Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Σεμίνα Διγενή. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Σεμίνα Διγενή. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Διεφθαρμένες πίτσες, υπόδικα ψωμιά, φαύλες τυρόπιτες !


Από την πίτσα που εμφανίζεται κερασμένη, μέχρι το ψωμί που μπήκε στο μικροσκόπιο των διωκτικών αρχών, η ελληνική επιχειρηματικότητα σερβίρει ένα καινούργιο μενού. Ορεκτικό η φοροδιαφυγή, κυρίως πιάτο τα εκατομμύρια και λογαριασμός που θα πληρώσουν, όπως πάντα, οι εργαζόμενοι.

Κάποτε λέγαμε «βγάζει το ψωμί του τίμια». Σήμερα, με όσα έρχονται στο φως, η έκφραση χρειάζεται αναθεώρηση. Διότι στην Ελλάδα του επιχειρηματικού θαύματος, ακόμη και το ψωμί μπορεί να αποκτήσει αστυνομικό ενδιαφέρον, ενώ η πίτσα να μεταμορφωθεί από ιταλική σπεσιαλιτέ, σε αντικείμενο φορολογικής έρευνας.

Πρώτα η Pizza Fan, ύστερα οι φούρνοι «Το Χωριάτικο». Δύο διαφορετικές υποθέσεις, που ήρθαν στην επικαιρότητα σχεδόν ταυτόχρονα, προσφέροντας άφθονο υλικό για μια καινούργια τηλεοπτική εκπομπή μαγειρικής: «Μαγειρεύοντας τους ισολογισμούς».

Στην πρώτη περίπτωση, η έρευνα αφορά καταγγελλόμενη συστηματική απόκρυψη τζίρου, μέσω ειδικού λογισμικού.
 
Στη δεύτερη, οι αρχές ερευνούν υπόθεση οικονομικής απάτης εκατομμυρίων. Οι ευθύνες μένει να αποδειχθούν δικαστικά. Ωστόσο, το πολιτικό ερώτημα υπάρχει ήδη: Πόσο αποτελεσματικοί είναι οι περίφημοι ελεγκτικοί μηχανισμοί και ποιος προστατεύει τους εργαζόμενους όταν μια μεγάλη επιχείρηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τέτοιες κατηγορίες;

Και κυρίως, γιατί στην Ελλάδα η τεχνολογία μπορεί να παρακολουθεί σχεδόν τα πάντα, αλλά χρειάζονται καταγγελίες και πολύμηνες έρευνες για να αποκαλυφθούν πιθανές παραβάσεις μεγάλης κλίμακας;

Η ψηφιακή επανάσταση, βλέπετε, έχει πολλές χρήσεις. Άλλοι χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να ανακαλύψουν καινούργια φάρμακα. Άλλοι, για να εξαφανίζουν πίτσες από λογιστικά βιβλία και φορολογικά δεδομένα.

Είναι η πρώτη φορά, που το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων, αποκτά το αντίθετό του. Τον πολλαπλασιασμό των πωλήσεων και την εξαφάνιση των εισπράξεων.
Κι όλα αυτά σε μια χώρα όπου ο μισθωτός καλείται να αποδείξει ηλεκτρονικά, μέχρι και την τελευταία τυρόπιτα που αγόρασε.

Το "κέρασμα" το πληρώνουμε εμείς.

Το πιο ενδιαφέρον δεν είναι μόνο οι καταγγελίες. Είναι η κοινωνική γεωγραφία των ελέγχων. Ο εργαζόμενος που καθυστερεί να πληρώσει έναν λογαριασμό, γνωρίζει πολύ καλά την ταχύτητα των εισπρακτικών μηχανισμών. Ο συνταξιούχος δεν έχει στη διάθεσή του λογισμικό εξαφάνισης υποχρεώσεων. Ούτε ο μικροεπαγγελματίας διαθέτει στρατιά φοροτεχνικών.

Εδώ, όμως, ανακύπτει μια απορία. Όταν η φοροδιαφυγή παίρνει βιομηχανικές διαστάσεις, πού βρίσκεται το πολυδιαφημισμένο ψηφιακό κράτος;

Μήπως είναι απασχολημένο να στέλνει ειδοποιήσεις για απλήρωτα τέλη κυκλοφορίας;

Δεν σημαίνει βέβαια, ότι κάθε επιχείρηση παρανομεί. Σημαίνει ότι η επίκληση της επιχειρηματικότητας, δεν μπορεί να λειτουργεί ως πιστοποιητικό αθωότητας, ούτε ως άλλοθι για ανεπαρκείς ελέγχους.

Η πίτσα που δε σήκωνε χιούμορ!

Η Pizza Fan είχε απασχολήσει τον «Ριζοσπάστη» και πριν από τη σημερινή υπόθεση. Τον Σεπτέμβρη του 2025, η απόλυση του κωμικού Πάρι Ρούπου είχε προκαλέσει αντιδράσεις. Η ΚΝΕ είχε εκφράσει τη συμπαράστασή της, καταγγέλλοντας την εργοδοτική λογοκρισία, ενώ το Σωματείο Κωμικών είχε συνδέσει την απόλυση με πιέσεις ακροδεξιών κύκλων εξαιτίας του περιεχομένου μιας παράστασης.
Πρόκειται για διαφορετική υπόθεση, που όμως επιτρέπει μια εξαιρετικά σατιρική παρατήρηση.
Το χιούμορ ενός εργαζομένου μπορεί να θεωρηθεί πρόβλημα για την εικόνα μιας επιχείρησης. Το "χιούμορ" των λογιστικών εγγραφών, αντιθέτως, χρειάζεται ολόκληρη αστυνομική έρευνα για να αξιολογηθεί.

Μια ατάκα μπορεί να κοστίσει μια θέση εργασίας. Μια απόκρυψη εκατομμυρίων απαιτεί πραγματογνωμοσύνη.

Όσο για τη φορολογική απάτη του ιδιοκτήτη των φούρνων «Το Χωριάτικο» (και άλλων "επιχειρήσεων"), που είχε συλληφθεί και δικαστεί στο παρελθόν, με στοιχεία που φέρονταν να τον συνδέουν με ξέπλυμα χρήματος, εμπορία ανθρώπων και άλλες παράνομες δραστηριότητες), προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην επικαιρότητα. Δεν χρειάζεται να προεξοφλήσουμε την έκβαση της έρευνας, για να διατυπώσουμε το εξής απλό ερώτημα: Ποιος ελέγχει τους ελεγκτές και ποιος εξασφαλίζει ότι οι επιχειρηματικοί όμιλοι υπόκεινται στους ίδιους κανόνες με όλους τους υπόλοιπους;

Το 902.gr και ο «Ριζοσπάστης» έχουν καταγράψει συνδικαλιστικές παρεμβάσεις σε χώρους εργασίας με την επωνυμία «Χωριάτικο», αναδεικνύοντας τη σημασία της οργανωμένης παρουσίας των εργαζομένων στον επισιτισμό. Και αυτό είναι ουσιαστικότερο από τα εύκολα λογοπαίγνια για φραντζόλες και εκατομμύρια.

Το πραγματικό κοινωνικό σκάνδαλο
Διότι πίσω από τις φωτεινές ταμπέλες, τις προσφορές και τις διαφημιστικές καμπάνιες υπάρχουν άνθρωποι. Αρτοποιοί, πωλητές, διανομείς, καθαρίστριες, υπάλληλοι. Αυτοί δεν είναι ούτε μέτοχοι ούτε μεγαλοεπενδυτές. Δεν συμμετέχουν στη διανομή των κερδών. Συμμετέχουν όμως καθημερινά στην παραγωγή τους.

Και όταν ξεσπά μια μεγάλη οικονομική υπόθεση, οι ίδιοι άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με ανασφάλεια για τη δουλειά και τον μισθό τους.

Αυτό είναι το πραγματικό κοινωνικό σκάνδαλο, που δεν πρέπει να εξαφανιστεί πίσω από τις εντυπωσιακές συλλήψεις. Ένα σκάνδαλο που εξελίσσεται -και διευρύνεται συνεχώς- θέτοντας ερωτήματα που δεν αφορούν μόνο τις ταμειακές μηχανές. Αφορούν το ποιος καρπώνεται τον πλούτο, ποιος υφίσταται τις συνέπειες των παραβάσεων και πόσο ουσιαστικά προστατεύεται η εργασία.
Αφορούν ακόμη, μια οικονομία όπου ο εργαζόμενος πρέπει να αποδεικνύει διαρκώς, ότι αξίζει τον μισθό του, ενώ η μεγάλη επιχείρηση εμφανίζεται ως αυτονόητος ευεργέτης της κοινωνίας.
Η δικαστική διερεύνηση οφείλει να προχωρήσει χωρίς προκαταλήψεις, αλλά και χωρίς εξαιρέσεις
Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να πληρώσουν το κόστος των υποθέσεων που ερευνώνται.

Άλλωστε, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που ζυμώνει το ψωμί και σε εκείνον που διαχειρίζεται τα εκατομμύρια από την πώλησή του. Ο πρώτος ξέρει πολύ καλά πόσος κόπος και ιδρώτας χρειάζεται για να φουσκώσει το ζυμάρι. Ο δεύτερος καλείται τώρα, όπου υπάρχουν κατηγορίες, να εξηγήσει πώς φούσκωσαν ή εξαφανίστηκαν οι αριθμοί.

Και το πιο εξωφρενικό; Σε μια χώρα όπου το ψωμί γίνεται ολοένα ακριβότερο για τους πολλούς, όλο και πιο λίγοι τελικά τρώνε το παντεσπάνι. 


 Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Το τελευταίο μεροκάματο



Η ανθρώπινη ζωή τελειώνει. Η παραγωγή συνεχίζεται.

Αυτή είναι η πιο σκληρή αντίφαση, πίσω από τα εργατικά δυστυχήματα. Και τα τελευταία τρία χρόνια, στην Ελλάδα, επανέρχεται με ανατριχιαστική συχνότητα.

- Να γράψουμε πάλι, πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν δουλεύοντας ή πόσοι θάνατοι θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί;

- Να θυμηθούμε πόσοι εργαζόμενοι είχαν προειδοποιήσει για εγκληματικές ελλείψεις και ποιος τους έλαβε υπόψη;

- Πόσοι φοβήθηκαν να διαμαρτυρηθούν μήπως χάσουν το μεροκάματο και πώς αντιμετωπίστηκαν όσοι το τόλμησαν;

- Πόσοι αναγκάστηκαν να διαλέξουν ανάμεσα στην ασφάλειά τους και στην επιβίωση της οικογένειάς τους και ποιοι τον δρόμο του αγώνα;

- `Η καλύτερα να ψάξουμε πόσο κοστίζει τελικά η ζωή ενός εργάτη, σε μια οικονομία που μετράει τα πάντα με όρους κόστους και κέρδους;

Το νέο θανατηφόρο περιστατικό στη «Motor Oil» στις 9/10 έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά αλυσίδα.

Πρόκειται για δύο ανθρώπους που πήγαν να βγάλουν το ψωμί τους και δεν γύρισαν ποτέ στο σπίτι τους. Είχαν προηγηθεί μικρότερα περιστατικά, ενώ, μόλις είκοσι λεπτά μετά την έκρηξη, ζητήθηκε να συνεχιστούν οι εργασίες. Πρόκειται για εξαιρετικά σοβαρές καταγγελίες, που απαιτούν πλήρη και ανεξάρτητη διερεύνηση. Εάν επιβεβαιωθούν, αναδεικνύουν κάτι βαθύτερο από μια μεμονωμένη παράλειψη. Μια αντίληψη που αντιμετωπίζει τη διακοπή της παραγωγής ως μεγαλύτερο πρόβλημα από τον κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή.

Τραγική επιβεβαίωση όλων αυτών, είναι η νέα έκρηξη που έγινε την περασμένη Πέμπτη στο ίδιο διυλιστήριο, με 4 σοβαρά τραυματίες...

Υπερτετραπλασιασμός κερδών και ασυδοσία

Στο μεταξύ, τα κέρδη του ομίλου κόβουν την ανάσα. Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη», μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2026, καταγράφηκαν καθαρά κέρδη 689,3 εκατ. ευρώ, από 163,4 εκατ. πέρυσι. Υπερτετραπλασιασμός!
Η «Motor Oil» είχε ήδη καταγράψει σοβαρά περιστατικά το 2020 και το 2024. Κάθε νέο συμβάν καθιστά επιτακτικότερο το ερώτημα αν τα προηγούμενα οδήγησαν σε ουσιαστικές αλλαγές στην πρόληψη, στην εκπαίδευση, στην επίβλεψη και τα μέτρα ασφαλείας.

Γιατί, η ασφάλεια δεν μπορεί να αρχίζει μετά την έκρηξη. Πρέπει να υπάρχει πριν ανάψει η πρώτη σπίθα.

Η τελευταία τριετία δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού.

Σύμφωνα με την Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδος, το 2023 καταγράφηκαν 179 ανθρώπινες απώλειες σε χώρους εργασίας, το 2024 άλλες 149 και το 2025 ο αριθμός έφτασε τις 201.

Η Επιθεώρηση Εργασίας δημοσιεύει σημαντικά χαμηλότερους αριθμούς θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων, χρησιμοποιώντας διαφορετικά κριτήρια καταγραφής. Η διαφορά αυτή χρειάζεται ουσιαστική εξέταση, όχι επικοινωνιακή αντιπαράθεση.

Οι θάνατοι που δεν απασχολούν τους επαγγελματίες της δημόσιας συγκίνησης

Υπάρχει, όμως, ένα στοιχείο που δεν αμφισβητείται.Τα αναγγελθέντα εργατικά ατυχήματα αυξήθηκαν από 14.920 το 2023 σε 20.498 το 2025.
Είκοσι χιλιάδες τετρακόσιες ενενήντα οκτώ φορές, μέσα σε έναν χρόνο κάποιος τραυματίστηκε στη δουλειά του.

Κι όμως, αυτοί οι αριθμοί δεν έχουν πρόσωπο στα τηλεοπτικά παράθυρα. Δεν αποκτούν δικό τους καθημερινό δελτίο.

Δεν απασχολούν, επί εβδομάδες, τους επαγγελματίες της δημόσιας συγκίνησης.

Πίσω τους υπάρχουν άνθρωποι με εγκαύματα, σπασμένα άκρα, μόνιμες αναπηρίες. Οικογένειες που χάνουν εισοδήματα. Παιδιά που βλέπουν τους γονείς τους να υποφέρουν. Ανθρωποι που δεν μπορούν πια να ζήσουν όπως ζούσαν.

Από τη «Βιολάντα» στα Τρίκαλα, μέχρι τον Ασπρόπυργο και τα Εξαμίλια Κορινθίας, τα σοβαρά βιομηχανικά δυστυχήματα του 2026 ανέδειξαν ξανά τα ζητήματα προστασίας από εκρήξεις, πυρκαγιές και επικίνδυνες εγκαταστάσεις.

Και δίπλα στα μεγάλα εργοστάσια υπάρχει η λιγότερο ορατή Ελλάδα. Ο οικοδόμος στη σκαλωσιά, ο διανομέας στην άσφαλτο, ο εργάτης γης στον καύσωνα, ο ναυτεργάτης, ο καθαριστής, ο τεχνικός που δουλεύει εξαντλημένος.

Δεν έχουν όλοι την ίδια δουλειά. Εχουν, όμως, το ίδιο δικαίωμα, να γυρίζουν ζωντανοί στο σπίτι τους.

Οταν οι εργάτες ...«βασανίζουν» τους εργοδότες!

Και μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα έρχεται η ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Ελεονώρα Μελέτη, να μας παρουσιάσει μια άλλη, σχεδόν σουρεαλιστική, πλευρά του εργασιακού δράματος. Μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αναφέρθηκε σε ταλαίπωρους εργοδότες που εκβιάζονται από «αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους», υποστηρίζοντας ότι και οι εργοδότες μπορεί να είναι θύματα ψυχοκοινωνικών παραγόντων.

Τι συγκλονιστική ανατροπή!

Τόσα χρόνια κοιτάζαμε προς τη λάθος κατεύθυνση!

Ο εργάτης που κρεμιέται στην οικοδομή, χωρίς επαρκή προστασία, ο εργαζόμενος που εξαντλείται στις υπερωρίες, η γυναίκα που φοβάται να καταγγείλει την εργοδοτική αυθαιρεσία, δεν είναι τελικά οι μόνοι που υποφέρουν.

Υποφέρει και ο εργοδότης!

- Ισως επειδή κάποιος του ζήτησε να πληρώσει τις υπερωρίες.

- Ισως επειδή κάποιος τόλμησε να απαιτήσει ρεπό.

- Ισως επειδή οι εργαζόμενοι έχουν αυτήν την ενοχλητική συνήθεια, να θέλουν να επιστρέφουν σπίτι τους, με όλα τους τα μέλη στη θέση τους.

Ασφαλώς, κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να υφίσταται εκφοβισμό, ανεξάρτητα από την επαγγελματική του θέση. Αλλά όταν η δημόσια συζήτηση αφορά την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία, η εξίσωση της ισχύος εργοδότη και εργαζόμενου παραγνωρίζει μια θεμελιώδη ανισότητα.

Ο ένας αποφασίζει για τις συνθήκες εργασίας. Ο άλλος εξαρτά την επιβίωσή του από αυτές.

Και αυτή η διαφορά δεν εξαφανίζεται με μια εξυπνακίστικη τηλεοπτική ατάκα ή μια φτηνή ομιλία στο Ευρωκοινοβούλιο.

Το κόστος που δεν εμφανίζεται στους ισολογισμούς

Ας μιλήσουμε για την περίφημη ανάπτυξη. Μας λένε για επενδύσεις, εξαγωγές, ενεργειακούς κόμβους, ανταγωνιστικότητα και επιχειρηματικά επιτεύγματα.

Αλλά ποιος υπολογίζει το κόστος ενός ακρωτηριασμού; Πόσο αποτιμάται η ζωή ενός σαραντάχρονου πατέρα; Σε ποια στήλη του ισολογισμού καταχωρίζεται η οδύνη μιας μάνας που θάβει το παιδί της;

Η εργοδοτική ευθύνη δεν τεκμαίρεται αυτομάτως σε κάθε δυστύχημα. Χρειάζεται έρευνα, στοιχεία, απόδοση συγκεκριμένων ευθυνών.

Αλλά ούτε μπορεί κάθε τραγωδία να αντιμετωπίζεται σαν ανεξήγητο φυσικό φαινόμενο.

Η εντατικοποίηση, οι εξαντλητικές βάρδιες, οι ελλείψεις προσωπικού, η ανεπαρκής συντήρηση και η πίεση να μη σταματήσει η παραγωγή αποτελούν υπαρκτούς κινδύνους που απαιτούν συστηματική πρόληψη.

Και όταν η προστασία της ζωής αντιμετωπίζεται ως δαπάνη προς περιορισμό, τότε γεννιέται μια βαθιά σύγκρουση ανάμεσα στην οικονομική απόδοση και στην ανθρώπινη ασφάλεια.

Οι βάρδιες του θανάτου

Η πολιτική θέση του ΚΚΕ είναι σαφής, η προστασία των εργαζομένων δεν μπορεί να εξαρτάται από την καλή θέληση της εργοδοσίας ή από το αν περισσεύουν χρήματα μετά την εξασφάλιση της κερδοφορίας.

Χρειάζονται ουσιαστικοί και συστηματικοί έλεγχοι, επαρκώς στελεχωμένες υπηρεσίες επιθεώρησης, Συλλογικές Συμβάσεις, μέτρα πρόληψης, εκπαίδευση, προστασία όσων καταγγέλλουν κινδύνους και πραγματική δυνατότητα διακοπής μιας επικίνδυνης εργασίας.

Και χρειάζεται να ακούγεται η φωνή των ίδιων των εργαζομένων.

Γιατί εκείνοι και τα σωματεία τους γνωρίζουν καλύτερα από κάθε διαφημιστικό φυλλάδιο τι συμβαίνει μέσα στα εργοστάσια, στα εργοτάξια και τις αποθήκες.

Η συλλογική τους οργάνωση μπορεί να μετατρέψει τον ατομικό φόβο σε διεκδίκηση, την καταγγελία σε έλεγχο, την αγωνία σε μέτρα προστασίας.

Δεν αρκεί να θρηνούμε τους νεκρούς. Οφείλουμε να προστατεύουμε τους ζωντανούς.

Και κάτι τελευταίο. Οταν ένας άνθρωπος σκοτώνεται στη δουλειά του, δεν χάνεται απλώς ένα εργατικό χέρι. Χάνεται ένας ολόκληρος κόσμος. Ο,τι αγαπούσε. Τα σχέδια που έκανε. Τα χρόνια που δικαιούνταν να ζήσει.

Γι' αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να τελειώνει με μια ανακοίνωση συλλυπητηρίων και μια υπόσχεση έρευνας.

Η δουλειά είναι για να ζούμε. Οχι για να πεθαίνουμε.

Και σε μια κοινωνία που καμαρώνει για τα κέρδη της, αλλά εξακολουθεί να μετρά ανθρώπους που δεν επέστρεψαν από το μεροκάματο, το σύνθημα «`Η τα κέρδη τους ή οι ζωές μας», δεν είναι απλώς μια φράση διαμαρτυρίας, μπροστά σε εργοστασιακές πύλες, σε εργοτάξια, σε κάθε χώρο δουλειάς.

Είναι κραυγή που υπενθυμίζει ότι κανένας άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να γίνει το αναλώσιμο υλικό της κερδοφορίας κανενός.

Της
Σεμίνας Διγενή

Πηγή: rizospastis




Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Η πρέσβειρα της αποικίας και η διπλωματία της χλιδής


Υπάρχει μια παλιά αποικιοκρατική συνήθεια. Ο εκπρόσωπος της μεγάλης δύναμης φτάνει σε μια μικρότερη χώρα και συμπεριφέρεται όχι σαν φιλοξενούμενος, αλλά σαν ιδιοκτήτης. Δεν χρειάζεται να φοράει στρατιωτική στολή ούτε να κρατάει μαστίγιο. Αρκεί να διαθέτει τις κατάλληλες γνωριμίες, την κατάλληλη περιφρόνηση για τον λαό που τον υποδέχεται. Και, φυσικά, την ακλόνητη πεποίθηση ότι ολόκληρη η χώρα αποτελεί προέκταση των συμφερόντων που εκπροσωπεί.

Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ, πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, προσφέρεται για μια αποκαλυπτική συζήτηση γύρω από αυτήν ακριβώς τη νοοτροπία. Το πρόβλημα δεν είναι το ντύσιμό της, τα κοσμήματά της, οι κοινωνικές συναναστροφές της ή το δικαίωμά της να ζει όπως επιθυμεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επιδεικτική πολυτέλεια συναντά την πολιτική ισχύ. Όταν η χλιδή μετατρέπεται σε δημόσια επίδειξη ταξικής ανωτερότητας. Και κυρίως, όταν πίσω από το κοσμοπολίτικο περιτύλιγμα, διακρίνεται η παλιά, γνώριμη απαίτηση της Ουάσιγκτον: Η Ελλάδα να παραμένει υπάκουη, πρόθυμη, διαθέσιμη και πειθαρχημένη.

Η πρέσβειρα μπορεί να αλλάζει φορέματα και μακιγιάζ. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν αλλάζει ταξικό χαρακτήρα.

Η διπλωματία του σαλονιού και η πολιτική του υποτελούς

Η αμερικανική διπλωματία έχει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μεταμφιέζει τις σχέσεις εξάρτησης σε σχέσεις φιλίας. Τις στρατιωτικές δεσμεύσεις σε εγγυήσεις ασφάλειας. Τις οικονομικές απαιτήσεις σε επενδυτικές ευκαιρίες. Και την πολιτική υποτέλεια σε στρατηγική συνεργασία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η δημόσια εικόνα της Γκιλφόιλ αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό. Δεν πρόκειται απλώς για μια εκπρόσωπο του αμερικανικού κράτους, με ακριβά γούστα και προτίμηση στην πολυτελή ζωή. Πρόκειται για την εκπρόσωπο μιας υπερδύναμης που έχει συνηθίσει να αντιμετωπίζει τις μικρότερες χώρες ως γεωπολιτικά εργαλεία. Η Ελλάδα, για την Ουάσιγκτον, δεν είναι πρωτίστως η χώρα των εργαζομένων, των συνταξιούχων, των ανέργων, των νέων που δυσκολεύονται να πληρώσουν το νοίκι τους. Είναι στρατηγικό σταυροδρόμι, ενεργειακός κόμβος, βάση επιχειρήσεων, στρατιωτικό προγεφύρωμα. Και οι ελληνικές κυβερνήσεις; Αυτές διαγωνίζονται επί δεκαετίες για το ποια θα αποσπάσει το θερμότερο χειροκρότημα από την αμερικανική πρεσβεία. Κάποτε οι πρέσβεις των μεγάλων δυνάμεων κάπως προσπαθούσαν για να επιβάλουν την επιρροή και τις αποφάσεις τους. Σήμερα τους στρώνουν το χαλί, προκλητικά και ανενδοίαστα, οι ίδιοι οι κυβερνώντες.

Δεν χρειάζεται να απαιτήσεις υποταγή όταν υπάρχουν πρόθυμοι να σου την προσφέρουν ως ένδειξη φιλοξενίας.

Σαμπάνια για τους λίγους, ακρίβεια για τους πολλούς

Η αισθητική της χλιδής, βέβαια, δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Ιδιαίτερα σε μια κοινωνία όπου η πλειοψηφία μετράει το κόστος του σούπερ μάρκετ, του ηλεκτρικού ρεύματος και της στέγης. Ας φανταστούμε δύο εικόνες της ίδιας Ελλάδας.

Στην πρώτη, τα σαλόνια της οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Ακριβά ενδύματα, λαμπερές δεξιώσεις, φωτογραφίες, χειραψίες, άνθρωποι που μιλούν για μπίζνες και ευημερία, κρατώντας ποτήρια σαμπάνιας.

Στη δεύτερη, μια καθαρίστρια που επιστρέφει εξαντλημένη από τη δουλειά, ένας συνταξιούχος που υπολογίζει τα φάρμακά του, ένας νέος που συγκατοικεί στα τριάντα πέντε του με τους γονείς του, επειδή δεν μπορεί να πληρώσει μόνος του ένα σπίτι.

Αυτές οι εικόνες δεν αποτελούν απλώς διαφορετικούς τρόπους ζωής. Αποτελούν τις δύο όψεις μιας ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας.

Η προκλητική αντίθεση δεν βρίσκεται στο πόσο ακριβή είναι μια λαμπερή τουαλέτα. Βρίσκεται στο ότι ένα ολόκληρο πολιτικό και οικονομικό σύστημα παρουσιάζει την υπερσυσσώρευση πλούτου ως επιτυχία και τη φτώχεια ως ατομική αποτυχία.

Η Γκιλφόιλ μπορεί να μη δημιούργησε αυτό το σύστημα, εκπροσωπεί όμως ένα κράτος που αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς εγγυητές του. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ταξική ουσία της υπόθεσης. Δεν ενοχλεί η προκλητική συμπεριφορά της. Ενοχλεί η πολιτική αλαζονεία ενός κόσμου που απαιτεί θυσίες από τους πολλούς, ενώ θεωρεί αυτονόητα τα προνόμια των λίγων.

Όταν η αποικιοκρατική υπεροψία γίνεται είδηση

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις, ωστόσο, δίνουν στην υπόθεση πολύ σοβαρότερη διάσταση. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της «Wall Street Journal», που αναπαρήγαγε το «Associated Press» στις 11 Οκτωβρίου, η Γκιλφόιλ φέρεται να υποστήριξε σε κοινωνική εκδήλωση ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν, εφόσον το επιθυμούσαν, να υπονομεύσουν την ελληνική κυβέρνηση ή και να τη «ρίξουν». Πρόκειται για καταγγελλόμενη δήλωση, όχι για αδιαμφισβήτητα επιβεβαιωμένο γεγονός. Ωστόσο, η βαρύτητά της είναι τεράστια. Γιατί εδώ δεν μιλάμε μόνο για μια διπλωματική απρέπεια. Μιλάμε για την ίδια τη λογική του ιμπεριαλιστικού εκβιασμού.

Ποιος έδωσε σε μια ξένη πρέσβειρα το δικαίωμα να αντιμετωπίζει την ελληνική κυβέρνηση σαν διοίκηση πολυκατοικίας που μπορεί να αλλάξει ο ιδιοκτήτης; Και τι ακριβώς θα έπρεπε να αισθανθεί ο ελληνικός λαός; Ευγνωμοσύνη επειδή η Ουάσιγκτον δεν αποφάσισε ακόμη να αξιοποιήσει αυτήν την υποτιθέμενη δυνατότητα; Η ιστορική μνήμη δεν είναι τόσο κοντή. Ούτε ο Πιουριφόι, ούτε οι αμερικανικές παρεμβάσεις στην ελληνική πολιτική ζωή, ούτε η στήριξη των ΗΠΑ στη δικτατορία αποτελούν λεπτομέρειες που μπορούν να σβηστούν κάτω από το χαλί μιας πρεσβευτικής δεξίωσης.

Οι μπίζνες, τα ιδιωτικά τζετ και το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας

Οι αποκαλύψεις δεν περιορίζονται σε δηλώσεις. Η «Wall Street Journal» δημοσίευσε πληροφορίες για ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη, πολυτελείς φιλοξενίες από ισχυρούς επιχειρηματίες και καταγγελίες για προώθηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων. Παράλληλα, η Γκιλφόιλ κατηγορήθηκε ότι ζήτησε από χρηματοδότη του Τραμπ να καλύψει λογαριασμό πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, με αντάλλαγμα, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, πολιτική πρόσβαση. Η δικηγόρος της αμφισβητεί τις καταγγελίες και αρνείται οποιαδήποτε παρανομία.

Ακόμη και ο Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο φέρονται, σύμφωνα με το «Associated Press», να εξετάζουν την απομάκρυνσή της.

Αλλά το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν θα παραμείνει η Γκιλφόιλ στη θέση της. Το ερώτημα είναι ποιο σύστημα επιτρέπει να συμπλέκονται τόσο στενά η διπλωματία, οι ενεργειακοί όμιλοι, οι επιχειρηματίες και η πολιτική επιρροή.

Ένα σύστημα όπου οι λαοί ακούν διαρκώς για δημοσιονομική πειθαρχία, ενώ στα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας κυκλοφορούν ποσά που ένας εργαζόμενος δεν θα συγκεντρώσει ούτε σε ολόκληρη τη ζωή του.

Και το πιο αποκαλυπτικό; Ο Ρούμπιο είχε επαινέσει δημόσια την πρέσβειρα για την αποτελεσματικότητά της στην προώθηση των αμερικανικών ενεργειακών συμφερόντων.

Να, λοιπόν, το κριτήριο της επιτυχίας!

Όχι η ειρήνη. Όχι η ευημερία των λαών. Όχι ο σεβασμός της κυριαρχίας μιας χώρας. Μόνο η εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων. Θα ήταν πολιτικά επιφανειακό να περιοριστεί η κριτική στην προσωπικότητα της κυρίας Γκιλφόιλ.

Αν αύριο αντικατασταθεί από έναν λιγότερο επιδεικτικό διπλωμάτη, με πιο διακριτικό ντύσιμο και καλύτερους τρόπους, θα πάψουν οι αμερικανικές βάσεις να βρίσκονται στην Ελλάδα; Θα σταματήσει η εμπλοκή της χώρας στους επικίνδυνους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς; Θα πάψουν τα ενεργειακά μονοπώλια να διεκδικούν κέρδη και γεωπολιτική επιρροή; Ασφαλώς όχι.

Η Γκιλφόιλ είναι ένα πρόσωπο. Το πρόβλημα είναι ένα ολόκληρο πλέγμα οικονομικής, στρατιωτικής και πολιτικής εξάρτησης.

Και οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν τεράστια ευθύνη για τη διατήρησή του. Η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, έχουν υπηρετήσει τη στρατηγική της βαθύτερης πρόσδεσης της χώρας στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς.

Γι' αυτό και η επίδειξη πλούτου μιας πρέσβειρας δεν είναι το μεγαλύτερο σκάνδαλο. Μεγαλύτερο σκάνδαλο είναι να παρουσιάζεται η μετατροπή της χώρας σε στρατιωτικό και ενεργειακό ορμητήριο ως εθνική επιτυχία.

Να βαφτίζεται η υποταγή «αναβάθμιση».

Να αποκαλείται η εξάρτηση «συμμαχία».

Και να ζητείται από τον λαό να χειροκροτάει, επειδή οι ισχυροί του κόσμου επέλεξαν την πατρίδα του για τις δουλειές τους.

Η Ελλάδα δεν είναι ιδιωτικό θέρετρο της αμερικανικής πρεσβείας

Η Γκιλφόιλ μπορεί να θεωρεί ότι η διπλωματία ασκείται ανάμεσα σε πολυτελή ξενοδοχεία, ιδιωτικά αεροσκάφη και επιχειρηματικές συναντήσεις. Η Ελλάδα, όμως, δεν κατοικεί σε αυτά τα σαλόνια. Κατοικεί στις γειτονιές, στα εργοστάσια, στα νοσοκομεία και στα σχολεία που υποχρηματοδοτούνται. Στα σπίτια που απειλούνται από πλειστηριασμούς. Στους χώρους δουλειάς όπου η ανθρώπινη ζωή αντιμετωπίζεται ως κόστος.

Και αυτή η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να αισθάνεται δέος μπροστά στη χλιδή της αμερικανικής εξουσίας.

Έχει κάθε λόγο να απαιτεί απεμπλοκή από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, με τον λαό κυρίαρχο στον τόπο του.

Γιατί η αξιοπρέπεια ενός λαού δεν μετριέται από το πόσο λαμπερές δεξιώσεις διοργανώνονται.

Μετριέται από το αν μπορεί να αποφασίζει ο ίδιος για τη ζωή και το μέλλον του.

Και μια τελευταία παρατήρηση προς τους εγχώριους θαυμαστές της αμερικανικής ισχύος. Η Γκιλφόιλ κάποια στιγμή θα φύγει. Θα πάρει μαζί της τις βαλίτσες, τα κοσμήματα, τα δώρα της και τις φωτογραφίες των κοσμικών εκδηλώσεων.

Οι αμερικανικές βάσεις, όμως, θα παραμείνουν. Οι δεσμεύσεις θα παραμείνουν. Τα μονοπωλιακά συμφέροντα θα συνεχίσουν να διεκδικούν το μερίδιό τους.

Εκτός αν ο ελληνικός λαός αποφασίσει διαφορετικά.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι η πρέσβειρα συμπεριφέρεται σαν να της ανήκει η χώρα. Είναι ότι υπάρχουν κυβερνήσεις που συμπεριφέρονται σαν να της την έχουν παραχωρήσει.


Πηγή: 902



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Η παλιά λογοκρισία έκοβε, η καινούργια θάβει


Ευτυχώς, τσακώθηκαν η Βίσση με τον Καρβέλα. Γιατί διαφορετικά θα έπρεπε τα δελτία ειδήσεων να ασχοληθούν με κάτι πολύ πιο δυσάρεστο, με την πραγματικότητα.

Και η πραγματικότητα έχει τελευταία ένα κακό συνήθειο. Δεν είναι καθόλου τηλεοπτική. Έχει πολέμους, ανταγωνισμούς, ΝΑΤΟ, αμερικανική εξωτερική πολιτική, κυβερνητικές δεσμεύσεις, λαούς που πληρώνουν τον λογαριασμό και ανθρώπους που επιμένουν να κατεβαίνουν στους δρόμους, αντί να κάθονται ήσυχοι μπροστά στις οθόνες τους.

Ενώ ένας καβγάς Βίσση-Καρβέλα είναι άλλο πράγμα. Έχει δράμα. Έχει ανατροπές. Έχει δηλώσεις. Έχει παρελθόν. Έχει μέλλον. Κυρίως, έχει πάνελ. Μπορείς να τον αναλύσεις επί ώρες, χωρίς να κινδυνεύσεις να συζητήσεις τίποτε απολύτως για τη ζωή του τηλεθεατή.

Και σαν να μην έφτανε αυτό το δώρο της επικαιρότητας, ήρθε και η σύλληψη του Καμπούρη για την υπόθεση του ΕΦΚΑ. Νέα εθνική αποστολή. Ποιος, πού, πότε, γιατί, τι είπε, τι απάντησε, ποιος γνώριζε, ποιος δεν γνώριζε. Έκτακτα, ζωντανές συνδέσεις, τίτλοι, υπότιτλοι και η γνωστή βιομηχανία της τηλεοπτικής αγωνίας. Προφανώς και αποτελεί είδηση. Και προφανώς πρέπει να καλυφθεί. Έλα όμως, που κάπου εδώ συμβαίνει το λάθος θέμα. Έρχεται στην Ελλάδα ο Μάρκο Ρούμπιο. Υπάρχουν κινητοποιήσεις και αντιδράσεις. Άνθρωποι βγαίνουν στον δρόμο για να διαμαρτυρηθούν για τους πολέμους, για την εμπλοκή της χώρας, για μια πολιτική που δεν είναι ούτε lifestyle, ούτε αστυνομικό ρεπορτάζ. Και ξαφνικά ο τηλεοπτικός χρόνος αποκτά τεράστια οικονομία. "Δεν χωράνε όλα, παιδιά. Έχουμε πρόγραμμα."

Κάπως έτσι λειτουργεί σήμερα ένα μεγάλο κομμάτι της ενημέρωσης. Δεν χρειάζεται να απαγορεύσεις μια διαδήλωση στην τηλεόραση. Μπορείς απλώς να την κάνεις μικρή. Τόσο μικρή, ώστε να υπάρχει τυπικά και να μην υπάρχει ουσιαστικά. Να δείξεις μερικά πλάνα, να πεις δυο κουβέντες, να ξεμπερδέψεις. Και μετά επιστροφή στα σοβαρά:

«Τι απάντησε η Άννα Βίσση;» Αυτό είναι το μεγαλείο της σύγχρονης ενημέρωσης. Δεν σου κρύβει απαραιτήτως την πραγματικότητα. Σου την τοποθετεί ανάμεσα σε δύο πολύ μεγαλύτερες δόσεις θεάματος μέχρι να πάψεις να την προσέχεις.

Η παλιά λογοκρισία έκοβε. Η καινούργια θάβει. Και το χώμα είναι άφθονο: lifestyle, αστυνομικό θέαμα, ίντριγκα, καβγάδες, «αποκλειστικές πληροφορίες», τηλεφωνήματα, συγγενείς, φίλοι, γνωστοί και φυσικά ο άνθρωπος που «ήταν εκεί και τα είδε όλα».

Για μια κινητοποίηση όμως δεν χρειάζονται όλα αυτά. Εκεί αρκεί συνήθως η φράση: «Ένταση προκλήθηκε στο κέντρο της Αθήνας». Προσέξτε τη μαγεία. Δεν υπάρχουν πια αιτήματα. Δεν υπάρχει πολιτικό περιεχόμενο. Δεν υπάρχει λόγος που οι άνθρωποι βγήκαν στον δρόμο. Υπάρχει «ένταση». Οι διαδηλωτές μετατρέπονται σε κυκλοφοριακό φαινόμενο. Και ο πολίτης ενημερώνεται κυρίως για το ποιοι δρόμοι έκλεισαν.

Ίσως μάλιστα αυτό να είναι το κορυφαίο στάδιο της ενημέρωσης, η πολιτική διαμαρτυρία να αντιμετωπίζεται περίπου όπως μια βλάβη σε αγωγό της ΕΥΔΑΠ. «Αποφύγετε το κέντρο». Και συνεχίζουμε.

Βέβαια υπάρχει πάντοτε η περίφημη δικαιολογία: «Αυτά θέλει ο κόσμος». Ποιος κόσμος; Αυτός στον οποίο επί έξι ώρες δείχνεις Βίσση-Καρβέλα και την έβδομη ώρα ανακαλύπτεις- μέσω των μετρήσεων- ότι ενδιαφέρεται γι αυτό; Είναι ένα εντυπωσιακό επιστημονικό πείραμα. Πρώτα κατασκευάζεις την τηλεοπτική προτεραιότητα και μετά χρησιμοποιείς την προτεραιότητα που κατασκεύασες , ως απόδειξη ότι αυτή ήταν η επιθυμία του κοινού. Και ο κύκλος κλείνει. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να μάθουμε τι συνέβη με τον Καμπούρη. Βεβαίως. Ούτε αν δικαιούται η Βίσση να απαντήσει στον Καρβέλα και ο Καρβέλας στη Βίσση. Ας συνεχίσουν ν απαντούν μέχρι το 2046. Το ζήτημα είναι γιατί ο καβγάς δύο διάσημων ανθρώπων, μπορεί να αποκτά μεγαλύτερη δημόσια ορατότητα, από ανθρώπους που βγαίνουν στον δρόμο για ζητήματα πολέμου, ειρήνης και διεθνών σχέσεων. Που κινητοποιούνται, διαδηλώνουν και εκφράζουν πολιτική αντίθεση με αφορμή την έλευση του Μάρκο Ρούμπιο.

Στο αλλόκοτο σύμπαν της ελληνικής τηλεόρασης, δεν λένε «αυτό δεν συνέβη». Λένε: «Συνέβη, αλλά πρώτα να δούμε τι είπε ο Καρβέλας». Και όταν τελειώσει ο Καρβέλας, έχουμε Καμπούρη. Και μετά διαφημίσεις. Και μετά καιρό. Και κάπου εκεί, αν περισσέψουν μερικά δευτερόλεπτα πριν από το δελτίο καιρού, μπορεί να εμφανιστούν και οι διαδηλωτές. Όχι πολύ όμως. Μην κουραστεί και ο τηλεθεατής. Γιατί ο τηλεθεατής, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη της ενημέρωσης, φαίνεται πως αντέχει απεριόριστες ώρες κουτσομπολιού, παραφιλογίας της εγκληματολογίας, lifestyle και τηλεοπτικού καβγά, αλλά κινδυνεύει να καταρρεύσει από υπερκόπωση, αν ακούσει για περισσότερο από δύο λεπτά, μια πολιτική διαμαρτυρία. Το θέμα επομένως, είναι η ιεράρχηση.

Η ενημέρωση δεν χειραγωγείται μόνο με ψέματα. Χειραγωγείται και με αναλογίες. Σαράντα λεπτά για το ασήμαντο. Σαράντα δευτερόλεπτα για το σημαντικό. Και στο τέλος όλα έχουν μεταδοθεί, άρα κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν, ότι τα έκρυψε.

Τέλειο; Σχεδόν δημοκρατικό. Γι’ αυτό, όταν κλείνει το δελτίο και ξέρουμε με κάθε λεπτομέρεια ποιος είπε τι στη Βίσση, ποιος απάντησε στον Καρβέλα και ποιος οδηγήθηκε πού για την υπόθεση του ΕΦΚΑ, αξίζει να κάνουμε μια τελευταία ερώτηση:

Τι άλλο συνέβη σήμερα; Όχι τι δεν συνέβη. Τι συνέβη μπροστά σε χιλιάδες μάτια, αλλά δεν κρίθηκε αρκετά ενδιαφέρον για τα δικά μας. Γιατί η πιο αποτελεσματική εξαφάνιση μιας είδησης δεν είναι να την απαγορεύσεις. Είναι να την μεταδώσεις για λίγα δευτερόλεπτα.

Και αμέσως μετά να ρωτήσεις: «Και τώρα, πάμε πάλι στη Βίσσοκαρβελιάδα. Έχουμε νεότερα;».

Πηγή: 902.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ Ο άνθρωπος με τις τρύπιες τσέπες και τη γεμάτη καρδιά



Ενας από τους δημοφιλέστερους κωμικούς του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, με περισσότερες από 70 ταινίες, αμέτρητες θεατρικές παραστάσεις, περιοδείες, τεράστιες επιτυχίες, αλλά και απίστευτες καταστροφές, ο αξέχαστος Κώστας Χατζηχρήστος μπήκε στο θέατρο ...κυνηγημένος. Κυριολεκτικά. Το 1943, μέσα στην Κατοχή, βρέθηκε στη Λάρισα και με τους Γερμανούς στα ίχνη του. Αναζήτησε τότε καταφύγιο εκεί όπου αργότερα θα περνούσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του. Σ' ένα θέατρο. Μόνο που αντί να χωθεί σε κάποια σκοτεινή γωνιά ή πίσω από μια κουίντα, βρέθηκε πάνω στη σκηνή. Αποφάσισε πως θα 'πρεπε να αρχίσει να αυτοσχεδιάζει και, χωρίς καλά - καλά να το καταλάβει, έκανε το ακροατήριο να ξεσπάσει σε γέλια. Ετσι, η φυγή για να σωθεί μετατράπηκε σε κάτι σαν ανεπίσημη πρεμιέρα μιας τεράστιας καριέρας. Η ζωή, προτού ακόμη τον κάνει διάσημο κωμικό, του είχε γράψει ήδη ένα σενάριο που δύσκολα θα φανταζόταν και ο πιο ευφάνταστος σεναριογράφος. Τα πρώτα χρόνια, βέβαια, δεν είχαν τίποτε από την αναγνώριση, τη δόξα και τη λατρεία που θα ακολουθούσαν.


Ηταν χρόνια δύσκολα και βασανισμένα. Με τον Νίκο Ρίζο, έναν από τους πιο αγαπημένους φίλους του, μοιράστηκαν φτώχεια, όνειρα και ένα μικρό δωμάτιο. Ο Ρίζος πρόσεχε σχολαστικά τα λιγοστά του χρήματα και για μεγαλύτερη ασφάλεια τα έκρυβε μέσα στη φόδρα του σακακιού του. Ο Χατζηχρήστος όμως, που γνώριζε το μυστικό θησαυροφυλάκιο, όταν έμενε άφραγκος περίμενε να κοιμηθεί ο φίλος του, άνοιγε προσεκτικά τη φόδρα και «δανειζόταν» ό,τι χρειαζόταν. Είχε πάντως τον δικό του ιδιότυπο κώδικα τιμής, αφού μόλις πληρωνόταν επέστρεφε τα χρήματα εκεί όπου τα είχε βρει. Ο Ρίζος, εν αγνοία του, είχε μετατραπεί σε νυχτερινή τράπεζα, χωρίς ωράριο και - ευτυχώς - χωρίς τόκο. Εκείνα τα χρόνια όμως ήταν πολύ πιο σκοτεινά από αυτές τις ιστορίες. Στη διάρκεια του Εμφυλίου ο Χατζηχρήστος βρέθηκε ξανά στη Λάρισα, αυτήν τη φορά στον θίασο του Λουκά Μυλωνά. Στο πιάνο της παράστασης βρισκόταν ο σπουδαίος Λυκούργος Μαρκέας. Μια βραδιά, το θέατρο κινδύνεψε να γίνει τόπος εκτέλεσης.

Ο Χατζηχρήστος βρισκόταν πάνω στη σκηνή, όταν ο Μαρκέας αντιλήφθηκε ότι ένοπλοι των ΕΑΟ (Ελληνικών Αντικομμουνιστικών Ομάδων) έρχονταν προς το θέατρο αναζητώντας τον. Δεν μπορούσε φυσικά να διακόψει την παράσταση και να του ανακοινώσει μπροστά στους θεατές ότι κινδύνευε. Βρήκε λοιπόν έναν τρόπο σχεδόν θεατρικό και πέρασε την προειδοποίηση μέσα από τη μουσική ...τραγουδώντας του να εξαφανιστεί. Ο Χατζηχρήστος κατάλαβε αμέσως. Εγκατέλειψε - με τρόπο - το νούμερό του, πέρασε στα παρασκήνια και διέφυγε από την πίσω πλευρά του θεάτρου. Λίγα λεπτά αργότερα, οι ένοπλοι είχαν ήδη εισβάλει στον χώρο. Εκείνος όμως είχε προλάβει να χαθεί. Χρόνια μετά, διηγιόταν γελώντας το περιστατικό, με εκείνον τον μοναδικό τρόπο που είχε να μετατρέπει ακόμη και μια ανάμνηση τρόμου σε αφήγηση με κωμικό ρυθμό. Και, βέβαια, δεν ξεχνούσε ποτέ ότι στον Μαρκέα χρωστούσε κυριολεκτικά τη ζωή του.

Το κωμικό και το τραγικό στον ίδιο άνθρωπο


Η ιστορία αυτή έχει και μια ειρωνική λεπτομέρεια, που μόνο η πραγματικότητα μπορεί να επινοήσει. Ο Χατζηχρήστος, άνθρωπος της Αριστεράς, θα μπορούσε εύκολα να θεωρήσει ότι η επίθεση είχε αποκλειστικά πολιτικά κίνητρα. Ο ίδιος όμως αργότερα έδωσε μια πολύ πιο πεζή - και απροσδόκητη - εξήγηση. Δεν παρουσίασε τον εαυτό του ως κάποιο σημαντικό στέλεχος του ΕΛΑΣ, ούτε επιχείρησε να κατασκευάσει εκ των υστέρων έναν ηρωικό μύθο γύρω από το όνομά του. Οπως αφηγήθηκε, πίσω από την καταδίωξη βρισκόταν μια προσωπική ιστορία, μια παλιά ερωτική σχέση που είχε τελειώσει άσχημα. Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, η γυναίκα ζήτησε τη βοήθεια γνωστού της, που συνδεόταν με τις ΕΑΟ, και η προσωπική εκδίκηση, συν τις πολιτικές επιλογές του ηθοποιού, συν το εκρηκτικό κλίμα της εποχής, πήρε διαστάσεις πραγματικής απειλής για τη ζωή του. Και ενώ λίγο έλειψε να δολοφονηθεί, αρνιόταν να φορέσει στον εαυτό του φωτοστέφανο, προτιμώντας να τσαλακώσει τον μύθο του και τελικά να γελάσει πρώτος με την απίστευτη περιπέτειά του. Γιατί στη ζωή του Χατζηχρήστου το τραγικό και το κωμικό κατοικούσαν συχνά στο ίδιο δωμάτιο.

Αλλά ίσως το πιο ενδιαφέρον έργο αυτού του μεγάλου θεατρίνου παίχτηκε μακριά από τους προβολείς. Ο Χατζηχρήστος είχε μια παράξενη σχέση με το χρήμα, το θεωρούσε κάτι σαν περαστικό επισκέπτη. Ερχόταν κι έφευγε, μόνο που συνήθως έφευγε προς την τσέπη κάποιου άλλου. Χρόνια αργότερα, όταν τον ρώτησαν για τα πάθη του, έδωσε μια απάντηση που σχεδόν συνοψίζει τη βιογραφία του: Το πάθος που δεν κατάφερε ποτέ να κόψει ήταν το «εγώ πληρώνω». Και πρόσθετε πως τόσο στα πλούτη όσο και στις φτώχειες του, έβαζε πάντα το χέρι στην τσέπη για όλους δίπλα του.


Οι συνάδελφοί του που τον έζησαν στα καμαρίνια, στις περιοδείες, στα ξενύχτια και στις εποχές που το θέατρο όχι μόνο δεν είχε λάμψη αλλά ήταν κάτι σαν επικίνδυνη αποστολή, έχουν να πουν μόνο καλά γι' αυτόν. Ο Νίκος Ρίζος, φίλος του από τα δύσκολα χρόνια, θυμόταν κάτι μαγικό από την παλιά Αθήνα των θεάτρων. Ο Χατζηχρήστος και ο Βασίλης Αυλωνίτης ήξεραν ακριβώς ποια ώρα έβγαινε ο ένας και ο άλλος στη σκηνή των γειτονικών θεάτρων όπου έπαιζαν. Ο Χατζηχρήστος λοιπόν εγκατέλειπε για λίγο το δικό του θέατρο, έτρεχε γρήγορα, ανέβαινε ξαφνικά στη σκηνή του Αυλωνίτη και οι δυο τους αυτοσχεδίαζαν επί μισή ώρα. Την επομένη γινόταν το αντίθετο, ο Αυλωνίτης έτρεχε στο θέατρο του Χατζηχρήστου και έπαιζαν για λίγο μαζί, ενθουσιάζοντας τους θεατές. Μιλώντας για εκείνη τη φουρνιά, ο Ρίζος κατέληγε: «Ηταν μια άλλη γενιά ηθοποιών, σήμερα δεν τους "πιάνει" κανείς από εμάς». Η Σπεράντζα Βρανά μιλώντας γι' αυτόν είχε φωτίσει μια διαφορετική πλευρά του: Την πληθωρικότητα με την οποία αγαπούσε. Οπως έλεγε, «όταν ο Χατζηχρήστος ερωτευόταν, αφοσιωνόταν ολόψυχα και μπορούσε να εκφράσει αυτό που ένιωθε με μια γλυκιά κουβέντα, μια ξαφνική αγκαλιά ή ένα δώρο που ο άλλος δεν είχε καν φανταστεί. Οταν αγαπούσε, δεν ήξερε από οικονομία αισθημάτων». Η Αλίκη Γεωργούλη περιέγραψε πώς κάποτε το αυτοκίνητο του ερωτευμένου Κώστα ήταν γεμάτο λουλούδια, σχεδόν ένα ολόκληρο ανθοπωλείο πάνω σε τέσσερις ρόδες. «Ηταν ωραίος άνθρωπος ο Χατζηχρήστος. Καλοπροαίρετος. Αυθόρμητος. Γενναιόδωρος». Η Ρίκα Διαλυνά τον σκιαγράφησε με πολλή αγάπη: «Ο Κώστας ήταν πολύ σπουδαίος άνθρωπος και ηθοποιός. Οσοι συνεργάστηκαν μαζί του, τον λάτρεψαν κυριολεκτικά. Τους ζούσε όλους, κι ας μην είχε ο ίδιος ούτε φράγκο στην τσέπη. Και το σημαντικότερο; Δεν άφησε ποτέ κανέναν απλήρωτο». Η Βάσια Τριφύλλη είπε για εκείνον: «Είχε τρύπια χέρια. Δεν μπορούσε να καθίσει να φάει μόνος. Μετά την παράσταση μάζευε γύρω του κόσμο - δέκα, δεκαπέντε ανθρώπους - και τους πήγαινε στο τραπέζι. Και το να επιχειρήσει κάποιος άλλος να πληρώσει ήταν σχεδόν αιτία διακοπής σχέσεων». Ο Κώστας Καραγιάννης το εξηγούσε διαφορετικά: «Δεν αγαπούσε τα χρήματα για τα χρήματα. Τα ξόδευε. Δύσκολα θα έβρισκες καλλιτέχνη ή φτωχό άνθρωπο που να είχε βρεθεί κοντά του και να μην είχε κάποια στιγμή δεχθεί τη βοήθειά του». Και έτσι σχηματίζεται από τις μαρτυρίες των άλλων ένα πορτρέτο πολύ διαφορετικό από εκείνο που χωράει στις κινηματογραφικές αφίσες. Ο Χατζηχρήστος δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος κωμικός. Ηταν ο άνθρωπος που όταν είχε πολλά τα σκόρπιζε, και όταν είχε λίγα τα μοιραζόταν. Ισως τελικά η πιο σπουδαία κριτική για έναν καλλιτέχνη να μην είναι πόσο γέλιο προκάλεσε πάνω στη σκηνή, αλλά πόσοι άνθρωποι, όταν έσβησαν τα φώτα της, είχαν έναν λόγο να τον θυμούνται με αγάπη.

Ο Λουντέμης, ο ΕΛΑΣ και η Ντιριντάουα

Το 1956, όταν ο Μενέλαος Λουντέμης βρισκόταν αντιμέτωπος με τη γνωστή δίωξη για το έργο του, ο Χατζηχρήστος, λόγω της σχέσης του με την Αλίκη Γεωργούλη, προσπάθησε κι αυτός να βοηθήσει τον μεγάλο Ελληνα συγγραφέα. Εμφανίστηκε λοιπόν στη φυλακή, φορτωμένος με ένα στρώμα και μια κούτα τρόφιμα, προσπαθώντας να τα περάσει στον κρατούμενο. Και τελικά τα κατάφερε, τους έπεισε και τα πέρασε. Μετά απ' αυτό, δεν έκανε καμία ανακοίνωση αλληλεγγύης. Δεν φωτογραφήθηκε. Ούτε έκανε δηλώσεις γι' αυτήν την πρωτοβουλία. Απλώς κουβάλησε στην πλάτη του ένα στρώμα και τρόφιμα. Και αυτή του η κίνηση έδειξε πως υπάρχουν φορές που η ιδεολογία ενός ανθρώπου μπορεί να χωρέσει και σε μία μόνο εικόνα, σε μία μόνο κίνηση.


Ο ίδιος είχε γνωρίσει άλλωστε από νωρίς μια Ελλάδα πολύ διαφορετική από εκείνη των μεταγενέστερων κινηματογραφικών του επιτυχιών. Είχε πολεμήσει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Είχε περάσει από τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Σε συνέντευξή του θυμόταν ακόμα τη δολοφονία του αδελφού του, που ήταν στον ΕΛΑΣ, λίγο πριν από την απελευθέρωση της Δράμας.

Κι ύστερα, υπήρξε στη ζωή του και εκείνη η γυναίκα. Η σπουδαία Καίτη Ντιριντάουα. Δεν ήταν «η όμορφη πρωταγωνίστρια» που παντρεύτηκε έναν διάσημο κωμικό. Πίσω από το εξωτικό καλλιτεχνικό όνομα βρισκόταν η Αικατερίνη Οικονόμου, μια γενναία γυναίκα της Αντίστασης. Θρυλική αγωνίστρια του ΕΑΜ, καταδικάστηκε σε φυλάκιση από τους Γερμανούς και μεταπολεμικά γνώρισε τις διώξεις και τις εξορίες. Μακρόνησος, Χίος, Τρίκερι. Η ηθοποιός και χορεύτρια με τα μεγάλα τσακίρικα μάτια από τη Θεσσαλονίκη είχε δηλώσει ότι «αγάπησα τον αγώνα περισσότερο απ' το θέατρο», γι' αυτό και παρά τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, την παρανομία, τις εξορίες και τις κακουχίες που άφησαν βαρύ αποτύπωμα στην υγεία της, συνέχισε να αγωνίζεται μέσα από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ Θεάτρου. Με τον Χατζηχρήστο συνεργάστηκαν στο θέατρο, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν το 1959 και απέκτησαν μια κόρη. Ο γάμος τους κράτησε έως το 1975. Η κοινή ζωή τους ασφαλώς δεν ήταν ειδυλλιακή, ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ τις αδυναμίες και τις απιστίες του. Αλλά για αρκετά χρόνια συναντήθηκαν στο θέατρο δύο άνθρωποι με παράλληλες λαϊκές διαδρομές: Εκείνη με την Αντίσταση, τις διώξεις και τις εξορίες, εκείνος με τον πόλεμο, την Αριστερά και μια σχεδόν παθολογική ανάγκη να μοιράζεται ό,τι είχε. Μια γενναιοδωρία που είχε κάτι το παιδικό.

Από τη δόξα και τη λατρεία στη μοναξιά

Ο Χατζηχρήστος δεν γνώριζε το «λίγο». Ούτε στο θέατρο, ούτε πουθενά. Κάποτε, το 1963-64, έφερε στο «Παρκ» μια γιγαντιαία παραγωγή, με περισσότερους από 100 ηθοποιούς και χορευτές, Ελληνες και Γάλλους. Το υπερθέαμα κατέληξε σε οικονομική καταστροφή. Χρόνια μετά, εξηγούσε πως τα περισσότερα χρήματά του χάθηκαν σε θεατρικές και κινηματογραφικές δουλειές, αλλά και πως ποτέ δεν φοβήθηκε το ρίσκο. Και, με εκείνη την αυτοσαρκαστική ειλικρίνεια που τον χαρακτήριζε, παραδεχόταν ότι όσα ξόδεψε δεν τα ξόδεψε ποτέ μόνος του, υπήρχαν πάντοτε φίλοι, συνεργάτες και γνωστοί γύρω του.


Ακόμη και η τέχνη του γεννήθηκε πολλές φορές από το ίδιο ένστικτο, να σώσει τον άλλον, τη στιγμή, την παράσταση. Οταν κάποτε σε μια σκηνή του «Μπακαλόγατου» - από αβλεψία - έλειψαν από το σκηνικό οι φακές, αντί να παγώσει και να τα χάσει, αυτοσχεδίασε μια ξεκαρδιστική ιστορία. Είπε στους θεατές πως ήρθαν κάποια ...μαμούνια που τάχα πήραν τις φακές στον ώμο τους και έφυγαν. Το λάθος έγινε ατάκα και η στιγμιαία αμηχανία έγινε γέλιο και χειροκρότημα. Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη τέχνη του Χατζηχρήστου: Μετέτρεπε τη στραβή στιγμή σε ζωή. Και η ζωή τού έδωσε πολλές στραβές στιγμές.

Εχασε χρήματα, θέατρο, ανθρώπους. Γνώρισε τη μεγάλη δημοσιότητα, τη δόξα, την αγάπη του κοινού, και αργότερα τη μοναξιά και την αγνωμοσύνη. Πέρασε περιόδους μεγάλης οικονομικής δυσκολίας και μόνο ελάχιστοι άνθρωποι, που τον αγάπησαν πραγματικά, στάθηκαν δίπλα του. Ισως γιατί η αλληλεγγύη μερικές φορές έχει μνήμη. Εκείνος που επί δεκαετίες πλήρωνε τραπέζια, βοηθούσε συναδέλφους, κουβαλούσε τρόφιμα και χάριζε πράγματα, στα δύσκολα βρήκε μόνο κάποιους λίγους ανθρώπους που δεν τον ξέχασαν. Μάλλον γι' αυτό, ένα τέταρτο του αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Χατζηχρήστος δεν είναι μόνο ο Θύμιος, ο Ζήκος ή ο αξέχαστος Ηλίας του 16ου. Είναι και εκείνος ο άνθρωπος με το στρώμα στην πλάτη έξω από τη φυλακή του Λουντέμη. Είναι ο στρατιώτης που αρνιόταν να πυροβολήσει αμούστακα παιδιά. Εκείνος που έβγαζε κόσμο για φαγητό και το θεωρούσε περίπου προσωπική προσβολή να πληρώσει άλλος. Ενας άνθρωπος ατελής, πληθωρικός, αντιφατικός, σπάταλος σε χρήματα, έρωτες, γέλιο και προσφορά.

Και ίσως αυτή να είναι η ωραιότερη απάντηση στο ερώτημα που βασάνιζε τον ίδιο τα τελευταία χρόνια: «Χαρτιά δεν ξέρω. Από ιππόδρομο δεν έχω ιδέα. Πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα;». Και σχεδόν απαντούσε μόνος του: «Από τα χέρια μου πέρασαν πολλά χρήματα. Επρεπε να κρατώ πισινή». Δεν κράτησε. Τα λεφτά πήγαν σε παραστάσεις, σε αποτυχίες, σε φίλους, σε συναδέλφους, σε τραπεζώματα, σε λουλούδια, σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη.

Δηλαδή, με έναν τρόπο δεν πήγαν χαμένα. Πήγαν στους άλλους. Γιατί ο Χατζηχρήστος αγάπησε τους ανθρώπους και το θέατρο περισσότερο από την ασφάλεια.

«Εφυγε» στις 3 Οκτωβρίου 2001, στα 80 του χρόνια.

Της
Σεμίνας Διγενή



Πηγή:rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Γιώργος Πομάσκι: Κόντρα στον άνεμο, με το βλέμμα στο ακατόρθωτο


Ανάμεσα σε προπονητές που μετρούν την καριέρα τους σε χρόνια και σε μετάλλια, υπάρχει μια κορυφαία μορφή του στίβου, με διαφορετική φιλοσοφία και διαδρομή. Ο Γιώργος Πομάσκι. Αυτός τη μετράει σε ανθρώπους που έμαθαν, χάρη σ' αυτόν, τον αρχιτέκτονα των μεγάλων επιτυχιών, να πηγαίνουν λίγο πιο μακριά, απ' όσο πίστευαν ότι μπορούν. Τώρα, μετά το τέταρτο συνεχόμενο ευρωπαϊκό χρυσό του Μίλτου Τεντόγλου στο Μπέρμιγχαμ, με εκείνο το επιβλητικό 8,44 μ. κόντρα μάλιστα στον άνεμο, ο Πομάσκι βρίσκεται ξανά εκεί που βρισκόταν εδώ και δεκαετίες, πίσω από το μετάλλιο, αλλά μέσα στην ιστορία. Η υποψηφιότητά του για τον τίτλο του κορυφαίου προπονητή στίβου στην Ευρώπη για το 2026 (European Athletics Coaching Award 2026) μοιάζει σχεδόν αυτονόητη. Οχι επειδή προπονεί τον καλύτερο Ευρωπαίο άλτη της εποχής μας, αλλά επειδή ο Πομάσκι δημιούργησε σχολή κι όχι απλώς έναν πρωταθλητή κι αυτή η ιστορία άρχισε πολύ μακριά από τα ελληνικά στάδια. Γεννημένος το 1960 στη Βουλγαρία, ο Γκεόργκι Πομάσκι μπήκε στον στίβο παιδί. Στα 16 του είχε ήδη αφοσιωθεί στο τριπλούν, σπούδασε στη Γυμναστική Ακαδημία της Σόφιας και έφτασε στην Εθνική ομάδα της Βουλγαρίας. Υστερα ήρθε μια από εκείνες τις ήττες που, χρόνια αργότερα, αποδεικνύονται οι μεγαλύτερες νίκες μιας ζωής. Στα 28 του, για τρίτη φορά, δεν επελέγη για Ολυμπιακούς Αγώνες. Η αντίδρασή του ήταν απολύτως ...Πομάσκι. «Την ίδια ημέρα κιόλας πέταξα τα "καρφιά" και σε μια εβδομάδα βρέθηκα στην Ελλάδα», έχει αφηγηθεί. Μερικές φορές η Ιστορία φροντίζει μια πόρτα να κλείσει με πάταγο, για να ανοίξει μια άλλη. Ο Πομάσκι ήρθε στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του '80 και ουσιαστικά δεν έφυγε ποτέ. Η προσωπική αφορμή ήταν η Εβίτα, η γυναίκα της ζωής του, που είχε γνωρίσει, όταν εκείνη σπούδαζε στη Βουλγαρία. Η μεγάλη αφορμή, όμως, αποδείχθηκε ο ελληνικός στίβος. Κάποτε, είπε μια φράση που ίσως συνοψίζει όλη αυτήν τη διαδρομή: «Από την Ελλάδα πήρα τα πάντα». Κι η Ελλάδα, όμως, πήρε επίσης πολλά από εκείνον. Πήρε έναν προπονητή που πέρασε από τα χέρια του μια εντυπωσιακή γενιά πρωταθλητών: Νίκη Ξάνθου, Βούλα Τσιαμήτα, Ολγα και Σπύρος Βασδέκης, Λάμπρος Παπακώστας, Λούης Τσάτουμας, Κώστας Ζαλαγκίτης και πολλοί ακόμη. Οι αθλητές του κατέκτησαν μετάλλια σε Ολυμπιακούς Αγώνες, Παγκόσμια και Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα. Το ασημένιο της Νίκης Ξάνθου στο Παγκόσμιο της Αθήνας το 1997 και το πρώτο ελληνικό παγκόσμιο χρυσό, με τη Βούλα Τσιαμήτα το 1999, είναι δύο μόνο από τις μεγάλες υπογραφές του. Ο Πομάσκι απέδειξε πως μπορεί να καταφέρει το ακατόρθωτο, αφού πρέπει να κάνει τη δουλειά του, την ώρα που γήπεδα κλείνουν, άλλα υπολειτουργούν, χωρίς στάδια για αγώνες στον στίβο και κλειστούς τώρα και τους ξενώνες στον Αγιο Κοσμά, με είκοσι άτομα στον δρόμο. Οπως έχει πει με πικρία «οι Πολωνοί έχουν οκτώ προολυμπιακά κέντρα κι εμείς δεν έχουμε ούτε ένα κλειστό να κάνουμε αγώνες. Κι ενώ δεν τους γυμνάζουμε καλά, έχουμε και την απαίτηση να αγωνίζονται καλά. Κακές κατασκευές και κακή μοιρασιά». Κι έχει δίκιο. Βουνό! Το αποδεικνύουν οι πλημμύρες στους χώρους των προπονήσεων, οι αθλητές που ξεπαγιάζουν και τραυματίζονται στο επικίνδυνο ταρτάν, τα στρώματα στο επί κοντώ, (εκεί δηλ. που έχουμε πολλά μετάλλια), που γράφουν ...1997.

«Πολύ καλός άλτης ο Τεντόγλου και πολύ δυνατός στο μυαλό»

Και ύστερα ήρθε ο Μίλτος. Ο Τεντόγλου είχε ήδη ανακαλυφθεί στα Γρεβενά, από τον Βαγγέλη Παπανίκο. Ο Πομάσκι παρέλαβε ένα τεράστιο ταλέντο και βοήθησε να μετατραπεί σε έναν από τους σπουδαιότερους άλτες, που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη. Ο Αμερικανός Μάικλ Πάουελ, θρυλική μορφή του αγωνίσματος - και κάτοχος μέχρι σήμερα του παγκοσμίου ρεκόρ με 8.95 από το 1991 - έχει πει πως ο Τεντόγλου τού θυμίζει τους μεγάλους άλτες της εποχής του. «Είναι πολύ καλός άλτης, αλλά είναι και πολύ δυνατός στο μυαλό». Η σχέση τους είναι ίσως ένα από τα ωραιότερα κεφάλαια του ελληνικού αθλητισμού. Γιατί δεν θυμίζει τη στερεοτυπική σχέση αυστηρού δασκάλου και υπάκουου μαθητή. Είναι σχέση δύο ανθρώπων που γνωρίζονται τόσο καλά, ώστε ο ένας μπορεί να καταλάβει τον άλλον με δυο λέξεις (συχνά και χωρίς αυτές). Ο Πομάσκι λέει κάτι πολύ σημαντικό για τη φιλοσοφία του: «Ο αθλητής πρέπει να είναι σκεπτόμενος, δεν θέλουμε ρομπότ». Και κάπου εκεί βρίσκεται ίσως το μυστικό του. Δεν κατασκευάζει αθλητές. Καλλιεργεί προσωπικότητες. Πιστεύει στην πειθαρχία, στη συνέπεια και στην αυτοβελτίωση και όχι στην τυφλή υπακοή. Θεωρεί ότι κάθε αθλητής έχει τους δικούς του «νόμους» και ότι δουλειά του προπονητή είναι να τους ανακαλύψει και μόνο αν χρειάζεται, να τους σπάσει. Από την πολύτιμη φιλική σχέση μου μαζί του, έχω διαπιστώσει επίσης, πως διαθέτει εκείνο το σπάνιο χαρακτηριστικό των ανθρώπων, που γνωρίζουν πραγματικά πολλά, αλλά ποτέ δεν φωνάζει ότι τα γνωρίζει. Στο Τόκιο, πριν από τον ολυμπιακό τελικό, όταν ρωτήθηκε πόσο θα χρειαστεί για το χρυσό, απάντησε: 8,40 μ. Ο Τεντόγλου πήδηξε 8,41. Ενα εκατοστό διαφορά ανάμεσα στην πρόβλεψη και στην Ιστορία. Και όταν εκείνο το χρυσό ήρθε, ο Πομάσκι είπε κάτι, που περιγράφει ίσως καλύτερα από κάθε εγκώμιο, το μέγεθός του: «Δεν τον κουβαλάω εγώ. Με κουβαλάει εκείνος». Κι αυτό το είπε ένας άνθρωπος που θα είχε κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει μερίδιο από τη δόξα. Δεν το έκανε. Επιμένει σταθερά ότι η επιτυχία δεν βασίζεται μόνο στο ταλέντο, αλλά στην καθημερινή, σκληρή δουλειά εντός των σταδίων. Εχει δηλώσει χαρακτηριστικά πως προτιμά να βρίσκεται στο πλευρό των ανθρώπων «που μοχθούν καθημερινά» για το αποτέλεσμα, παρά να επαναπαύεται σε προσωρινές λάμψεις. Το 2022, μετά το χρυσό του Τόκιο και το παγκόσμιο χρυσό κλειστού, μπορούσε πλέον να πει ότι είχε συμπληρώσει τα δύο μετάλλια που έλειπαν από την τεράστια προπονητική συλλογή του. Και τότε δήλωσε : «Πήρα αυτό που ήθελα εγώ, τώρα πάμε να πάρει ο Μίλτος όσα θέλει». Αυτό είναι προπονητής! Να έρχεται κάποια στιγμή, που το δικό σου όνειρο τελειώνει και, αντί να φύγεις, να μένεις για να υπηρετήσεις το όνειρο του άλλου. «Τώρα δουλεύω για τα όνειρα των αθλητών μου», έχει πει. Και όταν τον ρώτησαν πόσα μετάλλια έχουν κερδίσει συνολικά οι αθλητές του, απάντησε ότι δεν ξέρει. Δεν τα έχει μετρήσει και δεν θέλει να τα μετρήσει. Ισως επειδή μετρά άλλα πράγματα.

«Ξανακάν' το». Σε δυο λέξεις ολόκληρος ο πρωταθλητισμός

Κάποτε εξομολογήθηκε ότι οι αθλητές με τους οποίους έχει δουλέψει, τον κάνουν να αισθάνεται «πλούσιος». Να λοιπόν, η περιουσία του Πομάσκι, όχι μετάλλια σε τοίχους και συρτάρια, αλλά άνθρωποι που πέρασαν από το προπονητήριό του. Και μέσα σ' αυτή την τεράστια διαδρομή υπάρχει και κάτι βαθιά ελληνικό, χωρίς κορόνες και πατριωτικές υπερβολές. Ενας άνθρωπος που γεννήθηκε αλλού, διάλεξε αυτήν τη χώρα για πατρίδα της ζωής και της δουλειάς του και της έδωσε ένα σημαντικό κομμάτι της αθλητικής της ιστορίας. Σήμερα, στα 66 του, μπορεί να κοιτάξει πίσω, σε μια πορεία που ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν θα μπορούσε να φανταστεί «ούτε στα πιο τρελά του όνειρα». Και συνεχίζει. Δυνατός και πάντα γελαστός. Εμείς μπορεί να βλέπουμε τον αθλητή να πετά και να τον αποθεώνουμε, όμως πίσω από κάθε τέτοια πτήση υπάρχουν χιλιάδες ώρες στις οποίες δεν υπάρχει κοινό, τηλεόραση, εθνικός ύμνος ή βάθρο. Υπάρχει ένα άδειο στάδιο. Μια βαλβίδα. Μια μεζούρα. Μια φόρα που πρέπει να διορθωθεί κατά μερικά εκατοστά. Κι ένας άνθρωπος που κοιτάζει ξανά και ξανά την ίδια κίνηση. Η σημαντικότερη οδηγία του Πομάσκι στην προπόνηση είναι άλλωστε αφοπλιστικά απλή: «Ξανακάν' το». Δυο λέξεις που κρύβουν μέσα τους ολόκληρο τον πρωταθλητισμό. Απέτυχες; Ξανακάν' το. Πέτυχες; Ξανακάν' το καλύτερα. Εγινες πρωταθλητής Ευρώπης; Ξανακάν' το. Εγινες Ολυμπιονίκης; Ξανακάν' το. Και ίσως γι' αυτό η υποψηφιότητα του Γιώργου Πομάσκι για τον τίτλο του κορυφαίου προπονητή της Ευρώπης δεν είναι απλώς μια προσωπική διάκριση. Είναι αναγνώριση μιας ολόκληρης φιλοσοφίας. Της δουλειάς αντί για τη φασαρία. Της γνώσης αντί για την έπαρση. Της επιμονής αντί για το άλλοθι. Της εμπιστοσύνης αντί για την αυθεντία. Στα μετάλλια του ελληνικού στίβου των τελευταίων τριών και πλέον δεκαετιών, τα αποτυπώματα αυτού του μεγάλου τεχνικού, είναι παντού. Και αυτό είναι ένα ακόμα βραβείο που έχει κερδίσει.

«Είμαι ΚΚΕ και γιατί θέλω να υπερασπίζομαι τον αθλητισμό»

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που συμπληρώνει το πορτρέτο του Γιώργου Πομάσκι. Κάτι που ο ίδιος δεν έκρυψε πίσω από τα μετάλλια και τις επιτυχίες του, είναι ότι είναι κομμουνιστής. Εχει πει χαρακτηριστικά: «Είμαι ΚΚΕ και γιατί θέλω να υπερασπίζομαι τον αθλητισμό». Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται απλώς στην πολιτική του επιλογή. Βρίσκεται στη συνέπεια ανάμεσα σ' αυτά που πιστεύει και σ' αυτά που κάνει. Γιατί, αν παρατηρήσει κανείς τη διαδρομή του, θα βρει μέσα τις αξίες που αυτός ο ευγενικός, ζεστός και χαμογελαστός άνθρωπος υπερασπίζεται και έξω από το στάδιο, τη δουλειά, τη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την αξιοπρέπεια, την πίστη στον άνθρωπο και όχι στη βιτρίνα του. Ο ίδιος γνωρίζει άλλωστε πόσο παραπλανητική μπορεί να είναι η εικόνα του «μοναχικού ήρωα». Στο βάθρο ανεβαίνει ένας, αλλά για να φτάσει εκεί έχουν δουλέψει πολλοί, προπονητές, φυσιοθεραπευτές, γιατροί, συναθλητές, άνθρωποι που συνήθως μένουν έξω από το κάδρο. Κανένας πρωταθλητής δεν κατασκευάζεται μόνος του. Ο Πομάσκι δεν υπήρξε στιγμή άνθρωπος των δημοσίων σχέσεων. Δεν αλλάζει απόψεις ανάλογα με το ακροατήριο, ούτε στρογγυλεύει τις λέξεις του για να γίνεται αρεστός. Είναι ένας άνθρωπος που έζησε τις δυσκολίες του ελληνικού αθλητισμού και διάλεξε πλευρά. Εγινε γνωστός ως άνθρωπος της καθημερινής, επίμονης και συχνά αθέατης δουλειάς. Και ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις ωραιότερες αντιφάσεις της ιστορίας του, ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στο να δημιουργεί πρωταθλητές, δεν πιστεύει σε μια κοινωνία όπου λίγοι πρέπει να είναι πρωταθλητές και οι πολλοί θεατές. Πιστεύει στη δύναμη των πολλών. Γι' αυτό και η σχέση του με το ΚΚΕ μοιάζει περισσότερο με μια κόκκινη γραμμή που διατρέχει τη ζωή του, δουλειά, επιμονή, συλλογικότητα, καθαρή θέση. Στο άλμα εις μήκος, ο αθλητής χάνει την προσπάθεια αν πατήσει πέρα από τη γραμμή. Στη ζωή, όμως, υπάρχουν άνθρωποι που ξεχωρίζουν επειδή ξέρουν ακριβώς σε ποια πλευρά της γραμμής θέλουν να στέκονται. Ο Πομάσκι είναι ένας απ' αυτούς. Απ' αυτούς που δεν αλλάζουν κατεύθυνση ανάλογα με το πού φυσάει ο άνεμος. Και ίσως γι' αυτό έμαθε τόσο καλά στους αθλητές του, πώς να τον νικούν.

Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ Φώναξε πιο δυνατά απ' όλους: «Την αλήθεια, ρε! Την αλήθεια!»



Στο άκουσμα του θανάτου του, ένιωσα έναν θυμό, σχεδόν παιδικό, παράλογο, «όχι, αυτός δεν έπρεπε να φύγει».

Ναι, ήταν ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, πάνω απ' όλα όμως, ήταν φίλος καρδιάς. Τον εκτίμησα και τον θαύμασα, γι' αυτά που έκανε μπροστά στην κάμερα, αλλά τον αγάπησα γι' αυτά που έκανε, όταν οι κάμερες έκλειναν.

Από τα μέσα της δεκαετίας του '80, του αφιέρωνα εκπομπές μου σε τηλεόραση και ραδιόφωνο. Και κάθε φορά συνέβαινε το ίδιο πράγμα, ξεκινούσαμε να μιλάμε για θέατρο ή κινηματογράφο και καταλήγαμε να μιλάμε για τη ζωή, την πολιτική, τους ανθρώπους, τα στραβά του κόσμου, για φίλους που χάθηκαν, για εκείνους που ξεπουλήθηκαν και για τους άλλους που άντεξαν.

Και βέβαια γελούσαμε πολύ. Γιατί ο Νίκος είχε σπάνιο χιούμορ. Δεν ήταν η ετοιμολογία του επαγγελματία κωμικού. Ηταν ο τρόπος να κοιτάζει τον κόσμο λοξά. Να βρίσκει το γελοίο μέσα στο πομπώδες, το παράλογο μέσα στο «φυσιολογικό», να ξεφουσκώνει με μια κουβέντα, όποιον έπαιρνε υπερβολικά σοβαρά τον εαυτό του. Και πρώτον απ' όλους, ξεφούσκωνε τον ίδιο.

Ηταν πολλά. Οχι «μόνο» ηθοποιός. Εγραφε θέατρο και ποίηση, έγραφε τραγούδια, σενάρια, σκηνοθετούσε, έπαιζε μουσική, έφτιαξε τους «Ιππείς της Πύλου» και αργότερα δημιούργησε στην Κυπαρισσία το Τρενοτεχνείο, στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, έναν χώρο πολιτισμού, ως στέκι, καταφύγιο, τόπο συνάντησης.

Ολες του οι ιδιότητες σωστές και ταυτόχρονα ανεπαρκείς. Δεν χώρεσε ποτέ στις ταμπέλες. Υπήρξε πιο σημαντικός απ αυτές. Κι ίσως γι' αυτό υπήρξε τόσο καλός ηθοποιός. Γιατί πριν μάθει να παίζει ανθρώπους, τους είχε μάθει. Είχε δουλέψει οικοδομή, σε δύσκολες δουλειές, είχε γνωρίσει τη βιοπάλη. Κάποτε, μιλώντας για τα χρόνια της οικοδομής, είπε:

«Εγώ εκεί σπούδασα το θέατρο. Ανωτάτη Οικοδομική».

Μέσα στο αστείο υπήρχε όλη η φιλοσοφία του, γιατί πίστευε ότι η γνώση της ζωής δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις σχολές.

Αυτός ήταν ο Καλόγερας. Δεν έπαιζε τον λαϊκό άνθρωπο. Τον γνώριζε.

Γι' αυτό και οι ήρωές του δεν μύριζαν ποτέ «ρόλο». Κι όμως τίποτε δεν ήταν τυχαίο. Ηταν φοβερά σχολαστικός. Ελεγε:

«Ποτέ δεν έχω την ίδια περπατησιά σε κάθε ρόλο, ποτέ».

Κάθε χαρακτήρας, εξηγούσε, είχε το δικό του καλούπι, τη δική του ματιά, τον δικό του ήχο.

Δεν αντιμετώπισε ποτέ τον «λαϊκό άνθρωπο» σαν καρικατούρα.

Τον ήξερε. Είχε δουλέψει μαζί του. Είχε πεινάσει μαζί του. Είχε βρεθεί στις οικοδομές, στα λεωφορεία, στα υπόγεια, στα συνεργεία της ζωής. Γι' αυτό ο φαντάρος στη «Λούφα και Παραλλαγή», ο Μπάμπης στο «Ρεμπέτικο», ο Σωκράτης στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» δεν ήταν «ρόλοι λαϊκών ανθρώπων». Ηταν άνθρωποι.

Αυτός ο φαινομενικά ακατέργαστος τύπος, ήταν ένας εξαιρετικά λεπτολόγος τεχνίτης. Και δεν ζητούσε την επιβεβαίωση από τους «ειδικούς».

Εμπαινε κρυφά στις κινηματογραφικές αίθουσες, αφού είχε αρχίσει η προβολή, καθόταν μέσα στο σκοτάδι και παρακολουθούσε τους θεατές. Ηθελε να δει αν αυτό που ο ίδιος θεωρούσε καλό, λειτουργούσε πράγματι στον κόσμο. Να καταλάβει πού γελούσε, πού σώπαινε, πού συγκινούνταν.

Γιατί ο τελικός κριτής γι' αυτόν δεν ήταν το κοσμικό τραπέζι μετά την πρεμιέρα. Ηταν η πλατεία.

Η αλλεργική σχέση του με την υποταγή

Ο Νίκος μπορούσε να γίνει δύσκολος. Σε εποχές που η «προσαρμοστικότητα» θεωρείται προσόν, εκείνος είχε μια σχεδόν αλλεργική σχέση με την υποταγή. Είπε «όχι» σε μεγάλες δουλειές, σε μεγάλα ονόματα, σε χρήματα που είχε ανάγκη. Ηθελε κότσια, να λες «όχι», όταν όλοι γύρω σού εξηγούσαν πόσο συμφέρον θα ήταν να πεις «ναι». Αν εκτιμούσε πως κάτι δεν του ταίριαζε, δεν το έκανε. Τελεία.

Δεν ήταν πόζα. Η πόζα είναι εύκολη όταν έχεις εξασφαλισμένο τον επόμενο μισθό. Ο Νίκος είχε γνωρίσει και την ανεργία και την οικονομική δυσκολία. Κι όμως, όταν χρειάστηκε, προτίμησε να επιστρέψει στην οικοδομή, παρά να κάνει κάτι που θα τον ακύρωνε.

Δεν ήταν ασυμβίβαστος επειδή δεν είχε πειρασμούς. Ηταν ασυμβίβαστος επειδή είχε και αντιστεκόταν. Δεν ήταν αντισυμβατικός με τη σημερινή, εύκολη έννοια της δήθεν αντισυμβατικότητας, που συχνά αποτελεί μέρος ενός προσεκτικά σχεδιασμένου μάρκετινγκ. Ο Νίκος το πλήρωσε ακριβά αυτό. Σε χρήμα, σε δουλειές, σε ευκαιρίες.

Ελεγε ότι λειτουργούσε πάντα σαν να είχε πολλά λεφτά, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε σχεδόν ποτέ. Κι όταν δεν είχε δουλειά, δεν αναθεωρούσε τις αρχές του. Πάλι η οικοδομή τον ξελάσπωνε. Μιλώντας μάλιστα για τις διαφημίσεις που αρνιόταν να κάνει, έλεγε ότι δεν θα μπορούσε ύστερα να κοιτάξει τον άλλον στα μάτια.


Αυτό είναι ίσως το κλειδί για να τον καταλάβει κανείς. Ηθελε να μπορεί να σε κοιτάζει στα μάτια.

Σε μια εποχή όπου η δημόσια εικόνα κατασκευάζεται, οι απόψεις προσαρμόζονται, οι γωνίες λειαίνονται και οι άνθρωποι μαθαίνουν να είναι «κατάλληλοι», εκείνος παρέμενε ακατάλληλος. Ακόμα και το χιούμορ του είχε δόντια. Χωμάτινο κι αυτοσαρκαστικό, ποτισμένο με εκείνη την τρομερή ικανότητα των πραγματικά λαϊκών ανθρώπων να αφηγούνται ακόμη και τη συμφορά τους έτσι ώστε στο τέλος να γελάς.

Διηγιόταν, για παράδειγμα, πως όταν σπούδαζε θέατρο έκανε ό,τι δουλειά έβρισκε: Οικοδομές, πάγκο στο Μοναστηράκι, ακόμη και βυρσοδεψείο. Η μυρωδιά είχε ποτίσει τόσο τα ρούχα και το σώμα του ώστε, όταν πήγε στη σχολή να παίξει τη σκηνή αναγνώρισης του Ορέστη με την Ηλέκτρα και άνοιξε τα χέρια να αγκαλιάσει τη συμφοιτήτριά του, εκείνη δεν άντεξε τη δυσωδία. Ο ίδιος θυμόταν ότι ντράπηκε τόσο, ώστε εξαφανίστηκε για έναν μήνα.

Με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου ήταν φίλοι από τα χρόνια που δεν υπήρχαν χρήματα και, όπως θυμόταν, ένα πεντακοσάρικο από το νυχτοκάματο του Βασίλη το μοιραζόταν η παρέα για να φάνε όλοι.


Ο Καλογερόπουλος ήταν άνθρωπος της παρέας. Της πραγματικής παρέας, όχι των δημοσίων σχέσεων. Μιλούσε με τρυφερότητα για τους συναδέλφους του, τους τεχνικούς, τους φίλους του, για εκείνη τη γενιά που γύριζε ταινίες, βοηθώντας ο ένας τον άλλον «από καρδιάς, όχι από μεροκάματο».

Ο χαρακτήρας του έγινε η μοίρα του

Ελεγε συχνά τη φράση του Ηράκλειτου:

«Ηθος ανθρώπου δαίμων».

Αν υπάρχει ένας άνθρωπος στον οποίο αυτή η φράση ταιριάζει απόλυτα, είναι ο ίδιος. Ο χαρακτήρας του έγινε το πεπρωμένο του. Του κόστισε, αλλά τον έσωσε κιόλας.

Κι όμως, θα ήταν άδικο να μείνει κανείς μόνο στον ατίθασο, στον βωμολόχο, στον οργισμένο Καλογερόπουλο, γιατί πίσω από όλα αυτά, υπήρχε ένας βαθιά τρυφερός άνθρωπος.

Μπορούσε να συγκινηθεί με μια μικρή πράξη αλληλεγγύης, περισσότερο απ' όσο με έναν μεγάλο έπαινο. Μιλώντας κάποτε για μια παράτολμη δημόσια δράση στη Βουλή, που είχαν κάνει μαζί με τον Γιώργο Μαργαρίτη, θυμόταν ότι αργότερα έμαθε πως ο Μαργαρίτης είχε πει ότι πήγε μαζί του, επειδή δεν ήθελε... «να τον αφήσει μόνο του». Ο Νίκος δεν το ξέχασε ποτέ, γιατί για εκείνον η φιλία δεν ήταν μόνο κοινωνική συναναστροφή. Ηταν να μην αφήνεις τον άλλον μόνο του.

Ενα αγύριστο κεφάλι

Αυτόν τον Νίκο θυμάμαι κι εγώ, γράφοντας σήμερα - μια μέρα μετά τον θάνατό του - αυτό το κείμενο.

Οχι μόνο τον ηθοποιό απέναντί μου στις εκπομπές, αλλά τον φίλο, μ' εκείνη τη βροντερή φωνή. Τις ξαφνικές εκρήξεις γέλιου. Την αθυροστομία που μπορούσε, μέσα σε δευτερόλεπτα, να μετατραπεί σε ποίηση. Εκείνο το βλέμμα που αγρίευε όταν μιλούσε για αδικία και γινόταν παιδικό όταν αναφερόταν σε ανθρώπους που αγαπούσε.

Και θυμάμαι πόσο δύσκολο ήταν να τον κρατήσεις μέσα στα όρια μιας τηλεοπτικής εκπομπής. Ευτυχώς.

Οι ενδιαφέροντες άνθρωποι δεν χωρούν εύκολα στα τηλεοπτικά λεπτά.

Θυμάμαι ακόμα ένα ζόρικο ζεϊμπέκικο, που χόρεψε σε μια εκπομπή μου, τραγουδισμένο συγκλονιστικά, από τον Νίκο Δημητράτο. Είχε απλώσει τα χέρια σαν φτερά, σαν να ήθελε να μας αγκαλιάσει όλους, μας κοίταζε κατάματα, κάνοντας στροφές - λες - πάνω από το έδαφος...

Ο Νίκος είχε πολιτική άποψη για την τέχνη. Δεν πίστευε στην αποστειρωμένη τέχνη, την αποκομμένη από όσα συμβαίνουν γύρω της. Ο πολιτισμός - έλεγε - δεν είναι πολυτέλεια, ούτε εμπόρευμα για όσους μπορούν να πληρώσουν. Είναι ανάγκη. Οπως το ψωμί, η παρέα, το τραγούδι. Οπως μια κουβέντα που αξίζει να ειπωθεί.

Ηταν ένας δημιουργός που έβλεπε τον κόσμο ταξικά, κοινωνικά, ανθρώπινα, που ήθελε η σάτιρα να έχει στόχο και το γέλιο να αφήνει μετά κάτι περισσότερο από ένα χαμόγελο. Μπορούσε να μετατρέψει τη φτώχεια σε ιστορία, την ατυχία σε ανέκδοτο, την οργή σε σάτιρα. Και τη σάτιρα σε πολιτική πράξη.

Γι' αυτό και η ανακοίνωση του ΚΚΕ πιάνει μια ουσιαστική πλευρά του όταν τον αποχαιρετά ως «πολυτάλαντο και ανήσυχο δημιουργό» που έκανε το γέλιο αιχμηρό και τη σάτιρα κοινωνικό σχόλιο, δίνοντας πρόσωπο και φωνή στους καθημερινούς ανθρώπους, στις αντιφάσεις, στα βάσανα και στα όνειρά τους.

Τώρα λοιπόν που έφυγε τι μπορείς να πεις; Οτι υπήρξε σπουδαίος ηθοποιός; Το ξέρουμε. Οτι υπήρξε πολυτάλαντος; Το απέδειξε. Οτι ήταν ασυμβίβαστος; Το πλήρωσε. Οτι ήταν αστείος; Ακόμη και όταν μιλούσε για τον θάνατο κατάφερνε να τον κοροϊδεύει. Οταν ένας δημοσιογράφος τού υπενθύμισε παλιότερη δήλωσή του για το «όταν με το κακό φύγουμε», τον διόρθωσε αμέσως:

«Με το καλό ρε, ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ θα φύγουμε».

Να λοιπόν που έφτασε εκείνο το «με το καλό». Μόνο που για εμάς τους υπόλοιπους δεν έχει τίποτε καλό. Εχει μια άδεια καρέκλα και ταινίες που θα ξαναδούμε διαφορετικά. Εχει παλιές εκπομπές που τώρα θα πονάνε λίγο περισσότερο. Εχει εκείνο το γέλιο του που θα ακούγεται από παλιά πλάνα και για μια στιγμή θα δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως ο Νίκος είναι ακόμη εδώ, έτοιμος να πει κάτι ακατάλληλο, αστείο, θυμωμένο και απολύτως αληθινό.

Ασυμβίβαστος. Τρυφερός. Ελεύθερος


Γεια σου, λοιπόν, φίλε.

Γεια σου, Καλόγερα.

Και σ' ευχαριστώ για όσα μου χάρισες, τις κουβέντες, τα γέλια, τα ξενύχτια, τις διαφωνίες, για όσα είπες μπροστά στις κάμερες και κυρίως για όσα ήσουν όταν αυτές έσβηναν.

Δεν χωράς εύκολα σε έναν αποχαιρετισμό. Γιατί πώς αποχαιρετάς έναν άνθρωπο που κράτησε μέχρι τέλους, εκείνη την παράξενη συμμαχία του μάγκα με τον ποιητή, του χωρατατζή με τον διανοούμενο, του ρεμπέτη με τον αρχαίο φιλόσοφο, του αθυρόστομου με τον βαθιά τρυφερό;

Τελικά, είχες δίκιο. Ηθος ανθρώπου δαίμων. Ο χαρακτήρας είναι η μοίρα του ανθρώπου. Κι εσύ είχες την τύχη και πλήρωσες το πρόστιμο, να μείνεις μέχρι τέλους ο χαρακτήρας σου.

Αλύγιστος. Ασυμβίβαστος. Τρυφερός.

Και ελεύθερος. Η δική σου μοίρα ήταν δύσκολη, αστεία, ανυπότακτη, γενναιόδωρη.

Απολύτως όμως, δική σου.

Το ΚΚΕ βρήκε ίσως τον σωστότερο τρόπο αποχαιρετισμού. Δεν έκλεισε την ανακοίνωσή του με συμβατικές φράσεις. Διάλεξε δυο δικούς του στίχους:

«Γεια τους που δε λυγίζουνε

και που δεν προσκυνάνε...».



Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ



Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

ΑΡΛΕΤΑ Απείθαρχη, ανυπότακτη, βελούδινη

Σεμίνα Διγενή



Αν περπατήσεις στους δρόμους των Εξαρχείων έναν αθηναϊκό Αύγουστο, ίσως ξανακούσεις μια αγαπημένη βελούδινη φωνή.

Την ψιθυριστή φωνή της Αρλέτας.


Αυτόν τον παντοδύναμο ψίθυρο, που κατάφερε να διαπεράσει τον χρόνο περισσότερο από πολλές κραυγές. Μάλλον επειδή η Αρλέτα δεν επιχείρησε ποτέ να κατακτήσει το κοινό. Του κράτησε απλώς μια θέση δίπλα της.

Τη γνώρισα αρχές της δεκαετίας του '80, όταν ετοίμαζα μια τηλεοπτική εκπομπή για τον Γιάννη Τσαρούχη στην ΕΡΤ. Τον είχα ρωτήσει ποιον θα 'θελε να φέρω μαζί μας στο στούντιο. Απάντησε «κανέναν!» και αμέσως μετά διόρθωσε «ή μάλλον όχι, κάλεσε την Αρλέτα». Ετσι την γνώρισα. Από τότε μιλήσαμε πολλές φορές, βγήκαμε, ξενυχτήσαμε συζητώντας, φάγαμε στο σπίτι της, κάναμε κι άλλες εκπομπές και πάντα επικοινωνούσαμε με αγάπη και γέλια.

Γεννημένη στην Αθήνα το 1945, μεγάλωσε σε μια πόλη που άλλαζε διαρκώς πρόσωπο. Εζησε ανάμεσα στο Μεταξουργείο, στα Εξάρχεια και στην Κυψέλη, σε εκείνο που αποκαλούσε χαριτολογώντας «Τρίγωνο του Θανάτου». Πατρίδα της, όμως, θεωρούσε τα Εξάρχεια. Εκεί, όπως έλεγε, ένιωθε μεγαλύτερη ασφάλεια από οπουδήποτε αλλού. Της άρεσαν οι γειτονιές που δεν έκρυβαν τις αντιφάσεις τους, οι δρόμοι όπου συνυπήρχαν το ωραίο και το πληγωμένο και οι άνθρωποι που δεν είχαν λουστραριστεί για να μοστράρουν σε μια βιτρίνα.

Στη σημερινή Αθήνα του Αυγούστου, με τα άδεια τραπεζάκια, τα κλειστά βιβλιοπωλεία και τα πεζοδρόμια που πυρώνουν κάτω από τον ήλιο, η Αρλέτα θα μπορούσε ακόμα να περπατά απαρατήρητη. Δεν ήταν άλλωστε άνθρωπος της επίδειξης.

Ούτε τραγουδούσε για να εντυπωσιάσει. Δεν δραματοποιούσε τη συγκίνηση, δεν ζητούσε από το τραγούδι να αποδείξει την αξία της.

Πριν γίνει τραγουδοποιός, ήθελε να γίνει σκιτσογράφος. Στα 15 της ονειρεύτηκε και τη δημοσιογραφία. Τελικά σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο - ανάμεσα σε άλλους - τον Γιάννη Μόραλη. Η ζωγραφική δεν υπήρξε ποτέ ένα παραμελημένο νεανικό όνειρο. Ηταν η δεύτερη φωνή της. Στα σχέδια και στα εξώφυλλά της επέστρεφαν τα πλάσματα της θάλασσας, οι Σειρήνες, τα αγριοπούλια, τα παράξενα τέρατα και οι νεράιδες του ταραγμένου μυαλού. Ακόμα κι όταν τραγουδούσε, ζωγράφιζε με ήχους.

Η ίδια έλεγε ότι έως τα 21 της σχεδόν δεν μιλούσε. «Ημουν ελαφρώς... μουγκό», θυμόταν. Και συμπλήρωνε αυτοσαρκαζόμενη: «Αργότερα όμως μάλλον έλεγα περισσότερα απ' ό,τι έπρεπε». Στην πραγματικότητα, δεν έλεγε πολλά. Ελεγε όμως ακριβώς όσα ήθελε. Με μια πρόταση μπορούσε να αδειάσει ένα ολόκληρο δωμάτιο από τις κοινοτοπίες του.

Δεν έκανε δημόσιες σχέσεις με το παρελθόν της

Στην πρώτη της συνέντευξη, παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1966, ο Γιώργος Πηλιχός την είχε ρωτήσει αν ήταν ερωτευμένη. Η απάντησή της έμεινε θρυλική:

«Με τι; Με άνθρωπο;».

Ηταν όλη η Αρλέτα μέσα σε 4 λέξεις. Αμηχανία απέναντι στις συμβατικές ερωτήσεις, παιγνιώδης ειρωνεία, άρνηση να υποδυθεί τη ρομαντική νεαρή τραγουδίστρια, όπως ίσως περίμενε το περιοδικό.

Στο τραγούδι μπήκε σχεδόν κατά λάθος. Ετσι τουλάχιστον το διηγιόταν η ίδια, που απέρριπτε τη λέξη «καριέρα» με ιδιαίτερη επιμονή. «Μπήκα στο τραγούδι κατά λάθος και παρέμεινα από αφηρημάδα», έλεγε.

Ο Γιώργος Παπαστεφάνου ήταν εκείνος που την βρήκε και την οδήγησε στον Αλέκο Πατσιφά. Ο Γιάννης Σπανός τής έδωσε τα πρώτα μεγάλα της τραγούδια και το «Μια φορά θυμάμαι», ίσως τη μεγαλύτερη επιτυχία της. Χρόνια αργότερα, όταν είχε απομακρυνθεί από τη δισκογραφία, ο Λάκης Παπαδόπουλος την βοήθησε να επιστρέψει με τη «Σερενάτα». Στους ανθρώπους που δεν την άφησαν να αποκοπεί από τη μουσική περιλάμβανε και τον Ζορζ Μουστακί, ο οποίος την κάλεσε στο Παρίσι, τότε που η δικτατορία τής είχε κλείσει την μπουάτ και της απαγόρευε να τραγουδά.

Δεν μιλούσε όμως για όλα αυτά σαν να της όφειλε η Ιστορία αποζημίωση. Απεχθανόταν την εκ των υστέρων ηρωοποίηση και εκείνους που μετά την πτώση της χούντας αυτοανακηρύχθηκαν αντιστασιακοί.

Η Αρλέτα δεν έκανε δημόσιες σχέσεις με το παρελθόν της.

Ακόμα και στη Σχολή Καλών Τεχνών οι συμφοιτητές της δεν γνώριζαν ότι τραγουδούσε. Οταν έφεραν ένα πικάπ και άκουσαν τον πρώτο δίσκο της, ο Γιάννης Μόραλης την ρώτησε με παράπονο: «Γιατί δεν μου το είπες, παιδί μου;». Εκείνη απάντησε:

«Γιατί, έχουμε πει και πολλά άλλα;».

Δεν ήταν αγένεια. Ηταν η φυσική της δυσπιστία απέναντι στην οικειότητα που θεωρεί τον άλλον υποχρεωμένο να εξηγεί τον εαυτό του.

Στη δεκαετία του '60 βρέθηκε ανάμεσα στους δημιουργούς του Νέου Κύματος και αργότερα συνεργάστηκε με Σπανό, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και πολλούς ακόμα, χωρίς ποτέ να γίνει η «τραγουδίστρια κάποιου». Δεν δανειζόταν ύφος. Το κουβαλούσε μαζί της.

«Το τραγούδι και η ποίηση είναι τα μόνα πράγματα που δεν σταμάτησαν να υπάρχουν σε αυτόν τον τόπο»,
έλεγε.

Αυτή η φράση της ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί αντιμετώπιζε το τραγούδι όχι ως προϊόν ψυχαγωγίας, αλλά ως μνήμη ενός λαού.

«Η εποχή σού ζητάει να γίνεις μικρός, πλακέ. Εγώ όμως είμαι τεράστια, χοντρή, καθόλου πλακέ!».

Η Αρλέτα δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με τη βιομηχανία του θεάματος. Ούτε εκείνη άντεχε το σύστημα, ούτε το σύστημα εκείνη. Θεωρούσε πως όλα ξεκινούσαν από λάθος αφετηρία, από την απαίτηση ο καλλιτέχνης να είναι εμπορικός, δυναμικός, αρεστός, αναγνωρίσιμος.

«Ενας συνθέτης είναι ένας ευαίσθητος άνθρωπος», έλεγε. «Δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ούτε μάγκας, ούτε γαμιάς, ούτε λογάς, ούτε τσαμπουκαλόψαρο».

Δεν πίστευε ότι την ποιότητα τη διατάζει η αγορά ή την καθορίζει μια έρευνα κοινού. Η ποιότητα είναι ευθύνη του καλλιτέχνη, επέμενε.

Δεν αναζήτησε μεγάλα κασέ, αυτοπροβολή, τηλεοπτική πανταχού παρουσία. «Ποτέ δεν επεδίωξα καριέρα και δεν νομίζω ότι έχω καριέρα», έλεγε ακόμα κι όταν συμπλήρωνε μισό αιώνα στο τραγούδι.

Η σχέση της με το τραγούδι ήταν αυστηρή μέσα στην απλότητά της και είχε πλήρη συνείδηση της ιδιαιτερότητάς της. Σε μια εποχή που όπως έλεγε «όλοι επιθυμούν να μοιάζουν μεταξύ τους και το διαφορετικό απορρίπτεται», περιέγραφε με σαρκασμό:

«Η εποχή σού ζητάει να γίνεις μικρός, πλακέ, με μια τρύπα στη μέση, όπως το CD και οι λοιποί φορείς της νέας τεχνολογίας. Εγώ, αντιθέτως, είμαι τεράστια, χοντρή, καθόλου πλακέ και με πολλές τρύπες. Αυτό είναι το πρόβλημά μου!».

Μα αυτό ακριβώς υπήρξε και το προνόμιό της. Δεν έγινε ποτέ επίπεδη, εύχρηστη, συμπιεσμένη.

Αγαπούσε τα ζώα, τις γάτες, τα βιβλία, τη ζωγραφική, τη θάλασσα και τη μοναχικότητα. Είχε περάσει από σοβαρές περιπέτειες υγείας και αστειευόταν ακόμα και με την επιστροφή της από το χείλος του θανάτου. Ελεγε πως κάθε φορά που πήγαινε να πεθάνει, κάποιος της έδινε μια κλωτσιά και την ξανάφερνε στη ζωή.

Μικρά καταφύγια τα τραγούδια της

«Ολα τα εγκλήματά μου είναι εγκλήματα πάθους», δήλωνε, ίσως γιατί ο αυθορμητισμός της δεν της επέτρεπε σχεδόν τίποτα εκ προμελέτης.

Εβλεπε καθαρά τον φόβο και τον συντηρητισμό της εποχής, την κοινωνία που δεν άφηνε τους ανθρώπους να επιλέξουν, επειδή πίστευε πως «επιλέγουν άλλοι πριν από εμάς για εμάς». Και σίγουρα θα θύμωνε πολύ, με το πρόσφατο ξεπούλημα του ελληνικού πολιτισμού σε ιδιώτες και χορηγούς της λήθης. Θα εξοργιζόταν και θα έβρισκε τον πιο - απροσδόκητα - αιχμηρό τρόπο να καταγγείλει τη χυδαία πολιτική που βάζει τιμοκατάλογο στη μνήμη και εκποιεί τη συλλογική μας κληρονομιά.

Σε όλη του τη ζωή αυτό το απείθαρχο, ανυπότακτο, περήφανο αερικό κατάφερε να κατευθύνει την ελευθερία της μόνη της. Με τις επιλογές, τα «όχι», τα λάθη, τα πείσματα, τις ευαισθησίες και τις ιδιοτροπίες της. Δεν ζήτησε άδεια από κανέναν για να είναι διαφορετική.

Και αν τα τραγούδια της αντέχουν, είναι επειδή δεν δέθηκαν με μια μόδα. Το «Μια φορά θυμάμαι», η «Σερενάτα», το «Μπαρ το Ναυάγιο», το «Λεωφορείο το 2», τα «Ησυχα βράδια», το «Τσάι γιασεμιού», έγιναν για όλους μας μικρά ασφαλή καταφύγια. Δωμάτια ήσυχα, όπου μπορεί κανείς να κλειστεί όταν ο κόσμος γίνεται υπερβολικά θορυβώδης και άγριος.

«Επιτυχία λέω το τραγούδι που κρατάει στον χρόνο», έλεγε, και με αυτό το μέτρο η Αρλέτα πέτυχε πολύ περισσότερα απ' όσα θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να παραδεχτεί.

«Από πού πάνε για την άνοιξη;»

Κάθε Αύγουστο η Αθήνα μοιάζει να της ανήκει λίγο περισσότερο. Κι ας έφυγε μια τέτοια αυγουστιάτικη μέρα, που οι δρόμοι αδειάζουν και η ζέστη επιβραδύνει τις κινήσεις των ανθρώπων.

Και τότε εκεί, κάπου στην πλατεία Εξαρχείων, όσοι την αγαπάμε την «βλέπουμε» να περνά ξανά δίπλα μας, αφηρημένη, με μια κιθάρα στον ώμο και ένα μπλοκ ζωγραφικής στο χέρι. Και ξέρουμε καλά πως εκείνο το βλέμμα της κοίταζε πάντοτε λίγο πιο πέρα από τα προφανή.

Σκέφτομαι πως αυτό το μαγικό πλάσμα δεν μας άφησε μόνο τραγούδια. Αφησε έναν τρόπο να κατοικούμε τον κόσμο, με λιγότερο θόρυβο, περισσότερη δικαιοσύνη, τρυφερότητα, χιούμορ και αξιοπρέπεια. Με την πεποίθηση ότι η ελευθερία δεν είναι σύνθημα, αλλά ο καθημερινός κόπος να μη γίνεις εκείνο που έχουν αποφασίσει άλλοι για σένα.

Ισως γι' αυτό, όταν φυσά το ανεπαίσθητο αεράκι ενός αθηναϊκού Αυγούστου και οι νεραντζιές σκορπούν τη μυρωδιά τους, δεν είναι δύσκολο να πιστέψεις πως κάπου, σε μια γωνιά της πόλης, η Αρλέτα εξακολουθεί να αναρωτιέται με την ίδια παιδική απορία:

«Από πού πάνε για την άνοιξη;».

Μάλλον όμως ήξερε την απάντηση, αφού η άνοιξη δεν ήταν γι' αυτήν μια εποχή. Ηταν η αδιάκοπη προσμονή της ομορφιάς, ακόμα και όταν όλα γύρω έδειχναν σκοτεινά. Με αυτήν την ομορφιά διάλεξε να τραγουδήσει, να ζωγραφίσει, να αγαπήσει και να ζήσει.

ΥΓ. Στιγμιότυπο (φωτ.) από τη γνωριμία με την Αρλέτα - που οφείλω στον Γιάννη Τσαρούχη - το 1982, στην εκπομπή της ΕΡΤ «Σάββατο μία και μισή».



Της
Σεμίνας Διγενή



Πηγή:rizospastis.



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Επεσε η αυλαία στη Βουλή, η παράσταση όμως συνεχίζεται



Η Βουλή έκλεισε για τις καλοκαιρινές διακοπές. Τα έδρανα άδειασαν, τα μικρόφωνα σίγησαν, οι τηλεοπτικές κάμερες αναζητούν ήδη την επόμενη «καυτή» δήλωση σε κάποια παραλία και οι πολιτικοί αρχηγοί ετοιμάζονται να φωτογραφηθούν με φόντο το ηλιοβασίλεμα, φορώντας χαμόγελα «πολιτικής επανεκκίνησης».

Θα μπορούσε κανείς να πει πως τελείωσε μια δύσκολη κοινοβουλευτική χρονιά. Μπα.. Δεν έκλεισε παρά μόνο η σκηνή.

Το έργο συνεχίζεται. Και ο λογαριασμός μένει ανοιχτός για τον λαό.

Αν επιχειρούσε κάποιος να συνοψίσει όσα πέρασαν από τη Βουλή τους τελευταίους μήνες, θα δυσκολευόταν να βρει έστω ένα νομοσχέδιο που να μην υπηρετεί - με τον έναν ή τον άλλο τρόπο - τις ίδιες σταθερές προτεραιότητες.

Περισσότερα προνόμια για τους επιχειρηματικούς ομίλους, μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση κοινωνικών αγαθών, βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς, νέα βάρη στις πλάτες των εργαζομένων. Αυτήν ακριβώς τη στρατηγική κατήγγειλε σταθερά το ΚΚΕ μέσα και έξω από τη Βουλή.Η κυβέρνηση μίλησε για «μεταρρυθμίσεις».

Οι εργαζόμενοι όμως είδαν νέα προνόμια για το κεφάλαιο.Μίλησε για «εκσυγχρονισμό».

Οι νέοι είδαν μεγαλύτερη ανασφάλεια.Μίλησε για «ανάπτυξη».

Οι συνταξιούχοι είδαν τις ίδιες δυσκολίες να θεριεύουν.Μίλησε για «ανθεκτικότητα». Ο λαός συνέχισε να μετρά ακρίβεια, υποστελεχωμένα νοσοκομεία, σχολεία χωρίς προσωπικό και χώρους δουλειάς που θυμίζουν ναρκοπέδιο.

Ακόμα και οι τραγικοί θάνατοι εργαζομένων αντιμετωπίστηκαν περίπου σαν ...στατιστική υποσημείωση, ενώ μόνο το ΚΚΕ έφερνε ξανά και ξανά στη Βουλή τις ευθύνες κυβέρνησης και εργοδοσίας για τη μετατροπή των χώρων δουλειάς σε αρένες θανάτου.
Κοινοβουλευτικό άθλημα οι μετακινήσεις βουλευτών

Κι όμως, όποιος παρακολουθούσε μόνο τα δελτία ειδήσεων δύσκολα θα καταλάβαινε τι πραγματικά συζητιόταν μέσα στην Ολομέλεια.

Γιατί εκεί, όπου ψηφίζονταν αντιλαϊκά νομοσχέδια, οι τηλεοπτικοί φακοί προτιμούσαν να καταγράφουν προσωπικές αντιπαραθέσεις, προσβολές, θεατρικές αποχωρήσεις, δήθεν εκρήξεις θυμού, ύβρεις και τραγελαφικά επεισόδια.

Η πολιτική είχε μετατραπεί σε τηλεοπτικό προϊόν.

Οι αντιθέσεις περιορίστηκαν σε ύφος, ποτέ στην ουσία.

Η σκηνοθεσία απέκτησε μεγαλύτερη σημασία από το περιεχόμενο.

Κάθε βδομάδα κι ένα νέο σόου, ένας νέος πρωταγωνιστής.

Κάθε μήνα κι ένας «αντισυστημικός».

Κάθε τόσο κι ένας ακόμη «σωτήρας», που διαβεβαίωνε ότι αυτός θα αλλάξει τα πάντα, αρκεί να αλλάξει η κυβέρνηση.

Μόνο που οι σωτήρες στην Ελλάδα απέκτησαν πλέον ένα κοινό χαρακτηριστικό: Αλλάζουν γρηγορότερα από τις κυβερνήσεις.

Χθες βρίσκονταν σε ένα κόμμα.

Σήμερα φωτογραφίζονται σε άλλο.

Αύριο ιδρύουν δικό τους.

Μεθαύριο συνεργάζονται με εκείνους τους οποίους μέχρι προχθές χαρακτήριζαν καταστροφή για τη χώρα.

Οι μετακινήσεις βουλευτών έγιναν σχεδόν κοινοβουλευτικό άθλημα.

Κατάφεραν τις «ιδεολογίες» τους να τις χωρέσουν πλέον σε μια δήλωση ανεξαρτητοποίησης και σε μια συνέντευξη Τύπου.

Οσο για τις διαφωνίες, αυτές κράτησαν όσο χρειάστηκε για να αλλάξει κανείς έδρανα.

Επειτα όλα ξεχάστηκαν μεταξύ τους.

Το μόνο που δεν αλλάζει ποτέ και για κανένα λόγο είναι η στρατηγική συμφωνία στα βασικά.

Ευρωπαϊκή Ενωση. ΝΑΤΟ.

Ανταγωνιστικότητα. Επενδυτική βαθμίδα. Κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων.

Αυτά παραμένουν ανέγγιχτα, όσο κι αν αλλάζουν οι κομματικές ταμπέλες. Τα έχει πει τόσες φορές το ΚΚΕ, η στρατηγική σύμπλευση των αστικών κομμάτων εκφράζεται ακριβώς στα κρίσιμα ζητήματα που καθορίζουν την αντιλαϊκή πολιτική.

Και ενώ η Βουλή γέμιζε με νέες πολιτικές μεταγραφές, έξω από αυτήν εμπλουτιζόταν η επικαιρότητα με νέα σκάνδαλα.

Υποκλοπές. ΟΠΕΚΕΠΕ. Δημόσιες συμβάσεις. Επιδοτήσεις. Απευθείας αναθέσεις. Κρατικοί μηχανισμοί που λειτουργούν σαν προέκταση επιχειρηματικών συμφερόντων.

Παραμύθια, διαστρεβλώσεις και προπετάσματα καπνού

Κάθε υπόθεση παρουσιάστηκε σαν μεμονωμένο περιστατικό.

Σαν να επρόκειτο κάθε φορά για έναν «κακό υπουργό», έναν «απρόσεκτο διοικητή» ή έναν «ασυνείδητο υπηρεσιακό παράγοντα».

Σαν να μην υπάρχει σύστημα.

Σαν να μην υπάρχει πολιτική.

Κι όμως, όσο η οικονομία οργανώνεται με κριτήριο το επιχειρηματικό κέρδος, τόσο το κράτος θα λειτουργεί για να το υπηρετεί.

Γι' αυτό και κάθε τόσο εμφανίζεται ένα νέο σκάνδαλο.

Και δεν πρόκειται για εξαίρεση. Πρόκειται για τον κανόνα.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα νομοσχέδια που πέρασαν φέτος.

Η Υγεία αντιμετωπίστηκε ως πεδίο επιχειρηματικής δράσης.

Η Παιδεία ως αγορά δεξιοτήτων.

Ο Πολιτισμός ως τουριστικό προϊόν.

Η κατοικία ως επενδυτικό χαρτοφυλάκιο.

Η εργασία ως κόστος.

Η ασφάλεια των εργαζομένων ως μεταβλητή της ανταγωνιστικότητας.

Δεν πρόκειται για ασύνδετες επιλογές.

Αποτελούν πλευρές της ίδιας πολιτικής.

Και όσο υπηρετείται αυτή η πολιτική, τόσο θα επανέρχονται οι ίδιες υποσχέσεις με διαφορετικά πρόσωπα.

Αξίζει να σταθεί κανείς και σε κάτι ακόμα.

Προσέξατε πόσες φορές ακούστηκε μέσα στη χρονιά η λέξη «συναίνεση»;

Αλλοτε παρουσιάστηκε ως εθνική ευθύνη.

Αλλοτε ως θεσμική ωριμότητα.

Αλλοτε ως πολιτικός πολιτισμός.

Στην πράξη, όμως, η συναίνεση αποδείχθηκε ότι αφορά κυρίως όσα ζητά το κεφάλαιο.

Εκεί οι διαφορές μίκραιναν εντυπωσιακά.

Οι τόνοι έπεφταν.

Οι διαξιφισμοί εξαφανίζονταν.

Οι «κόκκινες γραμμές» ξεθώριαζαν.

Αντίθετα, όταν ο λαός διεκδικεί μισθούς, Συλλογικές Συμβάσεις, προστασία της ζωής του, δωρεάν Υγεία και Παιδεία, τότε ξαφνικά σύσσωμη η Ολομέλεια - πλην ΚΚΕ - θυμάται τα «δημοσιονομικά όρια», την «αντοχή της οικονομίας», τις «δεσμεύσεις της χώρας».

Γι' αυτό και η φετινή κοινοβουλευτική περίοδος δεν αφήνει πίσω της μόνο δεκάδες νόμους, αλλά και πολύτιμα πολιτικά συμπεράσματα.

Απέδειξε ότι οι εναλλαγές προσώπων δεν αλλάζουν τον προσανατολισμό της πολιτικής.

Οτι οι κοινοβουλευτικοί καβγάδες συχνά λειτουργούν σαν προπέτασμα καπνού, για να περνούν πιο εύκολα οι πραγματικές αποφάσεις.

Οτι οι νέοι «σωτήρες» ανακυκλώνουν παλιές αυταπάτες.

Και, βέβαια, ότι το πολιτικό σύστημα διαθέτει εντυπωσιακή ευελιξία στο να αλλάζει πρωταγωνιστές χωρίς να αλλάζει την υπόθεση του έργου.

Η Βουλή κατεβάζει ρολά, αλλά όχι και το εργοστάσιο παραγωγής αυταπατών

Η Βουλή λοιπόν έκλεισε.

Οι διακοπές άρχισαν. Τα τηλεοπτικά πάνελ θα φιλοξενήσουν θερινές αναλύσεις, δημοσκοπήσεις, σενάρια ανασχηματισμών, φήμες για νέα κόμματα και προβλέψεις για τις επόμενες εκλογές.

Ο λαός όμως δεν έχει διακοπές από την ακρίβεια.

Δεν έχει διακοπές από την ανασφάλεια.

Δεν έχει διακοπές από τους λογαριασμούς.

Δεν έχει διακοπές από τους κινδύνους στους χώρους δουλειάς.

Δεν έχει διακοπές από την πολιτική που υπηρετεί τα κέρδη των λίγων.

Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αντίθεση του ελληνικού καλοκαιριού.

Η Βουλή μπορεί να κατεβάζει ρολά, όχι όμως και το εργοστάσιο παραγωγής αυταπατών.

Η αντιλαϊκή πολιτική δεν παίρνει ποτέ άδεια.

Μετά το καλοκαίρι θα ξανανοίξει η ίδια σκηνή, με νέα σκηνικά, καινούργιες ατάκες, δημοσκοπικές πρόβες και προεκλογικές γενικές δοκιμές. Θα εμφανιστούν πάλι οι γνωστοί «μεσσίες» της τελευταίας στιγμής. Κάποιοι θα αλλάξουν κόμμα, άλλοι θα αλλάξουν λογότυπο, άλλοι θα βαφτίσουν το παλιό ως «νέο ξεκίνημα» και το χιλιοπαιγμένο έργο θα παρουσιαστεί ξανά ως ...πρώτη παράσταση.

Θα ξανακούσουμε για «επανεκκίνηση», για «αλλαγή σελίδας», για «νέα μεταπολίτευση», για «πατριωτική ευθύνη», για «προοδευτικές συγκλίσεις», για «σταθερότητα». Με διαφορετικούς πρωταγωνιστές ίσως, αλλά με το ίδιο σενάριο: Αδιαπραγμάτευτη πίστη στις κατευθύνσεις της ΕΕ, στο ΝΑΤΟ, στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρηματικών ομίλων, στις θυσίες του λαού στο όνομα της ανάπτυξης.

Θα επιχειρήσουν ξανά να εγκλωβίσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε ψεύτικα διλήμματα. Να πείσουν ότι το πρόβλημα είναι ποιος διαχειρίζεται την ίδια πολιτική και όχι η ίδια η πολιτική. Να μετατρέψουν την οργή σε χειροκρότημα για τον επόμενο διαχειριστή. Να βαφτίσουν «ανανέωση» την ανακύκλωση των ίδιων προσώπων, των ίδιων συνταγών και των ίδιων αδιεξόδων.

Ομως ο λαός έχει ήδη πληρώσει ακριβά αυτό το έργο. Εχει δει κυβερνήσεις να εναλλάσσονται, κόμματα να διασπώνται και να συγχωνεύονται, βουλευτές να μετακομίζουν από έδρανο σε έδρανο και «αντισυστημικούς» να γίνονται πρόθυμοι υπερασπιστές του ίδιου συστήματος. Εχει ακούσει αμέτρητες υποσχέσεις για δικαιοσύνη, διαφάνεια και ανάπτυξη, ενώ η καθημερινότητά του γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Γι' αυτό και οι επόμενες εκλογές δεν πρέπει να εξεταστούν ως ένας ακόμα διαγωνισμός προσώπων ή επικοινωνιακών εντυπώσεων. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο λαός θα συνεχίσει να διαλέγει τον επόμενο διαχειριστή της ίδιας αντιλαϊκής πορείας ή αν θα δυναμώσει τη μοναδική δύναμη που στάθηκε σταθερά απέναντι σε κάθε αντιλαϊκό νόμο, χωρίς αστερίσκους, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς να υπολογίζει πολιτικό κόστος.

Γιατί όταν ξανανοίξουν τα φώτα της Βουλής, το ζητούμενο δεν θα είναι ποιος θα δώσει την καλύτερη παράσταση. Το ζητούμενο θα είναι ποιος θα βρίσκεται απέναντι στην εξουσία του κεφαλαίου, μέσα και έξω από το κοινοβούλιο. Και εκεί δεν χωρούν μεταμφιέσεις, ούτε καλοστημένα σόου. Εκεί μετράνε μόνο η συνέπεια, η σύγκρουση και η οργανωμένη δύναμη του λαού.


Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »