Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

82 χρόνια μετά, σύντροφε, είδα το πρόσωπό σου….



Μέχρι χθες ήσουν ένα σχεδόν μυθικό, μεταφυσικό πρόσωπο. Η θυσία σου μπροστά στο τοίχο της Καισαριανής ήταν ο τροχειοδείκτης μας για μια στάση ζωής που έστω λίγο θα ακουμπούσε την δική σου καθάρια και ακλόνητη συνείδηση.

Είχες όνομα, μα δεν είχες πρόσωπο.

Το παράστημά σου μόνο να το φανταστώ μπορούσα, να το πλάσω μέσα στο μυαλό μου έτσι όπως αρμόζει στους αντρειωμένους. Την περήφανη κορμοστασιά σου μπροστά σε εκείνον τον τοίχο τη σχημάτιζα όπως πρόσταζε η απόφασή σου να παλέψεις για έναν κόσμο που ταιριάζει στον Ανθρωπο, χωρίς να υποχωρήσεις ούτε σπιθαμή πίσω από αυτό το ιδανικό. Οπως προστάζει η απόφαση να είσαι κομμουνιστής και να πράττεις ως κομμουνιστής, χωρίς ναι μεν, αλλά, ίσως και διότι… μπροστά στο ναζιστικό τέρας.

Και ναι, ήξερα, όλοι μας ξέραμε, πως μόνο το ξάστερο βλέμμα, το όρθιο κορμί, το αγέρωχο στήθος, σου ταίριαζε καθώς κοιτούσες την κάνη των ναζί λίγο πριν την τελευταία βολή.

Βέβαια, ήταν κι εκείνη η συγκλονιστική περιγραφή της Μέλπως Αξιώτη στις «Πρωτομαγιές 1886 – 1945», όταν μιλάει για στην Πρωτομαγιά του 1944. «Απ’ το κατώφλι κι ύστερα, τους τρέχανε μες στα μαύρα καμιόνια οι Γερμανοί, κι εκείνοι τραγούδαγαν. Μπρουμουτισμένοι, στοιβαγμένοι, σα να ‘ταν κιόλας ψόφιο πράμα, κι ωστόσο τραγούδαγαν. Ο έξω κόσμος ωσάν αστραπή το ‘μαθε. «Κουβαλούν μελλοθάνατους από το Χαϊδάρι στο Θυσιαστήριο! (…) Οι μελλοθάνατοι συνέχεια τραγούδαγαν «40 παλικάρια» «έχε γεια, καημένε κόσμε» και τον εθνικό ύμνο μας. Στο πέρασμά τους πέταξαν ένα δαχτυλίδι με τ’ όνομα, ξέσκισε μια γυναίκα λουρίδα απ’ το ρούχο της και την πέταξε, και πολλοί επιμένουν πως πέταξαν κι ένα άσπρο κουρέλι όπου με αίμα είχανε γραμμένα: «Πεθαίνουμε για τη Λευτεριά και τη Λαοκρατία». Δεν επιτρέπονταν μολύβι και χαρτί απάνω τους. Γιατί να μην είνε αλήθεια; Οσα που κάμανε, ήταν λιγότερα απ’ αυτό;»

Ηταν και οι σπαρακτικές προφορικές μαρτυρίες:

«Με το τελευταίο αυτοκίνητο στην τελευταία παρτίδα ένα παιδί που δεν θάταν ούτε 16 χρονών κατέβηκε με τον πατέρα του. Το σήκωσα ανάλαφρα και το έβαλα μαζί με τον πατέρα του μέσα στο αυτοκίνητο για να πάνε έτσι αντάμα και στον τάφο. Στο μεταξύ σαν να επρόκειτο για “σφαχτάρια” έπεφταν στα καμιόνια τα κορμιά. (…)», περιγράφει Σπύρος Δημητρίου το 1980 (Ριζοσπάστης, 27 Απρίλη 1980, ρεπορτάζ του αείμνηστου κομμουνιστή δημοσιογράφου, Νίκου Καραντηνού)

Ηταν και το χαρακτικό του Τάσσου που αποτυπώνει όλη την τραγικότητα και τον ηρωισμό σου.
 

Ηταν και τα σημειώματα που έριξες εσύ και οι άλλοι μελλοθάνατοι σύντροφοί σου μέσα από τα γερμανικά στρατιωτικά καμιόνια και διασώθηκαν από τον κόσμο που σας αποχαιρετούσε.

«Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου», (Ναπ. Σουκατζίδης).

«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος», (Ν. Μαριακάκης).

Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές»,
(Μ. Ρεμπούτσικας).

Ναι, ήταν όλα αυτά, αλλά το πρόσωπό σου έλειπε…

Και ξαφνικά, η ιστορία, η μνήμη, η απόδοση τιμής, απέκτησαν υλική υπόσταση.

82 χρόνια μετά…

Εχεις βλέμμα, φωνή, βάδισμα. Σε ακούω να τραγουδάς και νιώθω τον χτύπο της καρδιάς σου καθώς αγέρωχος κοιτάς τον εκτελεστή σου.

Είδα το πρόσωπό σου, το ύστατο κοίταγμά σου στη ζωή εκείνο το πρωτομαγιάτικο πρωϊνό, την περπατησιά σου όταν βάδιζες στο Σκοπευτήριο, την κορμοστασιά σου όταν στάθηκες στον μαρτυρικό τοίχο.

Ορθοστατών και ορθοβαδίζων.

Είδα την υψωμένη γροθιά σου, είδα το προτεταμένο στήθος σου μπροστά στην κάνη πριν ο ναζί αξιωματικός φωνάξει «Πυρ».

Σε βλέπω να ψηλώνεις πάνω από το μπόι σου, έτσι όπως σε είχα φανταστεί.

“Φως όλα μέσα κ’ έξω”, λέει ο Ποιητής (Κ. Βάρναλης, Πρωτομαγιά του 1944)

«Χτυπάτε», λέει το σώμα σου. «Μα όσο κι οσο κι χτυπήσετε θα έρθει η στιγμή που το δίκιο θα υψωθεί και θα σας τσακίσει.»

Είδα τα χείλη σου μισάνοιχτα καθώς βαδίζεις τα τελευταία μέτρα στη ζωή μπροστά στον τοίχο της Καισαριανής. Κι έτσι το υλικό τεκμήριο ήρθε και ταίριαξε με την γραπτή και προφορική αφήγηση.

Πήγες στο θάνατο τραγουδώντας. Οχι σαν μελλοθάνατος, αλλά σαν τελετουργία συλλογικού αγώνα και παρακαταθήκη για το μέλλον.

Οι φωτογραφίες, αυτό το αναπάντεχο δώρο, που εντελώς απρόσμενα ήρθαν στο φως – λίγο πριν βγουν σε δημοπρασία – και αποτυπώνουν την τελευταία πορεία των 200 αντρειωμένων από το Χαϊδάρι ως τον τοίχο του Σκοπευτηρίου, προκαλούν κυριολεκτικό ρίγος συγκίνησης και πραγματικό συγκλονισμό.

Δεν είναι και λίγο να βλέπεις τα πρόσωπα των «ιερών και οσίων» αυτού του βασανισμένου τόπου.

Δεν είναι και λίγο να αποκτά σάρκα, οστά και ήχο εκείνη η τελευταία φράση της Μέλπως Αξιώτη:

“Ετσι γίνηκε η εχτέλεση των 200 ηρώων.”

Οι φωτογραφίες που κυκλοφορούν από χθες το βράδυ αποτελούν ντοκουμέντο με μεγάλο ιστορικό βάρος για τη σύγχρονη Ελλάδα.

Ετούτη η ιστορία ανήκει στο λαό. Αλλά και αυτές οι μικρές φωτογραφίες, μεγάλης ιστορικής αξίας στο λαό ανήκουν επίσης…

Το αίμα των κομμουνιστών και των αντρειωμένων δεν βγαίνει σε δημοπρασία. Ιστορικά τεκμήρια τέτοιας βαρύτητας χρήζουν ανάλογου σεβασμού και διαχείρισης. Δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να αποτελούν αντικείμενο ιδιωτικής και εμπορικής εκμετάλλευσης.




Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου