Στις αρχές των 90’ς είχα συναντήσει στην Κρήτη μια γιαγιά, φορτωμένη με ένα δεμάτι ξερόχορτα, σαν κινούμενο γλυπτό του χρόνου, η οποία ζήτησε τη βοήθειά μου για να αρνηθεί σε κάποιο ζευγάρι τουριστών να την απαθανατίσουν. «Πες τους, παιδί μου, αν θέλουν ωραίες φωτογραφίες να πάνε να φωτογραφίσουν την Ακρόπολη. Εγώ δεν θέλω να δείχνουν τη φάτσα μου στους φίλους τους και να χασκογελάνε».
Ο τουρισμός μόλις είχε περάσει από την παιδική στην εφηβική του ηλικία, διατηρούσε ωστόσο ακόμα ψήγματα αθωότητας. Οι νησιώτες ξενυχτούσαν στα λιμάνια με κρεμασμένη την ταμπελίτσα rooms to let. Σε αντίθεση με σήμερα που καθηλωμένοι στις οθόνες ανεβάζουν τα σπίτια τους στην πλατφόρμα arbnb. Δεν τραγουδάει πλέον ο Καλογιάννης για τα καμάκια, αλλά οι δημοτικοί άρχοντες Do you like μαμαζέλ Koulouri.
Ο σερβιτόρος της Ρόδου είναι μόνο το δένδρο. Το δάσος περικλείεται στη φράση του Ντοστογιέφσκι «αν δεν υπάρχει Θεός, όλα επιτρέπονται» εννοώντας ως Θεό την ηθική συνείδηση που θέτει τα όρια μεταξύ Καλού και Κακού. Με πολιτικούς όρους θα αντιστοιχούσε στη νομιμότητα. Σταδιακά αυτό το «δάσος» άρχισε να κατοικείται από αυθαίρετα κτίσματα που ξεφυτρώνουν σαν μανιταρια, από νονούς και μπράβους της νύχτας, από εφοπλιστές που χτίζουν βίλες στο Πάπιγκο σε προστατευμένες οικολογικά περιοχές, από επιχειρηματίες που υψώνουν παράνομα ξενοδοχεία στις αμμουδιές, νεόπλουτους που βουτάνε τη ματαιοδοξία τους στις πισίνες σε άνυδρα νησιά, εργοδότες που μεταχειρίζονται τους εργαζόμενους σαν αρκούδες σε τσίρκο, ομπρέλες και ξαπλώστρες σε αρχαιολογικούς χώρους.
Σιγά μωρέ.. Τσιμέντο να γίνει. Σιγά μωρέ… για ένα εθνικό δρυμό, να χάσουμε τον μέγα χορηγό;. Σιγά τα δικαιώματα .. Αν δεν δουλέψουν 12ωρο τώρα που είναι νέοι πότε θα το κάνουν; Όταν δεν θα τους βαστάνε τα πόδια τους; Πεταμένα λεφτά η ασφάλιση. Έχουν γερό οργανισμό.. τίποτα δεν παθαίνουν. Και τι έγινε που δεν υπάρχουν γιατροί στα νησιά; Τα πεντάστερα διαθέτουν αστρολόγο που ενημερώνει τους ενοίκους για την κατάσταση της υγείας τους.
Εμείς ως λαός έχουμε εμπορικό δαιμόνιο. Αμα δούμε ότι ζορίζουν τα πράγματα στον ανταγωνισμό της ελεύθερης αγοράς, θα το γυρίσουμε στον σεξοτουρισμό. Καλύτερη δηλαδή είναι η Ταϊλάνδη; Και στο κάτω κάτω θα δώσουμε δουλειά σε τόσες κοπέλες. Θα βγάζουν πολύ περισσότερα από τα κορίτσια που τα υποχρεώνουμε να σερβίρουν με μαγιό στα μπιτσόμπαρα για να δείχνουν και λίγο μπουτάκι. Και τους καθηγητές που κοιμούνται στα παγκάκια όταν αρχίζει η σεζόν, εμείς θα τους κάνουμε αξιοθέατο.
Αλλάζουν οι καιροί. Σιγά μη μείνουμε στο «στάσου μύγδαλα». Παλιά παλεύαμε για τον βιοπορισμό, τώρα για τον εύκολο πλουτισμό. Αρπαχτές, σαν τους τραγουδιστές που περιοδεύουν στην επαρχία.
Κάποιοι κινδυνολογούν και μας λένε πως η γη περνάει σε ξένα χέρια; Ε και; Σάμπως θα ζήσουμε αιώνια; Οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα ανακαλύψουν τα έργα μας.
Κάτω από το τσιμέντα, οι παραλίες. All inclusive ....
Υστερόγραφο: Για να μην παρεξηγηθώ δεν είμαι κατά του τουρισμού στον οποίο άλλωστε δούλεψα για εφτα καλοκαίρια. Είμαι κατά της έκπτωσης, κατά του ραγιαδισμού και υπερ της νομιμότητας. Γι’ αυτό και με εκφράζει απόλυτα αυτό το κειμενάκι από τον Σπύρο Δρόσο.
«Έπεσαν λέει οι αφίξεις των τουριστών και η χρονιά δεν θα βγει όπως φαντάζονταν όλοι.
Εγώ θα έλεγα να το πάρουμε το έργο από την αρχή.
Δεν θα βγει γενικώς.
Τίποτα δεν βγαίνει που έχει αυτή την πίεση και τον εξαναγκασμό.
Έζησα τον τουρισμό με ανθρώπινο πρόσημο. (Όχι το 1950 μα το '80!) Που δεν ζούσαμε για να εξυπηρετούμε τους τουρίστες. Απλά κάναμε τη δουλειά μας. Δεν ανοίγαμε τις Κυριακές ούτε μέναμε ανοιχτά μέχρι τα ξημερώματα. Δεν υπήρχαν μπιτσόμπαρα με ξαπλώστρες να καταλαμβάνουν τις παραλίες, ούτε παντού εστιατόρια και μπαρ. Δεν σνομπάραμε τον Έλληνα τουρίστα και οι περισσότεροι κάναμε αξιοπρεπώς μια δουλειά σε τουριστικό μέρος. Τελεία.
Δεν χρειαζόταν να κάνουμε τους καραγκιόζηδες ούτε να στήνουμε μαγαζιά για κάθε εθνικότητα. Και τότε η Μύκονος ήταν πιο ακριβή, μα κρατούσε κάτι αυθεντικό. Στην Κέρκυρα που έζησα εγώ, οι παραλίες ήταν ελεύθερες, δεν είχαν αποκλείσει τεράστιες ξενοδοχ. μονάδες την πρόσβαση στην παραλία. Ακόμη και τα ακριβά ξενοδοχεία είχαν συνάρτηση τιμής και ποιότητας. Τα clubs ήταν όντως μυθικά. Όπως η Bora Bora πχ.
Γιατί απλά τα έφτιαχναν άνθρωποι με κέφι και γούστο για να περνάν και οι ίδιοι καλά.
Δεν φτιάχνονταν για Άραβες νεόπλουτους με στόχο μόνο το υπερκέρδος. Δεν ήταν όλα ξεπουλημένα και δήθεν.
Δεν υπήρχε ανάγκη να είσαι brand.
Η δουλειά σου σε έκανε και η ποιότητα. Και ο τόπος.
Ο "Τρύπας" ήταν ένα μπακάλικο ταβέρνα που έτρωγες καταπληκτικά από χαβιάρι μπελούγκα, μέχρι και κόκορα παστιτσάδα με χοντρό μακαρόνι, κάτω από σκονισμένα ράφια με μπουκάλια και παλιές κονσέρβες και δίπλα σου μπορεί να έτρωγε ο Ανιέλι, σε ένα μαγαζί μια σταλιά που έρχονταν από την άλλη ακρη του κόσμου για να φάνε.
Στου "Φίλιππα" την οικογ. Ταβέρνα διασκέδαζε η Χριστίνα Ωναση .τρώγοντας χωριάτικη, κανονική και όχι αποδομημένη. Αυτή ήταν η μαγεία αυτής της χώρας. Η αυθεντικότητα και η απλότητα της. Δεν θυμάμαι ποτέ Δεκαπενταύγουστο να είμαστε ανοιχτά κι ας ήταν μέσα στη σεζόν. Δεν ήταν υποχρεωτικό να αποπνέουν όλα καινουργίλα πολυτέλεια και τρεντιά!
Στον "Ζήσιμο" στην πλατεία έτρωγες τη γνωστή ποικιλία και τα παγωτά που παρέμεναν τα ίδια για χρόνια, σταθερά σε ποιότητα και τιμές. Δεν χρειαζόσουν σεβίτσε και σούσι! Υπήρχαν παραλίες παρθένες, άχτιστες, ήσυχες.
Δεν έκαναν όλοι τα σπίτια τους airbnb. Τα ζούσαν οι ίδιοι.
Σε αυτή τη χώρα που από μόνη της είναι brand, νομίζω πως πρέπει να ξαναγυρίσουμε στα βασικά, χωρίς φιοριτούρες και φύκια για μεταξωτές κορδέλλες. Αλλιώς την κάτσαμε τη βάρκα. Και τώρα πια θα είναι ολοκληρωτικό το βούλιαγμα. Ποιότητα και μέτρο απέναντι στην ασυδοσία του "δήθεν" και το ξεπούλημα στη μαζικότητα.
Οι άνθρωποι κάνουν τους τόπους και οι άνθρωποι τους ξεκάνουν.».
Οι άνθρωποι κάνουν τους τόπους και οι άνθρωποι τους ξεκάνουν.».
Χρύσα Κακατσάκη εκπαιδευτικός

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου