Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Η δολοφονία του Αδάμ από τον Δαρβίνο

Σπύρος Μανουσέλης


Η εξελικτική θεωρία είναι, σήμερα, το πανίσχυρο και εμπειρικά επιβεβαιωμένο θεωρητικό πλαίσιο της σύγχρονης βιολογικής σκέψης, δεδομένου ότι μας επιτρέπει να κατανοούμε επιστημονικά σχεδόν όλες τις εκδηλώσεις των ζωικών φαινομένων πάνω στη Γη: από την προέλευση της ζωής μέχρι την ανάδυση του ανθρώπινου νου.

Ωστόσο, όπως θα δούμε, η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης δεν έμεινε αμετάβλητη στον ενάμιση αιώνα που πέρασε από την αρχική διατύπωσή της.

Οπως κάθε γόνιμη επιστημονική θεωρία, έπρεπε διαρκώς να διευρύνεται και να αλλάζει ώστε να καταφέρνει να εξηγεί τα νέα επιστημονικά δεδομένα που, συνήθως, η ίδια έφερε στο φως.

Για να κατανοήσουμε όμως το γιατί η αποδοχή της εξελικτικής θεωρίας συνάντησε και εξακολουθεί να συναντά απίστευτες αντιστάσεις ή ποιες ακριβώς επιστημονικές ιδέες πολεμάνε οι οπαδοί του δημιουργισμού και του «Ευφυούς Σχεδιασμού» (Intelligent Design) θα χρειαστεί να παρουσιάσουμε τη σημασία της δαρβινικής επανάστασης.

Οσο για τις σκοταδιστικές προσπάθειες των δημιουργιστών θα πούμε πολύ περισσότερα στο επόμενο άρθρό μας.


Καμιά επιστημονική εξήγηση δεν θεωρείται, σήμερα, επαρκής αν δεν καταφέρνει να εξηγήσει την προέλευση και την πορεία στον χρόνο, δηλαδή την εξέλιξη των φαινομένων που μελετά.

Από τη βιολογία μέχρι την ιατρική και από τη μικροφυσική μέχρι την κοσμολογία, καμία επιστημονική θεωρία δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης αν, παράλληλα με τη στατική περιγραφή, δεν μας προσφέρει και μια εξελικτική-ιστορική εξήγηση της προέλευσης και της δυναμικής των φαινομένων που περιγράφει.

Ομως, η σχεδόν καθολική υιοθέτηση των εξελικτικών εξηγήσεων από τις σύγχρονες επιστήμες δεν ήταν πάντοτε εξίσου προφανής και αυταπόδεικτη.

Ακόμη και στα μέσα του εικοστού αιώνα, το κυρίαρχο πρότυπο επιστημονικής εξήγησης π.χ. στη Φυσική ήταν νομοτελειακό και άχρονο: αντικειμενικές θεωρούνταν μόνο οι επιστημονικές θεωρίες που βασίζονταν ή, τουλάχιστον, επιχειρούσαν να περιγράψουν «αιώνιες αλήθειες»: αφηρημένες μαθηματικές-φυσικές οντότητες που ήταν αμετάβλητες στον χρόνο και είναι ανεξάρτητες από κάθε παρατηρητή.

Αυτό το πρότυπο επιστημονικής εξήγησης από τη σκοπιά της αιωνιότητας θα αρχίσει να κλονίζεται μετά την τεκμηρίωση της εξελικτικής θεωρίας και ειδικότερα μετά την ανακάλυψη από τον Δαρβίνο του βασικού εξελικτικού μηχανισμού: της «φυσικής επιλογής».

Η επιστημονική ιδέα της εξέλιξης επέφερε αδιαμφισβήτητα μια κοσμογονική αλλαγή προοπτικής στην ανθρώπινη σκέψη.

Σήμερα όλοι αναγνωρίζουμε παντού εξελικτικές διεργασίες: από τα αστέρια, τους πλανήτες και τους γαλαξίες μέχρι τα φυτά, τα ζώα αλλά και τις ανθρώπινες κοινωνίες και ιδέες, όλα αλλάζουν αδιάκοπα μέσα στον χρόνο, τα πάντα εξελίσσονται ή εξαφανίζονται.

Εξάλλου και το ίδιο το Σύμπαν, όπως υποστηρίζει η σύγχρονη κοσμολογία, εξελίσσεται συνεχώς με εκρηκτικούς ρυθμούς.

Την εποχή του Δαρβίνου, δηλαδή μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, η έννοια της «εξέλιξης» είχε μια διαφορετική σημασία από τη σημερινή.

Αναφερόταν περισσότερο σε σκοτεινές θεωρίες προδιαμόρφωσης των έμβιων όντων και συνήθως ταυτιζόταν με ό,τι σήμερα θα ονομάζαμε «εμβρυακή ανάπτυξη».

Με άλλα λόγια, «εξέλιξη» θεωρούσαν την προδιαγεγραμμένη χωρικά και χρονικά εκδίπλωση και ανάπτυξη του εμβρύου κατά την κύηση.

Η δαρβίνεια επανάσταση



Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «εξέλιξη» με τη σύγχρονη σημασία του, δηλαδή ως τη μεταμόρφωση των έμβιων οργανισμών στον χρόνο, ήταν ο Τσαρλς Λάιελ (Charles Lyell, 1797-1875), διάσημος Βρετανός γεωλόγος και μέντορας του Δαρβίνου.

Ο ίδιος ο Δαρβίνος, πάντως, σπανιότατα χρησιμοποιούσε τη μάλλον σκοτεινή, εκείνη την εποχή, και ιδιαίτερα βεβαρημένη με μεταφυσικές προκαταλήψεις έννοια.

Ισως γι’ αυτό στα βιβλία του προτιμούσε να μιλά για «καταγωγή μέσω τροποποιήσεων».

Εν τούτοις, παρά τις δικαιολογημένες επιφυλάξεις για χρήση της έννοιας της εξέλιξης, ο Δαρβίνος υπήρξε ο πραγματικός θεμελιωτής της σύγχρονης εξελικτικής σκέψης.

Πριν από περίπου 150 χρόνια, στις 24 Νοεμβρίου του 1859, θα εκθέσει δημόσια τη νέα θεωρία του στο περίφημο βιβλίο του «Περί της προέλευσης των ειδών μέσω της φυσικής επιλογής».

Εργο θεμελιώδες και θεμελιωτικό της σύγχρονης σκέψης, «Η προέλευση των ειδών» είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο διάσημα επιστημονικά βιβλία όλων των εποχών.

Το νέο εξελικτικό επιχείρημα που πρότεινε ο Δαρβίνος σε αυτό, καθώς και στα μετέπειτα βιβλία του, βασίζεται σε μια σειρά από καλά επιβεβαιωμένες υποθέσεις:

1) Οι φυσικοί πόροι σε ένα δεδομένο περιβάλλον είναι περιορισμένοι.

2) Ολα τα άτομα ενός πληθυσμού διαφέρουν μεταξύ τους· υπάρχει δηλαδή μεγάλη ποικιλομορφία μεταξύ των ατόμων που ανήκουν στο ίδιο είδος. Και

3) τα βασικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τα άτομα ενός πληθυσμού είναι κληρονομήσιμα.

Μολονότι ο Δαρβίνος δεν γνώριζε τίποτα για τις αιτίες αυτής της γενετικής ποικιλομορφίας ούτε και τον μηχανισμό κληρονομικότητας.

Αν οι τρεις παραπάνω υποθέσεις είναι σωστές, τότε καταλήγει κανείς εύλογα στο συμπέρασμα ότι: αφού οι πόροι του περιβάλλοντος είναι περιορισμένοι και τα άτομα ενός πληθυσμού διαφέρουν μεταξύ τους, τότε η επιβίωση στον «αγώνα για την ύπαρξη» δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από κάποια εγγενή και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στα άτομα να προσαρμόζονται καλύτερα στο δεδομένο περιβάλλον.

Αυτόν τον αυτόματο μηχανισμό διαφορικής επιβίωσης ορισμένων ατόμων ενός πληθυσμού ο Δαρβίνος τον ονόμασε «φυσική επιλογή» και, όπως έδειξαν όλες οι μετέπειτα έρευνες, πρόκειται όντως για τον βασικό και, ενίοτε, τον μοναδικό κινητήριο μηχανισμό κάθε βιολογικής εξέλιξης.

Η νέα εικόνα της φύσης που εισηγείται το έργο του Δαρβίνου είναι όχι μόνο καινοφανής, αλλά και βαθύτατα επαναστατική.

Εκεί όπου ένας προδαρβινικός φυσιοδίφης έβλεπε μόνο φυσική αρμονία και αμεταβλητότητα, ένας δαρβινιστής βλέπει τον «ανήλεο» αγώνα των οργανισμών για την επιβίωση και την προσαρμογή σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί στην εξέλιξη των ειδών.

Εκεί που η ποικιλομορφία μεταξύ των ατόμων του ίδιου είδους εξηγούνταν ως ένα τυχαίο γεγονός που καθόλου δεν έθιγε την προδιαγεγραμμένη αρμονία -από τον Θεό ή τη Φύση, αδιάφορο- ένας εξελικτιστής έβλεπε σε αυτή την ποικιλομορφία τη βασική προϋπόθεση κάθε εξελικτικής διαδικασίας.

Τα όρια μεταξύ των διαφορετικών ειδών δεν θεωρούνται πλέον αιώνια και αμετάβλητα, δηλαδή θεϊκά προδιαγεγραμμένα, αλλά, αντίθετα, το προϊόν της φυσικής ιστορίας· της ιστορίας των αμοιβαίων και πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων μεταξύ διαφορετικών οργανισμών, καθώς και μεταξύ των οργανισμών και του περιβάλλοντός τους.

Εχοντας απολέσει οριστικά την αιωνιότητα και την αμεταβλητότητά τους, οι ζωντανοί οργανισμοί μπορούν, πλέον, να συνδιαμορφώνουν ενεργητικά το εντυπωσιακό παιχνίδι της ζωής στον πλανήτη μας.

Τίποτα πια στη φύση δεν μπορεί να θεωρείται προϊόν σχεδιασμού από έναν πάνσοφο Δημιουργό, ούτε καν ο άνθρωπος.

Η δολοφονία του Αδάμ είχε πλέον συντελεστεί οριστικά και αμετάκλητα!

Η νεο-δαρβινική σύνθεση


Η πρώτη έκδοση της «Καταγωγής των ειδών» έγινε στο Λονδίνο την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 1859, και από την πρώτη ημέρα πουλήθηκαν αμέσως και τα 1.250 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης.

Γεγονός που υποδηλώνει όχι μόνο το μεγάλο ενδιαφέρον για το θέμα του βιβλίου αλλά κυρίως την αναμονή αυτής της έκδοσης από τους πολιτιστικούς κύκλους της Αγγλίας.

Και όπως σημειώνει, με κάποια υπερηφάνεια, ο Δαρβίνος στην «Αυτοβιογραφία» του, και τα επόμενα 3.000 αντίτυπα της δεύτερης έκδοσης εξαντλήθηκαν πολύ σύντομα.

Τα αμέσως επόμενα χρόνια το βιβλίο αυτό θα γνωρίσει πολλές επανεκδόσεις, θα μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου και όπου κυκλοφόρησε διαβάστηκε ως το μανιφέστο της νέας ριζοσπαστικής επιστημονικής-πολιτιστικής ανατροπής.

Πάντως, η ταχύτατη διάδοση των εξελικτικών ιδεών, κατά τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, δεν οφείλεται στην επιστημονική πληρότητα ή επάρκεια της νέας θεωρίας, αλλά πρέπει μάλλον να εξηγηθεί ως κοινωνικό φαινόμενο και ως ιστορική αναγκαιότητα που, την κατάλληλη στιγμή, ήρθε να καλύψει ο δαρβινισμός ως νέα κοσμοαντίληψη!

Πράγματι, πολλά ήταν τα αινιγματικά και άκρως ενοχλητικά ερωτήματα στα οποία η δαρβινική θεωρία δεν μπορούσε ή, ακριβέστερα, δεν ήταν ακόμη σε θέση να απαντήσει.

Για παράδειγμα, ο Δαρβίνος αγνοούσε παντελώς -όπως εξάλλου και όλοι οι βιολόγοι της εποχής του- με ποιο βιολογικό μηχανισμό παράγονται οι γενετικές αλλαγές και πώς αυτές κληρονομούνται στους απογόνους ώστε να δημιουργείται η αναγκαία ποικιλομορφία πάνω στην οποία δρα η φυσική επιλογή.

Επίσης, η εμμονή του Δαρβίνου στη θεωρία του περί βαθμιαίας εξέλιξης, η οποία πραγματοποιείται με μικρά εξελικτικά βηματάκια, δεν επιβεβαιωνόταν καθόλου από τις ανακαλύψεις της παλαιοντολογίας.

Ωστόσο, τα εξηγητικά κενά και οι πρόδηλες ανεπάρκειες της δαρβινικής θεωρίας δεν υποβαθμίζουν καθόλου, όπως κατά καιρούς υποστηρίζουν οι διάφοροι σκοταδιστές, την αξία της δαρβινικής επανάστασης.

Εξάλλου, δεν έχει εμφανιστεί ποτέ καμία μεγάλη επιστημονική θεωρία που να είναι ικανή να απαντά σε όλα μας τα ερωτήματα.

Συνεπώς, όποιος αναζητά πλήρεις και οριστικές «εξηγήσεις» για τα πάντα θα πρέπει μάλλον να στραφεί στη θεολογία και όχι στην επιστήμη.

Για πολλές δεκαετίες μετά τη διατύπωση των θεωριών του Δαρβίνου, η επιστήμη της Βιολογίας ταλανιζόταν από σφοδρότατες διαμάχες μεταξύ δαρβινιστών και αντιδαρβινιστών.

Η ανάπτυξη της νέας επιστήμης της Γενετικής, στις αρχές του εικοστού αιώνα, φάνηκε αρχικά πως διαψεύδει οριστικά τη δαρβινική θεωρία.

Η ανακάλυψη, μάλιστα, του μηχανισμού κληρονόμησης των διακριτών και σταθερών γενετικών «παραγόντων» που αργότερα ονομάστηκαν «γονίδια» θεωρήθηκε εσφαλμένα ότι ήταν η ταφόπλακα των δαρβινικών ιδεών!

Ισως γι’ αυτό ο Julian Huxley, επιφανής βιολόγος και εγγονός του μεγάλου δαρβινιστή Thomas Huxley, περιέγραψε την περίοδο 1900-1940 ως την πλήρη «έκλειψη του δαρβινισμού».

Πράγματι, εκείνη την περίοδο, η Βιολογία ήταν βαθύτατα διχασμένη σε δύο στρατόπεδα: τους εξελικτικούς βιολόγους και τους γενετιστές-βιοχημικούς, χωρίς καμία δυνατότητα επικοινωνίας -πόσο δε μάλλον συνεννόησης- ανάμεσα σε αυτές τις δύο τόσο διαφορετικές -θεωρητικά όσο και μεθοδολογικά- προσεγγίσεις των ζωικών φαινομένων.

Η κατάσταση ευτυχώς άρχισε να αλλάζει κατά τη δεκαετία του 1930, με την εμφάνιση μιας νέας γενιάς ερευνητών που κατανοούσαν σε βάθος τη γλώσσα τόσο της γενετικής όσο και της εξελικτικής βιολογίας.

Οι μεγάλοι πρωταγωνιστές της νέας γενετικής επανερμηνείας του δαρβινισμού ήταν ο ρωσικής καταγωγής Αμερικανός γενετιστής Τ. Dobzansky, ο γερμανικής καταγωγής Αμερικανός ζωολόγος Ε. Mayr, ο Βρετανός βιολόγος J. Huxley και ο Αμερικανός παλαιοντολόγος G. Simpson.

Αυτοί οι περίεργοι «γεφυροποιοί» κατάφεραν, μέσα σε μία δεκαετία, να ανατρέψουν πλήρως την κατάσταση. Με το πρωτοποριακό ερευνητικό τους έργο οι «νεοδαρβινιστές» απέδειξαν ότι η φυσική επιλογή δεν είναι μια αφηρημένη δύναμη εξελικτικής αλλαγής, της οποίας οι συνέπειες γίνονται ορατές μόνο έπειτα από πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Αντίθετα, έδειξαν ότι είναι ένα άμεσα παρατηρήσιμο και μετρήσιμο φυσικό φαινόμενο, το οποίο μπορεί κάλλιστα να μελετηθεί πειραματικά στα εργαστήρια των γενετιστών και, σήμερα, των μοριακών βιολόγων.

Ελπίζουμε αυτή η συνοπτική παρουσίασή μας να κατάφερε να αναδείξει τον πλούτο όσο και την εξαιρετικά δημιουργική επίδραση των εξελικτικών ιδεών στην ανθρώπινη σκέψη.

Μια επίδραση που δεν είναι γραμμική επιστημονικά ή προδιαγεγραμμένη κοινωνικά.

Αντίθετα, η εξέλιξη της εξελικτικής σκέψης είναι μια συνεχής διαφοροποίηση, που πραγματώνεται μέσα από ριζικές επιστημολογικές τομές, απρόσμενες εννοιολογικές μετατοπίσεις και βαθιές μεθοδολογικές διαφοροποιήσεις.

Ποιος μπορεί να προδιαγράψει τις εκπλήξεις που μας επιφυλάσσει η μελλοντική ανάπτυξη των σημερινών «αιρετικών» εξελικτικών απόψεων;

Τα πρώτα βήματα της εξελικτικής επιστήμης


1809: Δημοσιεύεται το έργο του Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ «Ζωολογική φιλοσοφία». Σε αυτό ο μεγάλος Γάλλος φυσιοδίφης παρουσιάζει μια πρώτη σοβαρά τεκμηριωμένη εξελικτική περιγραφή του μετασχηματισμού και της τελειοποίησης των ζωικών ειδών. Την ίδια χρονιά γεννιέται στο Σρούσμπερι της Αγγλίας ο Κάρολος Δαρβίνος.

1831-1836: Ο νεαρός Δαρβίνος κάνει τον γύρο του κόσμου με το βρετανικό υδρογραφικό πλοίο «Μπιγκλ». Στο πενταετές αυτό ταξίδι θα συλλέξει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που κατόπιν θα τον βοηθήσουν να τεκμηριώσει την επαναστατική θεωρία του περί εξέλιξης.

1836-1838: Αυτή την περίοδο ο Δαρβίνος υπερβαίνει τις προηγούμενες αμφιβολίες του και, όπως προκύπτει από τα σημειωματάριά του, τον Σεπτέμβριο του 1838 διατυπώνει ρητά την ιδέα του περί της φυσικής επιλογής ως βασικού μηχανισμού της εξέλιξης.

1859: Τον Ιούλιο του 1858 στη Λινναία Εταιρεία, έναν από τους πιο σημαντικούς συλλόγους φυσικής ιστορίας, θα παρουσιαστεί επίσημα η θεωρία της εξέλιξης μέσω της φυσικής επιλογής. Μια ανακάλυψη που τυπικά αποδόθηκε στον Κ. Δαρβίνο και τον Α. Wallace. Ομως ο Δαρβίνος είχε ανακαλύψει αυτή την ιδέα πολύ νωρίτερα από τον Αλφρεντ Γουάλας και έναν χρόνο μετά θα την παρουσιάσει ολοκληρωμένα στο βιβλίο του «Η καταγωγή των ειδών».

1865: Ο παντελώς άγνωστος Καθολικός μοναχός Gregor Mendel δημοσιεύει τις ανακαλύψεις του σχετικά με τους μηχανισμούς κληρονομικότητας. Το έργο του όμως θα αναγνωριστεί μόνο ύστερα από 35 χρόνια και έκτοτε θα θεωρηθεί ο πατέρας της επιστήμης της γενετικής. Η ειρωνεία είναι ότι σε αυτό βρίσκονται οι απαντήσεις σε πολλά αναπάντητα ερωτήματα του Δαρβίνου σχετικά με την κληρονομικότητα των γενετικών αλλαγών.

1871: Δημοσιεύεται το βιβλίο του Δαρβίνου «Η καταγωγή του ανθρώπου». Σε αυτό προτείνει την κοινή καταγωγή από έναν κοινό πρόγονο όλων των πρωτευόντων θηλαστικών (και του ανθρώπου). Παρά το τεράστιο σκάνδαλο που προκάλεσε η έκδοση αυτού του βιβλίου, οι απόψεις που περιέχει θα επηρεάσουν αποφασιστικά τις μετέπειτα παλαιοανθρωπολογικές έρευνες.

1935-1947: Η «Νέα Σύνθεση», δηλαδή η νεοδαρβινική θεωρία της εξέλιξης, καταφέρνει να ενοποιήσει σε ένα ισχυρό εξηγητικό σχήμα τις βασικές ιδέες του Δαρβίνου με τα δεδομένα της γενετικής των πληθυσμών. Αυτή η νέα στατιστική και γενετική προσέγγιση των εξελικτικών ιδεών θα οδηγήσει σε εκρηκτικές ανακαλύψεις.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...