Σε κάθε παρέλαση θα γίνουν τα ίδια ξενοφοβικά και ρατσιστικά σχόλια. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου η ίδια βαρετή επωδός, η ίδια λιωμένη καραμέλα στο στόμα. Γιατί ο μαύρος, γιατί ο Αλβανός, γιατί ο μετανάστης, γιατί ο πρόσφυγας μαγάρισαν τη σημαία μας; Και θα πολεμήσουν αυτοί όταν μπουν οι Τούρκοι; Κι είναι αυτοί απόγονοι του Νικηταρά και της Μπουμπουλίνας; Και κινδυνεύει η πατρίδα μας, κινδυνεύουν τα ιερά και τα όσια.
Οπότε θυμήθηκα κι είπα να ρετουσάρω και να ανεβάσω ξανά ένα αρκετά παλιότερο κείμενο που αναφέρεται στα χρόνια που ήμουν κι εγώ μετανάστης. Κι αν όλες οι ταυτότητες που κουβαλάμε ξεθωριάζουν και μεταλλάσσονται με τον καιρό, αυτή του μετανάστη θα βρίσκεται πάντα στον πυρήνα της ύπαρξής μου. Άλλωστε για εμένα ισχύει ότι «και στην Αθήνα μέσα ζω στην ξενιτιά».
Όχι τίποτα άλλο δηλαδή για να μη νομίζουν κάποιοι ότι ο ρατσισμός είναι δικό μας μονοπώλιο, μιας κι εμείς έχουμε τις ένδοξες ιστορίες, τους σπουδαίους προγόνους και τους μεγαλέξανδρους, ενώ οι ξένοι τρώγανε μόνο βελανίδια.
Λοιπόν, πριν 10 ακριβώς χρόνια βρέθηκα στην Φλόριντα, στο Ορλάντο, για να κάνω το μεταπτυχιακό μου. Αν κι είναι μια μεγάλη σχετικά πόλη που τότε αριθμούσε πάνω από 2 εκατομμύρια κατοίκους, το πολύ πολύ να είχε άλλους 2-3 Έλληνες ακόμα. Αλλά δεν ήταν μόνο οι Έλληνες, γενικά οι μόνιμοι κάτοικοι από την Ευρώπη ήταν ελάχιστοι. Λετονό έβλεπες κι ήθελες να το πάρεις αγκαλιά και να αναφωνήσεις «γεια σου, πατριωτάκι!». Μην το κοροϊδεύετε μου συνέβη όντως κάτι αντίστοιχο με μια Μολδαβή κάποτε στην λίμνη Εόλα.
Για να γίνει ακόμα πιο περίπλοκη η φάση μου σκεφτείτε πως ήμουν ο πρώτος international student του προγράμματος σε μια προσπάθεια ενός αρκετά προοδευτικού καθηγητή να διεθνοποιήσει τον κλάδο μας. Οπότε εξ’ αρχής για όλο το τμήμα τότε ήμουν ένα πολύ τροπικό κι άγνωστο φρούτο, ένας ύποπτος εισβολέας.
Δε θέλω να σας σοκάρω, αλλά όταν έλεγα ότι ήμουν Έλληνας, όχι μόνο δεν έμεναν με το στόμα ανοιχτό, όχι μόνο δε μου έλεγαν για τους προσωκρατικούς, το θέατρο και την Δημοκρατία –κάτι τέτοια με ρωτούσαν οι ντόπιοι όταν γύριζα, τρομάρα τους- αλλά τις πιο πολλές φορές δεν ήξεραν καν που πέφτει η Ελλάδα κι όσοι ήξεραν με ρωτούσαν αν έχουμε κάνει εμβόλια και ποια εμβόλια έχουμε κάνει, ώστε να ξέρουν αν μπορούν να έρχονται σε επαφή μαζί μου. Οι πιο ψαγμένοι με ρωτούσαν πώς είναι να ζεις σε μια χρεοκοπημένη χώρα, αν έχουμε ακόμα δημοκρατία ή αν έχει γίνει πραξικόπημα κι οι πιο ευγενικοί να έλεγαν πως μας λυπούνται που είμαστε σε αυτό το χάλι κι ότι τουλάχιστον έχουμε καλή κουζίνα κι ωραία νησιά.
Δε θα ξεχάσω που από την πρώτη ημέρα ένα μέρος της τάξης μου, ναι οπαδοί του Θεού σας του Τραμπ, είχε αποφασίσει τη συστηματική περιθωριοποίησή μου, δεν κάθονταν δίπλα μου, δεν ήθελαν να ανταλλάξουμε κινητά και σημειώσεις, δεν τους ένοιαζε ποτέ πώς θα γύριζα σπίτι χωρίς αμάξι ενώ έξω μπορεί να έριχνε τροπικές βροχές. Μάλιστα κάποτε έγινε κι επίθεση σε μια συμφοιτήτριά μου -κι αυτή μετανάστρια, δεύτερης γενιάς όμως- που με πήρε με το αμάξι να με γυρίσει σπίτι, γιατί είχαν ακούσει ότι οι Έλληνες βρομάμε και δεν ήθελαν να λερώσουν το αμάξι τους με την ανεξίτηλη μυρωδιά μας.
Φυσικά είχε τύχει 2-3 φορές συμφοιτητές μου να με πιάσουν μόνο σε μια γωνιά και να με ρωτήσουν τι δουλειά είχα εκεί κι αν ήρθα για να τους πάρω τις δουλειές και μου υπενθύμιζαν κουνώντας μου το δάκτυλο ότι δεν αντέχει άλλους ξένους η χώρα. Ενώ υπήρξε και μια περίπτωση που με κατηγόρησαν ότι εγώ έρχομαι στα πανεπιστήμιά τους και σπουδάζω με τους φόρους τους κι ότι τους τρώω τη θέση, ότι αυτοί δουλεύουν για να σπουδάζω εγώ.
Ο σπιτονοικοκύρης μου συχνά έκανε ντου μέσα στο σπίτι μου χωρίς άδεια, χωρίς συνεννόηση πρώτα, χωρίς να με έχει ειδοποιήσει, βρίσκοντας διάφορες γελοίες αφορμές με σκοπό να δει αν ο Έλληνας έχει το σπίτι του καθαρό και τακτοποιημένο. Μια φορά μάλιστα με κλείδωσε κι απ’ έξω γιατί είχα τολμήσει λέει να μην πλύνω τα πιάτα που έφαγα το μεσημέρι. Στο σπίτι μου. Περιττό να σας πω ότι χρειάστηκε να πληρώσω παραπάνω εγγύηση κι ακριβότερο ενοίκιο και τελικά καταλήξαμε σε δικηγόρους μέχρι που πούλησε το σπίτι σε έναν πιο κανονικό άνθρωπο.
Όταν κάποτε χρειάστηκα την βοήθεια υδραυλικού κι όταν αυτός κατάλαβε από την προφορά μου ότι δεν ήμουν Αμερικάνος, προσπάθησε να μου αυξήσει την συμφωνημένη τιμή κι όταν διαμαρτυρήθηκα μου μίλησε με τον πιο άγριο κι απαξιωτικό τρόπο που μου έχουν μιλήσει ποτέ.
Όταν δε προσπαθούσα να επικοινωνήσω με τις υπηρεσίες τους μου είχε τύχει όταν αντιλαμβάνονταν ότι δεν είμαι Αμερικάνος να μου μιλάνε ισπανικά κι όταν τους έλεγα ότι είμαι από Ελλάδα κι εκεί δε μιλάμε ισπανικά, επέμεναν ότι όποιος δεν έχει μητρική γλώσσα τα αγγλικά, πρέπει να έχει τα ισπανικά κι έπρεπε να συμμορφωθώ επιτέλους.
Το δύσκολο όνομά μου μάλιστα τους θύμιζε έναν άλλον Έλληνα που είχε μετακομίσει στην Πολιτεία τους μερικά χρόνια πριν, τον θανατοποινίτη Κώστα Φωτόπουλο που το 1989 μαζί με την ερωμένη του προσπάθησαν να σκοτώσουν τη σύζυγό του για να της φάνε την περιουσία, ενώ βρέθηκε και βίντεο στο σπίτι του να σκοτώνει τυχαίους άστεγους για να προπονηθεί στο αίμα. Είχαν φαίνεται κι αυτοί τα δίκια τους να φοβούνται, γνωστή η δράση της ελληνικής μαφίας και της ελληνικής εγκληματικότητας σε όλη την χώρα κοντά έναν αιώνα πια. Δεν είναι τυχαίο πως η Κου Κλουξ Κλαν έκανε «μελέτες» να αποδείξει ότι οι Έλληνες κι οι Ιταλοί, αν κι είχαν λευκό δέρμα, στην πράξη ήταν το ίδιο «κατώτεροι» όπως κι οι μαύροι.
Φυσικά μέσα στη σκατίλα τους, γνώρισα κι υπέροχους ανθρώπους, που μου άνοιξαν το σπίτι τους, που με βοήθησαν να γίνω καλύτερος άνθρωπος κι επιστήμονας, που με κάλεσαν στις μεγάλες τους γιορτές για να μην είμαι μόνος και που ακόμα και σήμερα κρατάμε επικοινωνία και συνεργασία. Ακόμα βρήκα πολιτικούς συντρόφους, γνώρισα κι αγάπησα από κοντά την κοινότητα των μαύρων, που τα σπάει κι είναι όντως πιο κοντά μας σε κουλτούρα από αυτό που πιστεύουμε, στάθηκα δίπλα στους ομοφυλόφιλους φίλους μου και τους συνέτρεξα όταν έγινε η μαζική δολοφονία στο gay club κοντά στο εργαστήριό μου και μέχρι σήμερα δεν ξεχνάμε την αλληλεγγύη εκείνων των δύσκολών ημερών.
Τι θέλω να πω;
Ζείτε με τον μύθο ότι οι ξένες χώρες παρακαλάνε για Έλληνες μετανάστες, ότι μας θαυμάζουν και μας εκτιμάνε συλλήβδην, ότι μας φέρονται ισότιμα ως δυτικούς, ότι νιώθουν τυχεροί όταν πάμε και τους ανοίγουμε τα μάτια με τον εκθαμβωτικό πολιτισμό μας, πως προκόψαμε έξω σε συνθήκες φιλικές, ευχάριστες, ειρηνικές.
Όχι, όμως. Όπως μισείτε εσείς τους ξένους, ακριβώς έτσι μας μισούνε οι όμοιοι σας έξω. Όσα φοβάστε στους άλλους, φοβούνται σε εμάς, όσα θέλετε να πάθουν, θέλουν αυτοί να πάθουμε εμείς όταν μεταναστεύουμε. Γιατί ναι μεν διαφέρετε στη σημαία που έτυχε να λατρεύετε, αλλά σας ενώνει ακριβώς η ίδια ρίζα της αμορφωσίας, του μίσους, της απανθρωπιάς. Βρίσκετε προσωπική αξία σε κάτι που έτυχε να είστε, που δεν κοπιάσατε για να το κατακτήσετε, και μισείτε κάτι που έτυχε να μην είστε. Υπάρχει κι αυτός ο «διεθνισμός», ο αντεστραμμένος. Όπως η αγάπη, έτσι και το μίσος, δε γνωρίζει σύνορα. Κι όλοι οι φασίστες τελικά την ίδια μούρη έχουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου