Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

H ανθρωπιά είναι και η τελευταία μας επανάσταση



Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο σε όλους εκείνους που χάρηκαν όταν 15 ψυχές κομματιάστηκαν στα νερά του αιγαίου, σε εκείνους που ενώ είχαν 5 νεκρές συναδέλφισσές τους, για ένα κομμάτι ψωμί ξεπούλησαν την αξιοπρέπεια τους. Σε εκείνους που βλέπουν το κτήνος δίπλα τους να γιγαντώνεται και αποφασίζουν να γίνουν ίδιοι με αυτό…

Η ιστορία μας ξεκινά στο καφενείο μίας μικρής Γαλλικής πόλης. Ο Μπερανζέ, ένας απλός άνθρωπος συναντά τον Ζαν. Καθώς κουβεντιάζουν, ακούγεται ένας δυνατός θόρυβος! Ένας ρινόκερος περνά μέσα από την πόλη! Οι περαστικοί σοκάρονται, μα οι περισσότεροι προσπαθούν να βρουν εξηγήσεις για αυτό το απίθανο γεγονός… ήταν αφρικανικός ή ασιατικός; Είχε ένα ή δύο κέρατα; Μήπως είναι ψευδαίσθηση ή όχι; Σιγά σιγά, όμως, η ανησυχία μετατρέπεται σε αδιαφορία και οι περισσότεροι συνεχίζουν τη ζωή τους.

Η υπόθεση μετά από λίγο μεταφέρεται στο γραφείο όπου εργάζεται ο Μπερανζέ, εκεί βρίσκεται και η Νταίζη, με την οποία είναι ερωτευμένος. Στο γραφείο έχει ξεσπάσει καυγάς ανάμεσα στον Ντιντάρ και τον ευέξαπτο Μποτάρ. Ο Μποτάρ δεν πιστεύει ότι υπάρχουν ρινόκεροι παρά τους ισχυρισμούς διαφόρων αυτοπτών μαρτύρων, μέχρι που φεύγει εκνευρισμένος. Μετά από λίγο, ένας ρινόκερος εισβάλλει στο γραφείο, ενώ οι υπάλληλοι δραπετεύουν με κάθε τρόπο πανικόβλητοι. Αυτός ο ρινόκερος δεν είναι άλλος από τον Μποτάρ…
 
Ο Μπερανζέ αφού καταφέρνει να δραπέτευσε πηγαίνει να επισκεφθεί τον Ζαν τον οποίο βρίσκει βαριά άρρωστο. Ο Ζαν, ενώ στην αρχή είναι κατά των ρινόκερων, σταδιακά γίνεται πιο επιεικής απέναντί τους. Αρχίζει να τους υπερασπίζεται και να υποστηρίζει ότι είναι πιο φυσικό να είσαι ρινόκερος από το να είσαι άνθρωπος. Καθώς η σκηνή εξελίσσεται το πρόσωπό του αλλοιώνεται. Ένα κέρατο φυτρώνει στο κεφάλι του, το δέρμα του σκληραίνει, και η ομιλία του μετατρέπεται σταδιακά σε άναρθρα μουγκρητά. Ξαφνικά ο Ζαν επιτίθεται στον Μπερανζέ με οργή, σπάζει αντικείμενα, και στο τέλος βγαίνει στο δρόμο ως ρινόκερος, αφήνοντας τον φίλο του τρομοκρατημένο.

Οι μέρες περνούν και η πόλη έχει βυθιστεί στο χάος. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε ρινόκερους. Τα πάντα έχουν παραλύσει. Ο Μπερανζέ έχει κλειστεί στο σπίτι του. Προσπαθεί να πλυθεί, να ντυθεί, να κρατήσει την αξιοπρέπειά του. Η Νταίζη τον επισκέπτεται. Αρχικά αγκαλιάζονται, μιλούν για το μέλλον, φαντάζονται να φτιάξουν μαζί έναν δικό τους κόσμο. Εκείνος βρίσκει επιτέλους κουράγιο. Σιγά σιγά όμως η Νταίζη αλλάζει. Της φαίνεται γοητευτική η ελευθερία των ρινόκερων, το πόσο δυνατοί και αληθινοί φαίνονται, αρχίζει να λέει πως δεν αντέχει την ανθρώπινη αδυναμία, τις ενοχές, τα προβλήματα. Οι ρινόκεροι είναι χαρούμενοι. Τελικά, τον εγκαταλείπει και βγαίνει έξω να ενωθεί με το κοπάδι…

Ο Μπερανζέ μένει μόνος. Απελπισμένος, σκέφτεται ότι δεν έχει νόημα να μείνει άνθρωπος. Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη, προσπαθεί να μουγκρίσει σαν ρινόκερος αλλά δεν μπορεί. Το πρόσωπό του παραμένει ανθρώπινο, η φωνή του ασθενική, και η μορφή του εύθραυστη. Στο τέλος, με όλη του τη δύναμη φωνάζει “Δεν θα υποχωρήσω! Δεν θα γίνω ρινόκερος!” Το έργο τελειώνει με τον ήχο του κοπαδιού των ρινόκερων να καλπάζει στους δρόμους, ενώ ο Μπερανζέ στέκει μόνος, αλλά άνθρωπος, μέσα στον απόλυτο τρόμο.

Και γιατί γράφω για το θεατρικό έργο του Ιονέσκο που με αυτόν τον τρόπο ήθελε να περιγράψει την σταδιακή αποκτήνωση των ανθρώπων στην περίοδο του μεσοπολέμου και την άνοδο του ναζισμού και του φασισμού; Επειδή κάτι τέτοιο ζούμε και εμείς από την περίοδο της οικονομικής κρίσης και μετά.
Αρχικά ήταν η Χρυσή Αυγή και η τεράστια υποστήριξη που είχε. Άγριοι, επιθετικοί, ογκώδεις, αναίσθητοι, οργανωμένοι σε αγέλες με σκοπό να σαρώσουν τα πάντα, με μια στρατιωτική ομοιότητα που έχει κατασπαράξει την μοναδικότητα και την προσωπικότητα των μελών της. Τρομακτικοί για εμάς, εντυπωσιακοί για την απαίδευτη μάζα. Αυτή που εξαιτίας της έλλειψης ταξικής συνείδησης δεν μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς προκαλεί τις κρίσεις, την φτώχια και την ανέχεια. Άλλωστε ο φασισμός δεν επικρατεί μόνο με φόβο, αλλά και με τη γοητεία που ασκεί η επίδειξη ισχύος. Επέλεξε λοιπόν η μάζα να τους μοιάσει, να τους ακολουθήσει στην “ελευθερία” που φαίνεται να είχαν. Έγιναν και αυτοί κτήνη. Επιτέθηκαν σε γείτονες τους, σε μετανάστες, σε κάθε έναν που θεωρούσαν ότι δεν ταίριαζε στο κτήνος που και οι ίδιοι επέλεξαν να μεταμορφωθούν. Κανονικοποίησαν την βία, τις δολοφονίες, τις απειλές. Αποδέχτηκαν να γίνουν ένα με την μάζα, με την αγέλη των παχύδερμων.

Και αν η Χρυσή Αυγή κατέρρευσε, η λογική του κτήνους παραμένει… Στον δρόμο και τις γειτονίες όπου η λογική του κάτσε φρόνιμα μην σε στείλω στο νοσοκομείο από το ξύλο, έχει επικρατήσει. Μαγκιά, κουτσαβακισμός και συνήθως σε αγέλες. Στις πορείες και στην αστυνομική βία που έφτασε να θεωρείται κάτι αυτονόητο. Μπάτσοι ντυμένοι εντυπωσιακά, γυμνασμένοι, πάνω σε μηχανές μεγάλου κυβισμού, με εξοπλισμό που τρομάζει και προκαλεί δέος, στην λογική της αγέλης να ξυλοκοπούν πολίτες, να καταχρώνται την εξουσία τους. Στους χώρους εργασίας όπου η ρουφιανιά και η λογική του πατώ πάνω στο πτώμα σου είναι μια κανονικότητα που ενισχύεται από όλους. Θέλουμε killers και όχι αλληλεγγύη θα σου πουν στις συνεντεύξεις για δουλειά. Είσαι πολύ ευαίσθητος για να αντέξεις. Εδώ είναι ο λάκκος με τα κτήνη, θα μεταμορφωθείς ή θα σε φάμε ζωντανό. Στην κοινωνική αλληλεγγύη, όπου πολύ συχνά ακούμε την φράση και εμένα τι με νοιάζει; Τι με νοιάζει που πέθανε σε ένα απαξιωμένο εθνικό σύστημα υγείας; Ας έκανε τα κουμάντα του να πλήρωνε το Υγεία ή το Metropolitan. Τι με νοιάζει που του παίρνουν το σπίτι και δεν έχει να πληρώσει για το ρεύμα; Ας πρόσεχε ο βλάκας. Τι με νοιάζει που έχει παιδί με αυτισμό, με σύνδρομο Down, ανάπηρο; Να μην το γεννούσε. Τι με νοιάζει ρε φίλε που είσαι ανάπηρος και θες να κυκλοφορήσεις; Κάτσε σπίτι σου ρε. Την βίασαν; Τι με νοιάζει. Ποιος ξέρει τι φορούσε, καλά της έκαναν δεν θα έπαθε και κάτι. Εξαϋλώθηκε μέσα σε ένα εργοστάσιο που ήταν ωρολογιακή βόμβα; Και μένα τι με νοιάζει; Εγώ ζω και θέλω να συνεχίσω να δουλεύω στο κάτεργο για τρεις και εξήντα. Έπεσε πάνω του σκάφος του λιμενικού και του διέλυσε το κορμί; Και λοιπόν; Να μην ερχόταν, να καθόταν στην χώρα του να πεθαίνει λίγο λίγο από την πείνα.

Και αν αυτή είναι η άμεση συμπεριφορά του κτήνους, υπάρχει και αυτή που είναι καμουφλαρισμένη με γραβάτες και ωραία λόγια περί αριστείας και τεχνοκρατών. Θα στηρίξεις τα κτήνη και θα γίνεις ένα με αυτά για μια θέση στο Δημόσιο, για μια θέση μετακλητού ή μπάτσου. Θα δεις 57 ψυχές να κομματιάζονται στις λαμαρίνες 2 τρένων που συγκρούστηκαν, αλλά εσένα τι σε νοιάζει ρε; Δικά σου παιδιά ήταν άλλωστε; Ας πρόσεχαν, ας είχαν λεφτά για αμάξι, για αεροπλάνο. Ένα κωλοτρένο θα σου χαλάσει την μπίζνα ρε; Πάμε καλά; Εσύ έχεις την επιδότηση, βρήκες το κόλπο. Λεβέντης ρε, μάγκας. Θα γίνεις ένα με τον τοπικό κομματάρχη, με το παχύδερμο, θα μπεις στην αγέλη και συ, άλλωστε τα λεφτά είναι πολλά, η εξουσία γλυκιά. Δεν είμαι μόνος μου ρε κοιτά. Είναι και άλλοι. Είναι όλο το νησί στο κόλπο και όλη η Ελλάδα. Εγώ επιδοτήσεις, ο άλλος διορισμό, ο άλλος ΕΣΠΑ κάποιος ακόμα κάτι μικρορουσφέτια. Και κοίτα τον όχλο, κοίτα τους ρινόκερους, πως κινούνται τόσο εντυπωσιακά σε κοπάδι, τίποτα δεν τους αναχαιτίζει, τίποτα δεν τους σταματά. Τόση δύναμη, τόση ισχύς. Άλλωστε ο ρινόκερος δεν είναι ένα ζώο με κακία από τη φύση του, είναι απλά ένα κτήνος χωρίς συνείδηση. Αυτό άλλωστε δεν επιδιώκει και η πιο ακραία μορφή του καπιταλισμού; Αυτού του συστήματος που γεννάει φασίστες, ανθρώπους δίχως κριτική σκέψη, μόνο με ένστικτα. Ένστικτο επιβίωσης… και ορμούν μόνο με το θυμικό του κοπαδιού.

Και μεις; Εμείς κάπου κλεισμένοι στο “σπίτι”, στον δικό μας μικρόκοσμο. Στο τελευταίο καταφύγιο ανθρωπιάς στην πόλη που καταρρέει. Στο μόνο μέρος που διατηρούμε μια ψευδαίσθηση κανονικότητας, να προσπαθούμε να κρατήσουμε την αξιοπρέπεια μας μέσα στο χάος και όσο “χάνουμε” φίλους και σχέσεις που κάποτε αγαπήσαμε, βλέποντάς τους και αυτούς στην αγέλη να φτάνουμε στο σημείο να κάνουμε τον εσωτερικό διάλογο… Άραγε αξίζει άραγε αυτό που ζω; Αξίζει να μην βγαίνει ο μήνας; Αξίζει να δουλεύω και στο τέλος να καταλήγω στους ψυχολόγους από την πίεση; Αξίζει να προσπαθώ να παραμείνω άνθρωπος; Αλλά ρε διάολε δεν γίνεται να είμαστε κάτι άλλο πέρα από άνθρωποι, δεν μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε κτήνη. Μπερναζέ και μεις αρνούμενοι να υποταχθούμε στην ισχύ του κοπαδιού.

Άλλωστε στο τέλος, η ανθρωπιά είναι και η τελευταία μας επανάσταση, ένας σιωπηλός θρίαμβος μέσα στην βαβούρα των ρινόκερων έξω από το σπίτι, που μας θυμίζει ότι η αληθινή δύναμη είναι να πεις “Δεν θα γίνω κτήνος”, ακόμα κι αν είσαι μόνος.



Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου