Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Και το ψωμί το τρώμε με το δράμι

Της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου*


Μεγάλη φτώχεια πλάκωσε, παιδί μου,
και το ψωμί το τρώμε με το δράμι. Η φτώχεια τους ανθρώπους έχει αγριέψει.
Προχτές τη Δημαρχία είχαν κυκλώσει μάνες, παιδιά, που η πείνα τα ‘χει ρέψει,
κι άλλος ψωμί ζητούσε, άλλος δουλειά, μ’ αντίς ψωμί -σαν πήρε να σουρουπώσει-
με το ξύλο τους διώξαν τα σκυλιά.


Η γραφή του Γιάννη Ρίτσου γίνεται όπλο και στρέφει τα πυρά του κατά των υπευθύνων, των πολιτικών που σε άψογη συνεργασία με τους τοκογλύφους της χώρας μας έφεραν σε αυτή την κατάσταση, αλλά και των βολεμένων, που δεν δίνουν δράμι ψωμί για τους συνανθρώπους τους, οι οποίοι εδώ και έξι χρόνια πέρασαν το κατώφλι της φτώχειας και σύμφωνα με τις απάνθρωπες πολιτικές πρέπει να πληρώσουν και τα ρέστα.

Και μπορεί οι αριθμοί να ευημερούν κατά τους δανειστές μας, αλλά οι Έλληνες δυστυχούν.

Εκατόν είκοσι επτά Χιλιάδες συμπολίτες μας εισπράττουν 100 ευρώ το μήνα από την κατ΄αποκοπήν εργασία τους και άκουσον–άκουσον λογίζονται ως εργαζόμενοι, και 344.000 αμείβονται με λιγότερα από 400 ευρώ μικτά.

Στο κείμενο που απέστειλε το υπουργείο Εργασίας στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων και στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι παραπάνω αριθμοί υπογραμμίζεται, ότι η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα εξαιτίας της χαμηλής ανταγωνιστικότητας που έχει.

Όχι, ότι δεν το γνωρίζαμε, αφού βιώνουμε την κατάντια, τη φτώχεια και την εξαθλίωση γύρω μας, αλλά άλλο να το βλέπεις τυπωμένο με πηχυαίους τίτλους στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Και το κράτος που βρίσκεται; Μόνο να εισπράττει φόρους απαιτεί από τους αδύναμους και τους μη έχοντες;

«Άφησες τους φτωχούς φτωχοί να μείνουνε χρόνια και χρόνια γιατί ήτανε οι πόθοι τους πιο όμορφοι απ’ τον Παράδεισό σου. Πεθάνανε, αλίμονο, πριν δουν το φως σου πεθάνανε μακάριοι, όμως –και σαπίσαν παρευθύς».

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ δίνει την απάντηση στην εξουσία, που όμως, έχει κλειστά τα ωτα της, γιατί απλούστατα το θέμα δεν φαίνεται να την αφορά.

«Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί,
σαν ένα τραγούδι που, καθώς βρέχει,
παίρνει το μέρος των φτωχών»


Οραματιζόταν ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης και υπερασπίστηκε το όραμα αυτό με τη ζωή μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 30 Οκτωβρίου του 1988, που έφυγε σε ηλικία 66 ετών.

Θα αργήσει πολύ όμως, να έρθει αυτή η μέρα, που ονειρεύτηκε ο πρίγκιπας της ελληνικής ποίησης.

Τώρα, κανείς δεν παίρνει το μέρος των φτωχών και των κατατρεγμένων Ελλήνων, που αυξάνονται και πληθύνονται καθημερινά. Μόνο καυχώνται για την κοινωνική πολιτική τους οι αρμόδιοι στη χώρα της κωλοτούμπας, που δεν περισσεύει για όλους. Ωστόσο, κανείς δεν αναρωτιέται, πως θα ζήσει ο αμειβόμενος με 100 ευρώ το μήνα, όπως διαμορφώθηκε η κατάσταση στις ατομικές διαπραγματεύσεις εξαιτίας των νόμων των μνημονίων.

Μιλάμε για εργασιακό μεσαίωνα …. Αλλά , αν είναι να γίνεις σαν αυτούς , που ξεπούλησαν τη χώρα και εσένα Έλληνα «Μείνε φτωχός», όπως λέει ο Φώτης Αγγουλές...

Μείνε φτωχός μείν’ άχαρος μείνε ό ,τι να ‘ναι, φτάνει στα σκοτεινά η ψυχή σου να μη μείνει…

*Η Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου είναι δημοσιογράφος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...