Ο Μούσα Αγκ Ασαρίντ γεννήθηκε σε έναν νομαδικό καταυλισμό των Τουαρέγκ, στην έρημο του βόρειου Μάλι, ανάμεσα στο Τιμπουκτού και το Γκάο.
Μεγάλωσε ανάμεσα σε καμήλες, κατσίκες και πρόβατα.
Ο κόσμος του δεν είχε σχολικές αίθουσες, βιβλιοθήκες, ηλεκτρικό ρεύμα ή ρολόγια που να καθορίζουν τη ζωή της ημέρας.
Είχε τον ήλιο.
Τα αστέρια.
Το νερό.
Τη διαδρομή των κοπαδιών.
Και τη σιωπή της ερήμου.
Ως παιδί έμαθε να παρατηρεί πράγματα που για έναν άνθρωπο της πόλης μπορεί να περνούν απαρατήρητα: την κατεύθυνση του ανέμου, τη θέση του ήλιου, τα αστέρια, τα ίχνη στην άμμο, την παρουσία νερού και χορταριού.
Η ζωή ήταν λιτή.
Αλλά, όπως έχει περιγράψει ο ίδιος, μέσα σε αυτή τη λιτότητα υπήρχε μια βαθιά αίσθηση πληρότητας.
Δεν υπήρχαν πολλά πράγματα.
Γι' αυτό και κάθε πράγμα είχε αξία.
Και τότε εμφανίστηκε ένα βιβλίο.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, το ράλι Παρίσι–Ντακάρ πέρασε από την περιοχή όπου ζούσε η οικογένειά του.
Ένα βιβλίο έφτασε στα χέρια του.
Ήταν ο Μικρός Πρίγκιπας του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ.
Ο Μούσα τότε δεν μπορούσε ακόμη να το διαβάσει.
Αλλά κάτι μέσα του άλλαξε.
Απέκτησε έναν στόχο:
να μάθει να διαβάζει.
Η επιθυμία αυτή τον οδήγησε στο σχολείο.
Για να φτάσει εκεί, περπατούσε καθημερινά μεγάλες αποστάσεις. Αργότερα ένας δάσκαλος του εξασφάλισε ένα μέρος για να κοιμάται, ενώ μια γυναίκα τού έδινε φαγητό όταν περνούσε από το σπίτι της.
Χρόνια αργότερα κατάλαβε ότι αυτή η βοήθεια είχε φτάσει στη ζωή του την κατάλληλη στιγμή.
Και ο ίδιος δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε.
Η έρημος και η Ευρώπη
Ο Μούσα Αγκ Ασαρίντ τελικά έφτασε στη Γαλλία και σπούδασε.
Από ένα παιδί της νομαδικής ζωής έγινε φοιτητής, συγγραφέας, δημοσιογράφος και αφηγητής.
Έγραψε μάλιστα το βιβλίο Y a pas d'embouteillage dans le désert ! — «Δεν έχει μποτιλιάρισμα στην έρημο!». Η ζωή του ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους έγινε αντικείμενο των βιβλίων και των δημόσιων παρεμβάσεών του.
Και τότε άρχισε να παρατηρεί κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παρατηρούν ποτέ.
Τη σχέση μας με τον χρόνο.
Στην έρημο, ο χρόνος δεν είναι κάτι που πρέπει συνεχώς να προλάβεις.
Δεν υπάρχει μποτιλιάρισμα.
Δεν υπάρχει η ίδια αίσθηση βιασύνης.
Υπάρχει η πορεία του ήλιου.
Η επιστροφή των κοπαδιών.
Η φωτιά.
Το τσάι.
Η νύχτα.
Τα αστέρια.
Και οι άνθρωποι που κάθονται μαζί.
Ο ίδιος έχει μιλήσει για τη διαφορά που ένιωσε όταν ήρθε στην Ευρώπη: ανθρώπους που έτρεχαν στα αεροδρόμια, άφθονο νερό να τρέχει από τις βρύσες, καταστήματα γεμάτα πράγματα και μια κοινωνία που, παρά την αφθονία της, συχνά έμοιαζε να βιάζεται διαρκώς.
Για έναν άνθρωπο που είχε μεγαλώσει γνωρίζοντας την αξία κάθε σταγόνας νερού, η εικόνα αυτή δεν μπορούσε να είναι αδιάφορη.
Και ύστερα έρχεται η φράση.
Μια φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη τη σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τη ζωή:
«Εσείς έχετε το ρολόι. Εγώ έχω τον χρόνο.»
Ίσως γι' αυτό η ιστορία του Μούσα Αγκ Ασαρίντ δεν είναι τελικά μια ιστορία για την έρημο.
Είναι μια ιστορία για το τι θεωρούμε σημαντικό.
Για έναν άνθρωπο που μεγάλωσε χωρίς ρολόι, ο χρόνος δεν ήταν αριθμός.
Ήταν η ανατολή.
Η διαδρομή μέχρι το νερό.
Η επιστροφή των ζώων.
Η φωτιά που ανάβει το βράδυ.
Το τσάι που βράζει.
Οι άνθρωποι που κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον.
Και ίσως, κάπου μέσα σε αυτή τη σιωπή, βρίσκεται ένα ερώτημα που αφορά όλους μας:
Έχουμε πράγματι περισσότερο χρόνο επειδή έχουμε ρολόγια που μας τον μετρούν;
Ή μήπως, κάποιες φορές, το μόνο που έχουμε καταφέρει είναι να μάθουμε να τον κυνηγάμε;
Ο κόσμος του δεν είχε σχολικές αίθουσες, βιβλιοθήκες, ηλεκτρικό ρεύμα ή ρολόγια που να καθορίζουν τη ζωή της ημέρας.
Είχε τον ήλιο.
Τα αστέρια.
Το νερό.
Τη διαδρομή των κοπαδιών.
Και τη σιωπή της ερήμου.
Ως παιδί έμαθε να παρατηρεί πράγματα που για έναν άνθρωπο της πόλης μπορεί να περνούν απαρατήρητα: την κατεύθυνση του ανέμου, τη θέση του ήλιου, τα αστέρια, τα ίχνη στην άμμο, την παρουσία νερού και χορταριού.
Η ζωή ήταν λιτή.
Αλλά, όπως έχει περιγράψει ο ίδιος, μέσα σε αυτή τη λιτότητα υπήρχε μια βαθιά αίσθηση πληρότητας.
Δεν υπήρχαν πολλά πράγματα.
Γι' αυτό και κάθε πράγμα είχε αξία.
Και τότε εμφανίστηκε ένα βιβλίο.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, το ράλι Παρίσι–Ντακάρ πέρασε από την περιοχή όπου ζούσε η οικογένειά του.
Ένα βιβλίο έφτασε στα χέρια του.
Ήταν ο Μικρός Πρίγκιπας του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ.
Ο Μούσα τότε δεν μπορούσε ακόμη να το διαβάσει.
Αλλά κάτι μέσα του άλλαξε.
Απέκτησε έναν στόχο:
να μάθει να διαβάζει.
Η επιθυμία αυτή τον οδήγησε στο σχολείο.
Για να φτάσει εκεί, περπατούσε καθημερινά μεγάλες αποστάσεις. Αργότερα ένας δάσκαλος του εξασφάλισε ένα μέρος για να κοιμάται, ενώ μια γυναίκα τού έδινε φαγητό όταν περνούσε από το σπίτι της.
Χρόνια αργότερα κατάλαβε ότι αυτή η βοήθεια είχε φτάσει στη ζωή του την κατάλληλη στιγμή.
Και ο ίδιος δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε.
Η έρημος και η Ευρώπη
Ο Μούσα Αγκ Ασαρίντ τελικά έφτασε στη Γαλλία και σπούδασε.
Από ένα παιδί της νομαδικής ζωής έγινε φοιτητής, συγγραφέας, δημοσιογράφος και αφηγητής.
Έγραψε μάλιστα το βιβλίο Y a pas d'embouteillage dans le désert ! — «Δεν έχει μποτιλιάρισμα στην έρημο!». Η ζωή του ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους έγινε αντικείμενο των βιβλίων και των δημόσιων παρεμβάσεών του.
Και τότε άρχισε να παρατηρεί κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παρατηρούν ποτέ.
Τη σχέση μας με τον χρόνο.
Στην έρημο, ο χρόνος δεν είναι κάτι που πρέπει συνεχώς να προλάβεις.
Δεν υπάρχει μποτιλιάρισμα.
Δεν υπάρχει η ίδια αίσθηση βιασύνης.
Υπάρχει η πορεία του ήλιου.
Η επιστροφή των κοπαδιών.
Η φωτιά.
Το τσάι.
Η νύχτα.
Τα αστέρια.
Και οι άνθρωποι που κάθονται μαζί.
Ο ίδιος έχει μιλήσει για τη διαφορά που ένιωσε όταν ήρθε στην Ευρώπη: ανθρώπους που έτρεχαν στα αεροδρόμια, άφθονο νερό να τρέχει από τις βρύσες, καταστήματα γεμάτα πράγματα και μια κοινωνία που, παρά την αφθονία της, συχνά έμοιαζε να βιάζεται διαρκώς.
Για έναν άνθρωπο που είχε μεγαλώσει γνωρίζοντας την αξία κάθε σταγόνας νερού, η εικόνα αυτή δεν μπορούσε να είναι αδιάφορη.
Και ύστερα έρχεται η φράση.
Μια φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη τη σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τη ζωή:
«Εσείς έχετε το ρολόι. Εγώ έχω τον χρόνο.»
Ίσως γι' αυτό η ιστορία του Μούσα Αγκ Ασαρίντ δεν είναι τελικά μια ιστορία για την έρημο.
Είναι μια ιστορία για το τι θεωρούμε σημαντικό.
Για έναν άνθρωπο που μεγάλωσε χωρίς ρολόι, ο χρόνος δεν ήταν αριθμός.
Ήταν η ανατολή.
Η διαδρομή μέχρι το νερό.
Η επιστροφή των ζώων.
Η φωτιά που ανάβει το βράδυ.
Το τσάι που βράζει.
Οι άνθρωποι που κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον.
Και ίσως, κάπου μέσα σε αυτή τη σιωπή, βρίσκεται ένα ερώτημα που αφορά όλους μας:
Έχουμε πράγματι περισσότερο χρόνο επειδή έχουμε ρολόγια που μας τον μετρούν;
Ή μήπως, κάποιες φορές, το μόνο που έχουμε καταφέρει είναι να μάθουμε να τον κυνηγάμε;
Σ.Σ.: Λίγα λόγια για τους Τουαρέγκ
Οι Τουαρέγκ είναι ένας νομαδικός ή ημινομαδικός λαός της Σαχάρας και του Σαχέλ, με παρουσία κυρίως στο Μάλι, τον Νίγηρα, την Αλγερία, τη Λιβύη και τη Μπουρκίνα Φάσο. Ανήκουν στους λαούς των Αμαζίγ και διατηρούν τη δική τους γλώσσα, την ταμασέκ, καθώς και το παραδοσιακό τους σύστημα γραφής, το τιφινάγ.
Δεν υπάρχει ένας απολύτως βέβαιος αριθμός για τον πληθυσμό τους, καθώς δεν καταγράφονται ενιαία στις απογραφές των χωρών όπου ζουν. Οι εκτιμήσεις τους τοποθετούν σε μερικά εκατομμύρια ανθρώπους συνολικά.
Για αιώνες, η ζωή τους συνδέθηκε με την κίνηση μέσα στην έρημο, την κτηνοτροφία, το εμπόριο και τη γνώση του νερού, των δρόμων και των φυσικών συνθηκών της Σαχάρας. Η παραδοσιακή νομαδική ζωή, όμως, έχει αλλάξει σημαντικά. Η ξηρασία, η κλιματική πίεση, τα σύνορα των σύγχρονων κρατών, οι συγκρούσεις και η οικονομική αλλαγή έχουν περιορίσει την ελεύθερη μετακίνηση πολλών κοινοτήτων.
Παρά τις αλλαγές, η πολιτιστική τους ταυτότητα παραμένει ζωντανή: η γλώσσα, η μουσική, η ποίηση, η τέχνη του ασημιού, το χαρακτηριστικό μπλε ένδυμα και κυρίως η βαθιά σχέση τους με την έρημο εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά στοιχεία της κληρονομιάς τους.
Ίσως γι' αυτό η τελευταία φράση της αφήγησης αποκτά ιδιαίτερο βάρος:
«Εδώ έχετε ένα ρολόι, εκεί έχουμε τον χρόνο.»
Δεν είναι απλώς μια όμορφη φράση. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος να αντιλαμβάνεσαι τη ζωή.
Δεν υπάρχει ένας απολύτως βέβαιος αριθμός για τον πληθυσμό τους, καθώς δεν καταγράφονται ενιαία στις απογραφές των χωρών όπου ζουν. Οι εκτιμήσεις τους τοποθετούν σε μερικά εκατομμύρια ανθρώπους συνολικά.
Για αιώνες, η ζωή τους συνδέθηκε με την κίνηση μέσα στην έρημο, την κτηνοτροφία, το εμπόριο και τη γνώση του νερού, των δρόμων και των φυσικών συνθηκών της Σαχάρας. Η παραδοσιακή νομαδική ζωή, όμως, έχει αλλάξει σημαντικά. Η ξηρασία, η κλιματική πίεση, τα σύνορα των σύγχρονων κρατών, οι συγκρούσεις και η οικονομική αλλαγή έχουν περιορίσει την ελεύθερη μετακίνηση πολλών κοινοτήτων.
Παρά τις αλλαγές, η πολιτιστική τους ταυτότητα παραμένει ζωντανή: η γλώσσα, η μουσική, η ποίηση, η τέχνη του ασημιού, το χαρακτηριστικό μπλε ένδυμα και κυρίως η βαθιά σχέση τους με την έρημο εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά στοιχεία της κληρονομιάς τους.
Ίσως γι' αυτό η τελευταία φράση της αφήγησης αποκτά ιδιαίτερο βάρος:
«Εδώ έχετε ένα ρολόι, εκεί έχουμε τον χρόνο.»
Δεν είναι απλώς μια όμορφη φράση. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος να αντιλαμβάνεσαι τη ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου