Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ

Τής Λίλα Μήτσουρα


Τέλος χρονιάς. Τέλος του 2013. Πώς λέμε τέλος σαιζόν όλα στη μισή τιμή? Ε κάπως έτσι. Πάμε για απολογισμό? Πάρε χαρτί και μολύβι και πάμε να γράψουμε τι είχαμε, τι κερδίσαμε, τι χάσαμε. Πήρες? Πάμε λοιπόν να γράψουμε. Τώρα αν έχω κάτι ξεχάσει το συμπληρώνεις έτσι?

Λοιπόν, είχαμε ιατρική περίθαλψη, περίπου δηλαδή, αλλά είχαμε περισσότερο από αυτό που έχουμε τώρα. Γκρινιάζαμε πριν γιατί θέλαμε περισσότερα. Πάρε τώρα να έχεις. Δεν το λέω σε εσένα, σε μένα το λέω, μη παρεξηγηθείς πάλι που μιλώ σε δεύτερο ενικό.

Επίσης έχουμε άπειρα ράντζα στους διαδρόμους των νοσοκομείων, αυτό λιγάκι με μπερδεύει. Πού να το καταμετρήσω άραγε, στα συν ή στα πλην?

Κοίτα, βαριέμαι αυτήν την καταγραφή, θα τη σταματήσω. Θα στα πω στα γρήγορα ότι είχαμε μια καλύτερη κατάσταση στην υγεία, στην παιδεία, στην εργασία κ.λπ. κ.λ.π. εντάξει?

Είναι που η καταμέτρηση αυτή με μπερδεύει. Είχαμε, για παράδειγμα περισσότερους ζωντανούς ανθρώπους ανάμεσα μας, και τώρα έχουμε πολλούς νεκρούς. Απουσίες μετρώ πολλές, αναχωρήσεις καταγράφω ξαφνικές, απροσδόκητες, μαύρες. Αντικαταστήσαμε τους τη ζωή με τον θάνατο. Πού να το καταγράψω αυτό? Τι μέτρημα να κάνω?

Τι να σκεφτώ? Πόσους σκότωσαν από πολιτική εμπάθεια? Πόσοι πέθαναν από το κρύο, από ελλείψεις στα νοσοκομεία μας, από αναθυμιάσεις, από κατακλυσμό? Πόσα από τα παιδιά μας μετανάστευσαν?

Πόσες απουσίες πια να καταγράψουμε?

Αυτός ο απολογισμός φέτος, έβγαλε νύχια και ξεσκίζει σάρκες και ματώνει. Αίμα βάφει τα λόγια στο λευκό χαρτί. Μπλάβισε, μελάνιασε, όπως μπλαβίζει ο κρεμασμένος όταν σφίγγετε το σχοινί γύρω από το λαιμό του. Μάτωσε όπως αυτός που πηδάει από το μπαλκόνι του.

Θυμάμαι, το 2000, στην αλλαγή του αιώνα, τις φυσαλίδες της σαμπάνιας, τις κόκκινες σατέν κορδέλες που είχαμε ντύσει τις ζωές μας και τα όνειρα μας. Τα λευκά πουπουλένια συννεφάκια που ταξιδεύαμε, τα ιλουστρασιόν χαρτιά που τυλίγαμε τα πανάκριβα δώρα μας.

Και τώρα, το 2013, παξιμαδάκι άγλυκο, και πικρό καφέ. Μαζί και μόνοι μας, σε αυτό το φτωχό καφενείο που λέγεται Ελλάδα, μοιρολογάμε αυτά που χάσαμε, λέγοντας προφητείες για να ανεβάσουμε την ψυχολογία μας. Σαν να παραδεχόμαστε απλά ότι είμαστε ανίκανοι, να αλλάξουμε ότι δεν μας αρέσει.

Αφήνομαστε απλά και ήσυχα στα χέρια του μεγαλοδύναμου.

Θα δώσουμε και την τελευταία μας δεκάρα κάνοντας ένα πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, προσπαθώντας να αναβιώσουμε το παρελθόν. Ίσως χρησιμοποιήσουμε και τα αμπαλάζ που κρύψαμε από το Μιλένιουμ, για να κρύψουμε την φτώχεια των ιδεών μας και των ονείρων μας. Θα ντυθούμε εντυπωσιακά με ότι έχει απομείνει στις ντουλάπες μας από τότε. Όλα στα κόκκινα. Μα τι άλλο χρώμα θα ταίριαζε καλύτερα σήμερα?

Και αν μας έχει ξεμείνει και σαμπάνια από τότε, θα την ανοίξουμε εντυπωσιακά, να κάνει θόρυβο ο φελλός που πετάγεται έξω, γιατί τι άλλο μπορεί να κάνει ένας φελλός? Θα μας γαργαλήσουν και λίγο την μύτη οι φυσαλίδες, και τσουγκρίζοντας θα αναφωνήσουμε όλοι μαζί!"

Η φτώχεια ρε! θέλει καλοπέραση!"

Και έτσι θα κλείσουμε μια ακόμα χρονιά. Ντυμένοι λουσάτα, αρωματισμένοι για να κρύψουμε τις βαριά δυσοσμία που αφήνει ο χάρος στο πέρασμα του, μεθυσμένοι αρκετά για να μη νιώθουμε και πολλά. Και με φτιαγμένο κεφάλι θα φωνάξουμε "ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ" και θα δεχτούμε το τέλος στο 2013.

Θα αποδεχτούμε απλά ένα τέλος που άλλοι έγραψαν.

Άλλοι έκαναν απολογισμό, νωρίτερα από μας ,και βρήκαν ότι ζητήσαμε πολλά. Μας βρήκαν ένοχους που θέλαμε καλύτερη ζωή και μας έστησαν στον τοίχο. Και μας τα πήραν όλα πίσω, όλα όμως. Αυτά που είχαν κερδιθεί με αγώνες αιώνων. Ακόμα και τα δώρα μας πήραν. Το δώρο της ζωής. Όλα δικά τους. Τώρα ο δικός μας απολογισμός είναι ο απολογισμός της χασούρας. Ο απολογισμός του χαμένου.

ΤΕΛΟΣ!

ΥΓ. Συγνώμη αν σας στεναχώρησα, αν σας χάλασα την διάθεση, αλλά σε αυτό το τραπέζι το γιορτινό, θα υπάρχουν πολλές άδειες καρέκλες. Πολλές αγχόνες θα είναι γύρω από το δέντρο το χριστουγεννιάτικο και δεν μπορώ να τις στολίσω με φωτεινά λαμπιόνια.

Δεν μπορώ να δω σαν πρωτοχρονιάτικο ντεκόρ το δρεπάνι του χάρου. ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ!