Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΩΝ 8

Του Γιάννη Αγγέλου


Πρωινό του Νοέμβρη του 2011, κάπου στα τέλη του. Η Κοραή, σημείο αναφοράς, μέχρι πριν 2 χρόνια, για τους τραπεζικούς κύκλους, μετατρέπεται με ταχύτατους ρυθμούς σε ένα μεγάλο κρεβάτι. Οι άστεγοι, ως αποτέλεσμα της κρίσης που ξέσπασε στη χώρα με τη «θωρακισμένη οικονομία» κατά Καραμανλή Β΄, έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους.

Κάπου ανάμεσα σε αυτούς και ο Νίκος. Ένας κύριος γύρω στα 40-45, καλοντυμένος, με ένα ακριβό παλτό. Φαινόταν πως είναι νέος στα στέκια. Την πρώτη φορά που τον είδα, εκείνο το πρωινό, ήταν η δεύτερή του μέρα. Στις αρχές της άνοιξης είχε χάσει την εργασία του. Ανήκε στην γενιά των golden boys, με τους παχυλότατους μισθούς, τα πανάκριβα αυτοκίνητα, τα υπέρ εξοπλισμένα σπίτια με κάθε είδους λεπτομέρεια. Όλα τα χρήματα πήγαιναν σε κάρτες, δάνεια, σε ότι όλο το προηγούμενο διάστημα κάποιοι «εμπνευσμένοι» τύποι, είχαν καταφέρει να περάσουν στην κοινωνία, ως νέο τρόπο ζωής. Και τα golden boys, πιστά σε αυτή τη λογική, έκαναν τα ΠΑΝΤΑ για να υπηρετήσουν αυτό το όνειρο.

Επειδή με προκάλεσε η παρουσία του, του ζήτησα να πιούμε έναν καφέ, εκεί, στη στοά. Το βλέμμα του έπεσε στα σάντουιτς. Η ώρα ήταν ιδανική για μπύρα, οπότε ο καφές έγινε μπύρα. Και τα σάντουιτς ήρθαν στο τραπέζι. Μου μιλούσε για όλα. Για τη ζωή του, που είχε καταφέρει να φτιάξει. Οικονομολόγος με μεταπτυχιακά στην Επικοινωνία, βρήκε αμέσως δουλειά στην Διαφήμιση. Άνθιζε η διαφήμιση στη χώρα από τη δεκαετία του ΄90. Τα χρήματα πολλά και οι ειδικοί αμείβονταν πολύ καλά. Εκεί γνώρισε και την Ξένια. Κι αυτή εργαζόταν στην ίδια εταιρεία, ερωτεύτηκαν και ξεκίνησαν τη ζωή τους. Παντρεύτηκαν μετά από ένα χρόνο. Στο σπιτικό τους έφερναν καθαρά περίπου 15.000 ευρώ το μήνα. Και προγραμμάτισαν τη ζωή τους με βάση αυτά τα έσοδα.

Άλλαζαν αυτοκίνητο κάθε φορά που δεν τους άρεσε το προηγούμενο, τα ρούχα στοιβάζονταν στις ντουλάπες, παπούτσια άπειρα. Τέσσερις φορές το χρόνο ταξίδια στο εξωτερικό, σε απίθανους προορισμούς. Ζούσαν τη ζωή που ονειρεύτηκαν από τότε που ξεκινούσαν.

Το 2008 ήταν χρονιά-σταθμός. Η εταιρεία που εργαζόντουσαν έκανε μεγάλα ανοίγματα στην αγορά και πήρε δάνεια. Ο πρώτος καιρός δικαίωνε αυτή την κίνηση. Το χρήμα ακόμη ήταν εύκολο.

Καλοκαίρι του 2009 άρχισαν τα πρώτα σύννεφα και πριν κλείσει ο χρόνος έγιναν και οι πρώτες απολύσεις. Ο Νίκος και η Ξένια δεν φοβόντουσαν. Οι σχέσεις τους με την εταιρεία ήταν σχέσεις ζωής. Ο εκ των ιδιοκτητών της εταιρείας ήταν και κουμπάρος τους, οπότε δεν είχαν λόγους να ανησυχούν για κάτι. Ή, τουλάχιστον, έτσι πίστευαν…

Λίγους μήνες μετά και λίγο πριν το πρώτο μνημόνιο, η εταιρεία άρχισε να κλυδωνίζεται επικίνδυνα. Οι δυο ιδιοκτήτες άρχισαν να έχουν προβλήματα και όλα κρατιόντουσαν από μια κλωστή. Η διάλυση ήταν ορατή. Πάλι απολύσεις και οι πρώτες μειώσεις μισθών. Μνημόνιο γαρ…

Το επόμενο χρονικό διάστημα όλα άλλαξαν. Παρασύρθηκαν από μια χιονοστιβάδα εξελίξεων και δεν έμεινε κάτι όρθιο. Λογική συνέπεια ήταν να έρθει και η σειρά τους. Οι κουμπαριές δεν υπάρχουν όταν πρόκειται για δουλειές…

Στην ανεργία, λοιπόν και οι δυο. Άνοιξη του 2011… Και μετά; Όταν μπαίνει η φτώχεια από την πόρτα, βγαίνει ο έρωτας από το παράθυρο. 8 χρόνια γάμου αλέστηκαν μαζί με όλα τα άλλα. Ευτυχώς, δεν υπήρχε παιδί…

Από το καλοκαίρι, άρχισαν και τα οικονομικά προβλήματα. Πάει το αυτοκίνητο, τα ενοίκια στο σπίτι έτρεχαν. Ξεπούλησαν ότι μπορούσαν, αλλά η Ξένια έφυγε. Έμεινε μόνος του. Τέλος του καλοκαιριού έξωση! Άφησε όλα του τα υπάρχοντα και σε μια βαλίτσα έβαλε όσα χωρούσαν. Ευτυχώς που κράτησε το παλτό! Οι δομές του Δήμου δεν τον δέχτηκαν και κατέληξε εκεί, στη στοά των τραπεζών, στην Κοραή.

Τα πρωτοβρόχια τον βρήκαν εκεί, μαζί με άλλους. Τέλειωσαν και τα λίγα λεφτά που είχε επάνω του… «Σήμερα πίνουμε μια μπύρα εδώ… Αύριο δεν ξέρω τι θα γίνει…»

Πήρε μαζί του τα σάντουιτς και με ευχαρίστησε.

Συναντιόμαστε τουλάχιστον 3 φορές την εβδομάδα. Τη τελευταία Παρασκευή πριν τα Χριστούγεννα, οι Γιατροί του Κόσμου, μπροστά από τα Προπύλαια, διοργάνωναν εκδήλωση για να μαζευτεί γάλα. Πέρασα και τον είδα. Εκείνο το βράδυ είχε απίστευτο κρύο. Του έδωσα 2 κουβέρτες που βρήκα στην αποθήκη. Με ευχαρίστησε θερμά…

Κάθε μέρα στις γιορτές του 2011 περνούσα από εκεί. Ήθελα να βλέπω το «φίλο» μου το Νίκο. Κάθε βδομάδα τον έβλεπα να γίνεται όλο και χειρότερα… Μαράζωνε… Η κατάσταση αυτή τον σκότωνε… Η νέα του πραγματικότητα ήταν αφόρητη.

Μετά τις γιορτές, γύρω στον Μάρτη, τον είχα χάσει. Ρώτησα, περιγράφοντάς τον. Ήταν άρρωστος σε μια γωνιά κουλουριασμένος. Τα μάτια του είχαν μπει μέσα, είχε αδυνατίσει πολύ. Τον είδα και μου χαμογέλασε, όπως εκείνη την πρώτη φορά. Τον ρώτησα αν ήθελε κάτι…

Σε λίγες ώρες ήταν στο νοσοκομείο. Η υγεία του είχε κλονιστεί πολύ. Οι γιατροί έκαναν το καλύτερο και του συνέστησαν να παραμείνει για λίγες μέρες, μέχρι να συνέλθει.

Βγήκε λίγο πριν το Πάσχα και συνεχίσαμε να τα λέμε. Πιο αραιά, είναι η αλήθεια, αλλά είχαμε επαφή, κάθε φορά που περνούσα από εκεί. Και πάντα φρόντιζα να του δίνω κάτι. Με κοιτούσε με το βλέμμα εκείνης, της πρώτης φοράς.

Έγιναν προσπάθειες να μπει σε κάποιο κτίριο αστέγων, να βρει κάποια απασχόληση. Το ένα δύσκολο, το άλλο αδύνατο. Όμως και ο Νίκος είχε αφήσει πλέον τον εαυτό του. Ίσως, γιατί κάτι έμαθε και για την Ξένια, τη δική του Ξένια… Ίσως, γιατί η ζωή του, άλλαξε τόσο πολύ μέσα σε λίγους μήνες…..

Ο καιρός περνούσε και ο Νίκος πλέον άρχισε να λείπει από το στέκι του. Τον αναζητούσα άλλες φορές με επιτυχία, τις περισσότερες χωρίς επιτυχία. Ξανάρχισαν τα κρύα, πλησιάζαμε προς τις γιορτές των Χριστουγέννων.

Ένα πρωινό, βγαίνοντας από το μετρό στην Κοραή, με πλησίασε ένας άστεγος. Με ήξερε από τις συνομιλίες μου με το Νίκο…

«Κύριε…. Μπορώ;»

Τον πλησίασα και τον ρώτησα τι συμβαίνει

«Ο Νίκος έφυγε….» και ξέσπασε σε ένα περίεργο κλάμα. Ένα κλάμα που έδειχνε ότι θα προτιμούσε να φύγει αυτός αντί για το Νίκο, για τον κάθε Νίκο που φεύγει καθημερινά…

Θέλησα να μάθω λεπτομέρειες αλλά ήταν αδύνατον. Το μόνο που μου έδωσε ήταν ένα χαρτί «Για σας», μου είπε…

Δεν ήξερα το γραφικό του χαρακτήρα. Ανοίγοντας το κακοδιπλωμένο χαρτί, διάβασα:

«Ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ. Να είσαι πάντα καλά. Εγώ δεν αντέχω άλλο πια. Νίκος»

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2012, εκεί, μπροστά στα Προπύλαια, καθώς μαζεύονταν τα γάλατα των Γιατρών του Κόσμου, κοίταξα ψηλά στον ουρανό. Δεν ξέρω αν με είδε, ούτε αν τον είδα εγώ. Ξέρω μόνο πως εκεί, ανάμεσα σε άλλες 5000 ψυχές, θύματα της κρίσης, βρέθηκε και ο Νίκος.

Και οι ειδήσεις των 8 δείχνουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια των γιορτών να αναβοσβήνουν, βιτρίνες στολισμένες, γλυκά να παρασκευάζονται, φαγητά να μαγειρεύονται Για το Νίκο που «έφυγε» λόγω της Κρίσης, δε λένε. Ο Νίκος, οι κάθε λογής Νίκοι, είναι αναλώσιμοι και φυσιολογικές απώλειες ενός πολέμου που κανένας Νίκος δεν επέλεξε. Τον επέλεξαν άλλοι, που πειραματίζονται πάνω στους Νίκους. Που μας θεωρούν όλους αναλώσιμους…

Καληνύχτα ειδήσεις των λαμπιονιών. Κάθε Νίκος που χάνεται, είναι και ένα λαμπιόνι που σβήνει από τη δική σας λάμψη.

Γιατί για μας, ο Νίκος είναι στην ψυχή μας και λαμπιόνι στον δέντρο της πραγματικής ζωής, που ΔΕ σβήνει…