Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Η αναζήτηση του γυναικείου οργασμού

Σπύρος Μανουσέλης


Για τη σύγχρονη επιστήμη θεωρείται επαρκώς επιβεβαιωμένο το γεγονός ότι πίσω από τις περίπλοκες και χρονοβόρες ανθρώπινες ερωτοτροπίες, που καταλήγουν στη «συν-ουσία» και στον πολυπόθητο ερωτικό οργασμό, κρύβονται βιολογικοί μηχανισμοί εντελώς αόρατοι στην άμεση εμπειρία, για τη διαμόρφωση των οποίων απαιτήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια εξέλιξης.

Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι βασικές βιολογικές παράμετροι της ερωτικής συμπεριφοράς μας μόνον εν μέρει επηρεάζονται από τους πρόσκαιρους, ευμετάβλητους και εντέλει τυχαίους «εξωγενείς» παράγοντες (πολιτισμικούς ή κοινωνικούς).

Εκπληξη, αντίθετα, μας προκαλεί το τεράστιο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε την πραγματική φύση των παραγόντων που, σε τελευταία ανάλυση, διαμορφώνουν τα ερωτικά μας ήθη και πάθη.

Αφορμή για το σημερινό άρθρο είναι μία πρόσφατη, πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα σχετικά με τον γυναικείο οργασμό.

Η έρευνα αυτή μας αποκαλύπτει ότι οι πιο αρχέγονες -και άρα μη συνειδητές- βιολογικές προδιαθέσεις μας δεν εναρμονίζονται πάντα με τα κυρίαρχα ερωτικά πρότυπα της εποχής μας.


Αραγε, ο γυναικείος οργασμός είναι αποκλειστικά κολπικός, κλειτοριδικός ή και τα δύο;

Μπορεί μια γυναίκα να μη βιώνει ποτέ πραγματικό οργασμό ή, εναλλακτικά, να έχει πολλαπλούς οργασμούς κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης;

Είναι απαραίτητη αυτή η οργασμική κορύφωση σε κάθε σεξουαλική επαφή;

Αυτά είναι μερικά από τα πιο συχνά ερωτήματα σχετικά με τον γυναικείο οργασμό.

Αν οι απαντήσεις της σύγχρονης σεξολογίας είναι μάλλον ασαφείς και συγκεχυμένες, αυτό οφείλεται πρωτίστως στο γεγονός ότι κάθε γυναίκα βιώνει διαφορετικά την πολυπόθητη κορύφωση της ερωτικής πράξης, δηλαδή τον οργασμό.

Παραδόξως, τόσο για τους ειδικούς όσο και για τους απλούς ανθρώπους, ο γυναικείος οργασμός αποτελούσε ανέκαθεν έναν γρίφο, ένα δυσεπίλυτο επιστημονικά αίνιγμα: ενώ για τους άνδρες είναι σαφές ότι ο οργασμός ταυτίζεται ή, έστω, εκδηλώνεται με την εκσπερμάτιση, στις γυναίκες δεν εξυπηρετεί την ίδια λειτουργία.

Αντίθετα, η οργασμική κορύφωση της γυναικείας ηδονής φαίνεται πως αποτελεί αυτοσκοπό, αφού δεν εξυπηρετεί καμία εμφανή σωματική λειτουργία!

Σε αυτό το προκλητικό συμπέρασμα κατέληξαν, πρόσφατα, οι έρευνες μιας διεπιστημονικής ομάδας Αμερικανών ειδικών από το Πανεπιστήμιο Yale και το Cincinnati Children’s Hospital.

Η μελέτη τους αυτή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Jez-Molecular and Developmental Evolution» και ρίχνει κάποιο φως στο παμπάλαιο αίνιγμα του γυναικείου οργασμού.

Η εξέλιξη του οργασμού



Η ιδιαιτερότητα της ερευνητικής προσέγγισης αυτών των ειδικών είναι ότι αναζήτησαν όχι μια στενά ανθρωποκεντρική αλλά μια συνολική εξελικτική εξήγηση της λειτουργίας του γυναικείου οργασμού.

Και το απρόσμενο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν είναι ότι ενώ στα πιο πρωτόγονα θηλαστικά η λειτουργία του γυναικείου οργασμού κατά την ερωτική πράξη είναι να διεγείρει τη φυσιολογική διεργασία της ωογένεσης και της ωορρηξίας, στα πιο εξελιγμένα θηλαστικά -άρα και στις γυναίκες του είδους μας- αυτή η βιολογική λειτουργία του οργασμού είναι εντελώς... περιττή!

Πράγματι, στα ανώτερα είδη θηλαστικών η εξέλιξη οδήγησε σταδιακά στο να αυτονομηθεί πλήρως από την ερωτική πράξη η φυσιολογική λειτουργία της ωορρηξίας, η οποία, ως γνωστόν, κάθε μήνα συμβαίνει αυτόματα και ανεξάρτητα από το αν τα θηλυκά έχουν ερωτικές επαφές.

Παράλληλα, υπήρξαν και κάποιες αλλαγές στην ανατομία των θηλυκών γεννητικών οργάνων, όπως π.χ. η μετατόπιση της κλειτορίδας προς τα έξω.

Για να αποκαλύψουν τη φυσική ιστορία και τη βιολογική λειτουργία του γυναικείου οργασμού οι ερευνητές μελέτησαν λεπτομερώς και συγκριτικά την ανατομία και τη συμπεριφορά πολλών πλακουντοφόρων θηλαστικών (χιμπατζήδων, ποντικών, αλόγων, γατών κ.α.).

Ετσι διαπίστωσαν ότι, ενώ ο θηλυκός οργασμός εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα είδη ζώων (των ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων), σε όλα ανεξαιρέτως συνοδεύεται από την αυξημένη παραγωγή δύο τουλάχιστον ορμονών, της προλακτίνης και της ωκυτοκίνης, τις πολύ γνωστές ορμόνες της γαλουχίας που εκκρίνονται από την υπόφυση του εγκεφάλου και μέσω της κυκλοφορίας του αίματος φτάνουν στο γυναικείο στήθος.

Υπάρχουν βέβαια αρκετά είδη θηλαστικών στα οποία τόσο η ωορρηξία όσο και η ενδοκρινολογική αντίδραση της παραγωγής κάποιων ορμονών εξαρτάται άμεσα και επάγεται από την παρουσία ή όχι αρσενικών ερωτικών συντρόφων, κάτι που όμως δεν ισχύει για τα πιο εξελιγμένα είδη, όπως ο άνθρωπος.

Συνεπώς, από αυστηρά βιολογική άποψη, η σταδιακή εξέλιξη των γυναικείων σωμάτων κατέστησε αναπαραγωγικά περιττή τη λειτουργία του οργασμού, χωρίς ωστόσο να τον εξαλείψει εντελώς.

Με άλλα λόγια, όπως υποστηρίζει αυτή η έρευνα, η παρουσία του οργασμού στα σημερινά πιο εξελιγμένα θηλαστικά αποτελεί ένα βιολογικό «κατάλοιπο» της σεξουαλικής προϊστορίας τους, ένα εξελικτικό «απομεινάρι» που διατηρήθηκε από τη φυσική επιλογή, ενώ δεν επιτελεί κάποια εμφανή φυσιολογική λειτουργία.

Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη και την καλά τεκμηριωμένη ανατομικά προοδευτική μετατόπιση της κλειτορίδας κατά την εξέλιξη των θηλαστικών, κατανοούμε γιατί στα θηλυκά των πιο εξελιγμένων ειδών η ερωτική πράξη δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από οργασμό.

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το ανθρώπινο είδος, αυτή η νέα εξελικτική προσέγγιση μας παρέχει κάποια εξήγηση του γιατί το 15-20% των γυναικών ισχυρίζεται ότι δεν έχει βιώσει ποτέ οργασμό κατά την ερωτική πράξη.

«Γυναικολογικό πρόβλημα»;



Σύμφωνα με την κυρίαρχη μέχρι σήμερα μηχανιστική θεώρηση, ο γυναικείος οργασμός, μολονότι διαρκεί μόλις λίγα δευτερόλεπτα, αποτελεί την κορύφωση της σεξουαλικής διέγερσης, χάρη σε αυτόν αποδεσμεύεται και εκτονώνεται όλη η συσσωρευμένη σεξουαλική ενέργεια.

Αυτή η ασαφής «ερωτική εκτόνωση» εκδηλώνεται με την αύξηση της πίεσης και του καρδιακού ρυθμού, καθώς και με τις ακούσιες συσπάσεις του κόλπου, της μήτρας και των σφιγκτήρων του πρωκτού.

Διόλου περίεργο που στο κυρίαρχο, σήμερα, φαντασιακό των περισσότερων ανδρών και των γυναικών, η πολυπόθητη οργασμική κορύφωση όχι απλώς «συμβαίνει» αλλά «οφείλει» οπωσδήποτε να είναι η φυσιολογική κατάληξη και το επισφράγισμα της σεξουαλικής ζωής τους.

Και η απουσία της συγκεκριμένης οργασμικής κορύφωσης θεωρείται (εσφαλμένα!) ως ένα ανυπέρβλητο σεξουαλικό πρόβλημα.

Ωστόσο, παρά τις σεξουαλικές ιδεοληψίες της εποχής μας, ο γυναικείος οργασμός δεν είναι -από καθαρά βιολογική άποψη- ούτε καθοριστικός ούτε αναγκαίος για την ύπαρξη μιας ικανοποιητικής σεξουαλικής ζωής.

Παρ’ όλα αυτά, όταν οι ειδικοί γιατροί και σεξολόγοι διαπιστώνουν την επανειλημμένη αδυναμία μιας γυναίκας να βιώνει οργασμό παρά την επαρκή σεξουαλική διέγερση, τότε μιλούν για «διαταραχές του οργασμού».

Αν η γυναίκα δεν βιώνει ποτέ ούτε κλειτοριδικό ούτε κολπικό οργασμό, τότε η διαταραχή θεωρείται «πρωτοπαθής», ενώ αν απολέσει για κάποια χρονική περίοδο την οργασμική της ικανότητα, τότε η διαταραχή θεωρείται «δευτεροπαθής».

Και οι δύο περιπτώσεις, όμως, περιγράφονται ως ένα σοβαρό πρόβλημα σεξουαλικής δυσλειτουργίας.

Αντίθετα με τις κυρίαρχες βιοϊατρικές «εξηγήσεις», οι πιο πρόσφατες έρευνες υποδεικνύουν σαφώς ότι η λεγόμενη «οργασμική διαταραχή» που εκδηλώνουν αρκετές γυναίκες έχει όντως κάποια βαθύτερα οργανικά-εξελικτικά αίτια.

Ομως, σε καμία περίπτωση, αυτά τα βιολογικά αίτια δεν θα έπρεπε να περιγράφονται ως «γυναικολογικά προβλήματα», δηλαδή ως δυνητικά θεραπεύσιμες σωματικές δυσλειτουργίες.

Στα παραπλανητικά πρότυπα περί γυναικείου οργασμού που προβάλλονται συστηματικά από τα ΜΜΕ, η επιστήμη της σεξολογίας θα πρέπει να αντιπαραθέσει τις πολυετείς έρευνες και τα συμπεράσματά της για την αμιγώς ψυχολογική και όχι σωματική λειτουργία του σεξουαλικού οργασμού.

Ισως έτσι καταφέρει να αποϊατρικοποιήσει το πρόβλημα της απουσίας του οργασμού.
Μόνον αν η γυναικά απαλλαγεί από το άγχος της επιταγής για «οργασμό πάση θυσία!» μπορεί να ανακαλύψει τις ηδονές της ερωτικής πράξης. Υπό τον όρο, βέβαια, ότι θα κάνει το ίδιο και ο ερωτικός της σύντροφος.

Ποιος πραγματικά επιλέγει τον ερωτικό μας σύντροφο;



Πώς γεννιούνται τα σφοδρά ερωτικά μας πάθη; Απ’ ό,τι φαίνεται, η ερωτική συμπεριφορά μας παραπαίει και ισορροπεί επικίνδυνα μεταξύ της βιολογικής αιτιότητας και των σεξουαλικών προκαταλήψεων και προτύπων της εποχής μας.

Τότε, όμως, πόσο συνειδητή μπορεί να θεωρείται η επιλογή της ή του ερωτικού μας συντρόφου και από τι εξαρτάται;

Αν ρωτούσατε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό ανδρών και γυναικών «ποιο θεωρείτε ότι είναι το πιο διεγερτικό ερωτικά σημείο του ανθρώπινου σώματος;», είναι βέβαιο πως θα παίρνατε τις πιο διαφορετικές απαντήσεις, ανάλογα με τα γούστα και το φύλο του ερωτώμενου.

Συνήθως, το ενδιαφέρον των γυναικών επικεντρώνεται πρώτα στο πρόσωπο και μόνο κατόπιν στο υπόλοιπο σώμα, χωρίς βέβαια να παραβλέπουν την περιοχή του ανδρικού καβάλου.

Οι περισσότεροι άντρες, αντίθετα, εστιάζουν αμέσως το ενδιαφέρον τους στα πλούσια στήθη, στις ατελείωτες γάμπες και στα τορνευτά οπίσθια.

Ασφαλώς όμως σε κανέναν, άντρα ή γυναίκα, δεν θα περνούσε από τον νου να απαντήσει ότι το πιο διεγερτικό σεξουαλικά όργανο του σώματός μας βρίσκεται κρυμμένο μέσα στο κρανίο μας, είναι δηλαδή ο εγκέφαλός μας.

Πάντως, για τη σύγχρονη επιστήμη δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι όλα τα «ερωτικά» μέλη του σώματός μας έχουν εξελιχθεί για να διεγείρουν το σεξουαλικό ενδιαφέρον μας, και ο τελικός αποδέκτης όλων αυτών των επίμονων διεγερτικών μηνυμάτων δεν είναι παρά ο εγκέφαλος: η πραγματική μηχανή του σεξ και έδρα όλων των ερωτικών αισθημάτων μας.

Μάλιστα, είναι βέβαιο ότι η καλή ή κακή λειτουργία της μηχανής του σεξ εξαρτάται από διαφορετικά εγκεφαλικά μόρια, κυρίως ορμόνες και εξειδικευμένους νευροδιαβιβαστές.

Για παράδειγμα, η έντονη σεξουαλική έλξη που νιώθουμε για κάποιον ή κάποια σχετίζεται άμεσα με την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων τεστοστερόνης, ενώ η ερωτική έκσταση ρυθμίζεται κυρίως από την ποσότητα ντοπαμίνης που εκκρίνεται στον εγκέφαλο, σε συνδυασμό με τα χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης.

Οσο για την ικανότητά μας να διατηρούμε στον χρόνο την ερωτική μας επιθυμία, εξαρτάται από την αυξημένη παραγωγή δύο άλλων ορμονών: της ωκυτοκίνης στις γυναίκες και της βασοπρεσίνης στους άνδρες.

Οχι ένα, αλλά τρία ερωτικά συστήματα



Πράγματι, από διαφορετικές έρευνες προκύπτει ότι ο εγκέφαλός μας, κατά τη μακρά εξελικτική ιστορία του είδους μας, ανέπτυξε τρία διαφορετικά -από λειτουργική όσο και από ανατομική άποψη- συστήματα που εργάζονται πυρετωδώς για την επιτυχία των ερωτικών μας περιπτύξεων.

Το πρώτο εγκεφαλικό σύστημα σχετίζεται με τη σεξουαλική έλξη και επιθυμία που μας ωθεί να ζευγαρώνουμε.

Το δεύτερο επιτρέπει την ανάδυση του «ρομαντικού έρωτα» και χρησιμεύει ως κίνητρο για να αφιερώνουμε πολύ χρόνο και ενέργεια στην ή στον ερωτικό μας σύντροφο.

Το τρίτο εγκεφαλικό σύστημα διασφαλίζει τη μακροημέρευση της ερωτικής σχέσης μας.

Η ιδιαίτερη λειτουργία αυτών των τριών διαφορετικών εγκεφαλικών κυκλωμάτων στηρίζεται, όπως διαπίστωσαν, σε διαφορετικά εγκεφαλικά μόρια, κυρίως ορμόνες..

Μήπως, εντέλει, δεν είμαστε τίποτε περισσότερο από πολύπλοκες «βιοχημικές μηχανές» που, λόγω της αφύσικης ανάπτυξης του εγκεφάλου μας, αποκτήσαμε την αφύσικη ικανότητα να εξιδανικεύουμε σε κάποιες δήθεν «ανώτερες» πνευματικές και ψυχικές διεργασίες τις θεμελιώδεις βιολογικές λειτουργίες μας;

Ανέκαθεν, τα σκοτεινά ερωτικά μας πάθη και η χαλιναγώγηση των σεξουαλικών ορμών μας ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των βασικών κοινωνικών θεσμών (οικογένεια, θρησκεία, εκπαίδευση), αλλά και των «ειδημόνων» (παπάδων, δασκάλων, ψυχιάτρων).

Στις μέρες μας, ευτυχώς, αποτελούν επίσης το απολύτως νόμιμο και προνομιακό πεδίο άσκησης των νευροβιολογικών και βιοχημικών ερευνών.

Οι νέες επιστημονικές προσεγγίσεις του ερωτικού εγκεφάλου όχι μόνον έρχονται να καλύψουν τα ενοχλητικά κενά και τις σοβαρές παρανοήσεις του παρελθόντος, αλλά δημιουργούν βάσιμες ελπίδες για ουσιαστικότερη κατανόηση και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των ερωτικών μας παθών.

efsyn.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...