Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Διδώ Σωτηρίου: «Οι νεκροί περιµένουν» (Απόσπασµα)

Διδώ Σωτηρίου

Αρχίσαµε να βαδίζουµε πιασµένοι απ' το χέρι, κοντά ο ένας στον άλλον, χαµένοι, µουδιασµένοι, δισταχτικοί, σαν νά 'µαστε τυφλοί και δεν ξέρουµε πού θα µας φέρει το κάθε βήµα που αποτολµούσαµε. Γυρεύαµε ξενοδοχείο στο λιµάνι για ν' ακουµπήσουµε και να περιµένουµε τους δικούς µας. Όπου όµως κι αν ρωτούσαµε, παίρναµε την ίδια στερεότυπη απόκριση: 

— Απ' τη Σµύρνη έρχεστε; Δε δεχόµαστε πρόσφυγες. 

— Μα θα σας πληρώσουµε καλά, άνθρωποι του Θεού, έλεγε η θεία Ερµιόνη. 

Εκείνοι επέµεναν στην άρνησή τους:

— Φοβόµαστε τις επιτάξεις. Δε µάθατε λοιπόν πως στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάµο έφτασε προσφυγολόι, κι επιτάξανε όλα τα σχολεία, τα ξενοδοχεία, τα πάντα; 

— Τί θέλαµε, τί γυρεύαµε µεις να 'ρθούµε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο, έλεγε η κυρία Ελβίρα. Τί θέλαµε και τί γυρεύαµε να χωριστούµε από τους άνδρες µας! 

Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεµένος ξενοδόχος και µας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωµάτιο µε έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαµε πραγµατικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαµε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσµος αναποδογύρισε. 

Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ' άλλο και ξεφόρτωναν κόσµο, έναν κόσµο ξεκουρντισµένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασµένο, λες κι έβγαινε από φρενοκοµεία, από νοσοκοµεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόµοι, το λιµάνι οι εκκλησιές, τα σχολειά, οι δηµόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόµια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι. 

Ενάµισι εκατοµµύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ' την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωµένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κοµπόδεµα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους.Και βάλθηκαν να τρέχουν να φεύγουν κυνηγηµένοι απ' το τούρκικο µαχαίρι και τη φωτιά του πολέµου. Έρχεται µια τραγική στιγµή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να µπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασµένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ' έναν οµαδικό, φοβερό ξενιτεµό. Κοιµήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιµάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας του Βόλου, της Πάτρας. 

Ενάµισι εκατοµµύριο αγωνίες και οικονοµικά προβλήµατα ξεµπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, µε µια θλιβερή ταµπέλα κρεµασµένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Πού να ακουµπήσουν οι πρόσφυγες; τί να σκεφτούν; τί να ξεχάσουν; τί να πράξουν; πού να δουλέψουν; πώς να ζήσουν; 

Τρέµαν ακόµα απ' το φόβο. Τα µάτια τους ήταν κόκκινα απ' το αιµάτινο ποτάµι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, µετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, µόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορµί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ' αυτή ήταν άφαντη. Είχε µείνει πίσω στην πατρίδα κοντά στους αγαπηµένους νεκρούς και στους αιχµαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές….


[Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιµένουν. Κέδρος, Αθήνα 1979 (7η έκδ.), σ. 132-134]

Σ.Σ.: Η Διδώ Σωτηρίου γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1909 στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας από εύπορη οικογένεια. Ήταν κόρη του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης Παπαδοπούλου. Αδελφή της ήταν η Έλλη Παππά, η μετέπειτα δημοσιογράφος, συγγραφέας και σύζυγος του Νίκου Μπελογιάννη.




Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου