Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2021

Τα χρόνια περνούν, τα τραγούδια ταξιδεύουν: «Δραπετσώνα»



Το 1960 κυκλοφορεί η «Δραπετσώνα» το εμβληματικό ζεϊμπέκικο των Τάσου Λειβαδίτη – Μίκη Θεοδωράκη που αποτελεί «παράδειγμα ενός πολιτικοποιημένου τραγουδιού, το οποίο είναι τραγούδι της παρέας» όπως έχει πει ο σπουδαίος συνθέτης του. Η «Δραπετσώνα» δεν έπαψε να τραγουδιέται στις παρέες και θα τραγουδιέται στον αιώνα τον άπαντα, όμως γιατί ο Μίκης το χαρακτηρίζει πολιτικοποιημένο; Το εξηγεί ο ίδιος, στο βιβλίο του Γ. Π. Μαλούχου «Μίκης Θεοδωράκης 85 χρόνια Άξιος Εστί – Από το Μεσοπόλεμο στη Χρεοκοπία» (εκδ. Εκδοτικός Οργανισμός Π. Κυριακίδη, Αθήνα 2010):

«Στη Δραπετσώνα πήγαν οι μπουλντόζες να γκρεμίσουν τα παραπήγματα, για να χτίσουν πολυκατοικίες. Δε θα γκρέμιζαν πολυκατοικίες, αλλά παράγκες. Αυτοί εκεί ζούσαν σαν σκουλήκια, η παράγκα όμως γι’ αυτούς ήταν η ζωή τους. Παρότι δεν ήμουν πολιτικός, μόλις πήγα εκεί στη συνοικία και είδαν τον Θεοδωράκη που τραγουδούσε, οι γυναίκες και οι άνδρες με περικύκλωσαν και κάθισα μπροστά στις μπουλντόζες. Γιατί, αν δεν ήμουν εγώ, δε θα έρχονταν οι γυναίκες, φοβόντουσαν. Ήταν οι χωροφύλακες πλάι, οι οποίοι τις χτυπούσαν. Όταν ήμουν και εγώ -μια προσωπικότητα-, σου λέει «θα γίνει θέμα». Αυτά τα πράγματα δεν τα λέμε τώρα εκ των υστέρων, είναι βιώματα, τα οποία με έδεναν εμένα με τη συνείδηση της πολιτικής εκείνη τη στιγμή. Η πολιτική είναι να αντισταθείς σε αυτό το πρόσωπο της βίας το οποίο είχε πλέον αφηνιάσει εκεί, και υπήρχε ένας λαός κάτω, που δεν ήξερε τι να κάνει, δεν είχε προστασία. Ήμουν ένας αυτόκλητος προστάτης αυτών από όλη την παράδοση που είχα μέσα μου, αλλά είχα και μια τόλμη την οποία έπαιρνα λόγω του ότι ήμουν πλέον δημόσιο πρόσωπο, βοηθούσε το τραγούδι, και το τραγούδι αυτό, η Δραπετσώνα, όταν βγήκε, αμέσως τους σταμάτησε. (…) Ο αδερφός μου έκανε τα ρεπορτάζ κάτω στη Δραπετσώνα και μετά τα δημοσίευε στην Αυγή. Κάποια στιγμή, μου λέει: «Αυτοί δε σταματάνε με τίποτα, παρά μόνο με ένα τραγούδι».

Ο Μίκης Θεοδωράκης γνώριζε από πρώτο χέρι τι εστί Δραπετσώνα. Εμπνεύστηκε τη μελωδία περπατώντας στα σοκάκια της, ανάμεσα στα μικρά σπίτια και τα παραπήγματα που κατοικούνταν από φτωχούς μα περήφανους ανθρώπους και αναπνέοντας τον ίδιο θάνατο, που ξερνούσε το φουγάρο του εργοστασίου λιπασμάτων, συντροφιά με τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη. Κάποιος άλλος ποιητής που μας έδωσε σπουδαία τραγούδια, ο Φώντας Λάδης, με την γλαφυρή αφήγησή του ξαναζωντανεύει δεκαετίες μετά το σκηνικό εκείνης της Δραπετσώνας που έγινε τραγούδι. Το κάνει στο βιβλίο του «Μίκης Θεοδωράκης, Το χρονικό μιας Επανάστασης 1960-1967. Η ιστορία της γενιάς του 1-1-4 και των “Λαμπράκηδων”». Το πολύ καλό βιβλίο που σύμφωνα με τον συγγραφέα του «άρχισε να γράφεται εννιά μήνες μετά το πραξικόπημα της χούντας, σε συνθήκες αυτοεξορίας και με περιορισμένη πρόσβαση σε γραπτές πηγές», τυπώθηκε το 2001 και το 2006 από τις εκδόσεις «Εξάντας» και κυκλοφόρησε ξανά το περασμένο Σαββατοκύριακο με την «Εφημερίδα των Συντακτών». Γράφει ο Φώντας Λάδης:

«Οι δυο άντρες άφησαν το αυτοκίνητο πίσω από μια μάντρα και πήραν ν’ ανηφορίζουν τον στενό, κεντρικό δρόμο της συνοικίας. Τον έναν τον ξέρουμε κιόλας. Είναι ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο άλλος -ένας συνομήλικός του μελαχρινός, λίγο φαλακρός, με «γραμμένο» μουστάκι και κάπως «αριστοκρατική» θωριά- είναι ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης.

Έχει περάσει μισός χρόνος απ’ τη βραδιά που έγινε η εκδήλωση στην αίθουσα «Ελευθερίου Βενιζέλου». Πρόβες, ηχογραφήσεις, ταξίδια, επαφές μ’ ένα σωρό πρόσωπα, όλα αυτά θέλουν γερά νεύρα και εξαντλητική δουλειά. Ο Μίκης αισθάνεται έναν κλοιό που όσο πάει σφίγγει γύρω του. Κάθε λίγες μέρες ξεκλέβει λίγη ώρα. Γυρίζει τις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Βρίσκει ένα ήσυχο μέρος, χάνεται στις σκέψεις του. Συχνά παίρνει και κανένα φίλο μαζί του, πιάνουν την κουβέντα. Θυμούνται παλιότερες εποχές, ο κλοιός αρχίζει και χαλαρώνει, όπως όταν ρίξεις μια πέτρα στο νερό: οι κύκλοι απομακρύνονται, σβήνουν και το μυαλό ξαναείναι ήρεμο αντίκρυ στα πράγματα. Όπως απόψε. Τούτο το Σαββατόβραδο σε ποτίζει σαν φίνο κρασί. Η άνοιξη έχει μπει για καλά.

Οι δυο άντρες συνεχίζουν ν’ ανηφορίζουν. Το σκηνικό γύρω τους είναι πάντα το ίδιο. Ισόγεια, χαμηλά σπίτια. Θυμίζουν νησιωτικούς συνοικισμούς: το ένα σπίτι προσπαθεί να καλύψει το άλλο, λες κι από μέρα σε μέρα θα ξανάρθουν κάποιοι κουρσάροι από το πέλαγος. Μια τεράστια ταμπέλα κρέμεται, όπου κι αν κοιτάξεις: ΦΤΩΧΕΙΑ. Σπίτια, δρόμοι, άνθρωποι το φωνάζουν βουβά: ΦΤΩΧΕΙΑ. Από τη δεξιά μεριά έρχεται μια παράξενη μυρουδιά. Τα Λιπάσματα. Ένα μεγάλο βιομηχανικό συγκρότημα. Παράγει τζάμια, κρύσταλλα, μπουκάλια, τσιμέντο. Τα παπούτσια σου αρχίζουν να θαμπώνουν. Αν ο δρόμος σου είναι προς τα κει, θα χωθούν μέσα σε μια άσπρη σκόνη. Απ’ τ’ αριστερά, χαμηλά, είναι μια μικρή προβλήτα. Μερικά βαπόρια, ξένα. Ρωσικά, γερμανικά, ολλανδέζικα. Θα φορτώσουν… Τα Λιπάσματα. Η Δραπετσώνα. Τούτες οι συνοικίες, τόσο κοντά στο λιμάνι του Πειραιά, τόσο κοντά στην Αθήνα, μα μπαίνοντας στην επικράτειά τους λες και περνάς τα σύνορα ενός άλλου κόσμου. Είσαι ένας τουρίστας σε μια ξένη χώρα. Η Αθήνα κι ο Πειραιάς είναι ξεχασμένη ιστορία…

Οι κάτοικοι εδώ μιλάνε την ίδια γλώσσα με σένα. Είναι φτωχοί, μα δεν σου θυμίζουν τους κουρελήδες της Αυλής των Θαυμάτων. Όταν το πρωινό λεωφορείο τούς κατεβάσει στην Ακτή Τζελέπη, τους καταπίνει κι αυτούς ο Πειραιάς – το λιμάνι, οι πόρτες των εργοστασίων, των μαγαζιών, οι μοντέρνες πολυκατοικίες με τα εκατοντάδες γραφεία. Τους σκορπίζει σε χίλιες κατευθύνσεις το σιδερένιο ποτάμι, ο «ηλεκτρικός», και τους ξαναμαζεύει το βράδυ. Μέχρι εκείνη την ώρα είναι όμοιοι μ’ όλους τους άλλους. Οι Έλληνες είναι ενιαίος λαός κι ας λένε ό,τι θέλουν οι εθνολόγοι. Οι αγρότες, οι ψαράδες, οι εργάτες, οι κάτοικοι των συνοικιών. Είναι όλοι τους φτωχοί. Κι οι φτωχοί είναι ίδιοι. Οι κάτοικοι της Δραπετσώνας όμως έχουν ένα ξεχωριστό «προνόμιο». Τούτες τις μέρες τούς γκρεμίζουν τα σπίτια.

Σε μια μεριά της συνοικίας είναι στοιβαγμένα τα παραπήγματα. Ανθρώπινα κλουβιά από λαμαρίνα, ξύλα, πισσόχαρτο. Κάποιο εργοστάσιο θέλει να επεκταθεί, κάποιος οικοπεδοφάγος να ωφεληθεί, το φιρμάνι βγήκε: «Θα σας χτίσουμε ωραία σπίτια. Μα πρώτα να γκρεμίσουμε αυτά. Μέχρι τότε πάρτε αυτά τα λίγα λεφτά. Τόσο εκτίμησαν την αξία τους οι ειδικοί». Και πού θα πάμε, κύριε υπουργέ; «Πού θα πάτε; Θα δούμε! Ας αρχίσει το γκρέμισμα!» Οι κουρσάροι ήρθαν!

Ο Μίκης σκέφτεται όλα αυτά κι ανηφορίζει. Κοιτάζει τον μακρόστενο, ψηλό τοίχο που χάνεται προς τα πάνω… Τούτο το εργοστάσιο βγάζει τόσο τσιμέντο, που θα χτίζονταν στ’ αλήθεια ωραία σπίτια. Στο ίδιο ακριβώς μέρος. Όμως τα πλοία περιμένουν να φορτώσουν. Ρωσικά, γερμανικά, ολλανδέζικα. Το τσιμέντο φεύγει γι’ αλλού».


Οι εικόνες, τα χρώματα, οι ήχοι, οι μυρωδιές αυτού του παρακμασμένου μα κάθε άλλο παρά νεκρού «τοπίου», στροβιλίζονται στο μυαλό του Μίκη Θεοδωράκη και τροφοδοτούν σαν σπινθήρες την έκρηξη της θείας έμπνευσής του. Ο ίδιος στο «Μίκης Θεοδωράκης 85 χρόνια Άξιος Εστί – Από το Μεσοπόλεμο στη Χρεοκοπία» διηγείται:

«Κάθομαι λοιπόν και γράφω τη μελωδία πρώτα, καθώς πήγαινα με το αυτοκίνητο. Πήγαινα να κάνω μια φωνοληψία και ήμουν καθ’ οδόν στην Πατησίων. Θυμάμαι λοιπόν ότι η μελωδία της Δραπετσώνας μού ήρθε αφού πέρασα το θέατρο «Καλουτά». Πατάω φρένο αμέσως για να το γράψω στο πακέτο των τσιγάρων μου, γιατί η μελωδία θα μου έφευγε, και με χτυπάει από πίσω ένας. Αλλά εγώ τίποτα, συνέχισα να γράφω. Έρχεται αυτός και μου λέει: «Τρελός είσαι; Τι κάνεις εδώ; Μίκη, εσύ είσαι;»

«Ρε παιδί μου, άσε με, συνθέτω τώρα».

Τρέχω στην «Κολούμπια», κάθομαι στο πιάνο, το παίζω όλο αυτό και αμέσως τηλεφωνάω στον Τάσο τον Λειβαδίτη, που ήταν ειδικός στο να γράφει πάνω στη μουσική. Λέω «Τάσο, έλα εδώ». Στην «Κολούμπια» μέσα το παίζω, το ξαναπαίζω, κάθεται ο Λειβαδίτης στο καφενείο, το γράφει και μου το φέρνει.

(…) Όπως είχα την ορχήστρα διαθέσιμη, το παίξαμε αμέσως. Ήταν μια τρέλα όλο αυτό και ίσως επειδή εκεί έγραφα και άλλα τραγούδια και οι μουσικοί με ρωτούσαν «Τι γράφεις εκεί;» άρχισαν να το παίζουν και πιθανώς να το κάναμε εκείνη τη στιγμή. Ήρθε ο Χιώτης την άλλη μέρα και το κάναμε δίσκο. Αυτό έπαιξε τεράστιο ρόλο.

Αυτό είναι ένα παράδειγμα ενός πολιτικοποιημένου τραγουδιού, το οποίο είναι τραγούδι της παρέας. Είναι ένα τραγούδι που περνάει μέσα στις φλέβες του λαού, αλλά είναι ένα μανιφέστο ολόκληρο, δηλαδή είναι σαν να του δίνεις να διαβάσει το Κεφάλαιο του Μαρξ, αυτός το καταλαβαίνει καλύτερα έτσι, με το τραγούδι».

Η «Δραπετσώνα είναι ένα τα πρώτα τραγούδια του Μίκη που κυκλοφόρησαν σε δίσκο μετά τον Επιτάφιο. Ένα τραγούδι «γι’ αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους, που αναγκάζονται κι εγκαταλείπουν τον τόπο όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Πού τους ξερίζωσαν οι «ειδικοί». Σαν σεισμός. Ένα πρωί, στέλνοντάς τους ένα μικρό χαρτί με λίγες λέξεις και πολλές σφραγίδες: κυβερνητική απόφαση», όπως σημειώνει στο βιβλίο του ο Φώντας Λάδης. Και συνεχίζει: «Μόλις κυκλοφόρησε η «Δραπετσώνα», έγινε αμέσως σύμβολο όλων εκείνων που ζουν στις γειτονιές της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των άλλων πόλεων. Έγινε η φωνή αυτών των «φτωχών αγίων», που περιμένουν καρτερικά μια αλλαγή στο ριζικό τους. Καθώς όμως οι ήχοι του μπουζουκιού κομματιάζουν την ηρεμία μέσα στη μικρή ταβέρνα, και καθώς ο εργάτης σηκώνεται να χορέψει το ζεϊμπέκικο, βγάζει μαζί με τον τραγουδιστή μακρόσυρτη, παραπονεμένη κραυγή. Η «Δραπετσώνα» γίνεται ξαφνικά σύμβολο πάλης και αισιοδοξίας. Κι ο βασανισμένος άνθρωπος που χορεύει, κι οι άλλοι που τον παρακολουθούν αμίλητοι, αρχίζουν να βλέπουν καθαρά τον μοναδικό δρόμο που θ’ αλλάξει το ριζικό τους. Πρέπει να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τούς σ’ αυτό το μεράδι γης που τους ανήκει»

.
Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά
εγώ κι εκείνη όνειρα, φιλιά.

Το ’δερνε ο αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκαπαντοχή.
Αχ! Το σπιτάκι μας κι αυτό είχε ψυχή.

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.
Κράτα το χέρι μου και πάμε, αστέρι μου,
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί…

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά.
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός,
κάθε παράθυρό του κι ουρανός.

Κι όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά.
Αχ! Το σπιτάκι μας κι αυτό είχε καρδιά.

Η «Δραπετσώνα» έχει ταυτιστεί με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση όσο λίγα τραγούδια. Η ερμηνεία του μοναδική και απαράμιλλη. Είναι λαϊκός τραγουδιστής με εκτόπισμα όταν αποφασίζει να «βουτήξει» στα άγνωστα νερά των τραγουδιών του Μίκη. Τον συνθέτη «με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση τον έδενε μια στενή, ιδιότυπη φιλία από παλιά. Τότε που τον πήγαν από την Ικαρία να κάνει το στρατιωτικό του σ’ άλλον τόπο εξορίας, στη Μακρόνησο» γράφει ο Φώντας Λάδης στο βιβλίο του.

  «Ήταν μέσα σ’ ένα Τζέιμς και τους πήγαιναν -ήταν κι άλλοι πολλοί- στο Λαύριο, να τους φορτώσουν στο οπλιταγωγό. Ο Μίκης ήταν σε φοβερή κατάσταση, μισολιπόθυμος, το στόμα του καιγόταν από τη δίψα. Ένας άλλος, που είχε πιάσει φιλίες με τους φρουρούς, βρήκε ένα παγούρι με λίγο νερό και του το ’δώσε. Κάτι τέτοιες στιγμές τις θυμάσαι πάντα. Εκείνος ο άγνωστος, ο λαϊκός τύπος που, χωρίς να του το ζητήσει, του ’δωσε να πιει απ’ το παγούρι, ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Θα γνωριστούν καλύτερα ύστερα, στη Μακρόνησο, και θα ξαναβρεθούν μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια, όταν ο Μίκης έψαχνε τον ιδανικό ερμηνευτή των τραγουδιών του. Τότε ήταν ακριβώς που ο Γρηγόρης ετοιμαζόταν να φύγει για τον Καναδά. Είχε απογοητευτεί, το λαϊκό τραγούδι περνούσε κρίση, δύσκολα έβρισκαν δουλειά οι επαγγελματίες του είδους. Ο Μίκης τον βρήκε, έκανε αγώνα να τον μεταπείσει. Μα ο άλλος δίσταζε. Είχε οικογένεια. Δεν μπορούσε να καταλάβει από πού πηγάζει η αισιοδοξία του Μίκη. Έμεινε για να ηχογραφήσουν τον Επιτάφιο. Ακολούθησε η πρώτη μεγάλη συναυλία στο θέατρο «Κεντρικό». Ο Μπιθικώτσης έπαθε τρακ. Τόσα χρόνια λαϊκός τραγουδιστής, μα δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιο κοινό, σε τέτοιες σάλες. Όλα μπροστά στα μάτια του ήρθαν τα πάνω κάτω, έφυγε στα παρασκήνια. Τα υπόλοιπα τραγούδια τα τραγούδησε ο Μίκης, που το θυμάται τώρα και γελάει»…


Τα χρόνια περνούν, τα τραγούδια ταξιδεύουν: «Δραπετσώνα» – Τάσος Λειβαδίτης, Μίκης Θεοδωράκης, Μανώλης Χιώτης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης


Πηγή:katiousa



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου