Του Γίαννη
Και το ονομά της «Παρασκεύη» έτσι όπως το άκουσα μέσα από τον ασύρματο της Ομάδας ΔΙΑΣ κι ένα της παλικάρι μετά το επαλήθευσε.
Άστεγη – κοιμόταν, όπως κάθε βράδυ, στα σκαλοπάτια του θαλάμου που βρίσκονται 2 μηχανήματα συνδιαλλαγών στα κεντρικά της Εθνικής Τράπεζας στη Λαμία – «δίχως μάνα – τι τα γυρεύεις», όπως ανεπίσημα μου εκμυστηρεύτηκε ο επικεφαλής.
Κανονικά, δε θα ‘πρεπε να γράφω ότι γράφω.
Κανονικά, θα ‘πρεπε να μιλάμε για τα παλιά με το Στέφανο, πίνοντας τα ψιλο-κρασάκια μας.
Το Στέφανο είχα να τονε δω πάνω από 5 χρόνια, κι όταν άκουσα το κινητό μου να χτυπάει, έβλεπα αγκαλιά με τη Γωγώ το Ondine – σπίτι της.
Με τα πολλά και με τα λίγα, συμφωνήσαμε μετά το τέλος της ταινίας, να τον περιμένω κάπου στο κέντρο και μετά να αράξουμε στο παιδικό του δωμάτιο στο πατρικό του – έτσι, μπας και θυμηθούμε τα χρόνια που κάποτε ήμασταν κι εμείς νέοι.
Η μόνη μου υποχρέωση να περάσω από κάποιο καπηλειό και να πάρω κάμποσο κρασί. Όπως κι έγινε…
Το ραντεβού μας ήτανε έξω από τα κεντρικά της Εθνικής Τράπεζας.
Καθώς ροβόλογα για το σημείο συνάντησης, πέρασα μπροστά από μία Ομάδα ΔΙΑΣ – «καλή χρονιά λεβέντες – καλή χρονιά σας κύριε», έφτασα, έστριψα τσιγάρο το άναψα και περίμενα τον μια ζωή αργοπορημένο Στέφανο.
Περίμενα σουλατσάροντας μπροστά από το θάλαμο που έλεγα και πριν.
Εδώ ο Στέφανος – εκεί ο Στέφανος, αλλά, πίσω από την ασφαλισμένη γυαλόπορτα και στα 3 σκαλοπατάκια που οδηγούν στα μηχανήματα ανάληψης, έβλεπα ξανά και ξανά, ένα ζευγάρι μαύρα μποτάκια κι ένα λαδί κολάν παντελόνι να σχηματίζει 2 γυναικεία πόδια – από τα γόνατα και κάτω – αλλά πάντα ακίνητα, περισσότερο άνθρωπο, δεν μπορούσα να δω.
Κι εκεί που άναβα το 2ο τσιγάρο, σκέφτηκα: «ρε μπας…»
Και την έκανα με τη μία στα 10 μέτρα παρακάτω, εκεί που ήταν η Ομάδα ΔΙΑΣ.
«Καλησπέρα σας – καλή σας χρονιά – αλλά έτσι κι έτσι κύριοι…»
«Μάλλον η Παρασκευή θα είναι».
«Κι αν έχουνε δει τα μάτια μου – μέχρι και κατάληξη στα Εξάρχεια… να σας δείξω ακριβώς που;»
«Μην ανησυχείτε κύριε και να είστε καλά», με ευχαρίστησε ο επικεφαλής, που μίλησε στον ασύρματο – που, που, που….
Με τα πολλά και με τα λίγα μανά, μαζί με 3 λεβέντες από την Ομάδα ροβολήσαμε στο επίμαχο σημείο – κι ήταν εκεί, που μετά από λίγο, πρόσφερα τσιγάρο σ’ έναν λεβέντη με 3 σαρδέλες, το δέχτηκε και τα ψιλο-είπαμε.
«η Παρασκευή δεν είναι, κανένα κουσούρι – ξύδια, χασίσια, πρέζες, καμία σχέση – άστεγη είναι, ούτε μάνα πια δεν έχει, έ… κάπου κι εμείς την αφήνουμε να κοιμηθεί όπου πιο ζεστά βρει…»
Κι από τη στιγμή που δεν είχα την ανθρωπιά, να τηνε κοιμήσω, έστω και για ένα βράδυ, στο σπίτι μου – θα αναρωτιέμαι αν τελικά το μόνο που κατάφερα ήταν να της χαλάσω τη βόλεψή της…
Το πόσο θα αναρωτιέμαι, εξαρτάται – προσωπικά, από το αν έχω απομείνει Άνθρωπος…
Και το ονομά της «Παρασκεύη» έτσι όπως το άκουσα μέσα από τον ασύρματο της Ομάδας ΔΙΑΣ κι ένα της παλικάρι μετά το επαλήθευσε.
Άστεγη – κοιμόταν, όπως κάθε βράδυ, στα σκαλοπάτια του θαλάμου που βρίσκονται 2 μηχανήματα συνδιαλλαγών στα κεντρικά της Εθνικής Τράπεζας στη Λαμία – «δίχως μάνα – τι τα γυρεύεις», όπως ανεπίσημα μου εκμυστηρεύτηκε ο επικεφαλής.
Κανονικά, δε θα ‘πρεπε να γράφω ότι γράφω.
Κανονικά, θα ‘πρεπε να μιλάμε για τα παλιά με το Στέφανο, πίνοντας τα ψιλο-κρασάκια μας.
Το Στέφανο είχα να τονε δω πάνω από 5 χρόνια, κι όταν άκουσα το κινητό μου να χτυπάει, έβλεπα αγκαλιά με τη Γωγώ το Ondine – σπίτι της.
Με τα πολλά και με τα λίγα, συμφωνήσαμε μετά το τέλος της ταινίας, να τον περιμένω κάπου στο κέντρο και μετά να αράξουμε στο παιδικό του δωμάτιο στο πατρικό του – έτσι, μπας και θυμηθούμε τα χρόνια που κάποτε ήμασταν κι εμείς νέοι.
Η μόνη μου υποχρέωση να περάσω από κάποιο καπηλειό και να πάρω κάμποσο κρασί. Όπως κι έγινε…
Το ραντεβού μας ήτανε έξω από τα κεντρικά της Εθνικής Τράπεζας.
Καθώς ροβόλογα για το σημείο συνάντησης, πέρασα μπροστά από μία Ομάδα ΔΙΑΣ – «καλή χρονιά λεβέντες – καλή χρονιά σας κύριε», έφτασα, έστριψα τσιγάρο το άναψα και περίμενα τον μια ζωή αργοπορημένο Στέφανο.
Περίμενα σουλατσάροντας μπροστά από το θάλαμο που έλεγα και πριν.
Εδώ ο Στέφανος – εκεί ο Στέφανος, αλλά, πίσω από την ασφαλισμένη γυαλόπορτα και στα 3 σκαλοπατάκια που οδηγούν στα μηχανήματα ανάληψης, έβλεπα ξανά και ξανά, ένα ζευγάρι μαύρα μποτάκια κι ένα λαδί κολάν παντελόνι να σχηματίζει 2 γυναικεία πόδια – από τα γόνατα και κάτω – αλλά πάντα ακίνητα, περισσότερο άνθρωπο, δεν μπορούσα να δω.
Κι εκεί που άναβα το 2ο τσιγάρο, σκέφτηκα: «ρε μπας…»
Και την έκανα με τη μία στα 10 μέτρα παρακάτω, εκεί που ήταν η Ομάδα ΔΙΑΣ.
«Καλησπέρα σας – καλή σας χρονιά – αλλά έτσι κι έτσι κύριοι…»
«Μάλλον η Παρασκευή θα είναι».
«Κι αν έχουνε δει τα μάτια μου – μέχρι και κατάληξη στα Εξάρχεια… να σας δείξω ακριβώς που;»
«Μην ανησυχείτε κύριε και να είστε καλά», με ευχαρίστησε ο επικεφαλής, που μίλησε στον ασύρματο – που, που, που….
Με τα πολλά και με τα λίγα μανά, μαζί με 3 λεβέντες από την Ομάδα ροβολήσαμε στο επίμαχο σημείο – κι ήταν εκεί, που μετά από λίγο, πρόσφερα τσιγάρο σ’ έναν λεβέντη με 3 σαρδέλες, το δέχτηκε και τα ψιλο-είπαμε.
«η Παρασκευή δεν είναι, κανένα κουσούρι – ξύδια, χασίσια, πρέζες, καμία σχέση – άστεγη είναι, ούτε μάνα πια δεν έχει, έ… κάπου κι εμείς την αφήνουμε να κοιμηθεί όπου πιο ζεστά βρει…»
Κι από τη στιγμή που δεν είχα την ανθρωπιά, να τηνε κοιμήσω, έστω και για ένα βράδυ, στο σπίτι μου – θα αναρωτιέμαι αν τελικά το μόνο που κατάφερα ήταν να της χαλάσω τη βόλεψή της…
Το πόσο θα αναρωτιέμαι, εξαρτάται – προσωπικά, από το αν έχω απομείνει Άνθρωπος…
