Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Τα μπαρ της επαρχίας

Μαρία Δόγια


Τα μπαρ της επαρχίας που προσπερνάμε περιμένοντας να τελειώσει ο περιφερειακός δρόμος που θα μας βγάλει στην εθνική, που θα μας βγάλει από τη μελαγχολία των μπαρ της επαρχίας που προσπερνάμε. Όμως εγώ τα αγαπώ, όπως κάθε μέρος που σε βοηθά να ξεχνάς. Σαν τα φαρμακεία που αναβοσβήνει ο σταυρός στις δώδεκα και είκοσι το βράδυ, σημάδι «εφημερεύοντος» όταν ψάχνεις απεγνωσμένα για ασπιρίνες ή για οδοντόκρεμα που τέλειωσε και δεν μπορείς να κοιμηθείς χωρίς να πλύνεις τα δόντια σου. Καταχείμωνο, όταν όλα είναι κλειστά, αυτά διανυκτερεύουν στη μέση του πουθενά, στο τάδε χιλιόμετρο του χάρτη, με τους ντόπιους να σε κοιτάζουν ανερυθρίαστα στο στήθος με το που μπαίνεις, κι εσύ ασυναίσθητα να καρφώνεις το βλέμμα στα χέρια τους, χοντρά και δουλεμένα από τη γη και το χρόνο.

Τραπεζάκια με ξηρούς καρπούς σε μπολάκια και οινοπνευματώδη αμφιβόλου προελεύσεως ανακατεμένα με βαρύ καπνό στα χνώτα. Μπαίνεις μέσα από το κρύο και τα πολλά χιλιόμετρα και τα τζάμια τους είναι θολωμένα, όπως τα τζάμια του αυτοκινήτου από το air-condition όταν το ανάβεις στο φουλ για να ζεστάνει. Κι ο μπάρμαν, πάντα γενναιόδωρος, ποτέ δε χρησιμοποιεί μεζούρα όταν ζητάς κονιάκ πέντε αστέρων ή τριών ή ό,τι έχει απομείνει. Και τα καλοκαίρια που ταξιδεύεις νύχτα για λίγη δροσιά στους άδειους δρόμους με τα καλαμπόκια και τα ηλιοτρόπια εκατέρωθεν του δρόμου να ψηλώνουν και το βαμβάκι να αφρατεύει από την υγρασία, σταματάς να κάνεις ένα τσιγάρο κοιτάζοντας τον ουρανό, ψάχνοντας έναν σταθμό στο ράδιο που να ακούγεται χωρίς παράσιτα. Σταματάς πιο πέρα για «βενζίνα» και βλέπεις την επιγραφή να σου γνέφει «έλα, έλα». Και πας.

Τα μπαρ της επαρχίας. Με τα σουξέ της εποχής στη διαπασών και τις αφίσες των καλλιτεχνών με την περίεργη κόμη και τα άγνωστα ονόματα που τραγουδούν για το πανηγύρι του αγίου-προστάτη της περιοχής ή τη γιορτή κρασιού, σταριού και άλλων προϊόντων. Κι ύστερα είναι κι εκείνες οι μνήμες που κουβαλάς από παιδί, όλα τα τραύματα και θαύματα του κόσμου, ανεξίτηλα σαν τα υφάσματα που καλύπτουν τα έπιπλα για να μη σκονιστούν. Και τα γδαρμένα γόνατα κι όλα τα δήθεν χαμόγελα στις φωτογραφίες και τα «όχι» και τα «μη» και «δεν πρέπει» και ιστορίες πολλές για την καλοσύνη της επαρχίας και την ανείπωτη βία της.

Τα μεσημέρια στο χωριό. Εκείνα του καλοκαιριού. Με το φως να τσούζει τα μάτια μας. Ξαπλώναμε από φόβο για εκείνον που δήθεν παραμόνευε να αρπάξει τα παιδιά που δεν κάθονταν φρόνιμα. Και, αδυνατώντας να κοιμηθούμε, περιμέναμε την αρπαγή μας. Θανατηφόρο μέρος. Όπου ο χρόνος δεν έχει εποχές, μόνο λύπες. Αχ ο χρόνος. Με βαριά ντοπιολαλιά, παλιομοδίτικα ρούχα και παπούτσια με σκληρή σόλα. Με αυστηρό βλέμμα να κρατά ενός λεπτού σιγή στις εθνικές εορτές με τη σημαία να ανεμίζει στα γραφεία της κοινότητας και στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου. Εκείνο το μπαρ στον κεντρικό δρόμο με την εικόνα του Μυστικού Δείπνου κρεμασμένη στο βάθος, να απεικονίζει τον Χριστό και τις δώδεκα Μαγδαληνές που τον πρόδωσαν όλες. Χρόνια τώρα έχει κλειστό. Τα μπαρ της επαρχίας. Όλο λες θα ξανάρθω και ποτέ δε σε βγάζει ο δρόμος.

artinews.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...