Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Ο κύριος Ανεμελής

Αποτυπώσεις φωτός


Στην άκρη μιας μεγαλούπολης με απρόσωπες πολυκατοικίες κι αγέλαστους ουρανοξύστες, ζούσε ένας κάποιος κύριος Γκρινιάρης.

Όλα του έφταιγαν: Όταν η μέρα ήταν ηλιόλουστη, γκρίνιαζε που τον έκαιγε ο ήλιος κι όταν η μέρα ήταν βροχερή, γκρίνιαζε που γέμιζαν με νερό τα παπούτσια του. Όταν ερχόταν το Σαββατοκύριακο, γκρίνιαζε γιατί βαριόταν και τις καθημερινές γκρίνιαζε για το φόρτο της δουλειάς.

Όταν είχε πολλές επιλογές, γκρίνιαζε επειδή δεν ήξερε τι να διαλέξει κι όταν οι επιλογές ήταν λιγοστές, γκρίνιαζε που δεν μπορούσε να βρει αυτό που ήθελε.

Σύντομα έμεινε μόνος κι έρμος, αφού κανείς δεν άντεχε τη γκρίνια του. Κι όπως δεν είχε πια σε ποιον να γκρινιάξει, τα 'βαλε με τον εαυτό του και την κακή του τύχη και γκρίνιαζε… που δεν μπορούσε να γκρινιάξει!

Μια μέρα, καθώς γυρνούσε από το φούρνο και γκρίνιαζε για το φρέσκο μαλακό ψωμί, που δεν γινόταν να το φάει για παξιμάδι, συνάντησε μια όμορφη κοπέλα πεσμένη στο πεζοδρόμιο που κρατούσε το σπασμένο τακούνι της και γελούσε με την ψυχή της. Ένα σωρό ζαρζαβατικά και ψώνια κάθε λογής είχαν σκορπίσει όλογυρά της, μα αυτή χαχάνιζε σαν μικρό παιδί.

Ο κ. Γκρινιάρης σάστισε. Πώς μπορούσε να γελάει η κοπέλα μετά από τέτοια πτώση! Το τακούνι της είχε σπάσει, το φόρεμά της είχε σκιστεί, τα ψώνια της είχαν σκορπίσει δεξιά κι αριστερά. Τα μαύρα μακριά μαλλιά της είχαν μπλεχτεί. Θα στοιχημάτιζε πως τα καλλίγραμμα και λυγερά της πόδια είχαν, το δίχως άλλο, μελανιάσει κι αυτή, αντί να γκρινιάζει, ...γελούσε! Πώς μπορούσε επιτέλους να διασκεδάζει; Του έκανε τόση εντύπωση, που ξέχασε να γκρινιάξει! Έσκυψε μονάχα και της έδωσε το χέρι του για να σηκωθεί.

«Χτυπήσατε;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Λιγάκι μόνο» απάντησε εκείνη χαρωπά.
«Και το τακούνι που έσπασε;»
«Θα το επισκευάσει ο τσαγκάρης».
«Τα μαλλιά σας που μπλέχτηκαν;»
«Γρήγορα θα είναι όπως και πρώτα».
«Το φόρεμα που σκίστηκε;»
«Θα το μπαλώσω με κάποιο όμορφο ρετάλι».
«Και τα ψώνια;»
«Θα με βοηθήσετε σεις να τα μαζέψω, έτσι δεν είναι;»
«Φυσικά!» απάντησε ο κ. Γκρινιάρης κι έσκυψε πρόθυμα να τη βοηθήσει. Κάτι πήγε να πει για τα αρθριτικά του, αλλά το μετάνιωσε.

«Μα επιτέλους, πώς μπορείτε και χαμογελάτε;» ρώτησε, σαστισμένος ακόμα, καθώς μάζευε από το πεζοδρόμιο μια ζουπηγμένη ντομάτα.

«Είναι καλύτερα έτσι» απάντησε η κοπέλα. Έτσι απλά.

Κι αφού ίσιωσε το φόρεμά της, και σουλούπωσε τα μαλλιά της, ευχαρίστησε τον κ. Γκρινιάρη και συνέχισε το δρόμο της.

«Είναι καλύτερα έτσι» επανέλαβε διστακτικά ο κ. Γκρινιάρης και συνέχισε κι αυτός το δρόμο του.

Κανείς δεν τον ξανάδε από τότε. Κάποιοι είπαν πως άλλαξε τ’ όνομά του σε κύριος Ανεμελής κι εξαφανίστηκε. Κάποιοι άλλοι είπαν πως τον είχαν δει ακόμη και να χαμογελά.

Η ιστορία προέκυψε στο σεμινάριο Αφήγησης Παραμυθιού, με την Κατερίνα Κλεάρχου, στον Μυστικό κήπο της Νέλλης

Αποτυπώσεις φωτός
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...