Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Η φυλετική μας απροσδιοριστία

Σπύρος Μανουσέλης 


Η αποδόμηση του ανθρώπινου φύλου ως συνταγή κατά της ομοφοβίας


Συνήθως διακρίνουμε τα ανθρώπινα όντα σε αρσενικά και θηλυκά, διάκριση που στηρίζεται σε πασιφανείς βιολογικές, ανατομικές, φυσιολογικές διαφορές. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν ανέκαθεν άτομα που είτε δεν «χωρούσαν» είτε δεν «βολεύονταν» στην παραδοσιακή κατηγοριοποίηση σε ένα από τα δύο φύλα. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα οι ανθρώπινες κοινωνίες επιχείρησαν να εξηγήσουν τις «αποκλίσεις» από τα κυρίαρχα σεξουαλικά πρότυπα ως παθήσεις ή ανωμαλίες, δηλαδή ως μη φυσιολογικές και διεστραμμένες προσωπικές «επιλογές». Είναι όμως έτσι;

Η επίμονη και διαχρονική παρουσία της ομοφυλοφιλίας στο ανθρώπινο είδος –και σε πολλά άλλα είδη ζώων– όχι μόνο καθιστά εξαιρετικά προβληματικές τις καθιερωμένες φυλετικές διακρίσεις μας, αλλά δημιουργεί και ανυπέρβλητα προβλήματα κοινωνικής ένταξης και αποδοχής των δήθεν μη φυσιολογικών ατόμων.

Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα κατά της Ομοφοβίας στα μέσα της ερχόμενης εβδομάδας, θα είχε κάποιο ενδιαφέρον να εξετάσουμε, χωρίς ομοφοβικές προκαταλήψεις, το πώς η σύγχρονη επιστημονική αλλά και η κοινωνιολογική σκέψη επιχειρούν να περιγράψουν το περίπλοκο βιοκοινωνικό φαινόμενο της ομοφυλοφιλίας.

Με αφορμή τις κινητοποιήσεις στον τόπο μας και αλλού για τη «Διεθνή Ημέρα κατά της Ομοφοβίας», την Τετάρτη 17 Μαΐου, θελήσαμε να εξετάσουμε κάποιες κυρίαρχες ερμηνείες για το ακανθώδες βιοπολιτικό πρόβλημα της ομοφοβίας. Το σημερινό άρθρο παρουσιάζει τις πιο πρόσφατες επιστημονικές απαντήσεις στο ερώτημα γιατί στο ζωικό βασίλειο όσο και στις ανθρώπινες κοινωνίες παρατηρείται ένα ευρύτατο φάσμα ερωτικών παραλλαγών ανάμεσα στα δύο βασικά βιολογικά φύλα, ενώ στο επόμενο άρθρο θα εξετάσουμε τις κοινωνιολογικές-πολιτισμικές εξηγήσεις που κυριολεκτικά εξαϋλώνουν και αποβιολογικοποιούν κάθε ανθρώπινη φυλετική συμπεριφορά.

♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦ ♦

Γιατί στις αυτοαποκαλούμενες «φιλελεύθερες», «ανεκτικές» και «ορθολογικές» δυτικές κοινωνίες αποδεικνύεται τόσο δύσκολο κάποιος ή κάποια να προσεγγίσει ελεύθερα και ακόμη λιγότερο να σκεφθεί ή να μιλήσει αντικειμενικά για την ιδιαιτερότητα της ομοφυλοφιλίας; Πόσω δε μάλλον να την αποδεχτεί όταν την αναγνωρίζει στον ίδιο του τον εαυτό ή σε ένα αγαπημένο του πρόσωπο;

Η απάντηση είναι γνωστή: Οι κοινωνικές, ηθικές, θρησκευτικές αλλά και οι επιστημονικές προκαταλήψεις αιώνων έχουν καταστήσει την ομοφυλοφιλία όχι μόνο μια «αφύσικη» σεξουαλική επιλογή, αλλά και ένα εντελώς αδιαφανές γνωστικό αντικείμενο.


Για να περιοριστούμε στον προηγούμενο αιώνα, από το 1948 μέχρι το 1990, η ομοφυλοφιλία ήταν καταχωρισμένη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) ανάμεσα στα «ψυχικά νοσήματα». Ομως, λαμβάνοντας υπόψη τις επιστημονικές εξελίξεις και κυρίως τις κοινωνικές πιέσεις, η γενική συνέλευση του ΠΟΥ –με σχετικό ψήφισμά της στις 17 Μαΐου 1990– αποφάσισε ότι «η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί ψυχική νόσο, διαταραχή ή ανωμαλία».

Εκτοτε, η 17η Μαΐου καθιερώθηκε ως «Διεθνής Ημέρα κατά της Ομοφοβίας». Και με την ονομασία «IDAHO» (International Day Against Homophobia) διοργανώνονται κάθε Μάιο μαζικές κινητοποιήσεις με στόχο τον συντονισμό των διεθνών αγώνων για τη διασφάλιση του δικαιώματος των ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών στη διαφορετικότητα. Δεδομένου ότι το αίτημα για ίση μεταχείριση από τον Νόμο και τη Δικαιοσύνη των ομόφυλων ζευγαριών με τα ετερόφυλα ζευγάρια εξακολουθεί να παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανικανοποίητο.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μάλιστα, στη συντριπτική πλειοψηφία του αναγνώρισε την επικαιρότητα των ομοφυλοφιλικών διεκδικήσεων και με σχετικό ψήφισμά του –στις 19 Ιανουαρίου 2006– κάλεσε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να αναλάβουν νομοθετικές δράσεις για την έμπρακτη εξάλειψη των κοινωνικών, επαγγελματικών και πιο πρόσφατα των οικογενειακών διακρίσεων εις βάρος των ατόμων με ομοερωτικό προσανατολισμό. Ποιες νέες επιστημονικές και πολιτισμικές εξελίξεις επέβαλαν αυτή την εμφανή πολιτική–κοινωνική μεταστροφή;

Ο όρος «ομοφυλόφιλος» εισάγεται το 1869 από τον Ουγγρογερμανό συγγραφέα Κάρολι Κερτμπένι (K. Kertbeny) σε μια καταγγελτική επιστολή που δημοσίευσε ενάντια στην εισαγωγή ενός νόμου που προέβλεπε την αυστηρή τιμωρία όσων ανδρών συλλαμβάνονταν να έχουν ερωτικές σχέσεις με άτομα του ίδιου φύλου. Ακόμη όμως κι αυτός ο λεκτικός καλλωπισμός δεν συνέβαλε καθόλου στην αναθεώρηση της εχθρικής στάσης που εκδήλωναν οι περισσότεροι άνθρωποι και, δυστυχώς, και η επιστημονική κοινότητα απέναντι στους ομοφυλόφιλους.

Πράγματι, μέχρι τη δεκαετία του 1970, οι ομοφοβικές προκαταλήψεις εκλαμβάνονταν ως αυταπόδεικτες επιστημονικές αλήθειες που, όντας αναμφισβήτητες, επηρέαζαν ακόμη και ιδιαίτερα ευαίσθητους τομείς, όπως η ψυχιατρική, η ψυχολογία και η ψυχανάλυση, οι οποίες περιέγραφαν την ομοφυλοφιλία ως παθολογική συμπεριφορά που εντάσσεται στις «σεξουαλικές αποκλίσεις». Διόλου περίεργο που οι περισσότεροι ειδικοί τηρούσαν μέχρι σχετικά πρόσφατα μια ένοχη σιωπή και μόνον οι γκέι υποστήριζαν ότι η σεξουαλική ζωή τους δεν ήταν καθόλου «παθολογική» ή «διεστραμμένη».

Η επιστημονική απενοχοποίηση



Αποφασιστική καμπή για την αλλαγή στάσης της ιατρικής επιστήμης θεωρείται το 1973: όταν η Εθνική Επιτροπή της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας πείστηκε επιτέλους ότι είχε έρθει η ώρα να απαλλάξει την ομοφυλοφιλία από τις έως τότε ενοχικές, παθολογικές και, εν πολλοίς, κοινωνικά σκοταδιστικές συνδηλώσεις της.

Εκτοτε, σε κανένα έγκυρο ιατρικό εγχειρίδιο δεν περιγράφεται η ομοφυλοφιλία ως «παθολογική» ή ως «αποκλίνουσα» κοινωνική συμπεριφορά.

Μια επιστημονική εξέλιξη που προέκυψε όχι τόσο χάρη στα νέα ερευνητικά δεδομένα όσο κυρίως στις οργανωμένες και ιδιαίτερα δυναμικές αντιδράσεις των ομοφυλόφιλων. Παρ’ όλα αυτά, η πρώτη αντίδραση της ιατρικής κοινότητας σε αυτές τις εξελίξεις ήταν να εφαρμόσει κάποιες «επιδιορθωτικές» πρακτικές που απέβλεπαν στην οριστική «θεραπεία», δηλαδή την εξάλειψη του ομοφυλοφιλικού «προβλήματος»!

Τα αίτια, όμως, της ρατσιστικής απαξίωσης της ομοφυλοφιλίας δεν είναι μόνο θρησκευτικά, πολιτισμικά ή κοινωνικοπολιτικά, αλλά και «επιστημονικά». Αραγε, η ετεροφυλοφιλική ή η ενδεχόμενη ομοφυλοφιλική συμπεριφορά μας είναι γενετικά προκαθορισμένη ή, αντίθετα, επηρεάζεται και τελικά διαμορφώνεται από το περιβάλλον; Σε αυτό το τόσο αποφασιστικό ερώτημα για τη ζωή και τη σκέψη όλων μας δεν διαθέτουμε οριστικές επιστημονικές απαντήσεις.

Ωστόσο, όπως θα δούμε, η επιστημονική διερεύνηση έχει ήδη συσσωρεύσει αρκετά σαφείς ενδείξεις για το ότι η σεξουαλική ταυτότητα και η συμπεριφορά των ανθρώπων αλλά και όλων σχεδόν των κοινωνικών ζώων (βλ. πλαίσιο) δεν καθορίζεται αποκλειστικά ούτε από τα γονίδια ούτε από το περιβάλλον, αλλά είναι ένα αμάλγαμα που συνδιαμορφώνεται τόσο από ενδογενείς-γενετικούς όσο και από εξωγενείς-περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Ο,τι συνήθως αποκαλούμε «φύλο» ενός ατόμου, δηλαδή η περισσότερο ή λιγότερο ανδρική και θηλυκή του «ταυτότητα», καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, τόσο ενδογενείς όσο και εξωγενείς και, συνεπώς, θα ήταν ακριβέστερο να μιλάμε για πολλά διαφορετικά «φύλα» ή, μάλλον, για ένα ευρύτατο φάσμα φυλετικών διακυμάνσεων μέσα σε έναν ανθρώπινο πληθυσμό.

Ομοφυλόφιλοι εκ γενετής!



Αν, σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε από τις σχετικές γενετικές και εμβρυολογικές έρευνες, η διαφοροποίηση ενός εμβρύου σε θηλυκό ή σε αρσενικό φύλο εξαρτάται κυρίως από την ενεργοποίηση ή όχι, μετά την πέμπτη εβδομάδα της κύησης, ορισμένων γονιδίων που εντοπίστηκαν στα φυλετικά χρωμοσώματα των γυναικών (ΧΧ) και κυρίως των ανδρών (ΧΥ), τότε είναι βέβαιο ότι η ελλιπής ή η υπερβολική έκφραση των συγκεκριμένων γονιδίων θα οδηγήσει σε μη κανονική φυλετική διαφοροποίηση του σώματος και του εγκεφάλου του εμβρύου και το παιδί που θα γεννηθεί, ενώ θα φαίνεται πως είναι ένα φυσιολογικότατο αγοράκι ή κοριτσάκι, θα έχει κάποιες όχι ακόμη ορατές «ανωμαλίες».

Πράγματι, πάρα πολλές έρευνες φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι η προγενετική ενδομήτρια έκθεση σε χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα των ανδρών να γίνουν αργότερα θηλυπρεπείς ή ομοφυλόφιλοι. Με άλλα λόγια, θεωρείται πλέον βέβαιο ότι η έκθεση του εμβρύου σε ένα ανεπαρκές ορμονικό περιβάλλον προκαλεί κάποιες ιδιαιτερότητες στη σωματική διαφοροποίηση των σεξουαλικών οργάνων και στην οργάνωση των αντίστοιχων εγκεφαλικών του δομών.

Οι συγκεκριμένες εμβρυακές ιδιαιτερότητες είναι πολύ πιθανόν να ευθύνονται για τον ιδιαίτερο σεξουαλικό προσανατολισμό που εκδηλώνεται πολύ αργότερα –κατά την εφηβεία ή αργότερα– με «ανάρμοστες» ως προς την τυπική βιολογική ταυτότητα του ατόμου ομοερωτικές συμπεριφορές.

Συνεπώς, η ομοφυλοφιλία ως «αποκλίνουσα» ομοερωτική συμπεριφορά δεν είναι σχεδόν ποτέ προϊόν ελεύθερης ή συνειδητής επιλογής και ακόμη λιγότερο «διεστραμμένη» ερωτική συμπεριφορά ή αμαρτία! Οι άνθρωποι γεννιούνται ομοφυλόφιλοι, δεν γίνονται˙ και γι’ αυτό δεν έχουν καμία ευθύνη οι ίδιοι ή οι γονείς τους. «Η ομοφυλοφιλία δεν οφείλεται ούτε σε διαστροφή ούτε σε κακούς γονείς.

Πρόκειται για μια βιολογική παραλλαγή ενός σύνθετου συμπεριφορικού χαρακτηριστικού, ο έλεγχος του οποίου είναι πολυπαραγοντικός», όπως υποστηρίζει με πλήθος επιχειρημάτων ο διάσημος καθηγητής Ζακ Μπαλταζάρ (Jacques Balthazart) στο σπουδαίο βιβλίο του «Η βιολογία της ομοφυλοφιλίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΕΚ.

Κάπως εξηγείται, σήμερα, η γενετική προδιάθεση για «θηλυπρεπή» συμπεριφορά κάποιων αγοριών ή η «ανδροπρεπής» συμπεριφορά κάποιων κοριτσιών, καθώς και η ακαταμάχητη ερωτική έλξη που νιώθουν οι περισσότεροι από αυτούς/αυτές για τα άτομα του ίδιου φύλου.

Πολλά εύλογα και δυσαπάντητα ερωτήματα προκύπτουν από τέτοιες αμιγώς βιολογικές (γονιδιακές ή ενδοκρινολογικές) εξηγήσεις: η ομοφυλοφιλία τελικά εξαρτάται μόνον από κάποια γονίδια, από κάποιες εγκεφαλικές δομές ή και από τα δύο; Και, όπως θα δούμε στο επόμενο άρθρο, τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλύτερα με τις αμιγώς κοινωνιολογικές-πολιτισμικές εξηγήσεις, οι οποίες κυριολεκτικά εξαϋλώνουν και αποβιολογικοποιούν κάθε ανθρώπινη φυλετική συμπεριφορά για να τη μετατρέψουν σε μια ευμετάβλητη βουλητικά, και άρα κοινωνικά εύπλαστη... «κατασκευή».

Οι μονοδιάστατες και αναγωγιστικές «εξηγήσεις» –αδιάφορο αν αυτές είναι αποκλειστικά γενετικές ή κοινωνικές– αμφισβητούν και υποβαθμίζουν συστηματικά αυτό που όλοι υποψιαζόμαστε, αλλά σχεδόν ποτέ δεν παραδεχόμαστε δημόσια: η ανθρώπινη ομοφυλοφιλία όχι μόνο δεν είναι μια γενετική «ανωμαλία» ή μια «παθολογική» κοινωνική συμπεριφορά, αλλά, αντιθέτως, η φυσικότατη εκδήλωση της βιοποικιλότητας και της ποικιλομορφίας μας, από τις οποίες εξαρτάται η βιολογική επιβίωση όσο και η εντυπωσιακή κοινωνική-πολιτισμική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.

Η διάδοση της ομοφυλοφιλίας στο ζωικό βασίλειο



Οι πρώτες καταγεγραμμένες επιστημονικές μελέτες της ομοφυλοφιλίας όχι στους ανθρώπους αλλά στα ζώα ξεκίνησαν πιθανά κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, με τις παρατηρήσεις του Γάλλου εντομολόγου Ενρί Γκαντό ντε Κερβίλ (Henri Gadeau de Kerville), ο οποίος δημοσίευσε ένα διάσημο, εκείνη την εποχή, σχέδιο των ερωτικών περιπτύξεων δύο αρσενικών σκαραβαίων.

Κατόπιν, κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, διάφοροι ερευνητές περιέγραψαν λεπτομερώς την ομοφυλοφιλική ερωτική δραστηριότητα πολλών πιθήκων (μπαμπουίνων, μακάκων κ.ά.) αλλά και των πιγκουίνων που ζούσαν έγκλειστοι σε ζωολογικούς κήπους.

Εκείνη την ομοφοβική εποχή, οι επιστήμονες ήταν πεισμένοι ότι αυτές οι ομοφυλοφιλικές «παρεκκλίσεις», τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπους, ήταν εντελώς «αφύσικες» και εμφανώς «ανώμαλες», και έτσι επιχείρησαν (ανεπιτυχώς!) να τις «θεραπεύσουν» χειρουργικά: υποβάλλοντας αυτά τα άτυχα ζώα σε ευνουχισμό ή σε λοβοτομή. Μια διεστραμμένη «θεραπευτική» πρακτική που αργότερα θα εφαρμόσουν μαζικά οι ναζί και στους ανθρώπους.

Πιο πρόσφατα, επιτόπιες ζωολογικές μελέτες έδειξαν ότι ζωικά είδη, σε πολύ μεγάλο αριθμό (πάνω από 1.540 καταγεγραμμένες περιπτώσεις!), μπορούν στο φυσικό τους περιβάλλον να επιδεικνύουν εναλλάξ ετεροφυλοφιλική και ομοφυλοφιλική συμπεριφορά. Η σεξουαλική συμπεριφορά αυτών των ζώων, όπως υποστηρίζει ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ηθολόγων, θα ήταν ορθότερο να θεωρείται αμφισεξουαλική. Μήπως, τελικά, τα ζώα δεν έχουν σεξουαλική ταυτότητα, αλλά απλώς κάνουν σεξ;

Για να απαντήσουν σ’ αυτό το ενοχλητικό ερώτημα, οι ερευνητές έπρεπε να μελετήσουν, κατά περίπτωση, το «πότε» και κυρίως το «γιατί» ένα ζώο εκδηλώνει αυτήν την, κάθε άλλο παρά αφύσικη, ομοφυλοφιλική ερωτική συμπεριφορά.

Από αυτές τις έρευνες προέκυψε μία μάλλον ανοίκεια και αντιδιαισθητική εικόνα για τη ζωική σεξουαλικότητα: ένα ζώο μπορεί κάλλιστα να υιοθετεί την ομοφυλοφιλική συμπεριφορά είτε για να καταπραΰνει τις κοινωνικές εντάσεις, είτε για να προστατεύσει τα μικρά του, είτε, απλώς, για να διατηρήσει σε φόρμα τις σεξουαλικές του ικανότητες, είτε για να κρατήσει ζωντανή την ερωτική επιθυμία σε συνθήκες έλλειψης των κατάλληλων ετερόφυλων ερωτικών συντρόφων! Το αποφασιστικό ερώτημα που προκύπτει από αυτές τις έρευνες είναι: γιατί η βιολογική εξέλιξη επέλεξε να συντηρεί και, ενδεχομένως, να ευνοεί την ύπαρξη ομοφυλόφιλων οργανισμών οι οποίοι, εξ ορισμού, δεν είναι σε θέση να αναπαράγονται;

Πάντως, για την ώρα, δεν υπάρχει οριστική απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Εχει, ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πρωτότυπη θεωρία για την προέλευση της ομοφυλοφιλίας που διατύπωσε ο Εντουαρντ Ουίλσον (E. O. Wilson), ο πατέρας της Κοινωνιοβιολογίας, στο ενδιαφέρον βιβλίο του «Για την ανθρώπινη φύση» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λέξημα).

Στο κεφάλαιο για το φύλο, αυτός ο μεγάλος και υποτίθεται «αντιδραστικός» ζωολόγος υποστηρίζει απροσδόκητα, και χωρίς μισόλογα, ότι η ομοφυλοφιλία είναι όχι μόνο ένα απολύτως φυσικό βιολογικό φαινόμενο (άλλωστε είναι τόσο διαδεδομένο στο ζωικό βασίλειο), αλλά και ιδιαίτερα επωφελές για την επιβίωση και την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους!

Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, η ομοφυλοφιλία υπάρχει και συντηρείται από την εξέλιξη μέσω της «επιλογής συγγενών», ενός συμπληρωματικού εξελικτικού μηχανισμού που πρώτος τον είχε προτείνει ο Δαρβίνος, ο πατέρας της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας. Πιο συγκεκριμένα, η προδιάθεση για ομοφυλοφιλική συμπεριφορά διαδόθηκε ιδιαίτερα στις πρωτόγονες ανθρώπινες κοινωνίες των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών χάρη στα εμφανή πλεονεκτήματα (μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης, υψηλότεροι δείκτες αναπαραγωγής) που προσέφερε η παρουσία των ομοφυλόφιλων στις σχετικά μικρές συγγενικές ομάδες των πρώτων ανθρώπων.

Οπως γράφει ο ίδιος: «Είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες η ομοφυλοφιλία να είναι φυσιολογική από βιολογική άποψη, ότι είναι μια χαρακτηριστική ωφέλιμη συμπεριφορά η οποία εξελίχθηκε ως σημαντικό στοιχείο της αρχικής κοινωνικής οργάνωσης του ανθρώπου. Οι ομοφυλόφιλοι ενδέχεται να είναι οι γενετικοί φορείς μερικών σπάνιων για το ανθρώπινο είδος αλτρουιστικών παρορμήσεων»!

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου