό που στην ουσία ακούει μέσω αυτής της ενθάρρυνσης είναι η επιθυμία για αγάπη. Κοιτάζοντας το είδωλο, θέλει να το αγαπούν, συλλαμβάνει τον εαυτό του ως αντικείμενο αγάπης, και μπορεί έτσι, όχι απλώς να επιβιώσει, αλλά να ζήσει. Με αυτήν την έννοια η Μητέρα γίνεται η «αίτια» της ύπαρξης του παιδιού. Αναζητώντας την αποδοχή ζητάς το βλέμμα της Μητέρας, το βλέμμα να καθρεφτιστείς ωραία. Κι αν το ψάχνεις στους αγαπημένους σου ανθρώπους, η επιθυμία για αγάπη ικανοποιείται. Αν όμως το ζητάς παντού χάνεσαι.

Το βλέμμα του Ελύτη αγκαλιάζει με τρόπο ερωτικό την Ελλάδα:«Λοιπόν τριγύριζα μέσα στη χώρα μου κι έβρισκα τόσο φυσική τη λιγοσύνη της, που ‘λεγα πως, δε γίνεται, θα πρέπει να ‘ναι από σκοπού το ξύλινο τούτο τραπέζι με τις ντομάτες και τις ελιές μπρος στο παράθυρο. Για να μπορεί μια τέτοια αίσθηση βγαλμένη απ’ το τετράγωνο του σανιδιού με τα λίγα ζωηρά κόκκινα και τα πολλά μαύρα να βγαίνει κατευθείαν στην αγιογραφία. Και αυτή, αποδίδοντας τα ίσα, να προεχτείνεται μ’ ένα μακάριο φως πάνω απ’ τη θάλασσα εωσότου αποκαλυφθεί της λιγοσύνης το πραγματικό μεγαλείο» (Μικρός Ναυτίλος).

Η χώρα που κατοίκησε ο ποιητής προέκυψε απ’ την υπάρχουσα χώρα, αλλά και όπως προκύπτουν τα όνειρα∙ με αφαιρέσεις, εξωραϊσμούς και εξιδανικεύσεις. Η οπτική του δεν βαρύνεται απ’ τα εγγενή ελαττώματα του υπαρκτού και διατηρεί μόνο την ουσία που έβλεπε, όπως ακριβώς οι εραστές. Ποτέ κανείς δεν μίλησε για την οντολογία του βλέμματος όσο ο Ελύτης: «Την άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω, σ’ έναν Botticelli όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη. Έτσι και μια μέρα, τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός. Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ’ ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από που βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας». Το βλέμμα του διαμορφώνει την πραγματικότητα, την εξυψώνει ή την καταποντίζει κατά το δοκούν.

Η επιθυμία περνάει από την αναγνώριση, το ερώτημα «τι θέλει ο άλλος για να με αγαπήσει» μας βασανίζει διαρκώς. Το άτομο είναι εγγενώς «παγιδευμένο» σε αυτήν την έξωθεν παρουσία. Κατά τον Λακάν, το «Συμβολικό» προηγείται του «Φανταστικού», δηλαδή η σύλληψη του εαυτού μας ως «εικόνας» προηγείται της συγκεκριμένης ιδέας που σχηματίζουμε για αυτό που είμαστε εμείς, για αυτό που είναι οι άλλοι, για το τι θεωρούμε ότι νομίζουν οι άλλοι για μας. Το εγώ δημιουργείται κατ’ εικόνα της εικόνας κι έτσι περιστρεφόμαστε στο χείλος της κόλασης που αντιπροσωπεύει το βλέμμα των άλλων, διψώντας για αναγνώριση. Εν τούτοις ο άλλος δεν μπορεί να προσφέρει αυτό που μας λείπει, γιατί λείπει και από εκείνον, δεν το αναγνωρίζει.

Αισθάνεσαι ξένος και κρινόμενος μπροστά στο «Δικαστήριο του Άλλου». Αυτό το βλέμμα, που παρατηρεί από θέση ισχύος, κρίνει και κατακρίνει, φαίνεται να διαπερνά το υποκείμενο, αποκαλύπτοντας τις ανεπάρκειές του, την τρομακτική απόσταση ανάμεσα στην τελειότητα της ναρκισιστικής εικόνας εαυτού που θα ήθελε να έχει και στις ατέλειες της εικόνας που αναγνωρίζεται στο βλέμμα του Άλλου.

Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Σάτρ «Αναγνωρίζω ότι είμαι όπως με βλέπει ό άλλος». Και αυτή είναι η κόλαση ή ο παράδεισος.


Πηγή:artinews



Παναγιώτα Ψυχογιού: Σχετικά με τον συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

Χ. Έσσε: «…πιστεύω στη μαγεία της αγάπης»

Παναγιώτα Ψυχογιού


«Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι ένας δρόμος προς τον εαυτό του, το πρόπλασμα ενός δρόμου, το προσχέδιο ενός μονοπατιού. Κανένας άνθρωπος δεν έφτασε να είναι εντελώς ο εαυτός του. Ωστόσο, οι πάντες φιλοδοξούν να το κατορθώσουν, άλλοι στα τυφλά, άλλοι με περισσότερο φως, ο καθένας όπως μπορεί».

Τα αποφθέγματα του Έσσε για τον έρωτα, την αγάπη, το φόβο, το μίσος και την κοινωνία, αποτυπώνονται σε αυτό το βιβλίο του Άλαν Πέρσι, ο οποίος αναλύει τον Έσσε και προσφέρει τη δική του οπτική, για µια ζωή λιγότερο περίπλοκη και πιο ουσιώδη.

«ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΑΠΗ», λέει ο Έσσε και παραθέτει το δημοφιλές παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, το Ασχημόπαπο, που έχει ως ερμηνευτικό κλειδί την αναζήτηση του εαυτού. Όσο το ασχημόπαπο δεν ανακαλύπτει την ταυτότητά του, δε βρίσκει την αγάπη, όσο δεν ανακαλύπτει πως είναι κύκνος και δεν αποδέχεται αυτό που είναι, δε μπορεί να αγαπήσει αληθινά, ούτε να αγαπηθεί. Όταν δινόμαστε ενεργά σε κάτι, δε μένει χώρος για ανησυχία. Αν ασχολούμαστε με τον άλλο, αντί να ανησυχούμε, θα εξοικονομήσουμε πολύτιμη ενέργεια, που τη σπαταλάμε φτιάχνοντας καταστροφικά σενάρια. Ίσως η κυριότερη διαφορά ανάμεσα στην αγάπη που αναφέρει ο Έσσε και στο πώς την αντιλαμβανόμαστε εμείς είναι ο τρόπος που μιλάμε γι’ αυτή. Ενδυόμαστε συνήθως τον κτητικό έρωτα. Όμως η τέχνη του αγαπάν είναι κάτι πολύ πιο ευρύ.

Ο Έσσε έλεγε: «Όσο λιγότερο πιστεύω, γενικά, στην εποχή μας, όσο περισσότερο νομίζω ότι βλέπω την ανθρωπότητα να εκφυλίζεται και να μαραίνεται, τόσο λιγότερο σκέφτομαι την επανάσταση ως φάρμακο γι’ αυτή την παρακμή και τόσο περισσότερο πιστεύω στη μαγεία της αγάπης».

Μπορούμε να δούμε τις απόψεις του Έσσε συμπληρωματικά με τις απόψεις άλλων διανοητών. Ο Έριχ Φρομ έγραφε: «Η αγάπη είναι η μόνη ικανοποιητική απάντηση στο πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης». Είναι πρωτίστως τέχνη: «Η αγάπη είναι μια τέχνη, ακριβώς όπως μια τέχνη είναι και η ίδια η ζωή. Αν θέλουμε να μάθουμε πώς ν' αγαπάμε, πρέπει να προχωρήσουμε με τον ίδιο τρόπο που προχωρούμε όταν θέλουμε να μάθουμε μια οποιαδήποτε άλλη τέχνη. Αν πραγματικά αγαπώ έναν άνθρωπο, αγαπώ όλους τους ανθρώπους, αγαπώ τον κόσμο, αγαπώ τη ζωή. Αν μπορώ να πω σε κάποιον άλλον «σ’ αγαπώ», πρέπει να είμαι ικανός να πω «αγαπώ σε σένα όλους, αγαπώ μέσα από σένα όλο τον κόσμο, αγαπώ σε σένα και τον εαυτό μου...»( Έριχ Φρομ, Η Τέχνη της Αγάπης, εκδ. Μπουκουμάνης, Αθήνα 1978, σελ. 11, 15-16). 

Για τον Κορνήλιο Καστοριάδη ωστόσο, «όποιος αγαπά όλο τον κόσμο, δεν αγαπά κανένα. Πράγμα, που οριακά είναι δυνατό, αλλά αποτελεί εξ ορισμού αποκλειστικότητα ορισμένων ατόμων, χριστιανών αναχωρητών στην έρημο ή οπαδών του βουδισμού... Η φιλία απευθύνεται στον άλλο στο βαθμό που ενσαρκώνει μια αξία, στο μέτρο που είναι καλός και αγαθός, δηλαδή ένα ον «καλό και ωραίο». Όσο για τον έλεον, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν πρόκειται για αγάπη». ( Ελληνική Ιδιαιτερότητα, Τόμος Β, εκδόσεις Κριτική). Η φιλία προέρχεται από το ρήμα φιλώ, που σημαίνει αγαπώ και είναι τόσο σημαντική στην πολιτική ζωή της κοινότητας όσο και ο «έλεος», η συμπάθεια, το γεγονός ότι ο ένας μπαίνει στη θέση του άλλου και συμπάσχει, δηλαδή μεταφορικά, υφίσταται αυτό που κάνει τον άλλο να πάσχει, δεν μένει απαθής απέναντι στη δυστυχία του.

Ο Φρόυντ επίσης δεν δέχεται την ιδέα πως αυτή η παθητική και άνευ όρων αγάπη για τα πάντα είναι το άκρον άωτον της ανθρώπινης αγάπης ούτε πως αποτελεί αυτονόητο σκοπό. Ισχυρίζεται πως ενώ η αγάπη είναι ουσιώδης για να ενωθούν οι άνθρωποι μαζί σε ένα πολιτισμό, την ίδια ώρα ο πολιτισμός δημιουργεί νόμους, περιορισμούς, και ταμπού έτσι ώστε να καταπιέσει το ίδιο αυτό ένστικτο. Στο έργο του «Ο Πολιτισμός πηγή δυστυχίας» εξερευνά τους λόγους γιατί η αγάπη δεν μπορεί να είναι η απάντηση, και καταλήγει πως υπάρχει μια πραγματική και βασική επιθετική τάση μέσα σε όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Κι ενώ το ένστικτο της αγάπης (ο έρως) μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την κοινωνία για να ενώσει τα μέλη της μαζί, το επιθετικό ένστικτο πάει αντίθετα σε αυτό και πρέπει είτε να κατασταλλεί είτε να βρει άλλο στόχο όπως π.χ. μια άλλη εχθρική κουλτούρα. Έτσι ο Φρόυντ παραδέχεται πως υπάρχει μια αγιάτρευτη κακία μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, και οτι ο πολιτισμός υπάρχει κυρίως για να ελέγχει και να καταπιέζει αυτά τα ένστικτα. Η ενοχή και η νευρωτική καταπάτηση των ενστίκτων είναι απλά η τιμή που πληρώνουμε για να μπορούμε να ζούμε μαζί σε οικογένειες και κοινότητες.

Είναι τεράστιο το εκτόπισμα του Έσσε και πραγματικά ανεξάντλητος ο θησαυρός της λογοτεχνικής του παρακαταθήκης: «Σιντάρτα», «Λύκος της στέπας», μυθιστορήματα, ποιήματα, δοκίμια, στοχασμοί. Η ζωή, ο έρωτας και η απώλεια είναι επαναλαμβανόμενα μοτίβα στο έργο του. Γεννημένος στις 2 Ιουλίου του 1877 στο Καλβ της Βιτεμβέργης, έζησε τα παιδικά του χρόνια σε ένα αυστηρά θρησκευόμενο περιβάλλον. Ο επαναστατικός χαρακτήρας του τον έφερε πολύ νωρίς αντιμέτωπο με τη χριστιανική ανατροφή που του επιφύλασσαν οι γονείς του. Μόλις στα 14 του χρόνια δραπέτευσε από το μοναστήρι του Μάουλμπρον, όπου βρισκόταν για να παρακολουθήσει ένα θεολογικό σεμινάριο. Η απόφασή του ήταν σαφής: ήθελε να γίνει «ποιητής ή τίποτα απολύτως». 

Ο δρόμος του προς τη συγγραφή ποιημάτων ωστόσο εξελίχθηκε σε Οδύσσεια. Η αναζήτηση της ταυτότητάς του ήταν μία εξαιρετικά επίπονη διαδικασία, αφού ήδη, στα 15 του χρόνια είχε επιχειρήσει μία απόπειρα αυτοκτονίας. Σε αυτή την περίοδο εσωτερικής αναζήτησης θα αναφερθεί αργότερα μέσα από τα μυθιστορήματά του. Μελέτησε Goethe, Lessing, Sciller, Nietzsche καθώς και ελληνική μυθολογία. Όλα αυτά αποτέλεσαν ισχυρές επιρροές για το έργο του. Οι βασικές επιρροές στο έργο του Έσσε είναι, όπως ο ίδιος λέει: «Το χριστιανικό και απόλυτα αντεθνικιστικό πνεύμα των γονιών μου, η μελέτη των μεγάλων Κινέζων δασκάλων και η φυσιογνωμία του ιστορικού Γιάκομπ Μπούρκχαρντ».

Ο χρόνος δεν κατάφερε να μειώσει την αξία του έργου του Έσσε, που βασικό του θέμα είναι η εναγώνια προσπάθεια του ατόμου να χτίσει έναν ακέριο και αρμονικό εαυτό. Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, διαμαρτυρόμενος ενάντια στο μιλιταριστικό καθεστώς, εγκατέλειψε τη Γερμανία κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελβετία, όπου και πέθανε το 1962. Πήρε το Βραβείο Γκαίτε το 1946 και το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1947.

Στο έργο του Έσσε δεσπόζει μια ηθική στάση που αποτυπώνεται στον «Ντέμιαν»:

Κάθε ανθρώπου η ζωή είναι ένας δρόμος μέσα στον

εαυτό του, μια προσπάθεια να βρει κάποιο δρόμο, το

ίχνος ενός μονοπατιού. Κανείς ποτέ δεν υπήρξε ολότελα

ο εαυτός του, ωστόσo ο καθένας αγωνίζεται να το πετύχει,

και ο κουτός και ο ευφυής, όσο καλύτερα μπορεί.

Όλοι μας ως το τέλος της ζωής μας κουβαλάμε τα υπολείμματα

από τη γέννησή μας, τις μεμβράνες και το κέλυφος

από τ' αυγό ενός αρχέγονου κόσμου.

Πολλοί δεν καταφέρνουν ποτέ να γίνουν άνθρωποι.

Παραμένουν βάτραχοι, σαύρες, μυρμήγκια.

Πολλοί είναι άνθρωπoι από

τη μέση κι απάνω και ψάρια από τη μέση και κάτω.

Ο καθένας, ωστόσο, αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια της

φύσης να δημιουργήσει μια ανθρώπινη ύπαρξη. Οι ρίζες

μας είναι κοινές. 'Ολοι προερχόμαστε από την ίδια μήτρα.

Το κάθε άτομο ξεπετιέται από την ίδια άβυσσο, αγωνίζεται

να πετύχει το σκοπό του. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον

άλλο, μα κάθε άνθρωπος μπορεί να εξηγήσει μόνο τον

εαυτό του.


Άλλαν Πέρσυ:’Eσσε: 66 μαθήματα καθημερινής σοφίας

μετάφραση: Αγαθή Δημητρούκα

Εκδόσεις Πατάκη, 2013


Πηγή:artinews.gr



Παναγιώτα Ψυχογιού: Σχετικά με τον συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

Λόρκα: Το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό



Δεκαεννέα Αυγούστου του 1936 δολοφονήθηκε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ήταν μόνο 38 χρονών. Εκτελέστηκε από τους εθνικιστές του Φράνκο που τον πυροβόλησαν πισώπλατα. Το έγκλημα έγινε κάπου διακόσια μέτρα μακριά από μια παράξενη πηγή με παγωμένο νερό που οι Άραβες στον καιρό τους την ονόμαζαν «Αϊναδαμάρ», δηλαδή Πηγή των Δακρύων. Μάρτυρες της δολοφονίας του λένε πως οι εκτελεστές του καρφίτσωσαν στο πτώμα του ένα σημείωμα που δήλωνε τις πολιτικές του πεποιθήσεις και την ομοφυλοφιλία του.

Ο Λόρκα δεν υπήρξε ποτέ ενεργό μέλος της πολιτικής. Παρόλα αυτά, έλεγε «Εγώ πάντα θα είμαι στο πλευρό αυτών που δεν έχουν τίποτα και στους οποίους δεν επιτρέπεται καν να απολαύσουν ειρηνικά το τίποτα που έχουν». Έγραψε: «Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης».

«Η πιστολιά που σε σώριασε στον πέτρινο τοίχο ενός χωριού της πατρίδας σου, τίποτε δεν κατάφερε να κάνει! Του λαού η δύναμη που αγάπησες ανασταίνει τώρα τα λόγια σου για πάντα και ξέρεις εσύ πόσο το δάκρυ ενός χωριάτη αξίζει περισσότερο απ΄όλα τα βραβεία των Ακαδημιών». Μ΄αυτά τα λόγια απευθύνεται στον ποιητή ο Οδ. Ελύτης (Ανοιχτά Χαρτιά).

Έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Γρανάδα, το σταυροδρόμι τόσων φυλών, με τα γραφικά χωριά και τους παράξενους θρύλους, με τους τσιγγάνους και τους αυτοσχέδιους μουσικούς, με αμαρτωλούς έρωτες και τα βίαια πάθη. Τον γνωρίσαμε μέσα από τη Γέρμα και τον Ματωμένο γάμο, τη Δόνα Ροζίτα ή το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα. Ο ίδιος έγραψε για τη ζωή του :

«Πατέρας μου, ο Φεδερίκο Γκαρθία Ροντρίγκεθ. Μητέρα μου, η Βιθέντα Λόρκα Ρομέρο. Γεννήθηκα στο Φουεντεβακέρος, χωριουδάκι που βρίσκεται στο κέντρο της πεδιάδας της Γρανάδα. Εφτά χρονώ πήγα στην Αλμερία. Φοίτησα σε ένα σχολειό παπάδων, όπου άρχισα να σπουδάζω μουσική. Μόλις τελείωσα το δημοτικό, αρρώστησα από μια πάθηση του στόματος και του λαιμού που με έκανε να μην μπορώ να μιλήσω και με έφερε ίσαμε του χάρου τα δόντια. Χωρίς να διστάσω, ζήτησα έναν καθρέφτη, είδα το πρησμένο πρόσωπό μου κι όπως δεν μπορούσα να μιλήσω, έγραψα το πρώτο χιουμοριστικό μου ποίημα όπου παρομοίαζα τον εαυτό μου με τον χοντροσουλτάνο του Μαρόκου Μουλέι Χαφίζ». ( Ο Λόρκα αυτοβιογραφούμενος)

Τον αγαπήσαμε μέσα από τα τραγούδια του, τραγούδια όπως «Μέρα γεμάτη θλίψη», «Αβάσταχτο να σ’ αγαπώ» και φυσικά το «Λούζεται η αγάπη μου»:

«Λούζεται η αγάπη μου

στο Γουαδαλκιβίρ,

και τ’ άνθη παίρνουν ευωδιά

απ’ το γλυκό κορμί της...»

Ο Νίκος Καββαδίας,το 1945 του αφιερώνει το έξοχο ποίημα :

«Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό

και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι

Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ

τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι...»

Ο τάφος του Λόρκα δεν βρέθηκε ποτέ και αποτελεί ένα μυστήριο μέχρι σήμερα. Πολλοί ερευνητές υποθέτουν ότι πρέπει να είναι θαμμένος στον τόπο της εκτέλεσής του στα περίχωρα της Γρανάδας. Οι μέχρι τώρα ανασκαφές δεν έχουν αποδώσει. Έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς διάφορες θεωρίες για τα κίνητρα που όπλισαν το χέρι των εκτελεστών του. Η κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι ο Λόρκα δολοφονήθηκε από φαλαγγίτες του Φράνκο, που δεν του συγχώρησαν τη συμπόρευσή του με το Λαϊκό Μέτωπο (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί). Τώρα λένε πως ξεκινά δικαστική έρευνα για τη δολοφονία του.

«...είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς» γράφει ο Ν.Εγγονόπουλος, το 1956:

«η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:

η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε

να πεθάνουμε

περιφρόνησις απόλυτη

αρμόζει

σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους

τις έρευνες

τα σχόλια επί σχολίων

που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν

αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες

γύρω από τις μυστηριώδικες κι’ αισχρές συνθήκες

της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα

υπό των φασιστών

μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει πως

από καιρό τώρα

― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―

είθισται

να δολοφονούν

τους ποιητάς»

Ο Λόρκα είναι «μια φυσική αστραπή, μια ενέργεια σε αέναη κίνηση», όπως τον χαρακτήρισε ο Πάμπλο Νερούδα. Οι τσιγγάνοι, το φεγγάρι, ο θάνατος που παραμονεύει σε κάθε γωνιά, ο έρωτας, ο ουρανός που λάμπει πάνω από τις όχθες του Γουαλδακιβίρ, τα θολά ποτάμια, η Ισπανία, η εξέγερση, οι πληγές της αγάπης θα μας τον θυμίζουν για πάντα.

Ο Νίκος Καρούζος έγραψε για τον ποιητή:

«... Εσύ μυρόεσσα Ισπανία-της Ευρώπης θερμότητα

τί δόξα πρόσθεσες απ’τη λαλιά του την άσπιλη

σ’ανελέητο ήλιο σ’έναν ουρανό

που πυρακτώνει διαμπερής αθωότητα...

Ισπανία εσύ αυθεντία στο θάνατο!

Δωρεάν η όραση Φεδερίκο

Γκαρθία Λόρκα δωρεάν η τυφλότητα»

Στο Β΄ Παγκόσμιο Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Ενάντια στον πόλεμο και στον Φασισμό ο Αραγκόν διάβασε τον όρκο στον Λόρκα:

Στ’ όνομά σου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,

που σκοτώθηκες στην Ισπανία για τη λευτεριά

του ζωντανού λόγου,

Εμείς, ποιητές απ’ όλες τις χώρες του κόσμου,

μιλώντας και γράφοντας στις διάφορες και ποικίλες

γλώσσες μας

παίρνουμε εδώ τον όρκο τον κοινό,

τ’ όνομά σου να μην ξεχαστεί ποτές πάνω στη γης,

κι όσο υπάρχει τυραννία και καταπίεση,

στ’ όνομά σου

να τις πολεμούμε

όχι μονάχα με το λόγο

μα και με τη ζωή μας.

Αύγουστος ήτανε όταν δολοφονήθηκε αυτός o όμορφος, ανδαλουσιανός ποιητής που έγραψε για την αγάπη, τον έρωτα, το θάνατο, εναντίον του φασισμού και κάθε μορφής καταπίεσης και εκμετάλλευσης ή αδικίας.

Έγραφε: 

«Αν φύγω απ’ τη ζωή,

Το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό.

Τρώει τα πορτοκάλια το παιδί,

Κι απ’ το παραθύρι το κοιτώ.

Τα στάχια ο θεριστής θερίζει,

Κι’ από το παραθύρι τα κοιτώ.

Αν φύγω απ’ τη ζωή,

Το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό».

Κανείς δεν τον ξέχασε. Τα παραθύρια όλου του κόσμου είναι ανοιχτά γι’ αυτόν τον εραστή της ζωής, τον ποιητή των ποιητών.

Όπως έγραψε:

«Κι ο ήλιος μπήκε απ’ το κλειστό μπαλκόνι

και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του

πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη..»


Πηγή:artinews


Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

Η επιστολή του Κάφκα στον πατέρα του



Νοέμβριος 1919. Ο Κάφκα νοικιάζει ένα δωμάτιο σε μια πανσιόν πενήντα χιλιόμετρα βόρεια της Πράγας, και επί εννέα ημέρες γράφει ένα γράμμα στον πατέρα του, με τον οποίο ζει ακόμα στο ίδιο διαμέρισμα. Την αφορμή έδωσε η διαφωνία του πατέρα του για την αρραβωνιαστικιά του, Julie Wohryzek (οι γονείς του απευθύνθηκαν σε ντετέκτιβ, για να συλλέξουν πληροφορίες για αυτή και να αποτρέψουν τον γάμο του). Εδώ κατηγορεί τον πατέρα του, έναν άντρα ειρωνικό, οξύθυμο, στρυφνό, τυραννικό, με επιβλητική κορμοστασιά και αδυναμία στα αισχρά αστεία, για τη συναισθηματική κακοποίηση, τα αποπροσανατολιστικά διπλά μηνύματα και το συναίσθημα της μηδαμινότητας που του κληροδότησε.

Αρχίζει έτσι:

«Πολυαγαπημένε πατέρα,

Πρόσφατα με ρώτησες κάποια φορά γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Εγώ δεν ήξερα, ως συνήθως, τι να σου απαντήσω, εν μέρει ακριβώς λόγω του φόβου που νιώθω για σένα, εν μέρει επειδή στην αιτιολόγηση του φόβου αυτού συγκαταλέγονται πάρα πολλές λεπτομέρειες, που εν τη ρύμη του λόγου εγώ ούτε κατά το ήμισυ δεν θα μπορούσα να τις συγκρατήσω....Για σένα το ζήτημα αποδεικνυόταν πάντοτε πολύ απλό, τουλάχιστον στον βαθμό που μιλούσες εσύ γι’ αυτό ενώπιόν μου και, αδιακρίτως, ενώπιον πολλών άλλων. Εσένα σου φαινόταν να είναι κάπως έτσι: Εσύ εργαζόσουν σκληρά σ’ όλη σου τη ζωή, τα πάντα για τα παιδιά σου, προ πάντων για εμένα τα θυσίαζες, εγώ έκαμνα συνεπώς «ζωή χαρισάμενη».

Ο Κάφκα συνεχίζει γράφοντας ότι ο πατέρας του τον κατηγορεί «για ψυχρότητα, απομάκρυνση, αγνωμοσύνη», αλλά θέλει να πιστεύει ότι οι διαφορές τους είναι κυρίως ιδιοσυγκρασιακές και διστάζει να τον θεωρήσει υπεύθυνο για την «ευαισθησία» του. Η αλήθεια είναι ότι ο τυραννικός χαρακτήρας του πατέρα του είχε επιπτώσεις στον ψυχισμό του γιου του, τόσο που έγινε ένα φοβισμένο και αντικοινωνικό παιδί που προτιμούσε να κλείνεται στο δωμάτιό του συντροφιά με τα βιβλία του. Διάβαζε τόσο πολύ λογοτεχνία που είχε αποκτήσει απίστευτες γνώσεις. Όταν κάποτε, πηγαίνοντας με τον φίλο του Μαξ στο σχολείο ένα πρωί, πέρασαν έξω από ένα βιβλιοπωλείο, γύρισε την πλάτη του στη βιτρίνα και ζήτησε από τον φίλο του να του λέει τον τίτλο του βιβλίου κι εκείνος θα του έλεγε τον συγγραφέα του. Δεν έκανε κανένα λάθος. Ο πατέρας του συχνά αναφερόταν σε αυτή του την κλίση προς τη λογοτεχνία με απαξιωτικό τρόπο.

Ο Κάφκα περιγράφει τον πατέρα του ως έναν πολύ τυραννικό και ευέξαπτο χαρακτήρα, που ήθελε να ελέγχει τα πάντα και συχνά ξεσπούσε πάνω του, πράγμα που σε ολόκληρη τη ζωή του προσπάθησε να διαχειριστεί μέσα από το έργο του κυρίως:

«Εν πάση περιπτώσει εμείς ήμαστε τόσο διαφορετικοί και μέσα στη διαφορετικότητα αυτή τόσο επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλον, που, αν είχε θελήσει να υπολογίσει κανείς εκ των προτέρων πώς θα συμπεριφερόμαστε ο ένας στον άλλον, εγώ, το αργά-αργά αναπτυσσόμενο παιδί, κι εσύ, ο ολοκληρωμένος άνδρας, θα μπορούσε να είχε υποθέσει πως εσύ απλώς θα με ποδοπατούσες μέχρι που δεν θ’ απέμενε τίποτε από μένα. Τούτο όμως δεν συνέβη, τα της ζωής δεν υπολογίζονται, ίσως όμως συνέβησαν χειρότερα. Παρεμπιπτόντως σε παρακαλώ όμως και πάλι να μην ξεχνάς πως εγώ ούτε κατά διάνοια ουδέποτε θα πιστέψω πως υπάρχει ευθύνη απ’ τη δική σου την πλευρά. Εσύ επέδρασες επάνω μου έτσι όπως έμελλε να επιδράσεις, μόνο που θα πρέπει να πάψεις να θεωρείς ιδιαίτερα κακό απ’ τη δική μου την πλευρά το ότι σ’ εκείνη την επίδραση εγώ υπέκυψα».

Άλλοτε πάλι διστακτικά προσθέτει ότι μια άλλη διαπαιδαγώγηση θα είχε καλύτερα αποτελέσματα:

«Εγώ ήμουν ένα φοβητσιάρικο παιδί, παρά ταύτα ήμουν σίγουρα και ξεροκέφαλος, όπως είναι τα παιδιά, με κακομάθαινε σίγουρα κι η μητέρα, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω πως ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να καθοδηγηθώ, δεν μπορώ να πιστέψω πως ένας ευγενικός λόγος, ένα ήρεμο κράτημα του χεριού, ένα καλοκάγαθο βλέμμα δεν θα μπορούσε να είχε αξιώσει από μένα ό,τι θα ήθελε κανείς....»

«Τούτο ήταν εκείνον τον καιρό μια μικρή αρχή μόνο, αλλά αυτό το συναίσθημα της μηδαμινότητας που συχνά με καταλαμβάνει (ένα από μιαν άλλην άποψη παρ’ όλα ταύτα επίσης ευγενές και γόνιμο συναίσθημα) κρατά εν πολλοίς απ’ τη δική σου την επιρροή. Εγώ χρειαζόμουν λίγην ενθάρρυνση, λίγην ευγένεια, λίγο άνοιγμα του δρόμου μου, αντί γι’ αυτό εσύ μου τον έφραζες, με την καλή πρόθεση βέβαια να πάρω άλλον δρόμο. Αλλά για ’κείνα δεν έκαμνα εγώ».

Ο Κάφκα βλέπει στον πατέρα του ό,τι ο ίδιος δεν είναι - ένας άνθρωπος με «υγεία, όρεξη, δυνατή φωνή, ευγλωττία, αντοχή. Η αγωνία που προκύπτει από αυτήν την διαφορά των ιδιοσυγκρασιών σε συνδυασμό με τη διαφορά εξουσίας μεταξύ γονέα και παιδιού είναι γνωστή σε όλους όσους έχουν ζήσει μια παρόμοια παιδική ηλικία: Εκείνον τον καιρό τη χρειαζόμουν την ενθάρρυνση εγώ. Εμένα ήδη με κατέθλιβε η σωματική σου διάπλαση και μόνο. Θυμάμαι λ.χ. πώς γδυνόμαστε συχνά-πυκνά μαζί σε κάποια καμπίνα. Εγώ λιπόσαρκος, αδύναμος, μια σταλιά, εσύ δυνατός, ψηλός, ευρύστερνος. Ήδη μέσα στην καμπίνα ένιωθα αξιοθρήνητος εγώ, και μάλιστα όχι μόνο ενώπιόν σου, αλλά ενώπιον όλου του κόσμου, διότι εσύ ήσουν για μένα το μέτρο όλων των πραγμάτων. Όταν όμως βγαίναμε ύστερα από την καμπίνα κι εμφανιζόμαστε ενώπιον των ανθρώπων, εγώ απ’ το χέρι σου, ένας μικρός σκελετός, ανασφαλής, ξυπόλυτος επάνω στις σανίδες, φοβούμενος το νερό, ανίκανος να μιμηθώ τις δικές σου τις κολυμβητικές κινήσεις, που εσύ μου τις έδειχνες με καλές προθέσεις, αλλά κάμνοντας με στην πραγματικότητα να ντρέπομαι συνεχώς βαθύτατα, τότε εγώ πολύ απελπιζόμουν κι όλες οι άσχημες οι εμπειρίες μου σ’ όλους τους τομείς τέτοιες στιγμές εναρμονίζονταν μεγαλοπρεπώς.»

Άλλοτε πάλι ο Κάφκα θαυμάζει τον πατέρα του. Όμως ως παιδί μπερδεύεται εντελώς για το σωστό και το λάθος, γιατί ένας τέτοιος γονέας παγιδεύει το παιδί σε έναν λαβύρινθο καθρεφτών που δεν αντικατοπτρίζουν ποτέ μια ακριβή ή στατική εικόνα. Όσοι έχουν ζήσει αυτού του είδους τον γονέα, γνωρίζουν πόσο δύσκολα απεγκλωβίζεσαι από τη σκιά του αυταρχικού γονέα. Συνεχίζει ο Κάφκα: «Εσύ είχες ανέλθει μονάχος με τη δική σου τη δύναμη τόσο ψηλά, κι είχες κατά συνέπεια απεριόριστη εμπιστοσύνη στη δική σου τη γνώμη. Τούτο δεν ήταν για μένα ως παιδί ούτε κατά διάνοια τόσο εκτυφλωτικό όσο μετέπειτα για τον νεαρό άνθρωπο που μεγάλωνε. Από την πολυθρόνα σου κυβερνούσες εσύ τον κόσμο όλο. Η δική σου η γνώμη ήταν σωστή, κάθε άλλη ήταν τρελή, υπερβολική, παλαβή, αφύσικη».

Ο Κάφκα τονίζει το μεγάλο βάρος των παιδιών των οποίων οι γονείς κατάφεραν να περάσουν από τη φτώχεια στην κοινωνική και οικονομική επιτυχία βασισμένοι στις δικές τους δυνάμεις. Συνεχώς επικαλείται την ανάγκη για «ενθάρρυνση, λίγη φιλικότητα» και επανέρχεται συνεχώς στο πως η στρεβλωμένη και απόλυτη άποψη του πατέρα του για την πραγματικότητα και οι υποτιμητικές του κρίσεις κατέληξαν στη δική του αυτο-υποτίμηση. Παράλληλα δεν μπορεί να κατανοήσει την παντοδυναμία του πατέρα του και την έλλειψη κατανόησης: «Αυτό που ήταν πάντα ακατανόητο για μένα ήταν η απόλυτη έλλειψη αίσθησης για τον πόνο και τη ντροπή που θα μπορούσατε να μου προκαλέσετε με τα λόγια και τις κρίσεις σας.»

Ολόκληρη η επιστολή του Κάφκα προς τον πατέρα του είναι ένα παράπονο και μια διαμαρτυρία για την έλλειψη ενθάρρυνσης και κατανόησης από έναν πατέρα που κατάφερε να εγκλωβίσει το παιδί του σ’ ένα ατελείωτο σύμπλεγμα ενοχής που ανιχνεύεται συχνά και στους κεντρικούς ήρωες του συγγραφέα. Είναι γνωστό ότι ο Κάφκα σε όλη του τη ζωή έπασχε, εκτός από τη φυματίωση, από κατάθλιψη και αγοραφοβία και υπέφερε από αϋπνίες και ημικρανίες. Έκανε δυο σοβαρές σχέσεις στη ζωή του που, αν και προχώρησε σε αρραβώνα μαζί τους, δεν κατέληξαν σε γάμο. Κάθε προσπάθεια του φαίνεται να είναι καταδικασμένη από την αρχή γιατί δεν μπορεί να απελευθερωθεί από αυτήν τη συντριπτική και πανταχού παρούσα πατρική φιγούρα. Η εκρηκτική ιδιοσυγκρασία του πατέρα του τον συντρίβει, του μεταδίδει την αίσθηση ενοχής και αδυναμίας. Πολύ πριν οι ψυχολόγοι αποδείξουν πώς τα πρώτα μας πρότυπα προσκόλλησης συνδέουν τον τρόπο με τον οποίο συνδεόμαστε αργότερα στη ζωή, ο Κάφκα θρηνεί την αρνητική επίδραση της συναισθηματικής κακοποίησης του πατέρα του στις σχέσεις του. Η μόνη διαφυγή του η τέχνη του για την οποία δεν τον θαύμαζε ο πατέρας του:

«Στα γραπτά μου, και σε όλα όσα σχετίζονται με αυτό, έχω κάνει κάποιες απόπειρες ανεξαρτησίας, απόπειρες διαφυγής, με την ελάχιστη επιτυχία».

Η γραφή αποτελεί για τον Κάφκα μία δίοδο διαφυγής από τον ζοφερό κόσμο όπου βρίσκεται. Και το δηλώνει αυτό στον πατέρα του – αν και περισσότερο πρόκειται για μια υπόμνηση προς εαυτόν:

«Έχω ήδη υπαινιχθεί ότι με το γράψιμο και με όλα όσα σχετίζονται με αυτό έχω κάνει μικρά βήματα ανεξαρτησίας, απόπειρες απόδρασης με ελάχιστη επιτυχία· δεν θα οδηγήσουν σχεδόν πουθενά, πολλά πράγματα μου το επιβεβαιώνουν. Παρ’ όλα αυτά, αποτελεί καθήκον μου, ή μάλλον όλη μου η ζωή συνίσταται σε αυτό, στο να μην αφήσω να τις απειλήσει κανένας κίνδυνος, τον οποίο έχω τη δυνατότητα να αποτρέψω, και μάλιστα καμία πιθανότητα κάποιου τέτοιου κινδύνου».

«Όλα όσα έχω γράψει και σχεδιάσει να καούν ανελλιπώς και χωρίς να διαβαστούν», ήταν η εντολή που άφησε στον Μαξ Μπροντ, όταν η κατάσταση της υγείας του θεωρήθηκε πλέον μη αναστρέψιμη, λόγω της διάγνωσης ότι έπασχε από φυματίωση του λάρυγγα[i].

Το πιο τραγικό από όλα είναι η τύχη της επιστολής. Ο συγγραφέας δεν έστειλε το γράμμα, αλλά το έδωσε στη μητέρα του για να το δώσει στον πατέρα του. Αυτή δεν το έκανε ποτέ, το επέστρεψε στο γιο της. Ο Κάφκα ενδεχομένως δεν έδωσε ποτέ την επιστολή στον πατέρα του και δεν την δημοσίευσε ποτέ, γιατί δεν θα άλλαζε τίποτα, έπρεπε να παραμείνει το σιωπηλό θύμα, δεν μπορούσε ίσως ποτέ να ξεφύγει από τον ρόλο του θύματος. Η καταστροφική επίδραση του τραύματος φαίνεται όταν από την αρχή ο 36χρονος Κάφκα ομολογεί ότι φοβάται τον πατέρα του. Είναι σαφές ότι ένα τραυματισμένο παιδί βρίσκεται μέσα στον 36χρονο άνδρα. Ο ίδιος ήθελε να καταστραφεί το γράμμα μετά το θάνατό του γιατί εκπλήρωσε το καθήκον του, το οποίο θα μπορούσε να ήταν μόνο να γραφτεί γιατί η λογοτεχνία ήταν το καταφύγιο και η δύναμή του.

Η επιστολή του είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα γραφής στην παγκόσμια λογοτεχνία για την τραυματική παιδική ηλικία.


[i] Το 1923, επέστρεψε στην Πράγα και για άλλη μια φορά μπήκε σε σανατόριο. Στις 3 Ιουνίου 1924, μόλις 41 ετών, πέθανε στο Κήρλινγκ και τάφηκε στην Πράγα στις 11 Ιουνίου. Το 1935 απαγορεύτηκε η δημοσίευση του έργου του, που ήταν αρχικά γνωστό σ' ένα μικρό μόνο λογοτεχνικό κύκλο της Γερμανίας και διαδόθηκε μετά τον θάνατό του στη Γαλλία, χάρη στους Μπρετόν, Καμύ και Σαρτρ και αργότερα στην Αγγλία, την Αμερική και τη Ρωσία. Αν και έχουμε πολλές πηγές και, κυρίως, την αλληλογραφία του αλλά και τα ημερολόγιά του, πολλά στοιχεία από τη ζωή του Κάφκα παρέμειναν άγνωστα για χρόνια. Αυτό οφείλεται κυρίως στα πολιτικά γεγονότα μεταξύ 1933 και 1945, όταν οι μάρτυρες που θα μπορούσαν να μας δώσουν στοιχεία της ζωής του, οι τρεις αδελφές του, φίλοι, συγγενείς, θανατώθηκαν από τους Ναζί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα αρχεία του καταστράφηκαν ενώ η βιβλιοθήκη του και πολλά γράμματά του χάθηκαν.


Πηγή:artinews.gr


Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

Η χρησιμότητα της βλακείας



Ας αρχίσουμε τη νέα χρονιά με τα λόγια του Σαίξπηρ, «life is a tale, told by an idiot, full of sound and fury, signifying nothing (Η ζωή είναι ένας μύθος γεμάτος φασαρία και μανία, χωρίς κανένα νόημα -τον οποίο αφηγείται ένας ηλίθιος). Έτσι θα απομυθοποιήσουμε τον ορθολογισμό και την σοβαρότητα με την οποία βλέπουμε τον εαυτό μας. Σ' αυτή την αναζήτηση θα στηριχτούμε στο τριαδικό σχήμα της εγελιανής διαλεκτικής, θέση-άρνηση-σύνθεση (υπ' αυτή την έννοια, ο κόσμος μας είναι σαιξπηρικός).

Μία από τις πιο μεγάλες αυταπάτες του ανθρώπου, αν όχι η μεγαλύτερη, είναι η βεβαιότητά του ότι δεν είναι ανόητος. Ο Αϊνστάιν άλλωστε το είπε: «Δυο πράγματα είναι άπειρα, το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, και δεν είμαι σίγουρος για το πρώτο».

Ο μοναδικός ίσως που κατάφερε να δώσει έναν πειστικό ορισμό στη βλακεία ήταν, το 1988, ο ιστορικός και οικονομολόγος Κάρλο Τσιπόλα(CIPOLLA CARLO) στο «Δοκίμιο Περί Ανθρώπινης Βλακείας»: «Βλάκας είναι αυτός που με τις ενέργειές του προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο, αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα υφίσταται ζημιά και ο ίδιος».

Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ένας παράγοντας που γιγαντώνει τη βλακεία είναι η εξουσία. «Τα άτομα που έχουν εξουσία τείνουν να πιστεύουν ότι, ακριβώς επειδή έχουν εξουσία, είναι οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σοφοί από όλη την ανθρωπότητα. Εξάλλου, περιστοιχίζονται από αυλικούς, οπαδούς και κερδοσκόπους, που ενισχύουν διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση. Με αυτό τον τρόπο όποιος βρίσκεται στην εξουσία καταλήγει να διαπράττει κατά γενική ομολογία τις μεγαλύτερες ανοησίες». Καταλήγει ότι δεν υπάρχει τρόπος να απαλλαχτούμε από την παγκόσμια βλακεία και αν και η βλακεία είναι επικίνδυνη, καταστρεπτική και πιθανόν ανίκητη, οι φορείς της είναι κοινωνικά χρήσιμοι.

Ο Διονύσης Χαριτόπουλος στο βιβλίο του «Εγχειρίδιο Βλακείας» γράφει: «Το μέγεθος και οι αυλακώσεις του εγκεφάλου που χώρισαν τους ανθρώπους από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο χωρίζουν και τους ίδιους (με την επίδραση και του περιβάλλοντος όπου αναπτύσσονται), ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος, φύλου, πλούτου, σπουδών, ιδεολογίας, σε δύο βασικές κατηγορίες: στους ΕΞΥΠΝΟΥΣ και στους ΒΛΑΚΕΣ. Αν και η μεταξύ τους διάκριση δεν είναι δύσκολη, όσοι ανήκουν στην πρώτη κατηγορία δεν το λένε και όσοι ανήκουν στη δεύτερη δεν το ξέρουν. Η βλακεία είναι απρόβλεπτη. ‘Εχει τόση ποικιλία εκδηλώσεων, όσοι και οι βλάκες που ο καθένας ξεχωριστά είναι μια αστείρευτη πηγή εμπνεύσεων. Με την καμπύλη του Gauss η οποία χρησιμοποιείται για την ανίχνευση διάφορων χαρακτηριστικών ενός πληθυσμού, έχουμε το λιγότερο ένα ποσοστό 25% βλακών, 25% έξυπνων και 50% μέσης νοημοσύνης. Ο ένας στους τέσσερις είναι βλάκας…

Ο βλάκας δεν χωράει στην πραγματικότητα. Δεν μπορεί να δώσει ούτε να δεχτεί εξηγήσεις για το πεπερασμένο της ύπαρξης και συνήθως αγκιστρώνεται σε κάτι που υπερβαίνει την εγκόσμια τάξη. Σε κάποιο θεό, σε μια ανώτερη δύναμη ή στο σύμπαν που συνωμοτεί για χάρη του. Η ευπιστία του ηλίθιου είναι παροιμιώδης: γοητεύεται, αναπαράγει ή εφευρίσκει ο ίδιος θρησκευτικά θαύματα, οράματα, εξωγήινα όντα, μετεμψυχώσεις, μεταλλαγμένους, λείψανα αγίων, τσαγιέρες που περιστρέφονται στο Διάστημα, προϊστορικούς γίγαντες, νεράιδες, λυκάνθρωπους, ψυχές που βουρλίζονται γύρω μας».

Υπάρχει εντούτοις και η άλλη άποψη. Στο «Περί βλακείας» του Ρόμπερτ Μούζιλ (1937), ο συγγραφέας επιδιώκει να δείξει ότι η βλακεία δεν είναι μια έννοια «τόσο προφανής όσο δείχνει εκ πρώτης όψεως», και πιθανόν να τη συναντήσουμε εκεί όπου νομίζουμε πως συχνάζει η ευφυΐα. Υποστηρίζει πως «χωρίς κάποιες συγκεκριμένες βλακείες ο άνθρωπος δεν θα ερχόταν καν στη ζωή». Κατά τον Μούζιλ, είναι βλακεία το να επιδεικνύεις την εξυπνάδα σου, αφού η ζωή έχει δείξει πως είναι φρονιμότερο να μην κάνεις τον έξυπνο και καταλήγει στο ότι τη βλακεία θα έπρεπε να την αναζητήσουμε ο καθένας μέσα του.

Ο Έρασμος έγραψε το «Μωρίας Εγκώμιον»
όπου η μωρία δεν είναι η ηλιθιότητα ή η α-νοησία αλλά η καλώς νοούμενη φαιδρότητα, η έλλειψη σοβαρότητας. Όταν η σοβαρότητα περισσεύει, είναι η χαρά της ζωής. Χωρίς αυτήν, οι άνθρωποι δεν θα παντρεύονταν και δεν θα κάνανε παιδιά και η μεγάλη ηλικία θα ήταν ανυπόφορη. «Κάλεσε έναν σοφό σε γιορτή και θα χαλάσει την παρέα, είτε με κακοδιάθετη σιωπή είτε με εκνευριστικές διαφωνίες». Οι γυναίκες οφείλουν στην Μωρία τα φτιασιδώματά τους, αλλά σε αυτά οφείλεται η προσοχή των (επίσης μωρών) ανδρών και ο έρωτας. Ούτε οι φιλίες θα άντεχαν χωρίς αυτήν, αφού ο καθένας μας πρέπει να πείθει τον εαυτό του ότι η μωρία των φίλων του (οι ιδιοσυγκρασίες και τα ελαττώματά τους) είναι ακριβώς η αρετή τους. Ακόμα και οι θεοί χαρακτηρίζονται από την Μωρία, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε σε κάθε εξιστόρηση των κατορθωμάτων τους. Η απόλυτη ειλικρίνεια και η αλήθεια μπορούν να γίνουν επικίνδυνες, άρα η κολακεία (χαρακτηριστικό της μωρίας) μπορεί να γίνει ακόμα και αρετή. Μια δόση αυταπάτης είναι υγιής και βοηθάει τους ανθρώπους να ξεχνούν τα ελαττώματά τους, και να κάνουν σπουδαία πράγματα με τη βοήθεια και τη συνεργασία άλλων. Άρα η μωρία προωθεί κάθε σπουδαίο πράγμα που κάνουν οι άνθρωποι».

Ο Ματάις Φαν Μπόξελ στο βιβλίο του «Η εγκυκλοπαίδεια της βλακείας»
θα καταδείξει ότι «από την οπτική γωνία της φύσης, η αυτοθυσία είναι το άκρον άωτον της βλακείας… Η αυτοθυσία είναι μια παρωδία στην οποία η βλακεία προσλαμβάνει τη μορφή της ύψιστης σοφίας. Ο μαρτυρικός θάνατος είναι καθαγιασμένη βλακεία. Η υπέρβαση γίνεται κανόνας. Ως εκ τούτου ο πολιτισμός αποτελεί καρικατούρα του εαυτού του: μια μορφή βλακείας έγινε κουλτούρα, ένας παραλογισμός έγινε δεύτερη φύση». Κατ’ επέκταση, τα μνημεία που υμνούν τη θυσία των ηρώων δε θα μπορούσαν παρά να υπόκεινται στο πλαίσιο της ίδιας βλακώδους συμπεριφοράς: «Οι αψίδες θριάμβου φαίνεται ότι προσφέρουν μια φευγαλέα ματιά σε ένα ένδοξο στρατιωτικό παρελθόν, αλλά στην ουσία δεν είναι παρά βλακώδη μνημεία που προσπαθούν κατόπιν εορτής να τοποθετήσουν τις τραυματικές αγριότητες του πολέμου σε ένα βαρυσήμαντο πλαίσιο, όπως μαρτυρά η Αψίδα του Θριάμβου στο Παρίσι».

Για τον Μπόξελ «η βλακεία είναι ο ενωτικός κρίκος κάθε κοινωνίας», που σε τελική ανάλυση οφείλει να αποδεχτεί τη γύμνια του βασιλιά: «Ο μονάρχης πρέπει να κρατά για χάρη μας τα προσχήματα, εξ ου και ο λόγος που στο παραμύθι συνεχίζει ολόγυμνος να περπατά αγέρωχα. Και οι πολίτες όμως στο ρόλο του υπηκόου πρέπει να συνεργήσουν στην απάτη. Εφόσον όλοι υποκρίνονται ότι ο μονάρχης είναι ντυμένος, το έθνος παραμένει ενωμένο».

Η βλακεία κρίνεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για να εξασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή: «Η βλακεία που κρύβεται στη συμπεριφορά της αγέλης, στα τελετουργικά, αντιπροσωπεύεται στην τηλεόραση». Με δυο λόγια, «κοινωνία χωρίς τα θεμέλια της ηλιθιότητας δεν μπορεί να υπάρξει». Η κατάδειξη της αναγκαιότητας της βλακείας ως θεμέλιο της κοινωνίας και του πολιτισμού δεν του αρκεί. Θεωρεί επίσης ότι η βλακεία είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης ευτυχίας: «Ας υποθέσουμε όμως ότι δεν υπήρχε βλακεία. Όλες οι λαμπρές εμπνεύσεις θα γίνονταν πραγματικότητα χωρίς κανένα εμπόδιο· όλοι θα αντιλαμβάνονταν τη βαθύτερη σημασία της ζωής· το λογικό θα ήταν προφανές και αδιαμφισβήτητο. Μαζί με τη βλακεία θα καταργούνταν η ανθρώπινη ελευθερία και η δυνατότητα επιλογής. Τα πράγματα θα έχαναν το όνομα και τη σημασία τους, επειδή όλα θα αποδεικνύονταν εξίσου πολύτιμα και ευτελή. Θα ζούσαμε σαν άγγελοι ενός αιώνια λαμπρού ουρανού λαχταρώντας μια εξέγερση· σαν πλάσματα ενός αποπνικτικού παραδείσου επιζητώντας το προπατορικό αμάρτημα».

Πολλές φορές συγχέεται η έννοια της σοβαρότητας με αυτήν της εξυπνάδας και η έννοια της αστειότητας με αυτήν της ανοησίας. Καμμία σχέση. Ο Καβάφης το έθεσε σωστά: «Tο ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Kαι όμως με είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ την σοβαρότητα.Aς εξηγηθώ καλλίτερα. Mε αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλ. 1/2 ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα την ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα. Άλλως, με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, το χαμπαγκάρισμα (humbugging). Aλλά δεν κάμνει. Δυσκολεύει τες δουλειές. Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Aυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Mούτρα, σέρια ζωωδώς· πού να αστειευθούν· αφού δεν καταλαμβάνουν. Tα σοβαρά τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τα πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για την αγραμματοσύνη τους και για την κουταμάρα τους, γι αυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τα ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης. Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν. Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Hύρα πως μεγάλως με διευκολύνει τες υποθέσεις μου. Eσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.(Γ.Π. Σαββίδης, «Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής», Μικρά Καβαφικά, Β´, Ερμής, 1987)

Είναι γεγονός ότι η φύση του ανθρώπου έχει περισσότερο από τον βλάκα, παρά από τον σοφό. Ωστόσο αν δεν είχαν σημειωθεί ανωμαλίες τα τελευταία 4 δισεκατομμύρια χρόνια, εσείς και εγώ θα είμαστε ακόμα βακτηρίδια. Κάθε μετάλλαξη ή άλλη αναδιάταξη του DNA μας, που έφερε έναν από τους προγόνους μας πιο κοντά στην ύπαρξη ανθρώπου, όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά, πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι μοναδική και κατά συνέπεια ανώμαλη. Είμαστε οι άμεσοι απόγονοι εκατομμυρίων φρικιών. Υπό το πρίσμα αυτής της σκέψης, θα πρέπει ίσως να αντιμετωπίσουμε τους ανόητους εαυτούς μας με περισσότερο σεβασμό. Η φυσική εξέλιξη προνόησε για το χαρακτηριστικό της μωρίας.

Για τον Τουαίην «Αν δεν υπήρχαν οι βλάκες, οι έξυπνοι δε θα 'χαν καμιά τύχη» και για τον Βιντγκενστάιν «Αν οι άνθρωποι δεν έκαναν ποτέ τους ανοησίες, τίποτα έξυπνο δε θα γινόταν». Τελικά, αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη εξέλιξη δεν είναι τίποτε άλλο από την αέναη πάλη με την ηλιθιότητα, που διαρκώς θα βρίσκεται μπροστά μας με ακόμη πιο εξελιγμένη μορφή. Παρά την επικινδυνότητά της, η ανοησία δίνει ωστόσο μια μικρή μετριοφροσύνη και ένα άγγιγμα αισιοδοξίας στις φιλοδοξίες μας.

Πηγή:artinews.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »