Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

«Οι "αδιάφοροι" παραχωρούν τον κόσμο σε αυτούς που θέλουν την υποταγή και την εκμετάλλευση των πολλών» 135 χρόνια από τη γέννηση του Αντόνιο Γκράμσι


Σε καιρούς που η αδικία, η υποκρισία κι η εκμετάλλευση βρίσκουν τρόπους να μεταμφιέζονται σε κανονικότητα, υπάρχουν κάποιοι που επιστρέφουν επιθετικά.

Οι διακόσιοι της Καισαριανής αναδύθηκαν ολόλαμπροι, όχι τόσο μέσα από τις παλιές φωτογραφίες, όσο σαν μια αγέρωχη πομπή που διέσχισε το σήμερα και στάθηκε απέναντί μας, με βλέμμα ανατριχιαστικά ζωντανό.

Νέοι οι περισσότεροι, με ονόματα που δεν έγιναν δρόμοι, μόνο κουβέντες και τραγούδια. Αντρες που δεν πρόλαβαν να γεράσουν, να ερωτευτούν ξανά, να δουν μια ειρηνική άνοιξη. Κι όμως, εκείνο το πρωινό της εκτέλεσης, κουβαλούσαν με ηρεμία τη βεβαιότητα ότι η αξιοπρέπεια μπορεί να είναι πιο ισχυρή από τον φόβο. Γιατί άραγε επέστρεψαν τώρα;
  • Για να ταράξουν τη βολική λήθη;
  • Για να δείξουν πώς ο άνθρωπος υψώνεται πάνω από τον φόβο;
  • Για να θυμίσουν ότι ο φασισμός δεν έρχεται πάντα με θόρυβο, αλλά περπατά αθόρυβα, ώσπου μια μέρα είναι αργά;
  • `Η μήπως επέστρεψαν να θέσουν το παλιό, δύσκολο ερώτημα: Τι στοιχίζει να παίρνεις θέση;

Οι 200 αρνήθηκαν τότε να υπογράψουν δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ, με τίμημα τη ζωή τους.

Γύρισαν για να υπενθυμίσουν πως μια κοινωνία που θυμάται, δεν φοβάται εύκολα. Και όταν δεν φοβάται, μπορεί, όταν χρειαστεί, να σταθεί κι αυτή όρθια και δυνατή. Ακριβώς όπως εκείνοι. Γι' αυτό και δεν βολεύονται με δάκρυα, ζητούν μνήμη και δράση.

Σ' αυτούς τους καιρούς, που όλα θυσιάζονται για τα ιερά και τα όσια του κεφαλαίου, που τα σύννεφα ενός ακόμα ιμπεριαλιστικού πολέμου πυκνώνουν και το βάρβαρο σύστημα διψάει πάλι για αίμα, οι υποταγμένοι, οι ουδέτεροι και οι αδιάφοροι δεν χωράνε.

Τίποτα δεν αλλάζει μόνο του

Στους καιρούς που οι λέξεις χρησιμοποιούνται από την εξουσία, για να παραπλανήσει και να διαστρέψει την πραγματικότητα, επιστρέφει κι ένας ακόμη, λέγοντας ακριβώς όλα τα παραπάνω.

Ο Αντόνιο Γκράμσι. Επιστρέφει απαιτώντας να μην ξεχνάμε στιγμή πως τίποτα δεν αλλάζει μόνο του.

Αυτός που στο Τορίνο συστήθηκε με τη βιομηχανική πραγματικότητα, τους κινδύνους της ζωής των εργατών στα εργοστάσια, τις απάνθρωπες βάρδιες και ζυμώθηκε με τη λάβα της ταξικής σύγκρουσης, θα είχε πολλά να πει για το ρεκόρ μας του 2025, με τα 201 εργατικά δυστυχήματα, με τις ζωές που παίζονται κορόνα - γράμματα και με το νομοθετικό οπλοστάσιο που κάνει τους εργοδότες ασύδοτους.

Ομως, ο Γκράμσι δεν θα περιοριζόταν στον θρήνο για τις εργάτριες που κάηκαν ζωντανές στη «Βιολάντα», την Αναστασία, την Σταυρούλα, την Ελένη, την Βάσω και την Αγάπη, ούτε στον θυμό για τα καζάνια - βόμβες που λειτουργούν μέσα στις πόλεις, ούτε στην αγανάκτηση για τον έναν νεκρό εργάτη κάθε 3 μέρες.

Δεν θα του έφτανε να εξοργιστεί που τα μέτρα προστασίας της ζωής τους δεν ήταν επιλέξιμες δαπάνες για τους μεγαλοεργοδότες.

Θα ούρλιαζε πως η εργατική τάξη τιμά τα θύματά της, μόνο δυναμώνοντας τον αγώνα για να μην υπάρξουν άλλα, δίπλα στην πλειοψηφία των εργαζομένων που αντιστέκονται και δεν συμπεριφέρονται δουλικά απέναντι σε εγκληματίες.

Εκεί στα εργοστάσια του Τορίνο, συνειδητοποίησε ότι οι εργάτες δεν είναι μόνο «εργατικό δυναμικό». Μπορούν να σκέφτονται, να οργανώνονται, να ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή, να παράγουν ιδέες κι όχι μόνο προϊόντα.

«Η δειλία δεν είναι ζωή»

«Μισώ τους αδιάφορους», έγραφε, πιστεύοντας πως η αδιαφορία είναι η πρώτη ύλη της τυραννίας.

Τορίνο, Τρίκαλα, Τέμπη, Καισαριανή, τι σημασία έχει το πού υπάρχουν θύματα; Εκείνος έλεγε: «Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να έχεις ενταχθεί κάπου. Οποιος ζει πραγματικά, δεν μπορεί να μην είναι ενεργός πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, παρασιτισμός, δειλία, δεν είναι ζωή».

Βαθιά, μέσα στα πιο σκληρά χρόνια του 20ού αιώνα, ο Γκράμσι ήταν ένας άνθρωπος σπασμένος στο σώμα, αλλά ακέραιος στο φρόνημα, νους ανήσυχος, που έβλεπε πιο πέρα από τα κλισέ της εποχής του. Και, κυρίως, ένας παρτιζάνος της σκέψης, που δεν άντεχε τους απαθείς.

Γεννημένος στις 22 του Γενάρη, το 1891, σε μια άκρη της Ιταλίας, ξεχασμένη από την ιστορία, κουβάλησε από νωρίς δύο σταυρούς, τη φτώχεια και ένα σακατεμένο σώμα.

Μεγάλωσε με την αίσθηση ότι η ζωή είναι άδικα κατανεμημένη. Με τη σκολίωση να τον βασανίζει από παιδί, με την καθημερινή εμπειρία του «άδικου», σφυρηλάτησε έναν χαρακτήρα αποφασισμένο να το ανατρέψει.

Οταν συνδιαμορφώνει το περιοδικό «L'Ordine Nuovo» και εντάσσεται στο κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων, γράφει όσα ζει στον παλμό των αγώνων της εργατικής τάξης. Ο καπιταλισμός, έλεγε, δεν κυριαρχεί μόνο με στρατό και αστυνομία. Κυριαρχεί γιατί οργανώνει στα μέτρα του πολιτισμό, σχολεία, Τύπο, τις «κοινές αλήθειες» της καθημερινότητας.

Επομένως, ο κομμουνισμός απέναντί του δεν είναι μόνο υπόθεση οδοφραγμάτων, αλλά υπόθεση παιδείας, πολιτισμού, λόγου, σκληρής και υπομονετικής δουλειάς μέσα στην κοινωνία.

Γι' αυτό και οι 2.848 σελίδες των 33 «Τετραδίων της φυλακής», γραμμένες κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, έγιναν σχολείο για γενιές ολόκληρες. Για να σκεφτόμαστε κριτικά, δημιουργικά, ανυπότακτα.

Τα «Τετράδια της φυλακής»

Το 1921 συμμετέχει ενεργά στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Λίγο αργότερα, στη βυθισμένη στον φασισμό Ευρώπη, πληρώνει ακριβά τις ιδέες του. Το 1926 συλλαμβάνεται. Στο δικαστήριο, ο εισαγγελέας θα πει την ιστορική φράση: «Πρέπει να εμποδίσουμε αυτόν τον εγκέφαλο να λειτουργεί για είκοσι χρόνια».

Ο Γκράμσι καταδικάζεται σε μακρά φυλάκιση.

Ετσι αρχίζει μια άλλη ζωή, τραγική και ταυτόχρονα δημιουργική. Σιδερένια κρεβάτια, λιγοστό φως, υγρασία, πόνοι. Οι επιστολές του λογοκρίνονται. Σκληρές διαπραγματεύσεις για λίγο χαρτί και μελάνι. Εκεί, γεννιούνται τα θρυλικά «Τετράδια της φυλακής». Στοχασμοί ιστορίας, φιλοσοφίας, Μαρξισμού, για τον ρόλο του κράτους, των διανοουμένων, της κουλτούρας.

Δίπλα του στέκονται άνθρωποι σπουδαίοι. Ο οικονομολόγος Πιέρο Σράφα φροντίζει να σωθούν τα τετράδια. Σύντροφοι από το κόμμα νιώθουν ότι δίπλα του ζουν μια σχολή σκέψης. Η Τατιάνα Σουχτ, αδελφή της συζύγου του, παλεύει για καλύτερη περίθαλψή του. Μέσα σε αυτό το πλέγμα σχέσεων, ο Γκράμσι διατηρεί κάτι πολύτιμο, την αξιοπρέπεια. Δεν υποκύπτει ούτε στην αρρώστια, ούτε στις πιέσεις για «δήλωση μετανοίας».

Οι άγνωστες περιπέτειες

Οι περιπέτειες του Γκράμσι δεν είναι μόνο οι φυλακίσεις και οι διώξεις. Μέσα στην απομόνωση αναμετριέται με τα λάθη του κινήματος και τις αυταπάτες της εποχής.

Ο Γκράμσι είχε πάθη. Το πάθος του για τον πολιτισμό, τον λαϊκό, τον υψηλό, τον έντεχνο, ήταν αφοπλιστικό.

Λάτρευε τα παραμύθια, την παιδαγωγική, τη γλωσσολογία. Πίστευε ότι χωρίς πολιτιστική αναγέννηση, χωρίς νέα γλώσσα για να περιγραφεί ο κόσμος, η πολιτική αλλαγή μένει άνυδρη, δεν έχει βάθος.

Γι' αυτό και οι αναλύσεις του δεν περιορίζονται στην οικονομία, ανοίγουν δρόμους σε όλη την κοινωνική ζωή.

Κάνει όμως και λάθη, όπως όλοι όσοι δρουν. Κάποιες φορές υποτιμά την ταχύτητα και την αγριότητα με την οποία ο φασισμός ισοπεδώνει τους θεσμούς. Οι διαφωνίες του με την Κομιντέρν και με στελέχη της ιταλικής Αριστεράς - υπαινικτικές ή ανοιχτές - υπήρξαν θυελλώδεις.

Ο χαρακτήρας του δεν ήταν εύκολος. Ηθικός μέχρι ιδιοτροπίας.

Στο κείμενό του «Μισώ τους αδιάφορους», επισημαίνει πως η αδιαφορία αφήνει την ιστορία στα χέρια των χειρότερων. Είναι συνενοχή, χωρίς αποτυπώματα. Αυτή η οργή δεν είναι μίσος για τους ανθρώπους, αλλά για το βόλεμα και για το «δεν βαριέσαι».

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του μεταφέρεται λόγω προβλημάτων υγείας σε διάφορες κλινικές. Η ελπίδα αποφυλάκισης για λόγους ανθρωπιστικούς έρχεται αργά. Το σώμα έχει ήδη καταρρεύσει. Πεθαίνει το 1937 εξαντλημένος, έχοντας αφήσει πίσω του μια εκρηκτική κληρονομιά.

Τι μένει από τον Γκράμσι σήμερα;
  • Πρώτα η μεθοδικότητα. Ο κομμουνισμός, για εκείνον, δεν είναι ρομαντική πορεία προς έναν ορίζοντα. Είναι σκληρή, υπομονετική, καθημερινή δουλειά μέσα στην κοινωνία.
  • Μένει η διαύγεια, καμία εξουσία δεν κρατιέται μόνο με βία και όπλα. Κρατιέται με σχολεία, παιδεία, καθημερινές ειρηνικές συνήθειες.
  • Μένει το να κρατάμε ηθική στάση. Το «δεν ασχολούμαι» το θεωρούσε επιλογή υπέρ του ισχυρού. Οσοι το κάνουν, παραχωρούν τον κόσμο σε αυτούς που θέλουν την υποταγή και την εκμετάλλευση των πολλών.
Το αποτύπωμα και η παρακαταθήκη

Σήμερα, πολλοί επικαλούνται τον Γκράμσι για να ερμηνεύσουν την άνοδο της ακροδεξιάς. Αλλοι για να καταλάβουν γιατί πολλές κοινωνίες ψηφίζουν ενάντια στα συμφέροντά τους. Κάποιοι επιχειρούν να τον αποστειρώσουν και να τον μετατρέψουν σε ακαδημαϊκό «κλασικό».

Ομως το μεγαλύτερο αποτύπωμά του είναι ότι πάντα έπαιρνε θέση και ότι μας καλεί και σήμερα να σκεφτούμε με ευθύνη. Να δούμε πού στεκόμαστε.

Να αναρωτηθούμε αν είμαστε μέρος της λύσης ή μέρος της σιωπής.

Κυρίως, μας αφήνει την ηθική επιμονή του. Τη βεβαιότητα ότι δεν έχουμε δικαίωμα στην ουδετερότητα.

Οτι κάθε εποχή κρίνεται από το αν οι άνθρωποί της σηκώθηκαν «στο ύψος των περιστάσεων».

Ο Γκράμσι πέθανε νικημένος από το σώμα του, αλλά αήττητος στη σκέψη. Γι' αυτό, όσο υπάρχουν κοινωνίες που ασφυκτιούν κάτω από την ηγεμονία των ισχυρών, όσο υπάρχει ανάγκη να ξαναειπωθούν οι λέξεις ελευθερία, δικαιοσύνη, συλλογικότητα, ο παρτιζάνος της σκέψης θα επιστρέφει και θα μας απευθύνεται. Με τα τετράδιά του, με τις αμφιβολίες του, με τα λάθη και τα πάθη του, με τα μεγάλα του «γιατί».

Και, κάθε φορά - αυτός ο απαισιόδοξος λόγω ευφυΐας και αισιόδοξος λόγω θέλησης - θα μας ρωτά το ίδιο:

- Με ποιους είστε; Με όσους παλεύουν ή με τους αδιάφορους που, σιωπηρά, στηρίζουν τους ισχυρούς;

Οσα ακριβώς δηλαδή μας φωνάζουν όλες αυτές τις μέρες μέσα από τις παλιές φωτογραφίες οι 200 της Καισαριανής.

Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ


Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου