Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2021

Κώστας Γιαννίδης (ή Γιάννης Κωνσταντινίδης) -Αφιέρωμα


Γιάννης Αγγέλου


«Όταν γεννήθηκα, η γιαγιά μου έβαλε πλάι στην κούνια μου τρία πιατάκια με γλυκό του κουταλιού, βύσσινο, νεράντζι, καρυδάκι. Για να φάνε οι μοίρες και να γλυκαθούνε και να είναι καλές μαζί μου. Το άλλο πρωί τα πιατάκια ήταν άδεια. Εγώ πιστεύω πως ο χρόνος ήρθε κι έφαγε και από τα τρία. Είναι καλός μαζί μου ο χρόνος».

Με αυτά τα λόγια «αυτοβιογραφείται» ο σπουδαίος συνθέτης Κώστας Γιαννίδης στο θεατρικό έργο της Έλενας Πέγκα «Βαλς Εξιτασιόν» που βασίζεται στη ζωή του.

Ο χρόνος για τον Κώστα Γιαννίδη – ή Γιάννη Κωνσταντινίδη, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, αλλά και το όνομα με το οποίο υπέγραφε τα έργα του στην λεγόμενη σοβαρή μουσική, ξεκίνησε στις 21 Αυγούστου 1903 σε εύπορο σπίτι της Σμύρνης, στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον της οποίας πήρε νωρίς μαθήματα μουσικής και ήρθε σε επαφή και με τη δημοτική μουσική που τον σημάδεψε έντονα και στάθηκε πηγή έμπνευσης σε πολλές από τις κατοπινές δημιουργίες του.

Ο πατέρας του, Γιώργος Κωνσταντινίδης, ασχολήθηκε με το εμπόριο σταφίδας. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή ζούσε σε ένα σπίτι αστικό και καλλιεργημένο. Η μητέρα του Ευαγγελία Ξένου, δυναμική, με ισχυρή προσωπικότητα και έντονες καλλιτεχνικές τάσεις, επηρέασε σημαντικά τον γιο της που έμελλε να αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες στην αρένα του ελαφρού τραγουδιού. Ο Κωνσταντινίδης πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου και αρμονίας με τον Δημοσθένη Μιλανάκη, άνθρωπο που καθόρισε τη μουσική του κουλτούρα με τρόπο καθοριστικό.


Παραμονές της Μικρασιατικής καταστροφής του 1922, με τη σύμφωνη γνώμη των οικονομικά κατεστραμμένων γονιών του, κατέφυγε στη Γερμανία, όπου για αρκετά χρόνια σπούδασε μουσική, αρχικά στη Δρέσδη και μετά στο Βερολίνο, στην Ανώτατη Μουσική Ακαδημία και στο Ωδείο Στερν. Το πρώτο διάστημα της παραμονής του σε γερμανικό έδαφος αναγκάζεται, για βιοποριστικούς λόγους, να παίζει πιάνο σε ζαχαροπλαστεία, καμπαρέ, θέατρα και κινηματογράφους, αναλαμβάνοντας τη μουσική συνοδεία διαφόρων ταινιών. Κάποια στιγμή αποφάσισε να ασχοληθεί και με τη ζωγραφική και τη σκιτσογραφία, επηρεασμένος από τις καρικατούρες του Τζορτζ Γκρος. Συνδέεται φιλικά με τον κύκλο των Ελλήνων σπουδαστών της Γερμανίας και κυρίως με τον νεαρό Νίκο Σκαλκώτα, που βρισκόταν επίσης στα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα. Ερχόμενος σε επαφή με μια υψηλού επιπέδου μουσική ζωή, είχε πλέον τη δυνατότητα να συναναστραφεί και να γνωρίσει από κοντά μεγάλες μουσικές προσωπικότητες, όπως ο Στραβίνσκι, ο Προκόφιεφ, ο Μπάρτοκ, ενώ συγχρόνως σπούδασε θεωρητικά, σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας με σημαντικούς δασκάλους, μεταξύ των οποίων ο Καρλ Έρενμπεργκ και ο σπουδαίος συνθέτης και συνεργάτης του Μπέρτολντ Μπρεχτ, Κουρτ Βάιλ. Η πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτη, στο Θέατρο του Στράλσουντ της Βόρειας Γερμανίας, πραγματοποιήθηκε με την οπερέτα «Το μικρόβιο της αγάπης» το 1927.

Το 1931 ο Γιάννης Κωνσταντινίδης εγκατέλειψε το Βερολίνο, καθώς η ατμόσφαιρα της πόλης είχε ήδη αρχίσει να δηλητηριάζεται από τον φασισμό, ενώ η σπιτονοικοκυρά του ήταν απαρηγόρητη και του επαναλάμβανε ότι δεν καταλάβαινε τι τον έκανε να αφήσει την πόλη: «Δεν έχει νόημα να της εξηγήσω! Σήμερα το πρωί την άκουσα να μιλάει ακόμα και για τον “Φύρερ” στον θυρωρό. Ήδη άρχισε να προσαρμόζεται(!) Σήμερα ο ήλιος λάμπει. Η μέρα είναι ζεστή και γλυκιά. Έχω βγει για τον τελευταίο πρωινό μου περίπατο χωρίς καπέλο και παλτό. Ο ήλιος λάμπει και ο Χίτλερ είναι κυρίαρχος της πόλης. Είναι ο “Φύρερ”, ο “Οδηγός”».

Αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και αρχίζει να εξασκεί αυτό που αγαπούσε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Να συνθέτει μελωδίες και να αναζητά συνεχώς νέα ερεθίσματα για να εμπλουτίζει το ρεπερτόριο της καλλιτεχνικής του δράσης.

Επειδή στον χώρο του ελαφρού τραγουδιού υπήρχε συνθέτης με ίδιο επώνυμο, άλλαξε το όνομά του σε Κώστας Γιαννίδης , παραμένοντας όμως με το πραγματικό του όνομα στον χώρο της Εθνικής Μουσικής Σχολής. Ο Γιαννίδης ασχολήθηκε με το μουσικό θέατρο και τη δισκογραφία, την οποία και πλούτισε με σπουδαία τραγούδια και ανανέωσε τη «φόρμα» της στη μετά τους Χαιρόπουλο και Αττίκ εποχή.

Παρουσίασε περίπου 50 οπερέτες, μουσικές κωμωδίες και πολλές επιθεωρήσεις και παράλληλα διετέλεσε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και της Ένωσης Μουσουργών Ελλάδος, διευθυντής του Τμήματος Ελαφράς Μουσικής του ΕΙΡ από το 1946 έως το 1952, καθώς και μουσικός διευθυντής στην ΥΕΝΕΔ, την περίοδο 1952-1960. Η πρώτη του επιθεώρηση είχε τίτλο Αέρας φρέσκος και ανέβηκε στο θέατρο Έντεν στο Θησείο.


Το 1960 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο του Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού της Βαρκελώνης με το εξαίρετο τραγούδι του «Ξύπνα αγάπη μου», που ερμήνευσε η Νάνα Μούσχουρη. Στον ελληνικό κινηματογράφο υπογράφει τη μουσική επένδυση σε επτά ταινίες, μεταξύ των οποίων Η προσφυγοπούλα, Οι Γερμανοί ξανάρχονται και Ο μεθύστακας. Για τα ελαφρά τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες στην εποχή του, υπέγραφε με το όνομα Κώστας Γιαννίδης.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του ήρθε το 1933, όταν, μαζί με τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε Αλέκο Σακελλάριο, έγραψε το πασίγνωστο «Θα ξανάρθεις», το οποίο τραγούδησε η πρωτοεμφανιζόμενη στη δισκογραφία εκείνης της εποχής, Δανάη.



Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης, ένας άνθρωπος λιγομίλητος, λιτός και λακωνικός, βρίσκει πρόχειρο το σύστημα των ηχογραφήσεων και ανυπόφορο του θεάτρου. Σε συνέντευξη που παραχώρησε την άνοιξη του 1983 στον Γιώργο Παπαστεφάνου, αναφέρθηκε στις μάχες που αναγκαζόταν να δίνει με τον θεατρικό επιχειρηματία Φώτη Σαμαρτζή, προκειμένου να γράψει και κάτι διαφορετικό από ταγκό, με τον επιχειρηματία να του απαντά: «Κύριε Γιαννίδη, δεν μπορείτε εσείς να παίζετε με τα λεφτά μου… Απαιτώ να φύγει το κομμάτι!». Ο λόγος για το κομμάτι «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα», που ο συνθέτης έγραψε για τη Σοφία Βέμπο.

Όλη η συνέντευξη εδώ:


Η συνεργασία του με τη Σοφία Βέμπο αποτέλεσε κομβικό σημείο στη σταδιοδρομία του, γιατί χάρη στη φωνή της κατάφερε να κάνει τη στροφή του, μη αντέχοντας να γράφει πια μόνο ταγκό, όπως απαιτούσαν οι θεατρικοί επιχειρηματίες και ο τότε κόσμος της δισκογραφίας.

Εδώ το τραγούδι «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα», με τη Σοφία Βέμπο.


Σημαντικότερα από τα 100 περίπου τραγούδια του, που είχαν σχεδόν όλα μεγάλη επιτυχία, είναι τα: «Συγγνώμη σου ζητώ, συγχώρεσέ με», «Κάποιο μυστικό», «Καλό σου ταξίδι», «Θάρθω μια νύχτα με φεγγάρι», «Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου», «Λες και ήταν χτες», «Σπιτάκι μου παλιό», «Σαν κι απόψε», «Ερι-Ερήνη», «Το τραγούδι της Μαρίνας», «Λες και δεν είν’ αλήθεια», «Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια», που υπήρξε και σπουδαία θεατρική παράσταση στο θέατρο Βέμπο, «Τα δικά σου τα μάτια», «Πάμε σαν άλλοτε», «Για σένα μονάχα», «Εκείνοι που δεν κλάψανε», “Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα”, «Βαρκαρόλα», “Κοιμήσου”, “Όλο μου λες πως πια δε μ’ αγαπάς”, “Μη φύγεις”, “Πέρσι τέτοιο καιρό”, “Ας σταματήσουμε ως εδώ”, «Θα σε πάρω, θα με πάρεις», «Ζητώ να σε ξεχάσω», «Σ’ αγαπώ», «Ο Γιάννος κι η Παγώνα», «Του Γιάννου η φλογέρα», «Μια γυναίκα», «Έτσι είν’ η ζωή μωρό μου», «Ο κουμπάρος κι η κουμπάρα», κ.λπ.

«Θάρθω μια νύχτα με φεγγάρι», Tango serenade του 1937 σε μουσική Κώστα Γιαννίδη και στίχους Κρέωνα Ρηγόπουλου με την Κούλα Νικολαϊδου


«Συγγνώμη σου ζητώ συγχώρεσέ με», αργό valse του 1937 σε μουσική Κώστα Γιαννίδη και στίχους Αλέκου Σακελλάριου με τη Σόνια Κουρτίδου


«Πάμε σαν άλλοτε», του 1948, Στίχοι: Αλέκος Σακελλάριος & Χρήστος Γιαννακόπουλος και Μουσική: Κώστας Γιαννίδης & Μιχάλης Σουγιούλ   


«Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου», Foxtrot του 1939 σε μουσική Κώστα Γιαννίδη και στίχους Βασίλη Σπυρόπουλου και Πάνου Παπαδούκα απο την επιθεώρηση “Βιολέττα” την μεγάλη επιτυχία του θιάσου Μηλιάδη Κυριακού στο θέατρο Σαμαρτζή. Ερμηνεύει ο Νίκος Γούναρης
 

Τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο του Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού της Βαρκελώνης με το εξαίρετο τραγούδι του «Ξύπνα αγάπη μου» (1960) που ερμήνευσε η Νάνα Μούσχουρη


Με το Γ΄ Βραβείο του επόμενου έτους με το τραγούδι «Τα δυο σου γκρίζα ματάκια» που ερμήνευσε η Άντζελα Ζήλεια


Και με το Α΄ Βραβείο στο 1ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το τραγούδι «Αλυσίδες» (1962) που ερμήνευσε η Καίτη Μπελίντα.



Το 1949 ο διευθυντής του Ωδείου Αθηνών Σπύρος Φαραντάτος του ζητά ελληνικά κομμάτια για πιάνο για να παίζουν τα παιδιά. Μια ιδέα από την οποία ο Γιαννίδης εμπνέεται και χρησιμοποιώντας ελληνικές μελωδίες γράφει (ως Γιάννης Κωνσταντινίδης) τα 44 παιδικά κομμάτια, που τυχαίνουν καθολικής αναγνώρισης ως βασικά θεμέλια ενός μελλοντικού αξιοσέβαστου ρεπερτορίου για κάθε πιανίστα. Εδώ ένα απόσπασμα


Αποφασίζει, μετά από προτροπή του Δημήτρη Μητρόπουλου, να γράψει έργα για ορχήστρα: τις «Δύο Δωδεκανησιακές Σουίτες» και τη «Μικρασιατική Ραψωδία», που αφιέρωσε στη μητέρα του.

Εδώ η «Δωδεκανησιακή Σουίτα αρ. 1»


Και εδώ απόσπασμα από τη «Μικρασιατική Ραψωδία»




Εκτός από τα αριστουργήματα που έγραψε ο Κώστας Γιαννίδης, από το 1960 μέχρι το 1963 επιχείρησε να γράψει μια σειρά από λαϊκά τραγούδια, που ηχογράφησε με τραγουδιστές μικρότερης «εμβέλειας», σε εξίσου μικρότερες δισκογραφικές εταιρείες, με εξαίρεση δυο με τον Βαγγέλη Περπινιάδη κι ένα με τον Πάνο Γαβαλά.

Όλα τα τραγούδια κυκλοφόρησαν σε δίσκους 45 στροφών, ενώ αξίζει να σημειώσουμε πως το 1993 η Βίκυ Μοσχολιού επανέφερε ένα από αυτά στην επικαιρότητα. Ήταν το «Μπιζουδάκι μου», που έδωσε και το γενικό τίτλο στα «Μπιζουδάκια», το δεύτερο δίσκο που με αρχοντορεμπέτικα που ηχογράφησε στην πορεία της, σε επιλογή του Γιώργου Παπαστεφάνου και ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας του Γιώργου Κατσαρού.

Το τραγούδι που επέπλευσε από τα λαϊκά του Κώστα Γιαννίδη, γνώρισε μεγάλη επιτυχία κι ακούγεται μέχρι σήμερα, ήταν βεβαίως «Τα νέα της Αλεξάνδρας» με τον Βαγγέλη Περπινιάδη. Ένα τραγούδι που ξεκινούσε με το χαρακτηριστικό ήχο με τα πούλια από το τάβλι και με τον ήχο του μπουζουκιού του Χάρη Λεμονόπουλου και κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών, έχοντας από την άλλη ένα εξίσου ωραίο ζεϊμπέκικο του Κώστα Γιαννίδη με τον Περπινιάδη, το «Μανούλα μου, μανούλα μου». Η «Αλεξάνδρα» γνώρισε στα επόμενα χρόνια αρκετές επανεκτελέσεις από καλλιτέχνες όπως ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Γιώργος Νταλάρας, η Αθηναϊκή Κομπανία, ο γιος του Βαγγέλη Στέλιος Περπινιάδης, αλλά και ο ίδιος ο πρώτος διδάξας που ξαναηχογράφησε το τραγούδι το 1980.

«Τα νέα της Αλεξάνδρας», στίχοι και μουσική του Κώστα Γιαννίδη, ερμηνεύει ο Βαγγέλης Περπινιάδης




Τα λαϊκά τραγούδια του Κώστα Γιαννίδη είναι:

1) α) Εκείνοι που δεν κλάψανε (Κώστας Γιαννίδης) Πάνος Γαβαλάς – Σπύρος Ζαγοραίος

β) Η χαρτορίχτρα (Κώστας Γιαννίδης) Βούλα Γκίκα

2) α) Η αχάριστη (Κώστας Γιαννίδης) Μάκης Κουρτίδης

β) Κάτω απ’ το κλειστό σου παραθύρι (Κώστας Γιαννίδης) Μάκης Κουρτίδης

3) α) Μπιζουδάκι μου (Κώστας Γιαννίδης) Παντελής Τιτάκης

β) Η μαϊμού η Ζαφειρίτσα (Κώστας Γιαννίδης) Παντελής Τιτάκης

4) α) Τα νέα της Αλεξάνδρας (Κώστας Γιαννίδης) Βαγγέλης Περπινιάδης

β) Μανούλα μου μανούλα μου (Κώστας Γιαννίδης) Βαγγέλης Περπινιάδης

5) α) Άσε με ν’ απολογηθώ (Κώστας Γιαννίδης – Φώτης Μιχαλάτος) Νόνη Κωστοπούλου

β) Θέλω κι εγώ έναν άνθρωπο (Κώστας Γιαννίδης – Φώτης Μιχαλάτος) Νόνη Κωστοπούλου

6) α) Τετράγωνο, τετράγωνο (Κώστας Γιαννίδης – Φώτης Μιχαλάτος) Λίτσα Ζάνετ

β) Δεν το ξανακάνω (Κώστας Γιαννίδης – Φώτης Μιχαλάτος) Πάνος Φώσκολος & Λίτσα Ζάνετ

7) α) Μαύρο κόκκινο (Κώστας Γιαννίδης – Φώτης Μιχαλάτος) Πάνος Φώσκολος & Λίτσα Ζάνετ

β) Κάποια μέρα θα σκοντάψεις (Κώστας Γιαννίδης – Φώτης Μιχαλάτος) Λίτσα Ζάνετ

Στις 17 Ιανουαρίου του 1984 πεθαίνει στην Αθήνα ο συνθέτης Γιάννης Κωνσταντινίδης. Οι περισσότεροι τον ήξεραν με το ψευδώνυμό του, Κώστας Γιαννίδης και αν δεν ήξεραν ούτε αυτό, είχαν σίγουρα σιγοψιθυρίσει κάποιο τραγούδι του.

Πέθανε στην αφάνεια, ενώ στην κηδεία του μεγάλου και χαρισματικού συνθέτη των επιτυχιών του ελαφρού τραγουδιού παρευρέθηκαν μόλις δώδεκα άτομα, μαζί με τους συγγενείς. Ο Γιαννίδης ζούσε με μια πενιχρή σύνταξη από το ελληνικό κράτος, ενώ είχε αναγκαστεί για πολλά χρόνια, προκειμένου να συμπληρώσει τα ένσημά του, να δουλεύει στη ραδιοφωνία γύρω στο 1965 ως κατώτερος υπάλληλος. Εκεί, όπου είχε διατελέσει διευθυντής του τμήματος ελαφράς μουσικής του ΕΙΡ την περίοδο 1946-1952, καθώς και μουσικός διευθυντής στην ΥΕΝΕΔ την περίοδο 1952-1960.

Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα, κυρίως μέσω του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής «Γιάννης Κωνσταντινίδης», το έργο του Κωνσταντινίδη έχει διασωθεί και αποτελεί αντικείμενο μελέτης μέσα από επανεκδόσεις, ηχογραφήσεις και συναυλιακές παρουσιάσεις τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό.

Κλείνω με κάτι εντελώς προσωπικό. Είχα την τύχη να «γνωρίσω» τον Κώστα Γιαννίδη από πολύ μικρός. Η μουσική του ακουγόταν στο σπίτι. Όταν πέθανε, λίγο καιρό μετά, κυκλοφόρησε ένας δίσκος, με τίτλο «Ο εξαίρετος Κύριος Γιαννίδης», την επιμέλεια του οποίου είχε ο Διονύσης Σαββόπουλος και την ερμηνεία των τραγουδιών η Μαργαρίτα Ζορμπαλά. Τον αγόρασα και άκουγα κάθε τραγούδι με μεγάλη προσοχή. Εκτίμησα ακόμη περισσότερο τον συνθέτη Γιάννη Κωνσταντινίδη. Εκείνο το καλοκαίρι, του 1984, σε κάθε ευκαιρία προσπαθούσα να τον «γνωρίσω» στους φίλους μου. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Το σίγουρο είναι πως τραγουδήσαμε μαζί αρκετά τραγούδια του.

Εδώ το τραγούδι «Τι σου λένε», σε στίχους Δημήτρη Ευαγγελίδη και Δημήτρη Γιαννουκάκη


Πηγή:www.alt.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου