Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Ποτοαπαγόρευση: η μέρα που έκλεισαν οι κάνουλες

Έμυ Ντούρου


Η εικόνα της ποτοαπαγόρευσης που έρχεται περισσότερο στο μυαλό ίσως να μην είναι εκείνη με τα κυβικά αλκοόλ που ρέουν από τα παράθυρα ενός κτιρίου στο Ντιτρόιτ ούτε καν εκείνη που απαθανατίζει τον πανίσχυρο Αλ Καπόνε να ποζάρει με το πούρο στο στόμα, όλο αλαζονεία. Η πιο χαρακτηριστική εικόνα του παράλογου και, όπως αποδείχτηκε, καταστροφικού νόμου που πέρασε στις ΗΠΑ σαν σήμερα, στις 16 Ιανουαρίου 1920, είναι εκείνη με την αυστηρή παρέα γυναικών που κάνει σαφές στους άντρες ότι τα χείλη που αγγίζουν αλκοόλ δεν θα αγγίξουν τα δικά τους.

Το στοιχείο που κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τη συγκεκριμένη φωτογραφία είναι, πέρα από την αυστηρότητα του μηνύματος, το σίγουρο βλέμμα και η αποφασιστικότητα των γυναικών αυτών σχετικά με την θέση που υποστηρίζουν. Η φωτογραφία ανήκει στην καμπάνια που έκανε η Ένωση Γυναικών για τη Χριστιανική Εγκράτεια (Women’s Christian Temperance Union) το 1919, για την υποστήριξη της απαγόρευσης του αλκοόλ.

Όπως όλα έδειξαν στην πορεία, το λιθαράκι τους ήταν καθοριστικό. Λίγους μήνες μετά, επικυρώθηκε η 18η τροπολογία, η οποία απαγόρευσε την παραγωγή, την πώληση ή τη μεταφορά των αλκοολούχων ποτών στις Ηνωμένες Πολιτείες (16 Ιανουαρίου 1919). Ένα χρόνο αργότερα, στις 16 Ιανουαρίου του 1920, τέθηκε σε ισχύ με το νόμο Βόλστερντ (Volstead Act). Η περίοδος της Ποτοαπαγόρευσης κράτησε 13 ολόκληρα χρόνια.

Ήδη από τις αρχές έως και τα μέσα του 19ου αιώνα αρκετές πολιτείες, κυρίως στο Νότο, με πρωτοβουλία προτεσταντικών οργανώσεων, είχαν περιορίσει με σχετικούς νόμους τη διάθεση αλκοολούχων ποτών. Σύντομα δημιουργήθηκαν δύο ομάδες, η Ένωση κατά των Σαλούν (Anti-Saloon League) και η Ένωση Γυναικών για τη Χριστιανική Εγκράτεια. Από αυτές τις δύο ομάδες δημιουργήθηκε το Κόμμα της Απαγόρευσης (Prohibition Party), που πήρε μέρος στις προεδρικές εκλογές του 1872, όχι με μεγάλη επιτυχία.

Μέχρι το 1919 άλλαξαν πολλά στην αμερικανική κοινωνία. Ο πιο σημαντικός καταλύτης υπήρξε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, τον οποίο εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο οι ομάδες που είχαν ταχθεί κατά του αλκοόλ. Αυτό που στην ουσία έκαναν ήταν ότι χρησιμοποίησαν το φόβο της κοινωνίας για ηθική παρακμή και παράλληλα στόχευσαν στο πατριωτικό αίσθημα, που θεωρούσε αδιανόητη τη χρήση δημητριακών για την παραγωγή αλκοολούχων ποτών και όχι τροφίμων.

Παράλληλα, επιφανείς επιχειρηματίες, όπως ο Φορντ και ο Ροκφέλερ, δήλωναν ότι θα υπήρχε μεγαλύτερη παραγωγικότητα (άρα και μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα) αν οι εργάτες απείχαν από το αλκοόλ. Οι δηλώσεις αυτές συνοδεύονταν φυσικά από τις απαραίτητες δωρεές. O Ροκφέλερ πρόσφερε το μυθικό για την εποχή ποσό των 350.000 δολαρίων στην Ένωση κατά των Σαλούν. Στους μεγάλους υποστηρικτές της Ποτοαπαγόρευσης συγκαταλέγονταν και τα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν.

Ωστόσο, ένας νόμος δεν ήταν ικανός να ξεριζώσει συνήθειες που συμβαδίζουν χιλιάδες χρόνια με την ανθρώπινη φύση, με αποτέλεσμα οι Αμερικανοί να πίνουν κρυφά, εισάγοντας αλκοόλ από την Ευρώπη, τον Καναδά και τη Λατινική Αμερική. Έτσι εγκαινιάστηκε η εποχή των speakeasy, των μυστικών μαγαζιών που σέρβιραν αλκοόλ σε πελάτες που έπιναν σαν να μην υπήρχε αύριο.

Ονομάστηκαν έτσι γιατί όποιος τα επισκεπτόταν έπρεπε να ψιθυρίσει μια συνθηματική λέξη, προκειμένου να του επιτραπεί η είσοδος. Μόνο στη Νέα Υόρκη υπήρχαν 30.000 speakeasy. Μέσα από αυτή τη συγκυρία η παρανομία γιγαντώθηκε. Την εποχή εκείνη μεσουρανούσε η Μαφία, με «λαμπρούς» της εκπροσώπους τον διαβόητο Αλ Καπόνε και τον Τζον Ντίλιντζερ. Μόνο το 1927, υπολογίζεται ότι ο Αλ Καπόνε κέρδισε περίπου 60 εκατομμύρια δολάρια από την παράνομη πώληση αλκοόλ.

Το οργανωμένο έγκλημα ενισχύθηκε σημαντικά και δικτυώθηκε σε όλη τη χώρα. Εκείνη την εποχή ξεκίνησαν οι μαζικές κλοπές αλκοόλ βιομηχανικής παραγωγής, που χρησιμοποιούνταν στην παρασκευή καυσίμων, βαφών και ιατρικών προμηθειών. Το αλκοόλ αυτό επαναδιυλιζόταν προκειμένου να γίνει πόσιμο. Μέχρι τα μέσα του 1927, για την παραγωγή αλκοόλ χρησιμοποιήθηκαν ουσίες όπως η κηροζίνη, η βενζίνη, το βενζόλιο, ο ψευδάργυρος, το κάδμιο, ο υδράργυρος και η λίστα δεν είχε τελειωμό. Ως αποτέλεσμα, οι καταναλωτές πέθαιναν κατά δεκάδες, από δηλητηρίαση, ενώ στην καλύτερη περίπτωση τυφλώνονταν ή παρέλυαν.

Το 1929 με την Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση, οι παράνομοι διακινητές ανακηρύχθηκαν λαϊκοί ήρωες, καθώς πρόσφεραν δουλειά σε μια περίοδο που ακόμα και οι μεγάλες βιομηχανίες είχαν ισοπεδωθεί. Όσο ίσχυε ο νόμος παρατηρήθηκαν τεράστιες δημοσιονομικές απώλειες. Το κράτος έχανε συνεχώς από το παράνομο εμπόριο. Υπολογίζεται ότι το αμερικανικό κράτος έχανε 500 εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο.

Όταν πλέον έγινε σαφές ότι ο νόμος του 1920 έφερε μόνο απώλειες, ήρθε η ώρα να καταργηθεί. Το 1932, ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ, υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές συμπεριέλαβε στο πρόγραμμά του την άρση της ποτοαπαγόρευσης. Η Ποτοαπαγόρευση έληξε οριστικά με την υιοθέτηση από το Κογκρέσο της 21ης Τροποποίησης του Συντάγματος, στις 5 Δεκεμβρίου του 1933. Στο μεταξύ είχε λήξει και η παντοδυναμία του Καπόνε, μετά τη σύλληψή του για φοροδιαφυγή, ενώ και η καριέρα του Ντίλιντζερ έπνεε τα λοίσθια (ένα χρόνο μετά θα δολοφονούταν από το FBI). Η Αμερική περνούσε σε μια νέα πολιτικοκοινωνική φάση. Για την ιστορία, η τελευταία πολιτεία που νομιμοποίησε ξανά το αλκοόλ, ήταν το Μισισίπι, το 1966.







ArtiNews

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου