Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Η αποκρυπτογράφηση της «γλώσσας» των συγκινήσεων

Σπύρος Μανουσέλης


Μολονότι επί σχεδόν έναν αιώνα οι ριζοσπαστικές ιδέες του Δαρβίνου σχετικά με την προέλευση και τη βιολογική λειτουργία των συγκινήσεων στον άνθρωπο και τα ζώα αγνοήθηκαν ή παρανοήθηκαν συστηματικά από την επιστήμη, τις τελευταίες δεκαετίες έγιναν αντικείμενο συστηματικής διερεύνησης.

Πράγματι, όπως θα δούμε, ένας μεγάλος αριθμός πειραματικών ερευνών επιβεβαιώνουν τις πρωτοποριακές εξελικτικές εξηγήσεις που είχε διατυπώσει ρητά ο Δαρβίνος στο βιβλίο του «Η έκφραση των συγκινήσεων στον άνθρωπο και τα ζώα».

Σε αυτό το βιβλίο ο πατέρας της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας εξηγεί όχι μόνο το γιατί οι άνθρωποι και πολλά άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά απέκτησαν την ικανότητα να «διαβάζουν» τις συγκινήσεις στο πρόσωπο των άλλων, αλλά και το ποιες βιολογικές ανάγκες εξυπηρετεί.

Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση στα ελληνικά -από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης- αυτού του σημαντικού βιβλίου, παρουσιάσαμε στο προηγούμενό άρθρό μας τις ρηξικέλευθες ιδέες του Δαρβίνου για τη βιολογική σημασία των συγκινήσεων, ενώ στο σημερινό θα εστιάσουμε στο πώς οι εξελικτικές ιδέες διαμόρφωσαν τη σύγχρονη βιοψυχολογία και ευρύτερα την ανθρώπινη σκέψη.

Oι συγκινήσεις αποτελούν μια θεμελιώδη πτυχή της ανθρώπινης ζωής, παρ’ όλα αυτά μόλις πριν από τρεις δεκαετίες ήταν ένα εμφανώς υποτιμημένο γνωστικό αντικείμενο για τις βιοψυχολογικές έρευνες, οι οποίες επέλεγαν πιο «απτά» αντικείμενα μελέτης, όπως π.χ. την κυτταρική οργάνωση του νευρικού συστήματος ή τις βιοχημικές λειτουργίες του εγκεφάλου, αφήνοντας έτσι στη δικαιοδοσία της ψυχανάλυσης, της ψυχοθεραπείας ή της κοινωνικής ψυχολογίας τη διερεύνηση των δήθεν ασώματων ψυχικών λειτουργιών.

Μέχρι πρόσφατα η δυτική επιστήμη επέμενε να αγνοεί επιδεικτικά κάθε δυνατότητα βιολογικής εξήγησης των συγκινήσεων και των ανθρώπινων συναισθημάτων, παρότι ο Κάρολος Δαρβίνος είχε παρουσιάσει -ήδη από το 1872!- στο τελευταίο βιβλίο του για την «Εκφραση των συγκινήσεων» ένα πλήρες επιστημονικό πρόγραμμα έρευνας, το οποίο ήταν αφενός στιβαρό θεωρητικά αφού βασιζόταν στη Θεωρία της Εξέλιξης και αφετέρου εμπειρικά θεμελιωμένο δεδομένου ότι προέκυψε από πλήθος ελέγξιμων παρατηρήσεων σε ανθρώπινους και ζωικούς πληθυσμούς.

Τα αίτια αυτής της ιδεοληπτικής υποτίμησης θα πρέπει να αναζητηθούν όχι τόσο στην έλλειψη των κατάλληλων ερευνητικών εργαλείων, αλλά μάλλον στη μεταφυσική προκατάληψη περί της μοναδικότητας του ανθρώπινου είδους, η «ανωτερότητα» του οποίου ερμηνευόταν (εσφαλμένα) ως το προϊόν της θεϊκής δημιουργίας και όχι βέβαια της «ταπεινής» βιολογικής εξέλιξης από κατώτερα βιολογικά είδη.

Η αποδόμηση αυτών των κοινότοπων αλλά ιδιαίτερα επίμονων ανθρώπινων ψευδαισθήσεων θα ξεκινήσει δειλά δειλά κατά τη δεκαετία του 1960, χάρη στις πρωτοποριακές ψυχολογικές και ανθρωπολογικές έρευνες του Πολ Εκμαν (Paul Ekman).

Ενός εντελώς άσημου, τότε, Αμερικανού εξελικτικού ψυχολόγου που αποφάσισε να μελετήσει πειραματικά τις φευγαλέες αλλά επαναλαμβανόμενες εκφράσεις των συγκινήσεων πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο.

Οι εκφράσεις και οι μορφασμοί του ανθρώπινου προσώπου -καθώς και πολλών άλλων ζώων!- αποτελούν την πιο απτή μαρτυρία ή ορατή εξωτερίκευση των συγκινήσεων που βιώνουν πολλοί οργανισμοί.

Κάτι που όχι μόνο αναγνώρισε αλλά και εξήγησε πρώτος ο Δαρβίνος, χωρίς ωστόσο να πείσει την επιστημονική κοινότητα της εποχής του: ακόμη και οι πιο πιστοί δαρβινιστές αρνήθηκαν να αποδεχτούν τις λογικές συνέπειες της δαρβινικής εξήγησης για τη ζωική καταγωγή και εξέλιξη των ανθρώπινων συγκινήσεων!

Χρειάστηκαν δεκαετίες συστηματικών ψυχολογικών παρατηρήσεων και επιτόπιων ανθρωπολογικών ερευνών για να αλλάξει γνώμη η διεθνής επιστημονική κοινότητα.

Μόνο μετά τη λεπτομερή καταγραφή και ανάλυση που πραγματοποίησαν ο Πολ Εκμαν και οι συνεργάτες του σε πάνω από 10.000 πρόσωπα έγινε σαφές ότι οι εκφράσεις μέσω του προσώπου των βασικών ανθρώπινων συγκινήσεων είναι «οικουμενικές», δηλαδή πανανθρώπινες και δεν εξαρτώνται από τυχαίες τοπικές ή πολιτισμικές διάφορες.

Οι έρευνες του Εκμαν


O Πολ Εκμαν το 1967 στην ειδική αποστολή στην Παπούα Νέα Γουινέα για να μελετήσει τα πρότυπα συμπεριφοράς της απομονωμένης φυλής Φορέ |

Στην πρώτη φάση των ερευνών του, από το 1965 έως το 1972, ο Εκμαν σε στενή συνεργασία με τον ψυχολόγο Κάρολ Αϊζαρντ (Caroll Izard) επιβεβαίωσαν τη δαρβινική αρχή της οικουμενικότητας με τις έρευνες που πραγματοποίησαν αρχικά στις ΗΠΑ και κατόπιν σε αποστολές στη Βραζιλία, την Αργεντινή, τη Χιλή, την Ιαπωνία, την Κίνα κ.α.

Ο Πολ Εκμαν σήμερα |

Ομως, παρά την επιβεβαίωση, υπήρχε η βάσιμη υποψία ότι όλες αυτές οι χώρες έχουν εξοικειωθεί με τα δυτικά πρότυπα συμπεριφοράς, οπότε ενδέχεται να υπήρξαν πολλές πολιτισμικές επιρροές.

Αναζητώντας έναν πολιτιστικά «καθαρό» πληθυσμό, ο Εκμαν οργανώνει το 1967 ειδική αποστολή στην Παπούα Νέα Γουινέα για να μελετήσει τα πρότυπα συμπεριφοράς της απομονωμένης φυλής Φορέ (βλ. σχετικές φωτ.).

Εκεί υπέβαλε ο ίδιος σε μια σειρά από τεστ πολλά άτομα -άντρες και γυναίκες- από διάφορες φυλές, οι οποίες όχι μόνο δεν είχαν έρθει σε επαφή με λευκούς, αλλά εξακολουθούσαν να ζουν στη λίθινη εποχή. Για ακόμη μία φορά επιβεβαίωσε την οικουμενικότητα των εκφράσεων του ανθρώπινου προσώπου ως προς τις 7 βασικές συγκινήσεις: χαρά, θυμό, φόβο, αηδία, έκπληξη, περιφρόνηση και αμηχανία.

Στη δεύτερη φάση των ερευνών του -από το 1972 έως το 1979- ο Εκμαν αντιμετώπισε συγκεριμένα ερωτήματα: πόσες είναι οι δυνατές και αναγνωρίσιμες εκφράσεις των συγκινήσεων στα ανθρώπινα πρόσωπα; Ποια είναι η σημασία κάθε έκφρασης;

Για να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα αυτός και οι συνεργάτες του επιδόθηκαν σε μια φαραωνική προσπάθεια συστηματικής καταλογογράφησης όλων των διαθέσιμων δεδομένων (ειδικό φωτογραφικό υλικό και ερωτηματολόγια από πειράματα και επιτόπιες έρευνες).

Οπως δήλωσε ο ίδιος το 2004: «Αν γνώριζα πόσο χρόνο και έργο θα απαιτούσε η δημιουργία ενός λεξικού των εκφράσεων του ανθρώπινου προσώπου, δεν θα είχα ποτέ ξεκινήσει αυτή την προσπάθεια».

Πάντως ο Εκμαν και ο στενός συνεργάτης του Wallace Friesen χρειάστηκαν 6 χρόνια για να δημιουργήσουν το «Σύστημα Κωδίκευσης των Εκφράσεων του Πρόσωπου» ή FACS, ένα σύστημα ταξινόμησης όλων των εκφράσεων του προσώπου που βασίζεται σε 43 βασικούς τρόπους έκφρασης των συγκινήσεων βάσει των οποίων προέκυψαν τουλάχιστον 10.000 «λήμματα» ή δυνατοί συνδυασμοί εκφράσεων προσώπου, που απ’ ό,τι φαίνεται επιβεβαιώνουν την οικουμενικότητα αυτής της γλώσσας.

Την αρχή της οικουμενικότητας στην έκφραση των συγκινήσεων -όχι μόνο μεταξύ των ανθρώπων αλλά και στα άλλα πρωτεύοντα- την είχε υποστηρίξει πρώτος ο Δαρβίνος χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία, δεδομένου ότι κατά τον 19ο αιώνα η επίσημη ψυχολογική και ανθρωπολογική άποψη θεωρούσε ότι οι εκφράσεις του προσώπου ήταν αποκλειστικά καθορισμένες από πολιτιστικούς και φυλετικούς παράγοντες.

Οπως ακριβώς μια εθνική γλώσσα, έτσι και η «γλώσσα» των εκφράσεων του προσώπου σε κάθε διαφορετικό ανθρώπινο πληθυσμό όφειλε να αντανακλά τις διαφορές από χώρα σε χώρα και από πολιτισμό σε πολιτισμό! Πρόκειται κατά βάθος για κρυπτορατσιστικές προκαταλήψεις που ακόμα και σήμερα επηρεάζουν βαθύτατα την ανθρώπινη αυτο-αντίληψη.

Το περίεργο είναι ότι μετά έναν αιώνα διατυπώθηκαν περίπου οι ίδιες ιδεολογικές αντιρρήσεις και αντιστάσεις ενάντια στις έρευνες του Εκμαν που επιβεβαίωναν τη δαρβινική-εξελικτική αρχή της οικουμενικότητας: δηλαδή την εγγενώς βιολογική ομοιογένεια, τη μη πολιτισμική εξάρτηση και άρα τη θεμελιώδη ισότητα όλων των ανθρώπινων πληθυσμών ως προς την έκφραση των βασικών συγκινήσεων.

Ομως ακόμη πιο εξωφρενικό ήταν ότι αυτές οι σκοταδιστικές αντιρρήσεις δεν διατυπώθηκαν από συντηρητικούς ακροδεξιούς, αλλά από προοδευτικούς ανθρωπολόγους και εθνολόγους οι οποίοι, τουλάχιστον θεωρητικά, δήλωναν αντιρατσιστές!

Συγκινημένοι... εκ φύσεως!


Ανάμεσα στους αντιπάλους του κοινού βιολογικού υποστρώματος στην έκφραση των ανθρώπινων συγκινήσεων ήταν οι θεωρητικοί του «πολιτισμικού σχετικισμού» (cultural relativism), όπως οι διάσημοι ανθρωπολόγοι Margaret Mead, Gregory Bateson και ο γλωσσολόγος-ανθρωπολόγος Ray Birdwhistell οι οποίοι υποστήριζαν ότι η ανθρώπινη κοινωνική συμπεριφορά διαφέρει ριζικά από τη ζωική, επειδή καθορίζεται πρωτίστως ή και αποκλειστικά από εξωγενείς κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες.

Με άλλα λόγια, η έκφραση των συγκινήσεων δεν είναι οικουμενική αλλά εύπλαστη και μεταβάλλεται από πολιτισμό σε πολιτισμό.

Κατά αξιοπερίεργο τρόπο αυτή η «προοδευτική» θέση των σχετικιστών ανθρωπολόγων ενισχύει, αν δεν ταυτίζεται, με τις πολιτικά «ύποπτες» και επιστημονικά «αντιδραστικές» απόψεις των συμπεριφοριστών ψυχολόγων: τίποτα δεν είναι έμφυτο στην ανθρώπινη ψυχολογία, τα πάντα εξαρτώνται από το κοινωνικό-πολιτισμικό περιβάλλον. Κάθε συμπεριφορά μας καθορίζεται και διαμορφώνεται αποκλειστικά από εξωγενείς παράγοντες και οι άνθρωποι δεν είμαστε τίποτε άλλο από εύπλαστες... κοινωνικές μαριονέτες!

Μια εμφανώς μεροληπτική και προκλητική άποψη την οποία η διάσημη ανθρωπολόγος Margaret Mead συνοψίζει ως εξής: «Είμαστε υποχρεωμένοι να συμπεράνουμε πως η ανθρώπινη φύση είναι σχεδόν απίστευτα εύπλαστη και ανταποκρίνεται πιστά και με αντίθετο τρόπο σε αντιτιθέμενες πολιτισμικές συνθήκες», όπως μας υπενθυμίζει ο Πολ Εκμαν στον εκτενή επίλογο που έγραψε για την τρίτη έκδοση του «Η έκφραση των συγκινήσεων» (βλ. ελληνική έκδοση σελ. S26).

Το κατά πόσο η συμπεριφορά μας επηρεάζεται από την ατομική μας ιστορία (από την κοινωνική, οικογενειακή, πολιτιστική πραγματικότητα) και κατά πόσο από τη βιολογική εξέλιξη του είδους μας (από τα γονίδια, την ιδιαίτερη ανάπτυξη του εγκεφάλου μας και τις προσαρμογές του οργανισμού μας σε ένα περιβάλλον) ποικίλλει ανάλογα με το ποια πτυχή της συμπεριφοράς μας εξετάζουμε.

Πάντως, όπως ορθά επισημαίνει ο Εκμαν στο ίδιο κείμενο, «ποτέ το ερώτημα δεν είχε ως απάντηση αποκλειστικά τη φύση ή αποκλειστικά την ανατροφή»!

Στις μέρες μας ωστόσο, χάρη στην εντυπωσιακή πρόοδο της βιοψυχολογίας και της εξελικτικής ανθρωπολογίας, η διαζευκτική αλλά γνωσιακά στείρα αντιπαράθεση της φύσης-βιολογίας στην ανατροφή-πολιτισμό φαίνεται να κλίνει μάλλον προς τη φύση-βιολογία, εισάγοντας μια «νέα» προσέγγιση που τείνει να βιολογικοποιεί κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά: να αναζητά δηλαδή αποκλειστικά στα γονίδιά μας ή, πιο πρόσφατα, στις εγκεφαλικές δομές μας τις οριστικές εξηγήσεις για κάθε φυσιολογική ή παραβατική ανθρώπινη συμπεριφορά.

Συνεπώς, σύμφωνα με αυτή την άποψη, τα βαθύτερα αίτια των κοινωνικών και ιστορικών αδιεξόδων του πολιτισμού μας θα πρέπει να αναζητηθούν, να εξηγηθούν και ενδεχομένως να «θεραπευτούν» μέσω της επιλεκτικής και στοχευμένης τροποποίησης -άραγε από ποιους;- των νευροβιολογικών προϋποθέσεων της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Μια ιδιαιτέρως ανησυχητική προοπτική διαχείρισης από τη νέα πλανητική βιοεξουσία της επισφαλούς ανθρώπινης κατάστασης.

Προσωπαγνωσία ή η εκδίκηση του «δαρβινικού» εγκεφάλου 



Το ότι η αναγνώριση ενός οικείου προσώπου ή της έκφρασης των συγκινήσεων που αποτυπώνεται πάνω σε ένα πρόσωπο είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη εργασία που εντοπίζεται στον ινιακό λοβό είναι από καιρό γνωστό στους ερευνητές του οπτικού εγκεφάλου.

Οι νευροεπιστήμες, μελετώντας τις δυσλειτουργίες του οπτικού εγκεφάλου, ανακάλυψαν ότι η βασική εγκεφαλική περιοχή που ευθύνεται για την αναγνώριση των προσώπων και των εκφράσεών του βρίσκεται στην έξω κροταφοϊνιακή έλικα του οπτικού εγκεφάλου.

Μελετώντας μια πολύ διαδεδομένη δυσλειτουργία ή πάθηση του οπτικού εγκεφάλου, γνωστή στους ειδικούς ως «σύνδρομο προσωπαγνωσίας» στο οποίο ο ασθενής δεν μπορεί να αναγνωρίζει γνωστά πρόσωπα, ανακάλυψαν κάποιους από τους περίπλοκους μηχανισμούς αναγνώρισης.

Ετσι διαπίστωσαν ότι ενώ ο ασθενής που πάσχει από προσωπαγνωσία μπορεί κάλλιστα να αναγνωρίζει τα επιμέρους δομικά στοιχεία του προσώπου, π.χ. τη μύτη, τα μάτια, τα αυτιά ή το στόμα, δεν είναι σε θέση να τα συνδυάζει και να ανασύρει από τη μνήμη του την ενιαία και πολύ οικεία εικόνα του προσώπου που κοιτάζει.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι στην αναγνώριση κάποιων γνωστών προσώπων ή εκφράσεων εμπλέκονται διαφορετικά, τόσο από λειτουργική όσο και από ανατομική άποψη, κέντρα του εγκεφάλου.

Αυτή η ανατομική-λειτουργική εξειδίκευση είναι το εμφανές αποτέλεσμα της πολυπλοκοποίησης του εγκεφάλου μας κατά τη διάρκεια της εξέλιξης.

Κάθε νοητική λειτουργία και οι αντίστοιχες εγκεφαλικές δομές που την υποστηρίζουν είναι ένα σύνθετο εξελικτικό παζλ και όχι το προϊόν της δημιουργίας ή του «ευφυούς σχεδιασμού» από έναν πάνσοφο δημιουργό.

Με αυτήν ακριβώς την έννοια τόσο η ικανότητα όσο και η δυσχέρεια ή και η πλήρης αδυναμία αναγνώρισης των εκφράσεων ενός προσώπου, ένα είδος συγκινησιακής αγνωσίας, είναι οι συνέπειες της μη προσχεδιασμένης οικοδόμησης του εγκεφάλου μας.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...