Του Δημήτρη Γιατζόγλου
Από την ΑΥΓΗ
Ένα κείμενο για τον πολιτισμό προκάλεσε μια μικρή τρικυμία. Μικρή, διότι όπως φαίνεται, ο πολιτισμός και τα προβλήματά του δεν ανήκει στα άμεσα ενδιαφέροντα της κοινωνίας, που αλλιώς ιεραρχεί τις ανάγκες της αυτή την ώρα. Τρικυμία πάντως, αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις, που κυμάνθηκαν από τον σαρκασμό έως τη βίαιη απόρριψη, από τη συγκαταβατική υποδοχή έως τη διακριτική υπεράσπιση.
Ο λόγος για τη δημόσια «πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό» που, όπως εκ των υστέρων διευκρινίστηκε, δεν αποτελεί το τελικό προγραμματικό κείμενο, αλλά μια πρόταση για διαβούλευση, ανοιχτή επομένως σε αλλαγές.
Δημόσιος διάλογος λοιπόν για τα πολιτισμικά και πολιτιστικά πράγματα, δηλαδή για την κουλτούρα, την οργάνωσή της, τις πολιτιστικές πρακτικές. Καμιά αντίρρηση. Η κουλτούρα δεν είναι μια ιδεολογικά «αθώα περιοχή» της κοινωνικής ζωής όπου καταφεύγουμε για να ξεχάσουμε τα βάσανά μας ή να τα εξιδανικεύσουμε. Είναι η συνεκτική και «σκοτεινή» εν πολλοίς πρώτη ύλη του συνολικού εξουσιαστικού πλέγματος κάθε κοινωνίας. Και η κατανόηση της λειτουργίας της δεν επιτρέπει διανοητικές ευκολίες και αυταρέσκεια.
Μόνο που καλό θα είναι να θυμόμαστε την επισήμανση του Ελεφάντη ως προς το ζήτημα: «Το λάιτ - μοτίβ για την ανάγκη διαλόγου κατέληξε να αποτελεί φραστική οχύρωση που προστατεύει τη δημόσια απουσία μας και την ιδιωτική αμηχανία μας». Μια προσχηματική επίκληση δηλαδή, προκειμένου να καλυφθεί η «δημόσια απουσία» ενός συλλογικού αριστερού λόγου για τον πολιτισμό, που εγκαλεί τις κυρίαρχες αντιλήψεις και επιδιώκει, χωρίς υπεκφυγές, την αντιπαράθεση μ' αυτές. Και να εξορκιστεί μια «αμήχανη» καθήλωση του λόγου μας για τον πολιτισμό, στα όρια μιας φιλελεύθερης μετριοπάθειας, που αρκείται στην επανάληψη της διαβεβαίωσης για τον απόλυτο σεβασμό της ελευθερίας στην καλλιτεχνική δημιουργία.
Αλλά αυτό δεν συνιστά θεωρία και πολιτική για τον πολιτισμό. Είναι διαρκής απολογία ενός εμπεδωμένου αισθήματος ενοχής για ένα παρελθόν στο οποίο η Αριστερά ταύτιζε την κριτική στην αστική κουλτούρα με τις διοικητικές, λογοκριτικές παρεμβάσεις στην καλλιτεχνική παραγωγή. Με κατάληξη, μια απονευρωμένη αντίληψη και πρακτική, σύμφωνα με την οποία η μόνη αποδεκτή παρέμβαση στα του πολιτισμού είναι η «μη - παρέμβαση». Έτσι, ο λόγος μας για τον πολιτισμό γίνεται λόγος υπάλληλος στον λόγο των «ειδημόνων», ακολουθώντας τον ασθμαίνοντας και γκρινιάζοντας για δευτερεύοντα ζητήματα. Και φυσικά ο «διάλογος» εκπίπτει σε μια τελετουργία κενή νοήματος.
Έχει η Αριστερά ανάγκη από μια πρόταση για τον πολιτισμό; Αναμφισβήτητα. Διότι η πάλη για την ηγεμονία διεξάγεται και στο πεδίο της κουλτούρας. Και επειδή η κουλτούρα είναι η «γλώσσα της πραγματικής ζωής», η συγκρότηση ενός πολιτικού προγράμματος γι' αυτήν, δεν θα πραγματοποιηθεί μόνο -και κυρίως- στους χώρους και στις δομές όπου παράγονται ζωγραφικοί πίνακες και γλυπτά, μουσικές, διανοήματα και βιβλία, αλλά παντού όπου ζουν, εργάζονται, μορφώνονται και διασκεδάζουν οι άνθρωποι. Και θα πραγματοποιηθεί μέσα από τη διαρκή, κριτική αντιπαράθεση προς κυρίαρχα πρότυπα και αντιλήψεις.
Μια ευρύτερη ανάγνωση του πολιτισμού, που αντιπαρατίθεται τόσο στα φιλελεύθερα στερεότυπα όσο και σ' έναν αριστερό γραφειοκρατισμό, και που μπορεί να απελευθερώσει τη δυναμική ενός λαϊκού πολιτισμικού αντιπαραδείγματος, θα προκαλέσει σφοδρότατες αντιδράσεις, ακόμα κι αν αποτυπωθεί στο καλύτερο δυνατόν προγραμματικό κείμενο. Ας μην έχουμε ως προς αυτό αυταπάτες. Η «εισβολή στο άβατο» του πολιτισμού δεν θίγει μόνο συμφέροντα και προνόμια. Αμφισβητεί την κυρίαρχη ιδεολογία στον πυρήνα της.
Μπορεί σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ να καταθέσει στην κοινωνία μια προγραμματική πρόταση σ' αυτή την κατεύθυνση ; Ναι, αν εκτιμήσει σωστά τους όρους, τα όρια, τις παραμέτρους, τις προτεραιότητες του εγχειρήματος. Αν παραιτηθεί, αρχικά, από την αγχώδη αξίωση να μιλήσει για τα πάντα άπαξ. Αν κάνει επιλογές που να αφορούν τους βασικούς και επί της ουσίας άξονες της πρότασης. Ναι, αν αξιοποιήσει ένα πλούτο επεξεργασιών που έχουν ήδη παραχθεί καθώς και το ανθρώπινο δυναμικό που τις έχει παράξει. Ναι, αν μετατόπιζε το κέντρο βάρους της πρότασης, από μια λεπτομερειακή καταγραφή δράσεων, στις διαυγασμένες ιδεολογικές προκείμενες που τη συγκροτούν.
Αυτές οι ιδεολογικές προκείμενες υπάρχουν, ως κεκτημένο των ιστορικών ανιχνεύσεων της δικής μας Αριστεράς. Είναι απείρως πιο χρήσιμες για τη διαμόρφωση μιας πολιτικής για τον πολιτισμό από την παράθεση επιμέρους αιτημάτων και δράσεων που κατακερματίζουν την οπτική και τη συζήτηση. Ορίζουν ένα αυστηρότερο εννοιολογικά πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορούν τουλάχιστον να τεθούν τα σχετικά ερωτήματα με μεγαλύτερη σαφήνεια και να διευκρινιστούν συμφωνίες και διαφωνίες. Θα επιχειρήσω λοιπόν να παραδειγματολογήσω συγκεκριμένα.
Ένα ζήτημα που αποτελεί σταθερό μοτίβο στα περί πολιτισμού κείμενα κάθε απόχρωσης, είναι αυτό της «πολιτιστικής κληρονομιάς» και της μεταφυσικής που το συνοδεύει. Αναφερόμαστε σ' αυτή την κληρονομιά πολλές φορές με τα ίδια στερεότυπα του κυρίαρχου λόγου, μιλώντας για «διάσωση», για «ανάδειξη», για «διασφάλιση» (το προς διαβούλευση κείμενο μάλιστα λόγο για τη διασφάλιση του «δημόσιου χαρακτήρα» της κληρονομιάς!). Σαν να αποτελεί αυτή ένα μυθικό, αλώβητο σώμα, σε αναμονή μιας «άλλης» πολιτικής που θα το αποδώσει στην κοινωνία ως καθαρή ουσία. Παραγνωρίζοντας ότι είναι αδύνατο να διαχωρίσουμε αυτή την κληρονομιά ως «ουσία» από τις πολλαπλές αναγνώσεις, ερμηνείες και χρήσεις των αρχόντων και των υποτελών, που έχουν εγγραφεί στο πολύπαθο σώμα της και αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της.
Το ίδιο λάθος διαπράττουμε επίσης, όταν προβάλλουμε, ως βασική ιδέα μιας αριστερής πολιτιστικής πολιτικής, την «επαναφορά στο προσκήνιο των πνευματικών, αισθητικών, ηθικών προταγμάτων του πολιτισμού», προκειμένου αυτή η «πνευματικότητα» να αντιπαρατεθεί στα «τυποποιημένα πρότυπα της μαζικής εμπορικής κουλτούρας που μας έχουν επιβληθεί από τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό». Λάθος, διότι ο αυτόχθων πολιτισμός είναι εξίσου εμπορευματοποιημένος.
Λάθος, διότι ο πολιτισμός δεν είναι ένα πράγμα καθ' εαυτό που αναμένει εν υπνώσει την επαναφορά του, ένα «πνευματικό εργαλείο» που αν αλλάξει ο χρήστης του θα οδηγήσει στην πολιτισμική άνθιση. Ο πολιτισμός είναι σχέση, σχέση κυριαρχίας και αντιπαράθεσης. Δεν ανάγεται στην ιδεολογία, συναρθρώνεται όμως μ' αυτήν, επιβάλλει πρότυπα ζωής, συμπεριφορών, αισθητικής. Ο αποϊδεολογικοποιημένος πολιτισμός είναι το ισχυρό στερεότυπο της αστικής πολιτισμικής κυριαρχίας, η ομόλογη «ζντανοφική» ασπίδα της αμόλυντης καθολικότητας των κυρίαρχων πολιτισμικών προτύπων.
Υπάρχουν προφανώς και άλλα σημαντικά ζητήματα που, χωρίς μια σαφή εννοιολογικά διαπραγμάτευση, οδηγούν σε συγχύσεις και στην αδυναμία να προσδιοριστούν αποτελεσματικές πολιτιστικές πρακτικές. Όπως, για παράδειγμα, η επαναλαμβανόμενη διολίσθηση του προβληματισμού και της συζήτησης για την κουλτούρα στην υπο-περιοχή της τέχνης και η ταύτιση των αντίστοιχων κριτηρίων.
Θα μπορούσε λοιπόν μια προγραμματική πρόταση να ξεκινά από αυτά τα ζητήματα, έστω κι αν ακόμα δεν διαθέτουμε ώριμες απαντήσεις σε όλα, τουλάχιστον καταγράφοντάς τα ως σημεία αφετηρίας της συζήτησης. Και θα μπορούσε, παράλληλα να διατυπωθούν οι βασικοί άξονες -υπαγορευμένοι και από τη συγκυρία της κρίσης- ενός σχεδίου πολιτιστικών παρεμβάσεων για την ανάπτυξη λαϊκών πολιτιστικών πρωτοβουλιών.
Αυτοί οι άξονες είναι σήμερα ευδιάκριτοι: O αντιφασισμός και ο αντιρατσισμός ως θεμελιώδη στοιχεία ενός σύγχρονου λαϊκού πολιτισμού. Οι πρωτοβουλίες για την πολιτισμική επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου. Οι πρωτοβουλίες διαλόγου μεταξύ των διαφορετικών πολιτισμικών ταυτοτήτων που ενοικούν στο κοινωνικό σώμα. Και κυρίως η εμμονή σ' ένα παράδειγμα δράσεων που μεταφέρονται εκτός του κρατικού πεδίου και επιλέγουν ως πεδίο δοκιμασίας την κοινωνία. Και άλλα μοτίβα βεβαίως, που οι (υπαρκτοί και αναγκαίοι) οργανικοί διανοούμενοι της Αριστεράς μπορούν να σκεφτούν και να προτείνουν.
Η διαμόρφωση μιας πολιτιστικής πρακτικής είναι αναμφίβολα μια υπόθεση βασανιστική. Η χλεύη και η απαξίωση της προσπάθειας είναι μια εύκολη στάση. Στο υπόστρωμα αυτής της στάσης δεν βρίσκεται μόνο ο ναρκισσισμός της ατομικής αυθεντίας, αλλά τα κριτήρια και τα πρότυπα με τα οποία όλοι μας εσωτερικεύουμε συλλογικά την αστική πολιτισμική κυριαρχία ως ένα καθολικό, συμπαγές συνεχές. Η αμφισβήτηση αυτής της κυριαρχίας είναι ο βασικός στόχος ενός αριστερού προγραμματικού σχεδίου για τον πολιτισμό.
Ο λόγος για τη δημόσια «πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό» που, όπως εκ των υστέρων διευκρινίστηκε, δεν αποτελεί το τελικό προγραμματικό κείμενο, αλλά μια πρόταση για διαβούλευση, ανοιχτή επομένως σε αλλαγές.
Δημόσιος διάλογος λοιπόν για τα πολιτισμικά και πολιτιστικά πράγματα, δηλαδή για την κουλτούρα, την οργάνωσή της, τις πολιτιστικές πρακτικές. Καμιά αντίρρηση. Η κουλτούρα δεν είναι μια ιδεολογικά «αθώα περιοχή» της κοινωνικής ζωής όπου καταφεύγουμε για να ξεχάσουμε τα βάσανά μας ή να τα εξιδανικεύσουμε. Είναι η συνεκτική και «σκοτεινή» εν πολλοίς πρώτη ύλη του συνολικού εξουσιαστικού πλέγματος κάθε κοινωνίας. Και η κατανόηση της λειτουργίας της δεν επιτρέπει διανοητικές ευκολίες και αυταρέσκεια.
Μόνο που καλό θα είναι να θυμόμαστε την επισήμανση του Ελεφάντη ως προς το ζήτημα: «Το λάιτ - μοτίβ για την ανάγκη διαλόγου κατέληξε να αποτελεί φραστική οχύρωση που προστατεύει τη δημόσια απουσία μας και την ιδιωτική αμηχανία μας». Μια προσχηματική επίκληση δηλαδή, προκειμένου να καλυφθεί η «δημόσια απουσία» ενός συλλογικού αριστερού λόγου για τον πολιτισμό, που εγκαλεί τις κυρίαρχες αντιλήψεις και επιδιώκει, χωρίς υπεκφυγές, την αντιπαράθεση μ' αυτές. Και να εξορκιστεί μια «αμήχανη» καθήλωση του λόγου μας για τον πολιτισμό, στα όρια μιας φιλελεύθερης μετριοπάθειας, που αρκείται στην επανάληψη της διαβεβαίωσης για τον απόλυτο σεβασμό της ελευθερίας στην καλλιτεχνική δημιουργία.
Αλλά αυτό δεν συνιστά θεωρία και πολιτική για τον πολιτισμό. Είναι διαρκής απολογία ενός εμπεδωμένου αισθήματος ενοχής για ένα παρελθόν στο οποίο η Αριστερά ταύτιζε την κριτική στην αστική κουλτούρα με τις διοικητικές, λογοκριτικές παρεμβάσεις στην καλλιτεχνική παραγωγή. Με κατάληξη, μια απονευρωμένη αντίληψη και πρακτική, σύμφωνα με την οποία η μόνη αποδεκτή παρέμβαση στα του πολιτισμού είναι η «μη - παρέμβαση». Έτσι, ο λόγος μας για τον πολιτισμό γίνεται λόγος υπάλληλος στον λόγο των «ειδημόνων», ακολουθώντας τον ασθμαίνοντας και γκρινιάζοντας για δευτερεύοντα ζητήματα. Και φυσικά ο «διάλογος» εκπίπτει σε μια τελετουργία κενή νοήματος.
Έχει η Αριστερά ανάγκη από μια πρόταση για τον πολιτισμό; Αναμφισβήτητα. Διότι η πάλη για την ηγεμονία διεξάγεται και στο πεδίο της κουλτούρας. Και επειδή η κουλτούρα είναι η «γλώσσα της πραγματικής ζωής», η συγκρότηση ενός πολιτικού προγράμματος γι' αυτήν, δεν θα πραγματοποιηθεί μόνο -και κυρίως- στους χώρους και στις δομές όπου παράγονται ζωγραφικοί πίνακες και γλυπτά, μουσικές, διανοήματα και βιβλία, αλλά παντού όπου ζουν, εργάζονται, μορφώνονται και διασκεδάζουν οι άνθρωποι. Και θα πραγματοποιηθεί μέσα από τη διαρκή, κριτική αντιπαράθεση προς κυρίαρχα πρότυπα και αντιλήψεις.
Μια ευρύτερη ανάγνωση του πολιτισμού, που αντιπαρατίθεται τόσο στα φιλελεύθερα στερεότυπα όσο και σ' έναν αριστερό γραφειοκρατισμό, και που μπορεί να απελευθερώσει τη δυναμική ενός λαϊκού πολιτισμικού αντιπαραδείγματος, θα προκαλέσει σφοδρότατες αντιδράσεις, ακόμα κι αν αποτυπωθεί στο καλύτερο δυνατόν προγραμματικό κείμενο. Ας μην έχουμε ως προς αυτό αυταπάτες. Η «εισβολή στο άβατο» του πολιτισμού δεν θίγει μόνο συμφέροντα και προνόμια. Αμφισβητεί την κυρίαρχη ιδεολογία στον πυρήνα της.
Μπορεί σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ να καταθέσει στην κοινωνία μια προγραμματική πρόταση σ' αυτή την κατεύθυνση ; Ναι, αν εκτιμήσει σωστά τους όρους, τα όρια, τις παραμέτρους, τις προτεραιότητες του εγχειρήματος. Αν παραιτηθεί, αρχικά, από την αγχώδη αξίωση να μιλήσει για τα πάντα άπαξ. Αν κάνει επιλογές που να αφορούν τους βασικούς και επί της ουσίας άξονες της πρότασης. Ναι, αν αξιοποιήσει ένα πλούτο επεξεργασιών που έχουν ήδη παραχθεί καθώς και το ανθρώπινο δυναμικό που τις έχει παράξει. Ναι, αν μετατόπιζε το κέντρο βάρους της πρότασης, από μια λεπτομερειακή καταγραφή δράσεων, στις διαυγασμένες ιδεολογικές προκείμενες που τη συγκροτούν.
Αυτές οι ιδεολογικές προκείμενες υπάρχουν, ως κεκτημένο των ιστορικών ανιχνεύσεων της δικής μας Αριστεράς. Είναι απείρως πιο χρήσιμες για τη διαμόρφωση μιας πολιτικής για τον πολιτισμό από την παράθεση επιμέρους αιτημάτων και δράσεων που κατακερματίζουν την οπτική και τη συζήτηση. Ορίζουν ένα αυστηρότερο εννοιολογικά πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορούν τουλάχιστον να τεθούν τα σχετικά ερωτήματα με μεγαλύτερη σαφήνεια και να διευκρινιστούν συμφωνίες και διαφωνίες. Θα επιχειρήσω λοιπόν να παραδειγματολογήσω συγκεκριμένα.
Ένα ζήτημα που αποτελεί σταθερό μοτίβο στα περί πολιτισμού κείμενα κάθε απόχρωσης, είναι αυτό της «πολιτιστικής κληρονομιάς» και της μεταφυσικής που το συνοδεύει. Αναφερόμαστε σ' αυτή την κληρονομιά πολλές φορές με τα ίδια στερεότυπα του κυρίαρχου λόγου, μιλώντας για «διάσωση», για «ανάδειξη», για «διασφάλιση» (το προς διαβούλευση κείμενο μάλιστα λόγο για τη διασφάλιση του «δημόσιου χαρακτήρα» της κληρονομιάς!). Σαν να αποτελεί αυτή ένα μυθικό, αλώβητο σώμα, σε αναμονή μιας «άλλης» πολιτικής που θα το αποδώσει στην κοινωνία ως καθαρή ουσία. Παραγνωρίζοντας ότι είναι αδύνατο να διαχωρίσουμε αυτή την κληρονομιά ως «ουσία» από τις πολλαπλές αναγνώσεις, ερμηνείες και χρήσεις των αρχόντων και των υποτελών, που έχουν εγγραφεί στο πολύπαθο σώμα της και αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της.
Το ίδιο λάθος διαπράττουμε επίσης, όταν προβάλλουμε, ως βασική ιδέα μιας αριστερής πολιτιστικής πολιτικής, την «επαναφορά στο προσκήνιο των πνευματικών, αισθητικών, ηθικών προταγμάτων του πολιτισμού», προκειμένου αυτή η «πνευματικότητα» να αντιπαρατεθεί στα «τυποποιημένα πρότυπα της μαζικής εμπορικής κουλτούρας που μας έχουν επιβληθεί από τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό». Λάθος, διότι ο αυτόχθων πολιτισμός είναι εξίσου εμπορευματοποιημένος.
Λάθος, διότι ο πολιτισμός δεν είναι ένα πράγμα καθ' εαυτό που αναμένει εν υπνώσει την επαναφορά του, ένα «πνευματικό εργαλείο» που αν αλλάξει ο χρήστης του θα οδηγήσει στην πολιτισμική άνθιση. Ο πολιτισμός είναι σχέση, σχέση κυριαρχίας και αντιπαράθεσης. Δεν ανάγεται στην ιδεολογία, συναρθρώνεται όμως μ' αυτήν, επιβάλλει πρότυπα ζωής, συμπεριφορών, αισθητικής. Ο αποϊδεολογικοποιημένος πολιτισμός είναι το ισχυρό στερεότυπο της αστικής πολιτισμικής κυριαρχίας, η ομόλογη «ζντανοφική» ασπίδα της αμόλυντης καθολικότητας των κυρίαρχων πολιτισμικών προτύπων.
Υπάρχουν προφανώς και άλλα σημαντικά ζητήματα που, χωρίς μια σαφή εννοιολογικά διαπραγμάτευση, οδηγούν σε συγχύσεις και στην αδυναμία να προσδιοριστούν αποτελεσματικές πολιτιστικές πρακτικές. Όπως, για παράδειγμα, η επαναλαμβανόμενη διολίσθηση του προβληματισμού και της συζήτησης για την κουλτούρα στην υπο-περιοχή της τέχνης και η ταύτιση των αντίστοιχων κριτηρίων.
Θα μπορούσε λοιπόν μια προγραμματική πρόταση να ξεκινά από αυτά τα ζητήματα, έστω κι αν ακόμα δεν διαθέτουμε ώριμες απαντήσεις σε όλα, τουλάχιστον καταγράφοντάς τα ως σημεία αφετηρίας της συζήτησης. Και θα μπορούσε, παράλληλα να διατυπωθούν οι βασικοί άξονες -υπαγορευμένοι και από τη συγκυρία της κρίσης- ενός σχεδίου πολιτιστικών παρεμβάσεων για την ανάπτυξη λαϊκών πολιτιστικών πρωτοβουλιών.
Αυτοί οι άξονες είναι σήμερα ευδιάκριτοι: O αντιφασισμός και ο αντιρατσισμός ως θεμελιώδη στοιχεία ενός σύγχρονου λαϊκού πολιτισμού. Οι πρωτοβουλίες για την πολιτισμική επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου. Οι πρωτοβουλίες διαλόγου μεταξύ των διαφορετικών πολιτισμικών ταυτοτήτων που ενοικούν στο κοινωνικό σώμα. Και κυρίως η εμμονή σ' ένα παράδειγμα δράσεων που μεταφέρονται εκτός του κρατικού πεδίου και επιλέγουν ως πεδίο δοκιμασίας την κοινωνία. Και άλλα μοτίβα βεβαίως, που οι (υπαρκτοί και αναγκαίοι) οργανικοί διανοούμενοι της Αριστεράς μπορούν να σκεφτούν και να προτείνουν.
Η διαμόρφωση μιας πολιτιστικής πρακτικής είναι αναμφίβολα μια υπόθεση βασανιστική. Η χλεύη και η απαξίωση της προσπάθειας είναι μια εύκολη στάση. Στο υπόστρωμα αυτής της στάσης δεν βρίσκεται μόνο ο ναρκισσισμός της ατομικής αυθεντίας, αλλά τα κριτήρια και τα πρότυπα με τα οποία όλοι μας εσωτερικεύουμε συλλογικά την αστική πολιτισμική κυριαρχία ως ένα καθολικό, συμπαγές συνεχές. Η αμφισβήτηση αυτής της κυριαρχίας είναι ο βασικός στόχος ενός αριστερού προγραμματικού σχεδίου για τον πολιτισμό.
Από την ΑΥΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου