Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

Η πρώτη χριστουγεννιάτικη μπάλα!

Ελευθερία Μεταξά


Μία φορά και έναν καιρό.
Πριν πολλά πολλά χρόνια. 
Σαν σήμερα ήταν. 
Μέρες γιορτινές. Χριστούγεννα!
Μία ιστορία θα σας πω που έγινε ένα βράδυ…σα βγήκαν οι καλικάντζαροι από το πηχτό σκοτάδι. Ζύγωναν τα Χριστούγεννα, καλή ώρα σαν και τώρα.
Τα σπίτια ολοστόλιστα. Τα πιάτα γεμισμένα από γλυκά και η μυρωδιά.. να έρχεται από μακριά. 
Όλα ήταν καθαρά και καλογυαλισμένα!
Βγήκαν οι καλικάντζαροι όλα να τα χαλάσουν… του κακού αρχοντάδες, όποιος δεν προσέξει, κακό μεγάλο θα τον βρει πριν έρθει η ώρα 6:00!
Μία ιστορία θα σας πω, την άκουσα πριν πολύ καιρό, από ένα σκυλί κουφό. 
Έγινε παλιά, αλλά, σαν να ήταν χθες.
Είχε βραδιάσει και όλοι είχαν πέσει για ύπνο. Το τζάκι πια είχε σβήσει κι ούτε λιγοστό φως δεν υπήρχε μέσα στο σπίτι. Μόνο ένα μικρό μικρό καντηλάκι άναβε στο χωλ του σπιτιού. 
Τρεμόσβηνε να σβήσει, τρεμόσβηνε να ανάψει. Και η νύχτα περνούσε ήσυχα. 
Μόνο ο κουφός σκύλος, άκουσε, το μπαμ. Ήταν τόσο δυνατό, καθώς έπεσε, που σείστηκε όλο το πάτωμα. Ευτυχώς που ο καημένος δεν έσκασε σαν καρπούζι.
Αν και μοιάζει αρκετά με καρπούζι ή μάλλον με μία ωραία και ολοστρόγγυλη μπαλίτσα. 
Μπαλοτρώς, ήταν το όνομά του. 
Κι όλοι φίλοι και εχθροί τον κορόιδευαν. 
Οι φίλοι τον φώναζαν μπάλα και οι εχθροί τρως και έτσι του βγήκε το όνομα Μπαλοτρώς. 
Από μικρός αγαπούσε το φαΐ, τι να κάνει, ήταν τόσο ωραίο! Και έτσι έτρωγε και έτρωγε και έτρωγε ότι έβρισκε μπροστά του. 
Από φαγητά, γλυκά, γαριδάκια, πατατάκια, αναψυκτικά!!! Όλα τα έκανε μία χαψιά και δεν χόρταινε πότε. 
Αλλά ήταν τόσο γλυκός και ολοστρόγγυλος! 
Είχε δύο πολύ πολύ πολύ μικρά ποδαράκια. Δύο πολύ πολύ πολύ μικρά χεράκια με κάτι δαχτυλάκια, σαν λουκάνικα που όλο τα έγλυφε σαν τελείωνε το φαγητό του και όλο λαδωμένα ήταν γιατί ποτέ δεν μπορούσε να σταματήσει να τρώει. 
Το πρόσωπό του ήταν κι αυτό μία πιο μικρή μπαλίτσα ροδαλή ροδαλή. Με μία μυτούλα, ζάχαρη και πάντα ζάχαρη επάνω της είχε από τα πολλά γλυκά που έτρωγε. Και κάτι αυτιά… στρογγυλόμυτερά! Και φορούσε πάντα ένα πράσινο σκουφί μυτερό μυτερό με μία κόκκινη φουντίτσα. Τα ρουχαλάκια του είχαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Με κάτι όλοχρυσά κουμπιά. Μεταξωτές κορδέλες, που μπάλωνε την τρύπια κάπα του. 
Αταίριαστες πάντα κάλτσες, Και φυσικά αταίριαστα παπούτσια. Ότι μπορούσε να βρει έβαζε. Και ότι μπορούσε να αρπάξει! 
Ξέχασα να σας πω ότι ο Μπολοτρώς είναι καλικάντζαρος! 
Αλλά τέτοιο καλικάντζαρο δεν έχετε ξαναδεί. Ακόμα και το λάθος, θα το κάνει λάθος. Είναι η ντροπή των καλικάντζαρων.
Ένα βράδυ καλή ώρα σαν και σήμερα. Φύσαγε και έβρεχε πάρα πολύ. 
Και όπως όλοι οι καλικάντζαροι είχαν βγει, για τις συνηθισμένες τους σκανδαλιές. Μιας και ήταν η εποχή τους. 
Ο δυνατός αέρας, παρέσυρε μακριά τον Μπαλοτρώς. Και όπως ήταν ολοστρόγγυλος, τον πήγε ο αέρας. Τόσο μακριά που και αυτός δεν ήξερε πού πήγε. 
Τον πήρε και τον σήκωσε. 
Και τσουπ έσκασε κάτω.
"Ωχ πόσο πονάω! Ωχ ωχ ωχ τα ποδαράκια μου! Ωχ ωχ ωχ τα χεράκια μου! Ωχ ωχ ωχ η πλατούλα μου! Ωχ ωχ ωχ πονάω, αλλά και πεινάω!
Πού είμαι που είμαι;'

Είπε με δυνατή φωνή, όσο πιο σιγά μπορούσε στον εαυτό του. 
"Μυρίζω γλυκάκια. Μυρίζω φαγάκια."
Μα μύριζε και ανθρώπους. Και το σβησμένο τζάκι μύριζε. 
Μάλλον από την καμινάδα θα έπεσε. Έτσι που τον πήρε και τον σήκωσε ο αέρας δυνατά.
Κοντοστάθηκε ο Μπαλοτρώς λίγο για να συνηθίσει το σκοτάδι.
Και σαν συνήθισε κι άνοιξαν τα ματάκια του καλά καλά. 
Είδε ένα τραπέζι στολισμένο, με κλαδάκι από δεντράκια και πιατέλες με γλυκάκια. 
Μην τα πολυλογώ τσουπ ένας κουραμπιές κάτω αμάσητος, τσουπ ένα μελομακάρονο. 
Μία το ένα μία το άλλο δεν άργησαν να αδειάσουν οι πιατέλες. 
Πήγε μία βόλτα και μέσα στην κουζίνα άνοιξε και το ψυγείο και ό,τι υπήρχε το έφαγε. 
Άνοιξε και τα ντουλάπια…και τίποτα δεν έμεινε. Αφού καλόφαγε. Κι ήταν έτοιμος να φύγει. 
Γιατί, ξέχασα να σας πω, ο Μπάλοτρώς μόνο τρώει σκανδαλιές δεν κάνει καμία. 
Γι'αυτό είναι η ντροπή των καλικάντζαρων και κανένας δεν τον θέλει. 
Κάνει να γυρίσει και δύο μάτια τεράστια ήταν καρφωμένα πάνω του! Πόσο τρόμαξε ο καημένος!
"Τι κάνεις εσύ εδώ και τι είσαι εσύ;'
Ακούστηκε μία βαριά φωνή. Τα ματάκια του Μπάλοτρώς, έμειναν ορθάνοιχτα. 
"Εγώ τι είμαι; Εσύ τι είσαι;"
Ίσα-ίσα που βγήκαν οι λέξεις από το στόμα του. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή.
"Εγώ είμαι ο σκύλος της οικογένειας." Απάντησε η βαριά φωνή. 
Και τότε ο Μπαλοτρώς είδε ένα τεράστιο πλάσμα μπροστά του. 
"Σκύλος…" είπε και τα ‘χασε. 
Τόσα χρόνια που ανεβαίνει πάνω στη γη και γύρναγε από σπίτι σε σπίτι ποτέ ξανά δεν είχε δει τέτοιο πράγμα. 
"Σκύλος εεε..." Και κάθισε ο Μπαλοτρώς να τον επεξεργαστεί. 
Το πλάσμα που έβλεπε μπροστά του ήταν πολύ ψηλό μπροστά σε εκείνον. Είχε τέσσερα πόδια ενώ εκείνος είχε μόνο δύο. Είχε τρίχες πάνω σε όλο του το σώμα. Ενώ αυτός δεν είχε. Και δεν φορούσε ρούχα! 
Τι ντροπή, σκέφτηκε. Ακόμα και οι καλικάντζαροι που τους κακολογούν όλοι, τα ρουχαλάκια τους τα φοράνε. 
Πρώτη φορά έβλεπε κάτι τέτοιο. 
Αυτό το σπίτι ήταν πολύ παράξενο. Μέσα σε αυτό το σπίτι υπήρχε ένα πλάσμα που το έλεγαν σκύλου. Τραπέζι στολισμένο με γλυκά! Και το πιο παράξενο από όλα, πουθενά δεν υπήρχε κόσκινο για να μπερδευτεί. 
Και να τον πάρει το πρωί μετρώντας τις τρυπούλες και έτσι να το πιάσουν οι νοικοκυραίοι και να τον πετάξου με τη σκούπα έξω από το σπίτι.
"Σκύλος "είπαμε "εεε". Ξανά ρώτησε το πλάσμα με περιέργεια ο Μπαλοτρώς. "Και τι ακριβώς είπαμε κάνεις εδώ;"  Ρώτησέ με πιο πολλή περιέργεια.
"Είμαι το κατοικίδιό της οικογένειας. " Απάντησε με περηφάνια ο σκύλος. 
"Με φωνάζουν Ρεξ.
Ζω μαζί με την οικογένεια από τότε που ήμουν κουτάβι. Με ταΐζουν με φροντίζουν μην πηγαίνουν στο γιατρό, έχω δικό μου κρεβάτι και όλη τη μέρα με χαϊδεύουν! " Απάντησε ο Ρεξ, και τίναξε ελαφρώς τη γουνίτσα του την ουρίτσα του, και χαμογέλασε.
Μμμ…ωραία ακούγονται όλα αυτά. Σκέφτηκε από μέσα του ο Μπαλοτρώς.
"Και και, δεν σε μαλώνουν; Δεν δεν σε κοροϊδεύουν;
Δεν δεν κρυώνεις όλη τη μέρα και πείνας και διψάς και σε βάζουν να κάνεις δουλειές να κόβεις ξύλα και να κουβαλάς; Να ζήσεις όλη τη μέρα κάτω από τη γη. Και μόνο τις μέρες των Χριστουγέννων να έχεις την άδεια να διασκεδάσεις λίγο και να πας να δεις πως ζουν οι άνθρωποι; Να φας ωραία γλυκάκια και να ζεσταθεί το κοκαλάκι σου δίπλα στο τζάκι. Να φας ωραία φαγητά! Να ξαπλώσεις σε καθαρούς καναπέδες. Να μυρίσεις καθαριότητα." 
 
Ρώτησε ο Μπαλοτρώς, και τα ματάκια του δάκρυσαν, γιατί όλα αυτά του έλειπαν πολύ. 
Ούτε αυτός ο καημένος ήθελε να γεννηθεί καλικάντζαρος. Αλλά δεν μπορούσε να διαλέξει τι μπορεί να γεννηθεί!
Αχ…άφησε ένα βαρύ αναστεναγμό, ο Μπαλοτρώς.
Όλα αυτά τα χρόνια της ζωής του περίμενε πώς και πώς τα Χριστούγεννα μόνο και μόνο για να μπορέσει να ανέβει στη γη των ανθρώπων και να χαρεί όλα αυτά που οι άνθρωποι χαίρονταν κάθε μέρα. 
Για αυτό κάθε φορά που έμπαινε σε ένα σπίτι, ποτέ δεν έκανε σκανδαλιές. Δεν χαλούσε ποτέ τίποτα. Μόνο κάθονταν και τα χάζευε όλα με τόσο αγάπη. 
Κάθε βράδυ έμπαινε και σε ένα διαφορετικό σπίτι. Έπαιρνε τις πιατέλες με τα γλυκά έφερνε δίπλα του το φαγητό καθόταν δίπλα στο τζάκι…και απολάμβανε τη θαλπωρή. 
Κάθε πρωί έπρεπε να φύγει πριν αυτοί που ζουν στο σπίτι ξυπνήσουν. 
Να βγει μέσα στο κρύο, στο σκοτάδι, να γυρίσει πίσω εκεί που ζούσε. Με πόση λαχτάρα περίμενε να βραδιάσει πάλι. 
"Νομίζω ότι ποτέ κανείς δεν κατάλαβε ότι μπήκε στο σπίτι του καλικάντζαρος. Τόσο διακριτικός είμαι!" 
Είπε στον καινούργιο του φίλο τον Ρεξ. 
"Μα όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν φίλε μου. Και οι μέρες των Χριστουγέννων τελειώνουν. Έτσι απογοητευμένος κάθε χρόνο γυρνάω πίσω, στο σκοτάδι!"
Ο σκύλος τον άκουγε με μεγάλη προσοχή.
Και έτσι τον ρώτησε. 
"Και γιατί δεν μένεις μαζί με τους ανθρώπους;"  
Ο Μπαλοτρώς, άνοιξε τα μάτια του πιο πολύ ακόμα. 
"Να μείνω μαζί με τους ανθρώπους;
Οι άνθρωποι δεν νομίζω ότι αγαπούν τους καλικάντζαρους. Σαν ξημερώσει και με βρουν στο σπίτι τους. Κακό μεγάλο θα με βρει. Νύχτα μπαίνω νύχτα βγαίνω από το κάθε σπίτι. Και ο φόβος μου κάθε φορά, αχ να ξέρες πόσο μεγάλος είναι."
"Γιατί το λες αυτό"  ρώτησε ο Ρεξ. 
"Να κοίτα εμένα. Πάντα οι άνθρωποι δεν είχα σκυλιά μέσα στο σπίτι τούς. Αλλά να με! Με αγαπούν και με φροντίζουν.
Ίσως αν σε γνώριζαν, μπορεί να σε κρατούσαν. Κάτι σαν κατοικίδιο και σένα"
Τον ενθάρρυνε ο Ρεξ.
"Καλέ μου Ρεξ," είπε το καλικαντζαράκι μας, "κανείς δεν μας αγαπάει και κανείς δεν μας θέλει στο σπίτι του."
"Εγώ σε αγαπώ και θα σε ήθελα για φίλο μου." Είπε ο Ρεξ με μία γλυκύτητα στη φωνή. 
"Δεν μου μοιάζεις για κακός, μόνο για λαίμαργος."
"Δεν είμαι κακός. Δεν θέλω να είμαι κακός." Είπε ο Μπαλοτρώς, με μία δόση μεγάλης απελπισίας τη φωνή του.
Μη σας τα πολυλογώ κουβέντα στην κουβέντα, το σκοτάδι έφυγε η νύχτα έφυγε και ο ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει. Οι δυο τους δεν κατάλαβαν πως πέρασε τόσο γρήγορα η νύχτα. 
Και ξαφνικά πατημασιές μικρών παιδιών τους πλησίασαν.
Με μιας και χωρίς να το καλοσκεφτεί ο Ρεξ έβαλε στο στόμα του τον Μπαλοτρώς. 
Τα παιδιά πήγαν να παίξουμε με το σκυλάκι τους. 
"Τι είναι αυτό στο στόμα σου;" Ρώτησέ το κοριτσάκι της οικογένειας καθώς έβγαζε μία μπάλα πολύχρωμη από το στόμα του Ρεξ. 
Ο Μπαλοτρως είχε μείνει ακίνητος!
"Τι όμορφη μπάλα είναι αυτή!"  Είπε το κοριτσάκι καθώς την είχε στα χέρια της και την επεξεργάζονταν. 
Όμορφη όμορφη μπαλίτσα και ολοστρόγγυλη!
Και τι πολύχρωμη που είναι, πόσο όμορφα χρώματα έχει και οι γυαλιστερές κορδέλες πόσο της ταιριάζουν!
Χωρίς ναι το καλοσκεφτεί έπιασε την άκρη του σκουφιού και έβαλε τον Μπαλοτρώς να στολίσει το μικρό κλαδί δέντρου που ήταν πάνω στο τραπέζι με τα γλυκά.
"Κοίτα κοίτα" είπε στον αδερφό της. "Δεν είναι πολύ όμορφο στολίδι αυτή η μπάλα;
Την βρήκα στο στόμα του Ρεξ. Δεν ξέρω βέβαια που τη βρήκε αλλά μου άρεσε και την στόλισα στο κλαδί του δέντρου.
Δεν είναι πολύ όμορφη;" 
Σαν ξύπνησε η μαμά και ο μπαμπάς το μικρό κοριτσάκι τους έδειξε την μπάλα που είχε στολίσει, όλο καμάρι. 
"Μαμά μπορούμε να φτιάξουμε κι άλλες θέλω να στολίσω το κλαδί με πολύχρωμες μπάλες." 
Είπε το μικρό κοριτσάκι στη μαμά του και άστραψαν τα μάτια του από χαρά. 
"Ω ναι! Είναι πολύ όμορφη" της αποκρίθηκε η μητέρα της. "Κοίτα να δεις τι θα κάνουμε." 
Η μαμά μάζεψε, ότι στρογγυλό και ότι κουρελάκια είχε τα έδωσε στα παιδιά μαζί με πολύχρωμα κουμπιά και γυαλιστερές κορδέλες! 
Τα παιδιά έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά! Σε πολύ λίγη ώρα είχαν φτιάξει τόσες πολλές πολύχρωμες μπάλες. 
Το κλαδάκι ήταν πολύ μικρό για να τις χωρέσει. Έτσι ο μπαμπάς βγήκε έξω και έφερε ένα μικρό μικρό δεντράκι!
"Να ορίστε Σας έφερα ένα μικρό δεντράκι, για να χωρέσουν οι πολύχρωμες μπάλες που φτιάξατε." 
Είπε στα παιδιά και άφησε το δέντρο δίπλα στο τζάκι. 
Τα παιδιά μονομιάς, γέμισαν το δέντρο με μπάλες. Έβαλαν και πολύχρωμες κορδέλες που γυάλιζαν και άστραφταν, καθώς της χτυπούσε το φως του ήλιου.
Ο Μπαλοτρώς δεν έβγαζε τσιμουδιά! Ήταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένος! 
Τα παιδιά τον αγαπούσαν. Έπαιζαν μαζί του. Τον καμάρωναν. Βέβαια για αυτά ήταν, μία στρογγυλή μπάλα. Μα δεν τον ένοιαζε καθόλου! 
Δεν ήταν πια καλικάντζαρος! Ήταν αυτό που ήθελε να γίνει πάντα. 
Να μένει στο σπίτι των ανθρώπων. 
Ο Μπαλοτρώς…χωρίς να το θέλει έγινε το πρώτο στολίδι, σε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο! 
Κάπως έτσι και για πάντα κάθε Χριστούγεννα, ο Μπαλοτρώς, έβγαινε από το κουτάκι που τον είχαν κλεισμένο μαζί με τις άλλες μπάλες, για να στολίσει το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. 
Ο σκύλος τους ο Ρεξ, μια-δυο φορές γάβγισε και κούνησε χαρούμενος την ουρά του. Τα παιδιά νόμιζαν ότι χαίρονταν που στόλισαν το δέντρο. 
Μα ο Ρεξ μίλαγε στον καλό του φίλο!
"Να είδες! Τώρα πια θα μείνεις μαζί μας. Και κάθε Χριστούγεννα θα ζωντανεύεις και θα τρως όσα γλυκά και όσα φαγητά θέλεις!"
Ο Ρεξ ποτέ δεν μαρτύρησε, το μυστικό του φίλου του.
Μόνο ένα βράδυ, σαν είχα πάει μία επίσκεψη, στο σπίτι κάποιων φίλων. Είδα μία παράξενη μπάλα! Ολοστρόγγυλη, πολύχρωμη, με ένα πράσινο μυτερό μυτερό καπέλο και με μία φούντα κόκκινη στην άκρη! Πολύχρωμη και φανταχτερή. 
Και δεν ξέρω, σαν να μου φάνηκε μου χαμογέλασε. 
Έτσι έμαθα την ιστορία του Μπαλοτρώς. Από τον κουφό σκύλο. Τον φίλο του.
Χρόνια πολλά παιδιά!
Καλά Χριστούγεννα!
Και μην ξεχνάτε ποτέ. 
Δίπλα στο δέντρο να βάζετε πάντα γλυκά και φαγητά.




Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου