Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Ο ευρωσκεπτικισμός σε νούμερα και όχι μόνο

Του Γιώργου Παπαϊωάννου


Εμφανή αλλά και σύνθετα τα πολιτικά μηνύματα


Αυξάνεται στη χώρα μας ο «ευρωσκεπτικισμός». Αυτό είναι το συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει και από τα αποτελέσματα της πρόσφατης έρευνας (μηνιαίο Πολιτικό Βαρόμετρο) της Public Issue για την εφημερίδα Αυγή. Βλέποντας κανείς τα πιο «χτυπητά» νούμερα της έρευνας, διαπιστώνει ότι για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αρνητική γνώμη έχει το 55% των ερωτηθέντων. Για το ευρώ, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται σε 44%, αλλά σε σχεδόν συνεχή ανοδική πορεία από τον περσινό Οκτώβριο, οπότε ανέρχονταν σε 32%. Το 72% όσων ρωτήθηκαν θεωρούν ότι πρέπει να επιστρέψουν στις εθνικές κυβερνήσεις κάποιες από τις εξουσίες που έχουν παραδοθεί στις Βρυξέλλες. Το 50%, πάντως, θεωρεί ότι τα πράγματα θα είναι μάλλον χειρότερα αν η χώρα βγει από την ευρωζώνη, ποσοστό όμως κατά πολύ μειωμένο από το 70% που έδινε την ίδια απάντηση πριν από 10 μήνες. Ενδιαφέρον έχει, τέλος, ότι το 34% δηλώνει ότι χάρηκε για το Brexit (έναντι 29% που λυπήθηκε), αν και σε αντίστοιχο δημοψήφισμα για την παραμονή της Ελλάδας στην Ε.Ε., το 56% δηλώνει ότι θα ψήφιζε θετικά και το 39% υπέρ της αποχώρησης.

Είναι φανερό ότι η αυξημένη ευρω-δυσαρέσκεια οφείλεται στις εξελίξεις των τελευταίων μηνών τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Η σύγκριση που παρουσιάζει η εφημερίδα γίνεται με τα αντίστοιχα στοιχεία του Οκτωβρίου του 2015, δύο περίπου μήνες μετά την ψήφιση του τρίτου Μνημονίου από την ελληνική Βουλή. Έκτοτε, οι πολίτες βιώνουν τα αποτελέσματα και τη διάψευση της ελπίδας να μετριαστούν οι μνημονιακές επιπτώσεις από τη δεύτερη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και το «παράλληλο πρόγραμμα» που θα εφάρμοζε.

Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη συνεχίζει να βυθίζεται στην πολύμορφη κρίση της, με το πολιτικό στοιχείο να δίνει τον τόνο, περισσότερο και από την οικονομική διάσταση. Με την Ε.Ε. να σύρεται από το ΝΑΤΟ σε νέες ψυχροπολεμικές περιπέτειες, αλλά και με τον θερμό πόλεμο στη Μέση Ανατολή να μαίνεται και τις επιπτώσεις του να φτάνουν μέχρι τις Βρυξέλλες και το Παρίσι, με την ακροδεξιά να ενισχύεται σε μια σειρά χώρες, το Προσφυγικό να δοκιμάζει τις περιβόητες αξίες της Ευρώπης και τις «αποσχιστικές» τάσεις να δυναμώνουν, πώς θα ήταν δυνατόν να μην αυξάνονται οι αρνητικές γνώμες για την Ε.Ε. και στην Ελλάδα; Στη χώρα που μάλλον μόνο η κυβέρνησή της κάνει πως δεν βλέπει ότι εξακολουθεί και βρίσκεται στο επίκεντρο της τιμωρητικής πολιτικής του Βερολίνου με αντιμετώπιση σαφώς σκληρότερη από αυτήν που επιφυλάσσεται ακόμα και για τις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως δείχνουν οι τελευταίες εξελίξεις.

Φουντώνει, λοιπόν, στο νότο του Νότου η δυσαρέσκεια για την Ε.Ε. Παραμένουν όμως αντιφατικά και όχι τόσο «ευθύγραμμα» τα χαρακτηριστικά της. Δεν τα υπολογίζουν καλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, όσοι πιστεύουν ότι η αυξημένη αυτή απαξίωση της υπαρκτής Ευρώπης θα μπορούσε να μεταφραστεί σχετικά εύκολα σε ένα πολιτικό ή εκλογικό κίνημα με αριστερά ή «ταξικά» χαρακτηριστικά στην Ελλάδα ή και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Γιατί όταν η συζήτηση πηγαίνει στην πολιτική έκφραση των τάσεων που περιγράφονται, η αξία των δημοσκοπήσεων σχετικοποιείται ή έστω αυτές χρειάζεται να διαβάζονται σε περισσότερο βάθος.

Η δυσαρέσκεια για την Ε.Ε. και το ευρώ συνυπάρχει με την αμηχανία μπροστά στην έλλειψη αξιόπιστων εναλλακτικών προτάσεων. Αυτό είναι φανερό, για παράδειγμα, όταν κανείς παρατηρεί ότι είναι πολλοί όσοι δηλώνουν χωρίς περιστροφές τη χαρά τους για την απόφαση των Βρετανών, αλλά θα δυσκολεύονταν να κάνουν την ίδια επιλογή σε ένα αντίστοιχο δημοψήφισμα. «Τσάμπα μάγκες» θα έλεγε εύκολα κάποιος, αλλά η ερμηνεία δεν είναι καθόλου αυτή. Εκείνο που φαίνεται να ισχύει είναι ότι οι πολίτες αντιλαμβάνονται το διαφορετικό ειδικό βάρος των δύο χωρών και την απόσταση ανάμεσα στις δυνατότητες τις μίας και της άλλης να «σταθούν», τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Σε ένα περιβάλλον και μια περιοχή επιβαρυμένη και γεμάτη κινδύνους σε όλα τα επίπεδα, σε μια χώρα που έχει απολέσει μια σειρά εργαλεία ανεξάρτητης πολιτικής και, κυρίως, που πορεύεται με απουσία στρατηγικών προτάσεων για το μέλλον και τον προσανατολισμό της.

Είναι, λοιπόν, φανερό ότι και στη χώρα μας οι εξελίξεις δεν θα είναι τόσο γραμμικές και προβλέψιμες. Η πολιτική, ως συμπύκνωση της οικονομίας αλλά και με τη σχετική της αυτονομία, και λιγότερο η «σκέτη» οικονομία θα δίνουν τον τόνο και αυτό μπερδεύει τα πράγματα περισσότερο από όσο προβλέπουν οικονομολόγοι αλλά και πολιτικοί. Αντίστοιχα, η έως τώρα πραγματικότητα μιλάει από μόνη της για τα ευρωπαϊκά πράγματα: Οι περισσότερο δυναμικές τάσεις είναι εκείνες που ωθούν ολόκληρες κρατικές οντότητες να αμφισβητούν το σφιχτό εναγκαλισμό του Βερολίνου και να επιζητούν τη δική τους αυτονόμηση. Οι φυγόκεντρες τάσεις δυναμώνουν και οι πολιτικές αλλά και οι κοινωνικές δυνάμεις που τις εκφράζουν δεν είναι καθόλου ομοιογενείς. Αριστερές και δεξιές, «ακραίες» ή πιο «υπεύθυνες» παρατάξεις, αστικές πτέρυγες και πληβειακά στρώματα, από όλα έχει ο «μπαχτσές» της ευρω-αμφισβήτησης. Ναι, σίγουρα, τα πράγματα θα ήταν πιο ωραία και πιο εύκολα αν ήταν πιο «καθαρά», δεν είναι όμως. Όσο και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως έτσι, αυτό δεν σημαίνει ότι «μας τέλειωσε» η πάλη των τάξεων και έδωσε τη θέση της στις εθνικές συγκρούσεις. Αντίθετα, φανερώνει ότι η πάλη αυτή συνεχίζεται αλλά είναι (πάντα ήταν) πιο πολύπλοκη από έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Για αυτό οι καιροί απαιτούν πιο σύνθετες, ουσιαστικές και σε βάθος πολιτικές απαντήσεις που δεν υπάρχουν αλλά πρέπει να «κατασκευαστούν».

Δρόμος της Αριστεράς
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...