Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Μαρτυρίες από την Κόλαση του Δάντη

Κείμενα-Επιμέλεια: Κώστας Γκιώνης


Β΄ μέρος (Διαβάστε το Μέρος Α΄)

Αφιέρωμα στην επέτειο της σφαγής του 1948 στη Μακρόνησο


Δημοσιεύουμε σήμερα το Β΄ μέρος του αφιερώματος για τη σφαγή στη Μακρόνησο το διήμερο μεταξύ 29 Φλεβάρη και 1 Μάρτη του 1948 (το Α΄ μέρος δημοσιεύθηκε στο φύλλο 487, σελ. 22-23). Το δεύτερο αυτό μέρος είναι αφιερωμένο στους ίδιους τους πρωταγωνιστές και στις μαρτυρίες τους, όπως τις έζησαν και όπως αποτυπώθηκαν στο μυαλό και στο κορμί τους. Οι ίδιοι μιλάνε για αυτούς που πότισαν με το αίμα τους τις ξερολιθιές, για τους γνωστούς και άγνωστους που απροσκύνητοι δραπέτευσαν από το σώμα τους, αφήνοντας τα σώματα τους έρμαιο στα χέρια των τεράτων. Μαρτυρούν το μεγαλείο αλλά και τον τρόμο και τον πανικό, όλα κύρια συστατικά στη δημιουργία μιας ασύλληπτης τραγωδίας. Όπως είπε και ο Μακρονησιώτης Βαγγέλης Σαββίδης: «Μόνο εκείνος που έζησε στη Μακρόνησο γνωρίζει το τι έγινε. Αυτά που έγιναν στη Μακρόνησο ούτε λέγονται, ούτε γράφονται»…

Ο πανικός, ο φόβος, το ανατριχιαστικό κροτάλισμα των όπλων, τα παγωμένα βλέμματα, τα αιμάτινα ρυάκια, τα ουρλιαχτά των θηρίων, δημιουργούσαν ένα σκηνικό που κανένα σκηνοθέτης και κανένας διάολος, όσο και αρρωστημένο μυαλό κι αν είχε, δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει. Κι όμως, οι μαρτυρίες όσων βίωσαν την 29η Φεβρουαρίου και 1η Μαρτίου του 1948 στη Μακρόνησο, δείχνουν ότι τα τέρατα που υλοποίησαν τη διαταγή για σφαγή προκειμένου να λυγίσουν οι «αμετανόητοι» τα κατάφεραν, και με το παραπάνω, να φέρουν την Κόλαση επί της γης.

«Έρχεται ένας τρεχάτος ζαλισμένος κι αγκαλιάζει τον ορθοστάτη της σκηνής και κάθεται στην είσοδο. Είχε ξεφύγει φαίνεται απ’ την ομάδα που τον βασάνιζε. Ήταν κάτι τρομερό. Ματωμένος, γδαρμένος, και το αριστερό του μάτι βγαλμένο, να κρέμεται πάνω στο μάγουλό του από το νεύρο. Φύσαγε και ο αέρας το πηγαινοέφερνε. Είναι μια από τις τρομακτικότερες εικόνες που ‘χω δει στη ζωή μου. Ήτανε ο Πέτρος Πασπαλιάρης απ’ το χωριό Μεσσημέρι της Έδεσσας.» (Σταμάτης Σταματόπουλος)

«Η αλλόφρων εκείνη μάζα των κρατουμένων ενσυνειδήτως πήρε την απόφαση να πεθάνει. Όρθιοι με φωνή ψάλανε τον Εθνικό Ύμνο. Πέντε χιλιάδες καρδιές χτυπούσαν με τον ίδιο ρυθμό, σ’ ένα χτύπο. Ένας ροπαλοφόρος με μια χτυπησιά άνοιξε το κεφάλι ενός κρατούμενου, και πριν σωριαστεί τινάχτηκαν μυαλά και αίμα στα πέντε μέτρα. Σ’ άλλο σημείο ο νεκρός Αμυράλης Βενιζέλος από σφαίρες έπεσε πάνω στα σχοινιά της σκηνής και το αίμα ανάβλυζε απ’ τα θανάσιμα τραύματα του, σε σχήμα πίδακα.» (Νίκος Μανδράκος)

«Όλα σβούριζαν γύρω μου. Και ξαφνικά το μάτι μου σταματάει σ’ ένα χέρι. Σ’ ένα μοναχικό χέρι, που τα δάκτυλά του ανοιγοκλείνουν. Ανατρίχιασα. Κάνω να πάρω τα μάτια μου, μα δεν μπορώ. Μένουν στα δάκτυλα που παίζουν από μόνα τους. Σα να ζητάνε βοήθεια. Το κορμί πάρα πέρα, όλο κομματιασμένες σάρκες να σφαδάζει. Το κροτάλιασμα απ’ τα μυδράλλια του Μπαϊρακτάρη σκεπάζει το θανατερό ρόγχο του παλικαριού. Υποφέρω αφάνταστα. Πιο εκεί βλέπω να κατρακυλάει σαν μπάλα ένα κεφάλι και να σταματάει μπροστά μου. Τα νεκρά μάτια μένουν τεζαρισμένα, ασάλευτα να γυαλίζουν, και πλάι να κρέμεται μια τούφα μαλλιά, ν’ ανεμίζουν παλαβά. Φοβάμαι, τρέμω. Είμαι κυκλωμένος από νεκρούς. Μουλιάζω στα αίματα. Μπροστά μου πέφτει ξερός στον τόπο ο Παναγιώτης Τζουμερκιώτης από τον Γκραβασαρά Ηπείρου και το χωριό Σπάρτο. Είμαι πια ένα ζωντανό πτώμα…» (Στέφανος Μαρτάκης)

«Είδα τους χωροφύλακες, τους φερμένους απ’ το Λαύριο, φορώντας μακριές πουκαμίσες καλοκαιρινές, μ’ εγγλέζικα κράνη και κρατώντας μακριά τουφέκια με ξιφολόγχες, να ορμάνε κατά πάνω μας. Κι είδα ακόμα μπροστά στα μάτια μου να σουβλίζουν τον Μίμη Ρούσο, γραμματέα της ΕΠΟΝ Ταμπουρίων. Μια σπαραξιά έβγαλε ο σουβλισμένος Ρούσος, εγώ λιγοθύμισα.» (Νίκος Σικάκος)

«Τρέχαμε σαν τρελοί δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να κρύψουμε τα κεφάλια μας σε κάποια ρωγμή, σε κάποια πέτρα. Άδικος κόπος: όποιος ξέκοβε από την μάζα, δεν γλίτωνε. Ο Μπαρούχος, ο Σφακιανός, ο Σκαλούμπακας, ο Λώλης και οι άλλοι τον ξέκαναν, ενώ ο Χατζημανώλης με τους ροπαλοφόρους έμπαιναν σ’ όσες σκηνές είχαν μείνει όρθιες, κι αφού ξέκαναν όποιον βρίσκανε μέσα, λεηλατούσαν τσεπώνοντας ό,τι έπεφτε στα χέρια τους.» (Τάσος Νηφάκος)

«Δεν ζούσα πια. Θαρρούσα πως έβλεπα όνειρο εφιαλτικό. Έπεφτα, σηκωνόμουνα και οι ριπές να τρυπανίζουν κορμιά. Μπροστά μου δυό κουφάρια, ταμπουρώνουμαι πίσω απ’ αυτά και περιμένω. Μπροστά μου ένας κτυπημένος, από πάνω του ένας αλφαμίτης. Ο κτυπημένος τον εκλιπαρούσε, τον ικέτευε. Ο αλφαμίτης άκαρδος, χτήνος, πατάει τη σκανδάλη δύο φορές. Ο φαντάρος λυγίζει, σωριάζεται με γδούπο και τα πόδια να κλωτσάνε, όπως τα πόδια της σφαγμένης κότας.» (Λεόντιος Παππάς)

«Ένας σπάραζε, Γιώργο σβήνω, δώσε το ρολόι στη μάνα μου. Είχαμε γίνει ένα κουρέλι ψυχικά. Τα πυρά είναι σταυρωτά, πώς να ζυγώσεις στον λαβωμένο; Ο μπροστινός πέφτει, σπαρταράει… βγάζει άναθρες λέξεις… Σα να ζητάει τη μάνα του. Ένας άλλος κάτι λέει, κρατώντας την κοιλιά του με τα δυό του χέρια. Ριπές, λάμψεις. Το λογικό σαλεύει. Πέφτεις του θανάτου πριν σ’ αγγίξει το πικρό βόλι. Ο θάνατος γραπώνει ζωές…» (Γιώργος Πυργιώτης)

Πώς να χωρέσει ο νους…


Κάτω από τέτοιες ακραίες συνθήκες βίας, δεν είναι εύκολο να παλέψεις με τη λογική σου και μάλιστα να βγεις και νικητής. Κάποιοι δεν άντεξαν…

«Βλέπω τον Μπασδέκη, τον Θανάση, να κάθεται καταγής και να μονολογάει: τσαφ-τσουφ, κάνει το τραίνο, τσαφ-τσουφ.» (Γιώργος Μαρούγκας)

«Πιο εκεί ο Ηπειρώτης Γιώργος Κόκκινος, ατάραχος, να κρατάει ένα σακίδιο και να κόβει κουραμάνα και να ματσουλάει. Κι ολούθε οι σφαίρες γάζωναν, κι ο Κόκκινος το χαβά του, να ματσουλάει. Είχε χάσει το λογικό του, κι έλεγε ελάτε να σας χορτάσω ψωμί-ψωμάκι.» (Δημήτρης Διαμαντής)

«Ένα φανταράκι μέσα στον καταιγισμό από ριπές, τα ουρλιάσματα των αλφαμιτών θα πεθάνετε Βούλγαροι, αψήφησε το θάνατο κι έπιασε να χορεύει και να τραγουδάει: Κίνησε η Γερακίνα για νερό κρύο να φέρει κι έπεσε μεσ’ το πηγάδι… Μα τον επήρε μια ριπή και πάει χορεύοντας στον άλλο κόσμο. Για μια στιγμή ο Κώστας Κοντάκης, ο Κρητικός, ένα φανταράκι λεπτοκαμωμένο, έχωσε το κεφάλι του σε μια βραχότρυπα και μονολογούσε: Το είπε ο Κύριος, το είπε ο Κύριος, κατόπι έβαλε τα γέλια. Δεν τον ξανάδα από τότε τον Κοντάκη.» (Περικλής Ροζάκης)

«Βλέπω ένα φανταράκι, τον Κρητικό τον Νικητάκη, απ’ την αγωνία του να κόβει τις φλέβες του.» (Γεράσιμος Λογαράς)

Λαμόγια στο χακί



Οι έντιμοι και βαθιά θρησκευάμενοι αξιωματικοί, αυτοί που ήθελαν να φέρουν στο σωστό δρόμο τους παραστρατημένους, εκτός από ψυχοπαθείς σαδιστές που ήταν, είχαν και αρκετά μακριά χέρια όπως αποδεικνύεται:

«Με τον υποδιοικητή Διονύση Σαλωνίτη γνωριζόμαστε από παλιά. Δουλεύαμε μαζί στα μεταλλεία Σκαλιστήρη στη Μάντρα. Μιναδόρος του λόγου μου, κλητήρας στα γραφεία ο Σαλωνίτης. Σκοτεινό πρόσωπο, τρύπωνε παντού και καρπωνόταν οτιδήποτε. Όλη η ζωή του ήταν λοβιτούρες. Με πήρε λοιπόν και μ’ έβαλε στα καμίνια, σαν κουμανταδόρο, και κάναμε ασβέστη, τούβλα, κεραμίδια, κάρβουνα. Αυτά όλα οι αξιωματικοί Κρητικός, Μαργέτης, Σκόρδας τα ‘παιρναν και τα ‘βγαζαν έξω και τα πουλούσαν για λογαριασμό τους.

Μας κλέβανε τις επιταγές και τα δέματα. Διάβαζαν τα γράμματα και μετά πήγαιναν στις οικογένειές μας στην Αθήνα και έπαιρναν διάφορα χρηματικά ποσά. Πήγανε και στη δικιά μου μάνα, που τους έδωσε 200 δραχμές.

Οι βασανιστάδες είχαν πάλι το δικό τους χαβά. Τις νύχτες μας τραβούσαν στη χαράδρα και μας βαρούσαν με συρματόσκοινα, με ρόπαλα και μπαμπού. Και άμα λιγοθυμούσαμε τότες πέφταν απάνω μας και μας έκλεβαν λεφτά, ρολόγια, δαχτυλίδια, καδένες, ακόμα και τα χρυσά δόντια ξερίζωναν. Αυτοί οι βασανιστάδες, λωποδυτάδες, ήτανε: ο Σωτήρης Ρενιέρης από την Μάντρα, ο Μανώλης Χούλιας από την Ελευσίνα, ο Γιάννης Μακρινάρης από τα Βίλια, ο Ευάγγελος Λιάσκος από την Μάντρα, ο Κώστας Καμπουράκης από υην Ελευσίνα.» (Γιώργος Μαρούγκας)

«Για διοικητή στον 1ο Λόχο είχαν τον ανθυπολοχαγό Κώστα Μπέσκο. Κάθε πρωί έπαιρνε από τους χίλιους φαντάρους του λόχου από δύο τσιγάρα. Μάζευε δηλαδή δύο χιλιάδες τσιγάρα. Κατόπι τα έδινε σε μένα. Περνούσα στο Λαύριο και τα πουλούσα εκεί. Κατόπι γύριζα στο Α΄ Τάγμα και τα λεφτά τα έδινα στον διοικητή Κώστα Μπέσκο.» (Κώστας Καψάνος)

«Να τα λέμε ντρέτα σκέτα, ο ανθυπολόχαγος Μαρκέλλος Καστρίτσης, που ήταν διευθυντής του γραφείου Ηθικής Αγωγής στο Α΄ Τάγμα, φουμάριζε χασίς. Είχε μία ομάδα, που την ονομάτιζε διωχτική ομάδα ναρκωτικών. Είχε και τον Λάκη Τζωρτζάκη για αποκλειστικό βαποράκι. Ο Λάκης που λες, με διαταγή του Καστρίτση έπαιρνε άδεια και πήγαινε στο Πειραιά και αγόραζε το πράγμα. Γύριζε ο Λάκης στο Α΄ Τάγμα και το χρυσοπουλούσε στους χασισοπότες. Ο Καστρίτσης, που τα κουμαντάριζε όλα, διέταζε την διωχτική ομάδα και αυτοί ορμούσαν στους πότες, τους έπιαναν και τους έπαιρναν το χασίς. Και φυσικά το παρέδιναν στον Καστρίτση. Τότες αυτός κρατούσε όσο ήθελε για πάρτη του, και το υπόλοιπο το ‘δινε στον Λάκη Τζωρτζάκη, ο οποίος και το μεταπουλούσε ξανά σ’ αυτούς τους ίδιους που τους το είχανε πάρει.» (Νίκος Λουλούδης)

«Ύστερα από δημοπρασία το καΐκι ναυλώθηκε (επιτάχθηκε) για έξι μήνες, με μηνιαίο μίσθωμα 8 χιλιάδες δραχμές. Με αυτά τα λεφτά πλήρωνα το πλήρωμα, κι έναν αργόμισθο άνθρωπο του ταγματάρχη Γ. Τζανετάτου, κι αυτός έδινε στον ίδιο τον Τζανετάτο χίλιες δραχμές το μήνα.» (Αντώνης Μορφοβασίλης)

7ος Λόχος: Η τελευταία πράξη του δράματος


Σκίτσο του Γιώργου Φαρσακίδη από το βιβλίο του για τη Μακρόνησο (κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1965 και επανεκδόθηκε πολλές φορές).

Η τελευταία πράξη του δράματος παίχθηκε στον 7ο Λόχο του Α΄ Τάγματος. Τίποτα δεν μπορεί να περιγράψει το μέγεθος των γεγονότων. Μόνο τα χώματα κι αυτοί που ένιωσαν την άχνα των τεράτων…

«Στον 7ο Λόχο μας χώσανε μέσα στις σκηνές. Είχαμε μετατραπεί σε κονσέρβα ψαριών. Είμασταν κολλητά όρθιοι, το μόνο που μπορούσαμε ήταν ν’ αναπνέουμε. Νέα εντολή, να βγούμε και ν’ ανηφορίσουμε πιο πάνω, στην πλαγιά, σ’ ένα φαλακρό μέρος. Εδώ διαγράφονταν τα δραματικότερα γεγονότα του διημέρου. Γιατί μέχρι τότε βλέπαμε τους νεκρούς να πέφτουν από μια σφαίρα που ερχόταν από κάποια απόσταση… Ενώ εδώ τους δολοφόνους τους ζούσαμε από κοντά. Η ζωή μας βρισκόταν στα χέρια του Σκαλούμπακα. Ο Σκαλούμπακας βρισκόταν εδώ, στο Μακρονήσι από δυσμενή μετάθεση, για δειλία που έδειξε σε μάχη με τον Δημοκρατικό Στρατό στην Ποντοκερασιά του Κιλκίς. Έτσι, ήθελε να βγάλει το άχτι του και να σκεπάσει τη δειλία του.» (Θέμης Μωσαΐδης)

«Σύρθηκα στη χαράδρα, στον 7ο Λόχο… Εδώ κουμαντάριζε ο Σφακιανός. Με βαρούσαν αλύπητα. Το κακό ήταν τρομερό… Θα ‘λεγες πως γίνονταν η συντέλεια του κόσμου. Με χτυπούσε ο Μακρυνώρης και τα τσιράκια του, ο Μπενίτος και ο Μαστοράκης. Μου σπάσανε το κεφάλι, μου τρύπησαν το μέτωπο, μου σπάσανε τα πλευρά, μου σπάσανε τα δυό μου πόδια πριν τον αστράγαλο, με σακάτεψαν, με σάπισαν στα βασανιστήρια.» (Γιώργος Μαρούγκας)

«Στον 7ο Λόχο, οι αλφαμίτες στα δυό τους χέρια κρατούσαν κασμαδόξυλα και μας βαρούσαν αλύπητα, και τα αίματα σαν συντριβάνια τινάζονταν από τα κορμιά των φαντάρων.» (Κώστας Σακελλαρόπουλος)

«Πιο ψηλά απ’ το ασβεστοκάμινο, και πιο ψηλά στον 7ο Λόχο, γινόνταν χαλασμός. Τρόμος, αγριανθρωπισμός. Ένας αλφαμίτης σήκωσε το αυτόματο Τόμσον και με δύναμη το κοπάνησε πάνω στο στρατιώτη Παντελή Παντελέων. Το Τόμσον έσπασε στα δύο. Ο Παντελέων αιμόφυρτος κουτρουβάλησε στο βάθος της ρεματιάς.» (Κώστας Τζουγανάτος)

«Μακελειό στο Α΄ Τάγμα. Μονάχα ένας Ντοστογιέφσκι μπορεί να τα καταγράψει. Μπουσουλώντας έφτασα στον 7ο Λόχο κατά τις 5 η ώρα… Τραγική κατάσταση… Προμηνύονταν νέα θύελλα. Πλησίασα τον ανθυπολοχαγό Μαργέτη, υπεύθυνο του Β΄ Γραφείου, που έπαιζε μεγάλο ρόλο, και καθώς ήμουν αναμμένος και εκτός εαυτού, τον αρπάζω απ’ τα πέτα και του λέγω: εάν χυθεί νέο αίμα, θα είσαι υπεύθυνος εσύ.

Ευθύς με άρπαξαν πέντε με δέκα αλφαμίτες και με βαρούσαν. Δίπλα μου ο Πότης Παρασκευόπουλος. Μ’ έσπασαν στο ξύλο… Έχασα τις αισθήσεις μου…

Μετά πέντε μέρες συνήρθα και βρισκόμουν στο αναρρωτήριο της ΣΦ. Είδα δίπλα μου, τραυματισμένους, τον Ηλία Ντότσικα από το Μεσολόγγι, δικηγόρο, τον Κώστα Τσιαπέρα απ’ την Θεσσαλονίκη και τον Νίκο Μομφεράτο, μετέπειτα διευθυντή της εφημερίδας Απογευματινή.» (Παντελής Παντελέων) (Ο Παντελής Παντελέων, από την Περαχώρα Κορινθίας, ήταν ήρωας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, παρασημοφορημένος από την Βασίλισσα της Αγγλίας…)

«Στον 7ο Λόχο μας είχαν όρθιους, ακίνητους, και με τις παλάμες πλεγμένες στο σβέρκο. Οι βασανιστές λυσσομανούσαν. Τουφεκούσαν και βαρούσαν. Μ’ έπιασε ανατριχίλα και τρόμος. Ένα γκαπ και ο πλαϊνός μου σωριάστηκε με ανοιγμένο κεφάλι στα δύο σαν καρπούζι. Ήτανε νεκρός. Πώς να περιγράψεις την κόλαση του Δάντε;» (Σταμάτης Μαυρομμάτης)

«Εμείς συνεχίσαμε να είμαστε μια μάζα κοντά 4.500 φαντάροι. Φτάνει ο Μπαρούχος ο μονόφθαλμος με μια κουστωδία αλφαμιτών, και ρωτάει: Ρε ποιοι θέλουν να υπογράψουν δήλωση; Εκείνη τη στιγμή φωνάζουν έναν λοχία και ο Μπαρούχος τον ρωτάει: Θα υπογράψεις δήλωση; Και ο λοχίας απάντησε: Έχω παράσημο από την Αλβανία, όχι, δεν κάνω δήλωση. Την ίδια στιγμή τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν ακαριαία.

Ξαναρωτάει ο Μπαρούχος, ποιος θέλει να κάνει δήλωση; Και βγήκαν καμιά πεντακοσαριά φαντάροι. Εδώ έχουμε το πρώτο ρήγμα, και φυσικά δεν μπορούμε να περιμένουμε περισσότερα πράγματα από έναν κόσμο, από παιδιά στην πραγματικότητα, ύστερα από ένα διήμερο σφαγής. Έρχεται κάποτε η κάμψη, αναπόφευκτο κακό.

Κάποια στιγμή βλέπω πως είμαι ολομόναχος, όλοι οι διπλανοί μου έλειπαν. Κοιτάζω πίσω και βλέπω καμιά διακοσαριά. Παραμέναμε αμετακίνητοι, οπότε ο Σκαλούμπακας, που επόπτευε με χιτλερικό ύφος, δίνει κοφτή διαταγή: ομαδικός ξυλοδαρμός. Το τι επακολούθησε είναι αδύνατον να το περιγράψω με λόγια. Κυριολεκτικά ζήσαμε στου Άδη τα κατράμια». (Θέμης Θωμαΐδης)

[Το αδημοσίευτο μέχρι σήμερα φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει το αφιέρωμά μας το παραχώρησε ο Δημήτρης Παπαχρήστος από το προσωπικό του αρχείο. Στο Α΄ μέρος περιγράφεται πώς ανακαλύφθηκαν οι φωτογραφίες αυτές το 1953 από τον Τάσο Γερογιάννη, συγχωριανό του Παπαχρήστου, στα χέρια του οποίου έφτασαν τελικά. Στο συγκλονιστικό φωτογραφικό υλικό φαίνονται μεταξύ άλλων Μακρονησιώτες που, αντί να «αναμορφωθούν», κατέληξαν ακρωτηριασμένοι: πρόκειται για μνημεία του χορού των τεράτων που αιματοκύλησαν χιλιάδες και δολοφόνησαν εκατοντάδες αγωνιστές. Ευχαριστούμε και πάλι θερμά τον Δημήτρη Παπαχρήστο για την παραχώρηση των φωτογραφιών.]

Πηγή: e-dromos.gr



Κώστας Γκιώνης: Σχετικά με τον συντάκτη