Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Παρουσίαση του βιβλίου "τα πουλιά της ψυχής". Του Κωστή Μουδάτσου (Ομιλίες)

Κωστής Μουδάτσος


Ευχαριστούμε όλους τους φίλους γιατί μας τίμησαν στην παρουσίαση του βιβλίου "τα πουλιά της ψυχής".

Ευχαριστούμε τους Γιάννη Ξυλούρη, Ηλία Λυγερό, Κατερίνα Μηναδάκη, και το καλεσμα της φυσης, Μιχάλη και Γιώργη Ξυδάκη, Δημήτρη Νεονάκη, Βαρβάρα Τσιτσιμπάκου, Έφη Σκαράκη - Καραπιδάκη!


Τον Kardesim Καμίλ Σούμπαση που ήρθε από την Έφεσο της Μικράς Ασίας και μας τίμησε με την παρουσία του!

Τον κόσμο που μας τίμησε κι εμείς αισθανόμαστε το χρέος απέναντι σε αυτόν!

Ομιλία του ΚΩΣΤΗ ΜΟΥΔΑΤΣΟΥ



Η εκδήλωση μας, η παρουσίαση του νέου βιβλίου, γίνεται εδώ στο βενετσιάνικο λιμάνι. Δίπλα είναι το βενετσιάνικο κάστρο, ο Κούλες, από την άλλη τα Νεώρια και μπροστά το κτίριο του Κωνσταντινίδη, η Μαρίνα. Αρχαιολογικός χώρος! Και τι αρχαιολογικός χώρος… από τους μινωικούς χρόνους! Γι αυτό, συμβολικά κάνομε σήμερα εδώ την παρουσίαση. Το βενετσιάνικο λιμάνι, το δικό μας λιμάνι, ανήκει στους πολίτες της πόλης, στους δημότες της πόλης και στους επισκέπτες της πόλης μας. Δεν πωλείται και πρέπει να αποδοθεί στο λαό της πόλης μας και στο θεσμικό φορέα μας, το Δήμο της πόλης μας, το Ηράκλειο!

Τα πουλιά της ψυχής μου, τα πουλιά της δυστυχίας, είναι μια συλλογή από είκοσι τρία διηγήματα που γράφτηκαν τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Είναι παιδί της εποχής μας. Γι αυτό τα συναισθήματα είναι ποικίλα, άλλοτε πικρά, άλλοτε ερωτικά, άλλοτε αμφισβητούν κι άλλοτε δημιουργούν εικόνες και φαντασιώσεις η οραματισμούς!

Δεν προσπαθούμε να μιμηθούμε τίποτα. Απλά βγάζομε τις σκέψεις και τις ιδέες μας. Άλλωστε η μίμηση μοιάζει με κινήσεις πιθήκων που εξωτερικά μοιάζουν ανθρώπινες, όμως είναι χωρίς εσωτερικό κόσμο, συναισθήματα, ιδέες και φαντασιώσεις. Οι προσπάθειες μίμησης και αναβίωσης μοιάζουν περισσότερο με μωρά κοπέλια που γεννιούνται νεκρά.

Μιλάμε και γράφομε κόντρα στην υποκουλτούρα, στην φτηνοδιασκέδαση, την ατέρμονη φαγοπιοτούρα, στον νεοπλουτισμό και τον νεοποτισμό. Ενάντια στον πνευματικό και υλικό βούρκο.

Προσπαθούμε να προσφέρομε στη δίψα, καθάριο, γάργαρο νερό.

Είναι στιγμές που ο καλλιτέχνης αισθάνεται σαν το Μωυσή που επιστρέφοντας από το βουνό βλέπει τον αχρείο όχλο να χορεύει ξευτελισμένους χορούς μπροστά στο χρυσό μουσκάρι. Τότε βάνει τις φωνές και τα γκρεμίζει όλα προσφέροντας νέες ιδέες, νέες γνώσεις στους ανθρώπους.

Σας προσφέρομε είκοσι τρία διηγήματα και άλλα τόσα τραγούδια με απαγγελίες για τη ζωή μας, τον έρωτα μας, την αγωνία για το όραμα μιας καλύτερης κοινωνίας. Για το όραμα της κοινωνικής αλληλεγγύης, της φιλίας των λαών, του αλληλοσεβασμού των λαών. Κοινωνίες χωρίς όραμα είναι καταδικασμένες να καταστραφούν και να λεηλατηθούν!

Γράφομε και τραγουδούμε για όλους εσάς, επειδή οι ρίζες της καρδιάς μας είναι στις καρδιές σας! Εσείς είστε οι ήρωες και οι πρωταγωνιστές του βιβλίου μας! Εσείς είστε τα πουλιά της ψυχής μας! Η ψυχή βρίσκεται στο σώμα, στο κορμί της ζωής και στο λαό μας, το δοκιμαζόμενο λαό μας!

Ας αναζητούμε όλοι μαζί την ομορφιά της ζωής μας.

Ας αναζητούμε όλοι μαζί το όραμα μιας καλύτερης κοινωνίας κι επειδή ότι συμβαίνει στη ζωή, συμβαίνει και στη τέχνη, ας αναζητήσομε όλοι μαζί το όμορφο, το ωραίο και το αγαθό!

Ομιλία του ΓΙΑΝΝΗ ΞΥΛΟΥΡΗ



Πριν ενάμισυ αιώνα και πλέον, ο μεγάλος συγγραφέας και στοχαστής, ο Βικτώρ Ουγκώ, έδωσε ίσως τον πληρέστερο ορισμό τού συγγραφέα. Είπε πως “ο συγγραφέας είναι ολόκληρος ο κόσμος, φυλακισμένος μέσα σ’ έναν άνθρωπο”. Η τέχνη του συνίσταται στο πώς θα δώσει διέξοδο, πώς θ’ απελευθερώσει όλη αυτή τη σωρευμένη γνώση και εμπειρία. Πώς δηλαδή, θα μετουσιώσει το όνειρο σε λέξεις. Είναι αυτό που λέμε τρόπος γραφής.

Ο εύστοχος και εύγλωττος τίτλος τών διηγημάτων τού Κώστα Μουδάτσου, “Τα πουλιά τής ψυχής μου”, δείχνει αυτό ακριβώς που έγραψε. Πως δηλαδή, καταθέτοντας με ευαισθησία την ίδια την ψυχή του στο χαρτί, απευλευθερώνει σαν πουλιά στον απέραντο ουρανό όλες αυτές τις μνήμες, τις γνώσεις, και προπαντός τα όνειρα και τις αλήθειες.

Ο ίδιος αναφέρει στην εισαγωγή του: “Εγώ δεν είμαι κήρυκας να περιγράφω τη λουσάτη ζωή τής νεόπλουτης κοινωνίας. Ούτε τις αναμνήσεις τών καταστροφέων τής ζωής. Ό,τι θωρώ μολογώ. Για ό,τι ζούμε, για ό,τι αντιπροσωπεύουμε εμείς και οι φίλοι μας. Τα μαύρα πουλιά τής δυστυχίας γράφω. Δεν είμαι επαγγελματίας, ούτε ψυχρός εκτελεστής παραγγελιών. Το κέφι μου κάνω. Ψάχνω την ομορφιά τής παλιάς εποχής, μα και τα δώρα που προσφέρει στη νέα, χωρίς έτοιμες ιδέες. Είμαι ένας πλανόδιος πραματευτής, που διαλαλώ ιδέες. Καθημερινά τσακώνομαι με τον αόρατο εαυτό μου, για να παραμένει νέος και αλητόβιος. Εραστής τής ζωής και τής τέχνης. Διαλαλώ ότι, τού Γέρου Κόσμου η Καρδιά καινούργιο αίμα θέλει”.

Τι εννοεί μ’ ολ’ αυτά; Πως μέσα του παλεύουν δυο μεγάλες δυνάμεις. Εκείνη τού λόγιου, τού σκεπτόμενου, και εκείνη τού πλάνητα, τού αλητόβιου όπως τον αποκαλεί, που μ’ ευαισθησία προσεγγίζει τις ομορφιές τής ζωής και γεύεται τις χαρές της. Δηλαδή, οι δυο αρχέγονες δυνάμεις τού πνεύματος και τής ύλης, που τόσο πολύ επηρρέασαν το έργο τού άλλου μεγάλου συντοπίτη μας. Τού Νίκου Καζαντζάκη.

Ήταν για μένα, πολύ μεγάλη η τιμή τής πρότασης να σάς παρoυσιάσω το βιβλίο ενός ακριβού φίλου. Με συμπαρουσιαστή μάλιστα έναν επίσης αγαπημένο φίλο. Τον Ηλία Λυγερό. Είχα επισημάνει το λογοτεχνικό ταλέντο και το προσωπικό ύφος τού Κώστα, από μια σειρά διηγημάτων που ήδη είχε δημοσιεύσει στον τοπικό τύπο. Έτσι, δεν προσέγγισα το βιβλίο από τη σκοπιά κάποιου ειδικού φιλόλογου ή βιβλιοκριτικού. Δεν είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είμαι ένας απλός αναγνώστης, που όπως και ο Κώστας αγαπώ πολύ τα βιβλία.

Ένα έργο τέχνης συναπαρτίζεται από τη μορφή και το περιεχόμενο. Στην περίπτωση τών διηγημάτων τού Κώστα Μουδάτσου, αυτά τα δυο μέρη βρίσκονται σε αγαστή συνεργασία και αρμονία. Το μεγαλύτερο μέρος τών διηγημάτων του, η μυθοπλασία, παρουσιάζεται με τη μορφή αναμνήσεων από γεγονότα που είτε τα έζησε ο ίδιος, είτε τού τα διηγήθηκαν. Το αχανές σύμπαν τής παιδικής ηλικίας και τα νεανικά βιώματα. Όλα μαζί τα διηγήματα, αποτελούν μικρά, και γεμάτα νοήματα λογοτεχνικά τεχνουργήματα, που ορίζουν και ανατέμνουν το κοινωνικό αλλά ταυτόχρονα και το πολιτικό γίγνεσθαι.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, κομίζει ιδέες, μηνύματα, έννοιες, μέσα από ιστορίες τού χθες και τού σήμερα, μετασχηματίζοντας το λόγο του σε βίωμα καθημερινής ζωής, που ενώ συντρίβεται στις μυλόπτετρες τών διαψεύσεων, παρ’ όλ’ αυτά προχωρά και συνεχίζει. Η γραφή του, μαχόμενη, δεν ωραιοποιεί πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις, αλλά μετουσιώνει την υποκειμενικότητα τού συγγραφέα σε δράση και κίνηση προς τα εμπρός. Δεν επιδιώκει απλά να διηγηθεί μια ιστορία, αλλά να τής προσδώσει τις προσλαμβάνουσες τού τόπου και τού χρόνου. Στρέφει το βλέμμα του με πολλή ευασθησία στις μοναχικές υπάρξεις, που σαν τους ήρωες τού μεγάλου Αμερικάνου συγγραφέα Τζων Στάϊνμπεκ πάσχουν από τα βάσανα τής ανθρώπινης μοίρας, που δεν απαλλάσσει και δεν εξαιρεί κανένα μας από τον ψυχικό και σωματικό πόνο. Στη ζωή, στον έρωτα και στο θάνατο, καθένας μόνος του πορεύεται, λέει ο Τάσος Λειβαδίτης.

Η ευρύτατη θεματολογία του, δυσκολεύει το να κατατάξει κανείς τα διηγήματα του σ’ ένα είδος. Παρ’ όλο που διακρίνουμε μια έντονη νοσταλγία για τη φυσική ζωή στην ύπαιθρο, και την αστική στις πόλεις, τής παλιάς και τής σύγχρονης ανατολικής Κρήτης, με τις ανάγκες και τις συνήθειες της, τις μικρές και τις μεγάλες στιγμές τών ανθρώπων της. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα, παίζουν με τα βιώματα, τη μνήμη, τη φύση, τη νοσταλγία, τον έρωτα και το θάνατο. Χωρίς να καταργούν το χώρο και το χρόνο, συνθέτουν έναν κόσμο ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Μα πάνω απ’ όλα, στο μεγαλείο και τη δύναμη τής ανθρώπινης μοναξιάς. Στη Ρώμη υπάρχει η εκκλησία τού Σαν Πιέτρο ιν Βόνκολι, που είναι γνωστή από ένα περίφημο γλυπτό τού Μικελάντζελο. Ο δημιουργός σ’ αυτό το αθάνατο έργο του, κατάφερε ν’ αποτυπώσει στο πρόσωπο τού Μωυσή, ένα κράμα δύναμης και μοναξιάς. Αυτό το κράμα συναντάμε στους ήρωες τών διηγημάτων τού Κώστα Μουδάτσου.

Ήρωες, που βγαίνουν μέσα από τη συλλογική μνήμη τών αδικαίωτων αγώνων και τών θυσιών που αναζητούν μέχρι και σήμερα τη θέση τους, στην έννοια τής συνέχειας, που θεωρητικά διαμορφώνει την κάθε γενιά. “Στις βουβές στιγμές μαθαίνω τα μυστικά τής θύελλας που έρχεται”, όπως ο ίδιος μας λέει, και παρακάτω, “Ακούω τις κραυγές από τον καιρό τής λησμονιάς”.

Σ’ ένα άλλο διήγημα που εγώ τουλάχιστο το ξεχώρισα, ο “Καβαλάρης τού Ουρανού”, λέει: “Τρέχει ο χρόνος και περνά, τρέχει και δεν γυρίζει. Εμείς όμως τον κουβαλάμε μέσα μας. Όπως ζούμε το σήμερα, θα βρούμε το αύριο. Ξαναγυρνάμε στα παλιά, αναζητώντας καημούς, νταλκάδες, εκείνα που καταστρέψαμε, νοήματα και σχέσεις που μας λείπουν. Ψάχνουμε ρωγμές για να βρούμε φωτεινά διαλείμματα στη ζωή μας. Δεν ζει κάποιος επειδή έχει γεννηθεί. Ζει στις ανηφοριές και στις στροφές. Λίγα τα ίσια μέρη”.

Παρ’ όλ’ αυτά, και μια αποστροφή τού λόγου του, “η ομορφιά έχει το πρόσωπο τής θλίψης”, τα διηγήματα του δεν αποπνέουν απαισιοδοξία και θλίψη. “Τα βάσανα μου χαίρουμαι, τις πίκρες μου γλεντίζω” λέει ο συγγραφέας, και παρακάτω “Μα ως κι αν διαβαίνουν οι καιροί, ως κι αν περνούν οι χρόνοι, παλιώνει ο λύχνος, μα ποτέ το φως του δεν παλιώνει. Άνεμος είμαστε, και σκιές, στο φως τού αρχαίου λύχνου”.

Ήρωες με σάρκα και οστά, μοναχικοί ερημίτες, που μάχουνται μόνοι τους και ηρωικά το σύμπαν που τους τριγυρίζει. Μέσα σε εικόνες και μνήμες με μια συναισθηματική ωριμότητα, που συνταιριάζει με την αριστοτεχνική γραφή του ο συγγραφέας, τα πρόσωπα με το φυσικό περιβάλλον. Τον απασχολούν τα ίδια πανανθρώπινα και ανεξάντλητα θέματα. Η απομόνωση, η μοναξιά, οι σχέσεις, η επικοινωνία, ο θάνατος, η συμπόνοια, η κακία και η καλωσύνη στο ίδιο πλάνο. Η ματαιότητα ορίζεται με τη φράση: “Όλα είναι μάταια, αλλά όσο δεν το ξέρουμε νοιώθουμε εγωιστές και αθάνατοι, και νομίζουμε ότι όλα είναι δικά μας”.

Με το ύφος του στέκεται δίπλα στον αναγνώστη σαν να κουβεντιάζουν. Δεν είναι δηλαδή αποστασιοποιημένος παρακολουθώντας τα πράγματα από μακρυά. Συμπονά και συμπάσχει με τους χαρακτήρες που περιγράφει. “Γιατί ο θάνατος τών άλλων, γεννά και το δικό μας θάνατο”, και ακόμα “άνθρωπος είναι εκείνος που νοιώθει τον πόνο τού άλλου, τον πόθο και το πάθος τού συνανθρώπου του” όπως σε άλλα σημεία αναφέρει.

Σε κάποια από τα διηγήματα του, οι ήρωες του είναι άνθρωποι εγκλωβισμένοι και ηττημένοι από τις συνθήκες της ζωής. Δεν έχουν παρόν. Ζουν με τις αναμνήσεις τού παρελθόντος αντιμετωπίζοντας ένα μέλλον ζοφερό. Ένας κοινωνικός ιστός από καθημερινούς, οικείους, αναγνωρίσιμους ανθρώπους, που μιλούν με το δικό μας τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, και αναμετρώνται με κάθε είδους απώλεια. Αυτοί είναι το περιβάλλον μας, ο περίγυρος τής ζωής μας, εμείς οι ίδιοι. Ο κόμπος στο λαιμό είναι συχνά αναπόφευκτος στον αναγνώστη.

Όμως το κυριότερο, είναι η δυναμική που διαπερνά το έργο του. Με οξυμένη παρατηρητικότητα, και επιστρατεύοντας τεράστια αποθέματα δημιουργικότητας σε αφηγηματικές τεχνικές, οι ιστορίες του, πότε απροσδόκητες και πότε προσγειωμένες, χωρίς περιττές επιτηδεύσεις, σωστά στρωτά και πυκνά, ενώ ο ίδιος δεν μάς λέει κάτι συγκλονιστικά καινούργιο, μάς μεταφέρει σε παλιές βιωματικές καταστάσεις, που όπως φαίνεται τον συνοδεύουν ακόμη. Δεν προσπαθεί ν’ αντιγράψει μεγάλους συγγραφείς, ούτε και να εντυπωσιάσει με ακατανόητες και επιτηδευμένες προτάσεις, χρησιμοποιεί μια γλώσσα απλή και εμφανώς πολύ καλά δουλεμένη.

Υπάρχουν δυο ειδών συγγραφείς. Ο ένας, εντυπωσιάζει με την περίτεχνα επιτιδευμένη γραφή του, με την οποία ναρκισσεύεται, και εκεί εξαντλείται. Ο άλλος, κάτι τέτοιο δεν το χρειάζεται. Κυριευμένος από την αγωνία και το μέγα πάθος τής γλώσσας, αποκαλύπτει. Γι’ αυτόν, γραφή είναι μια διαρκής πράξη μεταμόρφωσης, μέχρι ν’ ανακαλύψει τη μόνη αληθινή γλώσσα τού πάσχοντος ανθρώπου. Τη γλώσσα τής κραυγής. Ο Κώστας Μουδάτσος, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Οι λέξεις του, μοιάζουν με τις νότες που φτάνουν στο κρεσέντο μιας υπέροχης μελωδίας. Γιατί, όπως και ο ίδιος λέει, “η ζωή είναι μια αστραπή, και εμείς θα ζούμε με τη δύναμη τών ονείρων και τής ουτοπίας, τής τρανής ελπίδας, τών μεγάλων ερώτων και στο άγιο πάθος μας. Ερημητήριο τελετών η μοναχική μου ψυχή. Τιμόνι δυνατό θέλουν τα πάθη της.”. Kαι καταλήγει: “Θέλω να βάζω ζωή στα χρόνια μου και όχι να επιβιώνω”.

Τελειώνοντας, θα ήταν παράλειψη να μην επισημάνω την προσεγμένη, όπως πάντα άλλωστε, έκδοση τού Ταξειδευτή. Σε χαλεπούς καιρούς, ειδικά στον εκδοτικό χώρο, τολμά με γεναιότητα να δώσει βήμα σε μια νέα και πολλά υποσχόμενη συγγραφική φωνή. Κώστα, σε συγχαίρω, και σ’ ευχαριστώ.

Ομιλία του ΗΛΙΑ ΛΥΓΕΡΟΥ



«Τα πουλιά της ψυχής» Μας ταξιδεύουν στο χρόνο.

Στην ιστορία του νησιού μας, ξεκινώντας από τους Χαΐνηδες μέχρι τους αντάρτες του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου

Στους ανθρώπους που εκτιμήθηκαν και δοξάστηκαν για τις επιλογές τους , για τις αναμνήσεις που άφησαν σε ιστορίες που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα - και όχι από επίσημες αναγνωρίσεις.

Στα παιχνίδια που έπαιζαν οι κατά καιρούς σύμμαχοι στην χώρα μας. Έχει ιδιαίτερη αξία να δούμε όλες τις λεπτομέρειες και τις διαφορετικές αγωνίες στο διήγημα με τίτλο «οι χρυσές λίρες» . Με ιστορικά στοιχεία -που χρειάστηκε πολύς κόπος για να συλλεχθούν- αναδεικνύεται αφενός, η ανιδιοτελής και περήφανη δράση των κρητικών και η προσφορά τους στην αντίσταση, αφετέρου οι «κρυφές δεύτερες σκέψεις» των συμμάχων και οι προσωπικές επιδιώξεις των συμμετεχόντων στις επιχειρήσεις.

Στις ανθρώπινες αξίες, με κήρυκες αυτών να είναι πότε ο παπάς του χωριού, πότε ο πρόσφυγας , πότε ο αλλοεθνής που βίωσε και αγάπησε τον τόπο και έγινε κρητικός. Με ανθρώπους δηλαδή, απλούς, της καθημερινής μας ζωής, που είναι δίπλα μας ,αγωνίζονται μαζί μας , βιώνουν τις ίδιες δυσκολίες μα δεν ξεχνούν ότι είναι Άνθρωποι.

Τα διηγήματα του Κωστή μας ταξιδεύουν Στο έρωτα και στα παιχνίδια του , που άλλοτε σαν χαρά μας γεμίζει, μας ταξιδεύει , μας συνεπαίρνει, και άλλοτε (τραγικός, αλλά πάντα αιώνιος , παρών).

Στον «αταίριαστο γάμο» (7) όπου οι μητρικές επιλογές είναι διαφορετικές από τις ερωτικές επιλογές του γιού. Οικονομικές και με συμφέρον οι πρώτες , αισθηματικές οι δεύτερες . Κι έτσι ορίζουν μια προσωπική μάχη για την επιλογή ανάμεσα στην «μητέρα» ,την αγάπη και τον έρωτα .

Η εξέλιξη είχε όλα τα στοιχεία αρχαίας τραγωδίας. Η νέμεση ήρθε στα άψυχα σώματα των δύο νέων που τα ένωσε ο θάνατος .

Και ο Κωστής κλείνει την ιστορία αυτή ως εξής:

«Πάνε… πάνε τα ομορφότερα παιδιά του Κάστρου!»

Υ.Γ. Αυτό είναι το τέλος μιας θλιβερής ιστορίας που ακουγόταν για χρόνια στις βεγγέρες, στις γειτονιές. Λέγαν ακόμη ότι για πολλά χρόνια, τις νύχτες, μια μαυροντυμένη γυναίκα περιφερόταν στο νεκροταφείο βγάζοντας σπαραχτικές κραυγές. Τότε που υπήρχαν γειτονιές και γειτόνισσες, που κουβέντιαζαν όλες μαζί, καθισμένες στο ασπρισμένο πεζούλι με τους βασιλικούς και το καστρινό φούλι…

Μα ο έρωτας είναι χαρά, ζωντάνια, παιχνίδι, ανεμελιά και υπέρβαση. Και σε πολλά διηγήματα ο Κωστής τα περιγράφει όλα:

Άλλοτε στο Χαίνι ,

«Σ’ ένα γλέντι πρωτοείδα τη τύχη μου. Χόρεψα, σίμωσα και χόρεψε μαζί μου. Ήνοιωσα το φως το αληθινό να φέγγει στη καρδιά μου. Δεν ήταν νταηλίκι να βγάλω το μαχαίρι, να κάμω γιουρούσι στο ασκέρι! Πολεμούσα και την συλλογιζόμουνα, ξαπόσταινα και τη συλλογιζόμουνα, έπεφτα να κοιμηθώ και δεν μου κόλλαγε ύπνος. Αυτήν συλλογιζόμουνα! Άρχισα να συχνοκατεβαίνω στα γλέντια για να τη χορέψω, να πιάσω το χέρι της στο χορό, να της πω μια κουβέντα, ένα λόγο. Μα κι αυτή έστρωνε καλά το ανυφαντικό. Έδινε αέρα της καρδιάς!

Και άλλοτε πάλι στον 25αρη Κρητικό που γυρίζει στα σοκάκια του Ηρακλείου

« Ατίθασες κι ανέμελες με τα φορεματάκια που ανάδυαν θηλυκότητα και προκλητικότητα. Με τα λουλούδια να ξεχωρίζουν σε όλο το μήκος και το πλάτος του σώματος. Τα λουλούδια, η ομορφιά, τα ζωηρά χείλη, το χαμόγελο που χαρίζει την αίσθηση της γοητείας. Σαν ηλιοτρόπια στραμμένα στον ήλιο. Η αρπακτική ομορφιά, τα όμορφα μαλλιά σε γυμνές ωμοπλάτες. Τα κορμιά που προκαλούν το μάτι, που ποθούν το χάδι. Το ανακάτωμα των αισθήσεων, των παραισθήσεων και των φαντασιώσεων. Το άγγιγμα των δαχτύλων και το ταξίδι σε όμορφα κορμιά ξεσηκώνουν αλλόκοτες δυνάμεις, στα σπλάχνα και στα σωθικά. Αισθησιακές και φαντασιακές δυνάμεις. Ανήσυχη ένταση, κινητικότητα και ορμές με προοπτικές

Ο Κωστής μας μιλά ( με προσωπικά βιώματα ) για την αδελφοσύνη των λαών, για τις κοινές εμπειρίες και πως αυτές μπορούν να γίνουν μία ακτίνα συνεννόησης , συνύπαρξης και ειρήνης μεταξύ των λαών .

Στο νησί μας έχουν ζήσει πολλοί και διαφορετικοί λαοί .

Στο «ένας ξένος στο χωριό του παππού, στη Κρήτη» (6) ο Κωστής

Αναθιβάνει (επαναφέρει μνήμες), γεγονότα, σόγια και συγγένειες μακρινές και χαμένες στο χρόνο

Η πόρτα του καφενέ έτριξε. Ένας γέροντας πρόβαλε χαδεύοντας τα γένια του και στύλωσε τα μάτια. Μια ευγενική θλίψη απλωνόταν στο πρόσωπό του.

-Ποιος είναι ο μουσαφίρης;

- Σουμπασάκης από το Σουκαρά. Σου-καρά, δηλαδή μαύρο νερό.

- Σουμπασή σε λένε κι είμαστε κι οι δυο Βελουλιανοί.

Χαρίδημο με λένε εμένα.

Ο Τζαμίλ αγάς έφυγε το ’24 για τη Σμύρνη, μα στο δικό μας το σπίτι, η αθιβολή του ήταν κάθε μέρα.

Ο πατέρας μου, και την ώρα που ψυχομαχούσε για το Σουμπασή μιλούσε. Γροίκα παιδί μου. Ο πατέρας μου ήταν δυο χρονώ σαν τον έφερε ο παππούς μου στο χωριό. Ορφανός. Είχε πεθάνει η μάνα του. Φτωχοί και πεινασμένοι. Από το Ψηλορείτη κατέβηκαν.

- Πες παππού και λαχταρά η καρδιά μου. Τα που έχω μέσα στο μυαλό φαντάζομαι πως θα ακούσω!

- Τη νύχτα αποχαιρετούσαν και το σκοτάδι ομπρός τους. Έφτασαν στο Βελούλι και κόνεψαν σε ένα κατάλυμα. Ο παππούς τραβούσε για το μεροκάματο κι ο πατέρας βρήκε καταφύγιο στου Σουμπασή το σπίτι. Στου Τζαμίλ αγά. Εκειά ήτρωε και εκειά μεγάλωσε. Εκειά ήπαιζε με τα δικά του κοπέλια. Αυτός γλύτωσε τη φαμίλια μας από τη πείνα και τις αρρώστιες. Πόσες φορές η εφεντίνα χανούμ δεν ήκοψε βεντούζες στη πλάτη του κυρού μου!

Σώπασε ο γέρος μια στιγμή και ήπαιξε τα μάτια.

- Έχω να πω, συνέχισε δακρύζοντας, ότι εάν δεν ήταν ο Τζαμίλ αγάς, εγώ δεν θα ζούσα σήμερο, θα είχε ποθάνει ο πατέρας μου. Δεν κατέχω αλλά ορκίζομαι, ότι αυτά μου έλεγε ο μακαρίτης. Σίμωσε παιδί μου να σε αγκαλιάσω γιατί αυτή τη χαρά λαχταρούσα να τη ζήσω! Μα δεν πίστευα ότι θα τη ζούσα. Νόμιζα ότι θα πέθανα πριν να τη προφτάσω.

Σηκώθηκε ο Καμίλ κράζοντας, «καλώς σε βρήκα», κι όρμησε στην αγκαλιά του γέρου. Φιλήθηκαν και τους πήραν τα κλάματα. Εκείνη την ώρα μπήκε ο γιος του Χαρίδημου, ο Μανόλης, στο καφενέ. Στάθηκε τρίβοντας τα μάτια του. Πετάχτηκαν όλοι απάνω αγκαλιασμένοι. Σώπαιναν, γελούσαν, έκλαιγαν κι άνθρωπος δεν έδινε σημασία στον αχνιστό λαγό πάνω στο τραπέζι. Ήπιαν κρασί, αναντράνισε ο νους κι όλοι ξανακαθήσαν περιμένοντας τα μυστικά της νύχτα

Κρήτη όμως είναι και η λύρα, το θεϊκό όργανο

Περιγράφει λοιπόν ο Κωστής μια συνάντηση του Δια με ένα νέο βοσκό στο Ψηλορείτη και πως φθάσαμε στην λύρα

Ο Ξένος έφερε το σακούλι του στα γόνατα κι έβγαλε ένα καύκαλο από χελώνα. Το καθάρισε και τέντωσε πάνω του το καλοδουλεμένο προβίδι του τράγου, που του είχε χαρίσει η Αμάλθεια, στη σπηλιά της Δίκτης. Δεξά κι αριστερά έβαλε τα δυο τραγίσια κέρατα και στην άκρη τα ένωσε με ένα ξύλο. Με ξεραμένα στον ήλιο έντερα του τράγου έφτιαξε τρεις χορδές και τις πέρασε πάνω από τη προβιά. Μετά πήρε ένα μακρύ ξύλο και αφού το λύγισε, έδεσε ένα μάτσο αλογότριχες, από την ουρά του φτερωτού αλόγου. Έτσι έφτιαξε το καμπύλο τόξο, που αιώνες αργότερα οι άνθρωποι ονόμασαν δοξάρι. Έφερε το όργανο και το ακούμπησε στο γόνατο, το κούρδισε και με το καμπύλο τόξο άρχισε να παίζει σκοπούς και μελωδίες. Γλυκόλαλο όργανο! Το βοσκόπουλο κοίταζε σαστισμένο. Τα είχε χάσει με τον Ξένο. «Τούτος δεν είναι ζητιάνος! Ποιος να είναι άραγε;», ντουχιούντισε από μέσα του αλλά δεν μίλησε.

- Τούτο το παιγνίδι το λέμε, Λύρα!

Βοσκέ, πιάσε την στα χέρια σου και παίξε αυτό που θες να ζήσεις!

- Μα δεν ξέρω!

- Όσο περισσότερο παίζεις τόσο καθαροτράγουδη θα γίνεται!

Άρχισε το βοσκόπουλο να παίζει κι ένας μαγευτικός σκοπός απλώθηκε στα πλάγια. Τα αγρίμια βγήκαν στο ξέφωτο. Ανακάθισαν τρουλώνοντας τα αυτιά τους. Τα ζώα άρχισαν να παίζουν τα κουδούνια τους στο ρυθμό του σκοπού. Στα κλαδιά των δέντρων άρχισαν να κελαηδούν οι πετροκότσυφες. Οι σκύλοι ήρθαν και στάθηκαν μπροστά τους. Ο αγέρας σφυρολογούσε στα φυλλώματα του γέρου δρυ. Τα αντριοβέλανα άρχισαν να χορεύουν στο σκοπό της Λύρας. Ένα αντριοβέλανο ξέφυγε από την κούπα του και άρχισε το ταξίδι προς τη μάνα γη. Κοίταξε προς τον δρυ και τον ευχαρίστησε για τη ζωή που του χάρισε. Στράφηκε προς την αγκαλιά της μάνας γης. Πολλά χρόνια αργότερα οι άνθρωποι θα έβλεπαν ένα δρυ να μεγαλώνει δίπλα στο στεφανωμένο με κισσό γέρο δρυ. Τα ‘χασε ο νέος ακούγοντας τι έπαιζε και κοίταξε τον Ξένο.

- Παίξε νεαρέ, παίξε και μην σταματάς! Όλο το νησί, από την μια άκρη μέχρι την άλλη, θα ταραχτεί και θα στρώσουν μαλαματένια στρωμνιά και τρικούβερτα γλέντια για τη ζωή. Με τη Λύρα θα κάνετε τη ζωή να βλαστοανθοκαρποδένει μαζί σας!

Με τη λύρα θα βάλετε θεμέλιο στη τέχνη σας!

Έκανε ο νέος να ευχαριστήσει τον Ξένο αλλά τα μάτια έμειναν ολογρούλωτα. Είδε τον Ξένο να εξαφανίζεται μπροστά του και μια φωνή ανέβαινε στον ουρανό:

-Λύρα καθαροτράγουδη, ξάστερο ήχο βγάνει, ως κλαίει η μάνα το παιδί που έχει αποθάνει.

Και βέβαια δεν θα μπορούσε να λείπει από τα διηγήματα και το σήμερα. Η αγωνία του για το πολιτισμό, την πόλη μας, τους σχεδιασμούς πολλών και διαφορετικών κέντρων για την τύχη τους, για αυτά που γίνονται και λέγονται και για αυτά που δεν λέγονται και σχεδιάζονται για εμάς, αλλά δυστυχώς χωρίς εμάς.

Η σημερινή εποχή έχει πολλές προκλήσεις . Οι « ταγοί » πρέπει να κατακτούν με το έργο τους την αξία τους , το λόγο και την παρουσία τους. Οι εποχές είναι δύσκολες , η απογοήτευση φαίνεται να κερδίζει μεγάλο έδαφος και οι φωνές , οι γραφές και οι δράσεις που μάχονται και δεν εγκαταλείπουν το ζητούμενο .

Τα διηγήματα του Κωστή φωτισμένα με το φως του πρωινού αλλά και εκείνη την υγρασία του οροπεδίου , τα διαπερνά μία κουζουλάδα και ένα νεύρο, ξεχειλίζει η αγάπη για τον τόπο και τη φύση, η αγάπη για τους ανθρώπους του που μάχονται… κάποτε για ανεξαρτησία, για ένωση, για ελευθερία, για ψωμί, για μεροκάματο… Τα διηγήματα αυτά έχουν την πληθωρικότητα του Κωστή, το φως του, τη μελωδία της ψυχής του… έτσι αμόλησε τα πουλιά της ψυχής του λοιπόν και έφτασαν σε μας…

Με ιστορίες που στο κύτταρο τους κρύβουν τον ανθρώπινο μόχθο και την αξιοπρέπεια.

Η αξιοπρέπεια είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο και ένα μεγάλο ζητούμενο όχι μόνο στο βιβλίο αυτό αλλά και στον καθημερινό λόγο του Κωστή ... για αυτήν μάχεται,

Ο λόγος του ξεχειλίζει από Κρήτη και φως.

Με σεβασμό στην Κρητική ντοπιολαλιά, χωρίς ακρότητες και υπερβολές κάνει σαφές ότι η παράδοση ζει, μέσα από την καθημερινότητα του Κρητικού, που αγαπά τον τόπο του και ξέρει να αναδεικνύει τα υγιή του στοιχεία και όχι εκείνα που έχουν περάσει από τον παραμορφωτικό καθρέφτη της επικοινωνίας.

Με υπέροχες περιγραφές της Κρητικής υπαίθρου, με στοιχεία ηθογραφίας, εξαιρετικά και με έναν αξεπέραστο ρεαλισμό στις σύγχρονες αναφορές του ο Κωστής δίνει μικρές στιγμές… Κι όλα αυτά με μικρές προτάσεις, αιχμηρές και κείμενα που κρύβουν πολύ δουλειά και μεράκι.

Στο κλείσιμο του εισαγωγικού του σημειώματος ο Κωστής μας λέει

«Εύχομαι να προκαλέσω όμορφα ερεθίσματα στις ψυχές μας. Όμως εγώ, βάζω φωτιές στις καρδιές που έχουν ευγενικά αισθήματα και στα μυαλά που ψάχνουν νέες ιδέες, νέα μπουρλότα. Λέω ό,τι θέλω να πω κι όπου το βγάλει η βράση… »

Νομίζω , από την πρώτη ανάγνωση τα κατάφερε.

Να ευχηθούμε αυτή η εκδοτική προσπάθεια να είναι πετυχημένη γιατί έχει πολλά να προσφέρει.

Ομιλία της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΜΗΝΑΔΑΚΗ



Όταν γνώρισα τον Κωστή εντυπωσιάστηκα από την πληθωρικότητα και το φως του, από την ευρύτητα του πνεύματος και την αγάπη του στον μικρό- Μεγάλο μας τόπο, από τον τρόπο του να καταγράφει και τα μη θετικά. Αλλά –κυρίως- εντυπωσιάστηκα από αυτή του τη μελωδικότητα …

Νομίζω – ξέρετε ο καθένας έχει τη δική του προσέγγιση ανθρώπων και καταστάσεων- ο ρυθμός και η μελωδία που εκπέμπει ο καθένας από εμάς μπορεί να παρασύρει ή και να αποδιώξει.

Όλα τα βρήκα Κωστή μου στο βιβλίο σου. Για αυτό είπα στην αρχή ότι θα ξεκινήσω ανάποδα… Όχι από το βιβλίο αλλά από τον συγγραφέα.

Όταν το ξεφυλλίζω είναι σαν να σε κρατάω από το χέρι! Τα πουλιά της ψυχής σου ήρθαν και κάθισαν στα σύρματα και της δικής μου ψυχής. Μου μίλησαν για συντροφικότητα, για επανάσταση, για μάχη, για έρωτα – αυτά πάνε μαζί- για θάνατο, για τη χαρά της προσφοράς, για την αδερφοσύνη και την αγάπη των λαών, για την ιστορία που γράφτηκε με αίμα αλλά και για εκείνες τις μικρές καθημερινές ιστορίες χαράς και πόνου, γέλιων και δακρύων που διαδραματίζονται σε μικρά γραφικά χωριά της Κρητικής υπαίθρου αλλά ακόμα – ακόμα και σε διαδρόμους νοσοκομείων. Ιστορίες που γράφονται με κρητική λύρα και κεμεντζέ, με ένα καραφάκι ρακή και καλό μεζέ. Ιστορίες που στο κύτταρο τους κρύβουν τον ανθρώπινο μόχθο και την αξιοπρέπεια.

Αυτό που ήθελες να πεις, εμένα ήρθε και με βρήκε… Τα πουλιά το έφεραν το μήνυμα. Ένα μήνυμα που ξεχειλίζει Κρήτη, φως, αγάπη με σεβασμό στην Κρητική ντοπιολαλιά, με υπέροχες περιγραφές της Κρητικής υπαίθρου, με έναν αξεπέραστο ρεαλισμό στις σύγχρονες αναφορές σου…

Μικρές προτάσεις, αιχμηρές που βρίσκουν κατευθείαν στην καρδιά. Δουλεμένα κείμενα. Δημιουργείς εικόνες, συναισθήματα και μας πας μικρά ταξίδια με αυτά τα 20 σου διηγήματα …

Δε θα πω άλλα. Οι φίλοι σου τα πουν όλα. Ο Γιάννης Ξυλούρης και ο Ηλίας Λυγερός είναι απόψε εδώ για να μιλήσουν για το νέο βιβλίο του Κωστή Μουδάτσου «Τα πουλιά της ψυχής μου» από τις εκδόσεις Ταξιδευτής.

Πρόκειται για το 4ο βιβλίο. Τα τρία προηγούμενα ήταν «Οι αλήτες στα Βαλκάνια», «Ο άσωτος που δεν επέστρεψε ποτέ» και «Διογένης ο Μοσκοκούζουλος».


Το εξώφυλλο ζωγράφισε η ζωγράφος Κατερίνα Δραμιτινού





Κωστής Μουδάτσος: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...