Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Σμιλεύοντας τον έρωτα και το θάνατο

Έμυ Ντούρου


Ο Γιαννούλης Χαλεπάς είχε την ατυχία να ζήσει σε μια περίοδο, κατά την οποία οι ψυχικές νόσοι ήταν σοβαρός λόγος κοινωνικού αποκλεισμού. Ωστόσο, παλεύοντας κόντρα σε μια ολόκληρη εποχή, βρήκε το θάρρος και τη δύναμη να μεγαλουργήσει και να καθιερωθεί, μέσα από τις πλέον αντίξοες συνθήκες, ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του μοντερνισμού στη χώρα μας. Γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου 1851 στο Πύργο της Τήνου από οικογένεια με παράδοση στην μαρμαρογλυπτική, την εποχή που οι τεχνίτες του νησιού ταξίδευαν στην Αθήνα για να δουλέψουν στα μεγάλα έργα της εποχής, τα Ανάκτορα (σημερινή Βουλή), το Πανεπιστήμιο, την Ακαδημία, τη Βιβλιοθήκη, το Ζάππειο, τη Μητρόπολη, καθώς και στα τότε νεόδμητα νεοκλασικά αστικά σπίτια. Από εκείνους του γλύπτες προέκυψε η πρώτη φουρνιά που δημιούργησε έργα σε δημόσιους χώρους, στο Α΄ Νεκροταφείο, αλλά και εκτός Αθηνών σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Ο πατέρας του Χαλεπά, ο Ιωάννης είχε μαζί με τον αδελφό του μια μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Από μικρός ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα έξι αδέλφια, βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που προορίζονταν για διάφορες εκκλησίες του Αιγαίου. Αν και η οικογένειά του τον προόριζε για συνεχιστή της επιχείρησης, ο ίδιος ήταν ερωτευμένος με το μάρμαρο και σύντομα αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική. Από το 1869 και για τρία χρόνια μαθήτευσε δίπλα στον Λεωνίδα Δρόση στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών). Το 1873, με υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελίστριας Τήνου, συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία του Μονάχου κοντά στον Max Windmann, ενώ ένα χρόνο μετά κέρδισε το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας για το έργο του Παραμύθι της Πεντάμορφης. Το 1876, με αφορμή τη διακοπή της υποτροφίας του επέστρεψε στην Αθήνα, όπου άνοιξε το δικό του εργαστήριο.

Ένα χρόνο μετά ολοκλήρωσε το έργο του Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών -μιας κοπέλας από την Κίμωλο που είχε πεθάνει στα 18 της από φυματίωση. Το επιτύμβιο μνημείο της Σοφής, όπως την αποκαλούσε η οικογένειά της, παραγγέλθηκε από τον θείο της, ευεργέτη της Κιμώλου.

Ο Χαλεπάς ασχολήθηκε αρκετά με το θέμα του θανάτου, γιατί όπως κι άλλοι τηνιακοί μαρμαροτεχνίτες και γλύπτες, αναλάμβανε την κατασκευή επιτύμβιων στηλών και γλυπτών. Γνωστά επιτύμβια γλυπτά του είναι οι Άγγελοι που είχε κάνει για το νεκροταφείο του Βουκουρεστίου (1875), η Προτομή Κωνσταντίνου Καρτάλη (1876), η Προσευχόμενη (1876), το Κεφάλι Αγγέλου με Υψωμένες Φτερούγες (1924). Η εποχή που δούλευε την Κοιμωμένη ήταν για τον Χαλεπά καθοριστική, μια και τότε άρχισε να εμφανίζει τα πρώτα δείγματα ψυχικής νόσου. Μόλις είχε περάσει μια ερωτική απογοήτευση όταν οι γονείς της συγχωριανής του Μαριγώς Χριστοδούλου, με την οποία ήταν ερωτευμένος, αρνήθηκαν να συγκαταθέσουν στο γάμο τους. Ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό και κατέστρεψε έργα του. Ήταν η εποχή που η τελειομανία του άρχισε να του δημιουργεί προβλήματα στη δουλειά του. Μια παρατήρηση της μητέρας Αφεντάκη σχετικά με το σχήμα του προσώπου της κόρης της, όπως αναπαρίστατο στην Κοιμωμένη, ήταν αρκετή για να κάνει τον Χαλεπά να καταστρέψει το κεφάλι του γλυπτού και στη συνέχεια να το ξαναφτιάξει.


Η οικογένειά του βλέποντας ότι ξεπερνά τα όρια τον προέτρεψε να φύγει για λίγο καιρό στην Ιταλία. Μεσολάβησαν αρκετές κρίσεις και απόπειρες αυτοκτονίας οι οποίες στάθηκαν η αφορμή για τον εγκλεισμό του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Κέρκυρας, όπου διαγνώστηκε με άνοια. Οι γιατροί τού αρνήθηκαν κάθε ενασχόληση με την τέχνη του. Λέγεται πως από την εποχή του εγκλεισμού του, σώθηκε μόνο ένα έργο, που είχε κλαπεί από έναν φύλακα και βρέθηκε έπειτα από αρκετά χρόνια, στη δεκαετία του 1940 στα υπόγεια του ιδρύματος. Έπειτα από δύο χρόνια εγκλεισμού επέστρεψε στην Τήνο, όπου έζησε με τη μητέρα του. Εκείνη, στην προσπάθειά της να τον βοηθήσει έκανε την κατάστασή του ακόμα χειρότερη. Θεωρώντας ότι όλα του τα προβλήματα προέρχονταν από την ενασχόλησή του με τη γλυπτική, κάθε φορά που εκείνος δημιουργούσε εκείνη κατέστρεφε τα έργα του. Τόσο πληγωμένος ήταν ο Χαλεπάς από αυτή τη συμπεριφορά που την ταύτιζε με τη Μήδεια. Προσπαθώντας να βρει κάπου παρηγοριά άρχισε να γυρίζει στο νησί και να βόσκει πρόβατα, έχοντας να αντιμετωπίσει την άγνοια και τη φριχτή συμπεριφορά των συγχωριανών του. Με το θάνατο της μητέρας του το 1916 βρήκε την ευκαιρία να αρχίσει πάλι να δημιουργεί.

Το έργο του πλέον είχε σαφείς διαφορές ύφους με ό,τι είχε δημιουργήσει πριν. Στη νέα δημιουργική του περίοδο αποδεσμεύτηκε από τις φόρμες του ακαδημαϊσμού και δημιούργησε ελεύθερα κι αυθόρμητα. Αν και συνέχισε να δουλεύει θέματα από τη μυθολογία, τη θρησκεία και την καθημερινότητα, απαγκιστρώθηκε πλήρως από το συντηρητικό πνεύμα του κλασικισμού του 19ου αιώνα και τη ρεαλιστική απόδοση. Σε αυτή την περίοδο δεν ολοκλήρωσε σχεδόν τίποτα σε μάρμαρο, αλλά δούλεψε κυρίως με πηλό. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου είχε γράψει για τη νέα περίοδο του Χαλεπά «Ὁ νέος Χαλεπᾶς στὸ σκοτάδι τοῦ λογικοῦ του εἶχε πάρη τὸ ὕφος τῆς πρωτογένειας. Ἔγινε ἕνας πρωϊμιστής, ἕνας πριμιτιβίστ, ἂν θέλετε κι' ἕνας cubiste! Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ νέα του ἔργα ἦταν βέβαια προσπάθειες παρατημένες, εἴτε ἀπὸ κούρασι, εἴτε ἀπὸ ἔλλειψι τῶν τεχνικῶν μέσων, λάμψεις ποὺ σβύνουν, ξεκινήματα καὶ σταματήματα, μπερδέματα καὶ αἰνίγματα, ποὺ περιπλέχτηκαν περισσότερο ἀπὸ τὴν ἑφτασφράγιστη σιωπὴ τοῦ μπαρμπα-Γιαννούλη».

Το 1930 μην αντέχοντας άλλο τον κοινωνικό αποκλεισμό από τους συγχωριανούς του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στο σπίτι της ανιψιάς του Ειρήνης Χαλεπά, όπου έζησε μέχρι το θάνατό του, στις 15 Σεπτεμβρίου 1938. Σήμερα διασώζονται εκατόν δέκα πέντε γλυπτά του, ενώ αγνοείται η τύχη άλλων τριάντα. Αρκετά από τα έργα του βρίσκονται στην κατοχή της οικογένειας Β. Χαλεπά, στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας, στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, στο Μουσείο Γιαννούλη Χαλεπά και σε ιδιωτικές συλλογές.

ΑrtiΝews.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...