Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Αρχοντία Κάτσουρα. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Αρχοντία Κάτσουρα. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Ζωή με φύλλα πορείας

Αρχοντία Κάτσουρα

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΪΤΗΣ

Οι κουβέντες στα τηλέφωνα είναι αγωνιώδεις: Τι θα γίνει με τον κορονοϊό; Εσείς -όπου «εσείς», οι δημοσιογράφοι- πώς τα βλέπετε τα πράγματα; Τι μαθαίνετε; Πότε θα μπορέσουμε να πάμε μια εκδρομή; Θα κάνουμε διακοπές; Να δούμε λίγη θάλασσα; Θα μπορέσουμε να στείλουμε το καλοκαίρι τα παιδιά στο χωριό;

Τι να απαντήσεις;

Καθώς κινείσαι μέσα στην πόλη, με το αυτοκίνητο λόγω δουλειάς, ή με τα πόδια, για τα υπόλοιπα -σουπερμάρκετ, φαρμακείο, τράπεζα- βλέπεις ότι ήρθε η άνοιξη. Και τον χειμώνα δύσκολα ήταν, αλλά τώρα είναι αβάσταχτο. Ο ήλιος ζεσταίνει, το πρωί που ξεκινάς οι θερμοκρασίες είναι ανεκτές και το μεσημέρι ανεβαίνουν αρκετά. Ακόμη και οι βροχές που πέφτουν, είναι αδύναμες, έτσι για την τιμή των όπλων και για να ξεπλύνουν τη γύρη.

Σκέφτεσαι πόσο πολλή ανάγκη έχεις μια μεγάλη βόλτα, ιδανικά μια εκδρομή. Μια-δυο μέρες, ίσως κοντά στη θάλασσα. Να πιεις έναν καφέ στο ύπαιθρο χωρίς τύψεις ή φόβο. Να δεις άλλους ανθρώπους, και άγνωστους, και να μπορέσεις να μιλήσεις όπως παλιά, να μη φοβηθείς να πλησιάσεις. Και να επισκεφθείς ανθρώπους που έχεις να δεις καιρό.

Ενα απόγευμα, κάπως αργά, έξω στο μπαλκόνι που βγήκες για να ποτίσεις, με μια σκέψη μόνο σε πιάνει τρόμος, ίσως και απόγνωση. Παντού, για να κινηθείς χρειάζεσαι άδεια και ένα «φύλλο πορείας». Χαρτί από τη δουλειά για να πας στο γραφείο, μήνυμα στο κινητό για να αγοράσεις τρόφιμα ή φάρμακα, να κόψεις τα μαλλιά σου, να επισκεφθείς κάποιον που έχει ανάγκη, να «ασκηθείς», όπου άσκηση νοείται ό,τι αντέχει ο καθείς: λίγο περπάτημα, λίγο τρέξιμο, λίγο ποδήλατο. Να μοιράσεις -και να πάρεις...- τις αγκαλιές που μήνες τώρα γίνονται αέρας, πάνε χαμένες.

Αναγκαία και τα έγγραφα που θα αποδεικνύουν ποιος είσαι στο ενδεχόμενο ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές: ταυτότητα ή διαβατήριο...

Και τώρα όλα δείχνουν ότι έρχεται ακόμη ένα φύλλο πορείας: αυτό που θα αποδεικνύει ότι είσαι εμβολιασμένος, άρα ασφαλής έναντι του κορονοϊού και ακίνδυνος για τους γύρω σου. Οσο το επιτρέπει το εμβόλιο. Και οι αρμόδιοι θα αποφασίσουν τι θα σου επιτρέπουν να κάνεις με αυτό: Να πας διακοπές; Να πας σε ένα εστιατόριο; Να ψωνίσεις στα καταστήματα; Να ταξιδέψεις στο εξωτερικό; Να κάνεις βόλτα στο κοντινό σου πάρκο -αν υπάρχει- και να μη φοβάσαι να βγάλεις τη μάσκα.

Δάκρυα σου έρχονται στα μάτια, στενοχώρια αναμεμειγμένη με οργή και απογοήτευση. Ο αέρας μυρίζει άνοιξη, το στήθος σου φουσκώνει από λαχτάρα για τα «απαγορευμένα». Πότε θα έρθει το τέλος; ρωτάς κι εσύ. Που πανικοβλήθηκες όταν είδες ότι στη Βρετανία ο κόσμος επιστρέφει στην «κανονικότητα» -άλλη μία λέξη που έχασε το νόημά της και απέκτησε τρομακτική χροιά, έγινε «μερική», «υπό όρους», «κατά συνθήκη». «Δεν φοβούνται; Κι αν ξαφνικά αρχίσουν να ανεβαίνουν τα κρούσματα;». Μα, οι περισσότεροι έχουν εμβολιαστεί, δίνεις μόνη σου την απάντηση. Αλλά ακόμη να πειστείς δεν μπορείς...

Την άλλη μέρα, νωρίς το πρωί, ενώ ετοιμάζεις την τσάντα σου για τη δουλειά κάνεις έναν τελευταίο έλεγχο: Χαρτί από τη δουλειά, κάρτα για τα μέσα μεταφοράς, τηλέφωνο για τα μηνύματα-άδειες εξόδου, ταυτότητα, μάσκες, αντισηπτικά. Και παρεμπιπτόντως, γυαλιά, κλειδιά, πορτοφόλι κι ένα τοστ για κολατσιό.

Στο απέναντι οικόπεδο, εκεί που έχεις παρκάρει, ένα ζευγάρι κοτσύφια πετάει από πεύκο σε πεύκο τιτιβίζοντας. Πόση ζήλια αισθάνεσαι, δεν λέγεται... Αν είχες φτερά, αν ήσουν πουλί, αν μπορούσες να φύγεις χωρίς να φοβάσαι τίποτα... Χωρίς να σε κρατάει τίποτα...

Το ίδιο βράδυ, πάλι από το μπαλκόνι, τα κοτσύφια είναι εκεί: πετούν πέρα δώθε, τιτιβίζουν, τσιμπολογούν τα χορταράκια στο έδαφος. Κι εσύ στο κλουβί σου, να περιμένεις πότε θα έρθει η δική σου ελευθερία - με το εμβόλιο ή με ένα τεστ με μια επαρκή διάρκεια ισχύος και ένα φύλλο πορείας που να την αποδεικνύει. 

Πηγή:efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Ενα ποτήρι γεμάτο βροχή

Αρχοντία Κάτσουρα


Ξύπνησε από μια λάμψη και έναν δυνατό κεραυνό, που έκανε την πολυκατοικία να τρανταχτεί συθέμελα. «Τι ώρα είναι; Τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκε.

Κοίταξε το ρολόι. Δύο και μισή. Εξω έβρεχε τόσο που μπορούσε σχεδόν να ακούει το νερό να τρέχει στους δρόμους και τα αυτοκίνητα να το πετάνε με δύναμη αριστερά και δεξιά.

Αναψε το πορτατίφ. Διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να σηκωθεί. Στο κομοδίνο υπήρχε ένα ποτήρι μισογεμάτο. Το άδειασε μονορούφι, αλλά δεν της έφτασε.

Κρύωνε, νύσταζε, παρά την αρχική τρομάρα από τη βροντή, και ήξερε ότι αν σηκωνόταν από το κρεβάτι, αυτό ήταν: καληνύχτα, ύπνε, καληνύχτα, ξεκούραση. Ποιος ξέρει πότε θα κοιμόταν ξανά…

Η δίψα όμως δεν την άφηνε. Σαν να είχε περπατήσει ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο, μεσημέρι καλοκαιριού. Σαν να είχε δουλέψει τόσο σκληρά, που το σώμα της είχε στραγγίξει. Επρεπε να πιει νερό.

Σηκώθηκε βαριεστημένα. Φόρεσε μια μάλλινη ζακέτα και πήγε ξυπόλητη στην κουζίνα. Δεν άναψε φώτα - ίδια η διαδρομή τόσα χρόνια, την έκανε με κλειστά μάτια. Στην κουζίνα έφεγγε το ηλεκτρονικό ρολόι. Δύο και σαράντα οκτώ.

Κατάλαβε ότι είχε αφήσει το ποτήρι στο κομοδίνο. Αναψε το φως, πήρε ένα καθαρό από το ντουλάπι. Το γέμισε μέχρι απάνω και το άδειασε αμέσως. Το ξαναγέμισε και γύρισε στην κρεβατοκάμαρα. Με τον ίδιο τρόπο, στα τυφλά.

Το ακούμπησε δίπλα της, χώθηκε στο κρεβάτι τυλιγμένη με τη χοντρή ζακέτα -πόσο κρύο έκανε…- και έσβησε το φως. «Θα κοιμηθείς», είπε στον εαυτό της. «Νυστάζεις, θα κοιμηθείς. Πρέπει να κοιμηθείς», έλεγε σαν να μιλούσε σε μικρό παιδί.

Εκλεισε τα μάτια, άρχισε να κάνει βαθιές αναπνοές για να χαλαρώσει και να κοιμηθεί. Προσπάθησε να συντονιστεί με τη βροχή, που τώρα έπεφτε βαριά και ήρεμα. Πάντα η βροχή τής έφερνε μια μελαγχολία. Αλλά και ένα γλυκό συναίσθημα θαλπωρής, ειδικά όταν είχε παρέα, είτε κάνοντας βόλτα έξω είτε πίνοντας κάτι ζεστό και κουβεντιάζοντας είτε απλώς παρακολουθώντας την να πέφτει. Τότε που δεν χρειάζεται να πεις τίποτα, οι αντιστάσεις έχουν μειωθεί και απλώς αισθάνεσαι.

Πόσο πολύ της έλειπε αυτή η ηρεμία… Σκεφτόταν πόσο περίπλοκα μπορεί να εξελιχθεί η ζωή και από τη μια μέρα στην άλλη όλα να ανατραπούν και να μην ξέρεις πού να πιαστείς, πού να ακουμπήσεις. Αλλά και εκείνες τις φορές που τόσο ξαφνικά γίνεται ένα θαύμα εκεί που δεν το περιμένεις. Ετσι, μέσα στη θαλπωρή του ζεστού κρεβατιού, τυλιγμένη με τα σκεπάσματα και με ηχητική υπόκρουση τη δυνατή βροχή, ένιωθε να γαληνεύει κάπως.

Σκεφτόταν και το ποτήρι το νερό στο κομοδίνο της, γεμάτο έως απάνω, για μια ώρα ανάγκης, ώρα μεγάλης δίψας μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα. «Αυτό είναι εύκολο» μονολόγησε. «Το ποτήρι σου το γεμίζεις κατά βούληση».

Για τα υπόλοιπα δεν ήξερε. Συνήθως αυτά που θέλεις δεν έρχονται ή, αν έρθουν, είναι «μισά»: συνοδεύονται από όρους και προϋποθέσεις, ψιλά γράμματα και οδηγίες χρήσης. Που δεν ισχύουν πάντα ή τις μαθαίνεις εν καιρώ - σαν έξτρα μπόνους, ένα πράγμα, αλλά από την ανάποδη. Δεν μπορείς να τα κατεβάσεις μονορούφι χωρίς συνέπειες.

Δεν θυμόταν πολλά γεμάτα ποτήρια νερό στη ζωή της, ούτε περιόδους ζωής γεμάτες γαλήνη. Μόνο κάποιες πολύτιμες στιγμές, που τις κρατούσε σαν κόρη οφθαλμού στα κουτάκια της μνήμης για να μπορεί να ανατρέχει σ’ αυτές όταν όλα γύρω την έκαναν να αμφιβάλλει.

Εξω έβρεχε, ίσως να άρχιζε και να ξημερώνει, δεν ήξερε. Δεν κοίταξε το ρολόι. Αφησε το φυσικό φαινόμενο να την παρασύρει και να ψιθυρίζει:

«τόση βροχή για μια απουσία, / τόση αγρύπνια για μια λέξη, / πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή / μ’ αυτή της τη μεροληψία / όλο εσύ, εσύ, εσύ, / σαν όλα τ’ άλλα να ’ναι αμελητέα / και μόνο εσύ, εσύ, εσύ»*.

* «Τα Πάθη της Βροχής», Κική Δημουλά, «Το λίγο του κόσμου» 1971

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Ο γάτος αποκοιμήθηκε γουργουρίζοντας

Αρχοντία Κάτσουρα


Έκανε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ. Ακόμη και μέσα στο βαγόνι του ηλεκτρικού, κουκουλωμένη με το παλτό, το κασκόλ και έναν σκούφο, κρύωνε πολύ. Ένας επιβάτης αρνούνταν επίμονα να κλείσει το παράθυρο, παρ’ όλο που έξω έπεφτε χιονόνερο και μέσα στο βαγόνι δεν ήταν παρά μόνο πέντε άνθρωποι.

Πέντε επιβάτες, δώδεκα παρά το βράδυ, γραμμή Ομόνοια-Κηφισιά.

Κρύωνε πολύ, ένιωθε κουρασμένη, μπορεί να αρρώσταινε. Μια από αυτές τις χειμωνιάτικες ιώσεις, που με λίγη καταρροή και μερικά δέκατα μπορούν να σε κάνουν να σέρνεσαι για μέρες.

Στα Πατήσια μπήκε ένας νέος. Ζητιάνευε. «Άνεργος, άστεγος, κρυώνω, πεινάω», έλεγε με αδύναμη φωνή. Ισως να ήταν όλα αυτά, ίσως να μην ήταν. Σκέφτηκε να του δώσει ένα κέρμα που είχε στην τσέπη της, αλλά δεν το έκανε. Δίστασε. Μετάνιωσε μετά, αλλά ήταν αργά. Ο άνθρωπος βγήκε στον επόμενο σταθμό.

Χωρίς να καταλάβει πώς, την έπιασαν τα κλάματα. Σαν να είχε συμβεί κάτι πραγματικά μεγάλο, τόσο πρωτόγνωρο, τόσο συνταρακτικό, που την αναστάτωσε μέχρι τα βάθη. Εκλαιγε και δεν μπορούσε να σταματήσει.

Έψαχνε μαντίλι στην τσέπη της και σκέπασε με αυτό τα μάτια της, μην την δουν, μην την καταλάβουν. Της πήρε κόπο να συνέλθει, και δεν ήξερε γιατί. Μπορεί να ήταν ο νεαρός ζητιάνος, μπορεί και όχι.

Ένιωθε ανησυχία. Τα χέρια της είχαν ζεσταθεί, έβγαλε τα γάντια, τα κοίταξε. Τίποτα το ασυνήθιστο. Μικρά χέρια, κοντά νύχια, δάχτυλα κόκκινα από τη ζέστη του μαλλιού.

Ένιωθε μια φαγούρα. Τα κοίταξε ξανά καλά, τα έτριψε μεταξύ τους, αλλά τίποτα. Ανοιξε την τσάντα της και πήρε το σημειωματάριό της και το μπλε στυλό. Άρχισε να γράφει. Ο,τι της ερχόταν στο μυαλό, σχεδόν χωρίς συνείδηση. Λέξεις, λέξεις στη σειρά, προτάσεις ασύνδετες και ιδέες μπερδεμένες. Όπως όλα αυτά που ένιωθε εκείνη την ώρα.

Τη στενοχώρια που καταστράφηκε το αυτοκίνητό της -παλιό ήταν, αλλά το είχε 20 χρόνια και το ένιωθε κομμάτι του εαυτού της. Την αγωνία για το μέλλον, σε μια εποχή που τίποτα δεν είναι σίγουρο ή σταθερό και καμιά υπόσχεση δεν μπορεί να πείσει.

Μια ένεση ευτυχίας από μια εκδρομή μακριά από την πόλη -ω, αν μπορούσε να γυρίσει εκεί έστω για λίγο... Η υπόσχεση καλοτυχίας από ένα πρωτοχρονιάτικο φλουρί. Και η λύπη της, τόσους μήνες μετά, που όταν φτάνει στο σπίτι, ο μαύρος γάτος δεν την περιμένει κοντά στην πόρτα τυλίγοντας την ουρά του στο τραπεζάκι του σαλονιού. Αλλά κι εκείνο το ποίημα που της είχε στείλει μια φίλη και απόψε πήγαινε με όλα:

«Και σένα, αν με τα τόσα που περάσαμε / τίποτα μέσα σου δε σακατεύτηκε, / μην πολυκαμαρώνεις. / Ίσως / δεν είχες τίποτε να διακινδυνεύσεις»*.

Έγραφε, έγραφε, έγραφε. Σταμάτησε όταν ακούστηκε η αναγγελία στο μεγάφωνο: «Επόμενος σταθμός Κηφισιά, τερματικός σταθμός».

Μαζεύοντας τα πράγματά της μέσα στην τσάντα, ένιωσε κάπως καλύτερα. Ενα βάρος είχε φύγει από μέσα της. Σαν να άδειασε το φορτίο που κουβαλούσε μέρες τώρα και να μπήκε σε εκείνο το μικρό τετράδιο σημειώσεων.

Τα χέρια της είχαν αρχίσει να κρυώνουν πάλι και το κεφάλι της πονούσε, σίγουρα είχε πάρει κάποια ίωση. Έβαλε τα γάντια, τυλίχτηκε καλύτερα με το κασκόλ και στάθηκε στην πόρτα του βαγονιού. Το τρένο έμπαινε στον σταθμό. Ένιωθε εξαντλημένη και κατάκοπη. Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της βγαίνοντας στον σταθμό: αν υπήρχε μέσα της κάτι σακατεμένο. «Πολλά» ήταν η απάντηση. «Αλλά πολλά και αυτά που χτίστηκαν», συμπλήρωσε.

Βγαίνοντας στον δρόμο μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε και πήγε σπίτι. Εφαγε κάτι και ήπιε μια ασπιρίνη για να κοιμηθεί. Εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε πως είχε πάει ξανά εκδρομή. Επιστρέφοντας, ο γάτος ανέβηκε στο κρεβάτι, «ζύμωσε» τα πόδια της και αποκοιμήθηκε γουργουρίζοντας.

Όταν ξύπνησε, δεν υπήρχε ούτε γάτος ούτε πονοκέφαλος. Μόνο μια αδιόρατη ελπίδα για κάποιο επικείμενο καλό.

*«Δοκιμασία», Τίτος Πατρίκιος, «Αντιδικίες», 1955

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019

Η συνταγή της ευτυχίας

Αρχοντία Κάτσουρα


Έτριψε τη μέση της με θερμαντική αλοιφή και κάθισε στον καναπέ. Ισια η πλάτη, σωστή στάση σώματος. Ήταν πολύ κουρασμένη, αλλά και χαρούμενη.

Δεύτερο συνεχόμενο απόγευμα μετά τη δουλειά είχε πέσει με τα μούτρα στη ζαχαροπλαστική. Γιορτές έρχονταν, ήθελε να κάνει γλυκά. Μπορούσε να τα αγοράσει, έτσι έλεγε κάθε χρόνο. Την επόμενη φορά θα πάω στον φούρνο ή στο ζαχαροπλαστείο. Και για άλλη μία χρονιά δεν το έκανε.

Πρωί πρωί του Σαββάτου πήγε στο σουπερμάρκετ: βούτυρο αγελάδος, ζάχαρη, απλή και άχνη, βανίλιες, αμύγδαλα ωμά ανάλατα, κανέλα τριμμένη και γαρίφαλο, μαγειρική σόδα και μπέικιν πάουντερ. Αλεύρι είχε πολύ, μέλι της είχαν φέρει, ελαιόλαδο καλό είχαν από τη μικρή οικογενειακή παραγωγή. Είκοσι δέντρα όλα κι όλα, αλλά το θαύμα τους το έκαναν.

Ζυμώματα, ψησίματα, μελώματα, αχνίσματα, ώρες ατελείωτες μέσα στην κουζίνα. Θόλωσαν και τα τζάμια από τη ζέστη του φούρνου κι εκείνη στην καρδιά του Δεκεμβρίου δούλευε ξεμανίκωτη και κατακόκκινη από τον κάματο.

Άσε τα πλυσίματα μετά: μίξερ, ταψιά, κατσαρόλια, τρίφτες και λεμονοστίφτες... Στο άλλο δωμάτιο έπαιζε η τηλεόραση. Ούτε που καταλάβαινε τι άκουγε. Πήγε και την έκλεισε. Δεν ήθελε να ακούει, δεν ήθελε να βλέπει. Είχε απαυδήσει από τις ειδήσεις της «κανονικότητας» και της «βίαιης αναγκαστικότητας». Κοίταξε λίγο το δεντράκι της, που αναβόσβηνε πολύχρωμο και παιδικό.

Δεν ήταν από τα τέλεια δέντρα που ακολουθούν τις «τάσεις» της διακόσμησης, δεν έμοιαζε με άλλο. Το στόλισε μαζί με τις ανιψιές της, που ήρθαν να «βοηθήσουν». Εκείνη τους το είχε ζητήσει. Πρώτη φορά μετά από καιρό, πρώτη φορά μετά τις απώλειες, το δέντρο στα κλαδιά του φιλοξενούσε τις χαρούμενες κραυγές των παιδιών, τα οποία ενθουσιάζονταν με τα κρεμαστά παιχνίδια που κοιμούνταν δύο χρόνια μέσα στις κούτες.

Η μυρωδιά του φούρνου την ξύπνησε: παραλίγο να κάψει το τελευταίο ταψί μελομακάρονα. Ίσα που πρόλαβε. Τα έβγαλε γρήγορα γρήγορα και τα περιέχυσε με σιρόπι.

Μετά, στον καναπέ, με μοναδικό φως από ένα μικρό λαμπατέρ και τα λαμπάκια του δέντρου, έτριβε τα χέρια και τα πόδια της που πονούσαν.

Ήθελε να ακούσει κάτι ταιριαστό για την εποχή, κάτι που να δίνει ξανά νόημα στη γιορτή. Θυμήθηκε τη χριστουγεννιάτικη ιστορία* του Χάρη και του Πάνου Κατσιμίχα, η οποία μιλούσε για τη λυπημένη και αμίλητη πολιτεία που ποτέ δεν γελούσε. Έως ότου την επισκέφθηκαν οι καλικάντζαροι.

Έκλεισε τα μάτια και έβαλε το παλιό δισκάκι. Αγαπημένο της σημείο, η ώρα που ο γεροκαλικάντζαρος, «ο Μανδρακούλος με τ’ όνομα», δίνει το σύνθημα για τον χορό τη νύχτα των Χριστουγέννων. Τον χορό και το γλέντι που οι αγέλαστοι κάτοικοι αρνούνται ότι έκαναν. Αλλά και το ρέιβ πάρτι των υποχθόνιων επισκεπτών που ήρθαν στον πάνω κόσμο καβάλα στις άσπρες χήνες τους την παραμονή. Είχαν κουραστεί, βλέπεις, τόσα χρόνια να πριονίζουν το δέντρο της Γης, να κάνουν αταξίες, και είπαν να δώσουν λίγο «άρωμα» στον κόσμο των συμφεροντολόγων ανθρώπων.

Πόσο χαρούμενο της φαινόταν εκείνο το τραγουδάκι των καλικάντζαρων, που σιγοτραγουδούσε την άλλη μέρα στο αυτοκίνητο: «Ρουμ, παπαρούμ, παπαρούμ, παπαρούνα,/τη στίβουμε και κάνουμε μαντζούνα/ και ύστερα τη βάζουμε να βράζει/δεκαοχτώ μερόνυχτα σε σιγανή φωτιά».

Κι εκεί που πάρκαρε, πριν πάρει τον ηλεκτρικό για τη δουλειά, ξαφνικά την έπιασε νευρικό γέλιο. Φαντάσου να την άκουγε κανείς να τραγουδάει αυτό το τραγούδι στον δρόμο… Και να ήταν από τους εκπροσώπους της «κανονικότητας» και της «αναγκαστικότητας».

Το λιγότερο θα την κοίταγε στραβά. Ούτε που ήθελε να φανταστεί ποιο θα ήταν το περισσότερο… Και άντε να τους εξηγήσεις ότι πρόκειται για τραγούδι από παιδικό παραμύθι.

Αλλά παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να σιγοτραγουδάει. Είχε βρει τη συνταγή της ευτυχίας μέσα στο κλίμα της Αγέλαστης Πολιτείας: μυρωδιές από μπαχαρικά, μικρά παιδιά να στολίζουν δέντρα και το τραγούδι των καλικάντζαρων: «Ρουμ, παπαρούμ, παπαρούμ, παπαρούνα,/τη στίβουμε και κάνουμε μαντζούνα».

*«Η Αγέλαστη Πολιτεία και οι καλικάντζαροι», 1995, βιβλίο και CD εκδόσεις Καστανιώτης.


Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

Να σου πω τη μοίρα σου

Αρχοντία Κάτσουρα


- Μαμά, κοίτα, ο κύριος εκεί φοράει κορόνα!

Η κραυγή εντυπωσιασμού του μικρού αγοριού τράβηξε και τη δική μου προσοχή, κάνοντάς με να γυρίσω προς το μέρος του κυρίου με την κορόνα.

Πράγματι, φορούσε κορόνα. Αλλά όχι σαν αυτές που ξέρουμε στην Ευρώπη, αλλά αυτές που φανταζόμαστε ότι φορούσαν οι αυτόχθονες της Αμερικής, όπως τις βλέπουμε σε εικονογραφήσεις ιστοριών από τα χρόνια της κατάκτηση της αμερικανικής ηπείρου.

Η εικόνα ήταν πραγματικά εντυπωσιακή και παράταιρη για βράδυ Δευτέρας, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα στον ηλεκτρικό, Σεπτέμβριο μήνα, με ζέστη και υγρασία.

Ο κύριος όμως δεν φορούσε μόνο κορόνα, αλλά ολόκληρη ενδυμασία. Η κορόνα του ήταν χρυσή και έμοιαζε φτιαγμένη από ύφασμα ή παπιέ μασέ. Περισσότερο θύμιζε καπέλο που κάλυπτε τα κοντοκουρεμένα μαλλιά του.

Στο πρόσωπό του είχε μακιγιάζ, αρκετά βαρύ, με μέικ απ και τονισμένα μάτια με μαύρο κολ, αλλά και κοκκινάδι στα χείλη. Αν και το μακιγιάζ του είχε αλλοιωθεί –πρέπει να το φορούσε ώρες–, καταλάβαινες ότι είχε χρώματα. Αντί για παντελόνι, φορούσε ένα στενό σκούρο καφέ κολάν και από πάνω, αντί για μπλούζα, ένα κοντό δαντελένιο φόρεμα με χρυσαφιά κεντίδια. Τα παπούτσια του θύμιζαν αυτά των ξωτικών: μυτερά, με ανασηκωμένο το μπροστινό και το πίσω μέρος, σαν γλώσσες. Κρατούσε ένα βαρύ σακίδιο στην αγκαλιά του. Είχε σκούρα επιδερμίδα και το σώμα του, αν και κάπως γεμάτο, ήταν δυνατό και ευθυτενές.

Αρχικά σκέφτηκα πως ήταν ηθοποιός, που είχε τελειώσει την παράστασή του και επέστρεφε σπίτι. Αλλά και πάλι, αναρωτήθηκα, δεν θα είχε αλλάξει, δεν θα είχε ξεβαφτεί πριν βγει στον δρόμο; Φαινόταν εξουθενωμένος. Μερικές φορές έκλεινε τα μάτια, σαν να αποκοιμιόταν. Ο κόσμος γύρω του τού έριχνε κλεφτές ματιές, «πού πάει αυτό το περίεργο πλάσμα, με τα παράξενα ρούχα, μέσα στον ηλεκτρικό», θα σκεφτόταν. Τον παρατηρούσα κι εγώ. Οι απορίες με έτρωγαν, αλλά δεν θα μπορούσα να ρωτήσω.

Ώσπου πρόσεξα ότι από το σακίδιό του κρεμόταν μια μεγάλη κάρτα. Πάνω της είχε ζωγραφισμένη με λεπτομέρειες μια ανθρώπινη παλάμη, με τις γραμμές της, τα όρη της, τα μαλακά σημεία στα δάχτυλα, και λέξεις ή μικρές φράσεις στα αγγλικά: υγεία, έρωτας, χρήματα, γάμος, παιδιά.

Έτσι άστραψε στο μυαλό μου η απάντηση σε όλες τις απορίες: ο κύριος ήταν χειρομάντης. Από αυτούς που έναντι ενός μικρού –ή μεγαλύτερου– αντιτίμου «διαβάζουν» το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σου ανάμεσα από τις γραμμές των χεριών σου.

Ετσι όπως τον έβλεπα κουρασμένο και ταλαιπωρημένο, με το μισολιωμένο μακιγιάζ, κάπως τον συμπόνεσα. Κάποιος ορθολογικός θα μου έλεγε: «Τι τον λυπάσαι; Αυτός μπορεί να βγάζει μεγαλύτερο μεροκάματο από σένα. Και κοροϊδεύει και τον κόσμο…» Τα ήξερα όλα αυτά, αλλά δεν με ένοιαζαν. Πραγματικά αισθάνθηκα λύπηση για την κούρασή του, για τον κόπο του, αναρωτήθηκα αν κατόρθωσε να βγάλει όντως μεροκάματο. Αν του ζητούσα να διαβάσει και το δικό μου χέρι, τι θα μου έλεγε; Για μεγάλες πόρτες που με περιμένουν να τις διαβώ; Για την επιστροφή κάποιου από καιρό χαμένου; Ή για την τύχη που με περιμένει και πόσα παιδιά θα κάνω;

Αφού δεν με ήξερε, πώς θα μπορούσε να με ξεγελάσει; Και τι ψυχή θα είχαν μερικά ευρώ;

Δεν θα το ζητούσα, αλλά ούτε προλάβαινα. Ο ευθυτενής χειρομάντης μου κατέβηκε στην επόμενη στάση, κουβαλώντας όλο το φορτίο του ρόλου του. Εφευγε με περήφανο βήμα προς την έξοδο.

Ενα επάγγελμα έκανε κι αυτός, έπαιζε παιχνίδια με τη μαγεία, αυτήν που όλοι θέλουμε καμιά φορά, και την παίρνουμε από όπου μπορούμε. Μαγεία έκρυβε και η φράση που λέγανε κάποτε οι πλανόδιες μάντισσες, που επίσης «διάβαζαν» τις παλάμες: Έλα, να σου πω τη μοίρα σου, να σου πω το ριζικό σου.

Όσο δύσπιστος κι αν ήσουν, δεν μπορεί, έστω μία φορά θα υπέκυπτες. Και, ποιος ξέρει, μπορεί να μάθαινες και κάτι…

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 30 Απριλίου 2019

Και η ζωή ποδήλατο

Αρχοντία Κάτσουρα


Στα 12 χρόνια μου, μια άνοιξη λίγο πιο ζεστή και πιο φωτεινή από αυτή, μου χάρισαν ένα ποδήλατο: σκούρο ροζ με γυαλιστερές ακτίνες και καφετιά σέλα από δέρμα, καλαθάκι πάνω από την πίσω ρόδα, κουδουνάκι για κόρνα και δυνατό φρένο. Δεν ήταν καινούργιο, ανήκε πριν σε ένα άλλο κορίτσι, που το βαρέθηκε και ήθελε να αγοράσει ένα άλλο.

Ήμουν πολύ χαρούμενη, γιατί ήταν ένα πραγματικό ποδήλατο, όχι παιδικό, δεν είχε βοηθητικές ρόδες. Ήταν όσο έπρεπε ψηλό για το μπόι μου -δεν ψήλωσα πολύ έκτοτε- και, επιτέλους, θα μου χάριζε ένα βαθμό ελευθερίας που δεν είχα μέχρι τότε: θα μπορούσα να πηγαίνω όπου θέλω γρήγορα, ακόμη και στο σχολείο, να κάνω βόλτες.

Σκεφτόμουν εκδρομές με τους φίλους μου σε κοντινές αποστάσεις: έως το δάσος του Διονύσου ή απογεύματα στους ήσυχους δρόμους με τα πλατάνια στην Κηφισιά, όπως στις μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες. Ολα φάνταζαν τέλεια.

Αλλά μόλις άρχισα κάπως να μαθαίνω καλά, να αποκτώ ισορροπία, το ποδήλατο χάθηκε. Για την ακρίβεια, μου το έκλεψαν. Κάποιος «ποντικός» σκαρφάλωσε τη νύχτα στο μπαλκόνι και το πήρε.

Ακόμη θυμάμαι την απογοήτευση και τη στενοχώρια μου. Πάνε τα μεγάλα σχέδια και τα όνειρα για βόλτες και περιπέτειες πέρα από τη γειτονιά μου. Ήμουν απαρηγόρητη.

Φτηνά μού φαίνονταν τα λόγια των δικών μου: «Μη στενοχωριέσαι, θα πάρουμε άλλο». Ή, «σε λίγα χρόνια θα μπορείς να οδηγείς αυτοκίνητο, για το ποδήλατο κλαις;» Ή ακόμα, «συμβαίνουν αυτά, τι να κάνουμε, άδικα στενοχωριέσαι. Όλα διορθώνονται».

Με τον καιρό το ξέχασα. Όταν με ρωτούσαν αν θέλω κάτι για δώρο, ποτέ δεν ζητούσα ποδήλατο. Ούτε το έμαθα ποτέ σωστά. Τα μεγάλα αθλητικά ποδήλατα με τις ταχύτητες που είχαν τα αδέλφια μου δεν με συγκινούσαν.

Μαζί με μένα μεγάλωνε και η πόλη μου, πολλαπλασιάζονταν τα αυτοκίνητα, στένευαν οι δρόμοι, δυσκόλευε η μετακίνηση. Ώσπου έγινε κι αυτή απροσπέλαστη. Αργότερα έγινα και οδηγός όπως πολύ καλά είχε προβλέψει η γιαγιά μου, που με εμπιστευόταν τυφλά όταν την είχα συνοδηγό, κι έτσι το σκούρο ροζ ποδήλατο πήγε και κάθισε σε ένα κλειστό κουτάκι σε μια γωνιά της μνήμης.

Ώσπου βρέθηκα σε μια μικρή ευρωπαϊκή πόλη με ανοιχτούς δρόμους, μεγάλες πλατείες, ειδικές λωρίδες κυκλοφορίας για ποδήλατα, άνετα πεζοδρόμια, λίγα αυτοκίνητα και ελάχιστο κυκλοφοριακό φόρτο. Μητέρες με τα παιδιά στο πίσω κάθισμα έκαναν βόλτες και ψώνια με τα ποδήλατα, άλλοι πήγαιναν στη δουλειά τους, ενώ υπήρχαν παντού ποδήλατα προς ενοικίαση για όποιον επιθυμεί να τα χρησιμοποιήσει.

Και τότε ζήλεψα ή στενοχωρήθηκα. Πρώτη φορά με πείραξε τόσο που δεν ήξερα ποδήλατο, που δεν μπορούσα να ταξιδέψω μέσα στην πόλη, να κερδίσω χρόνο και να προλάβω να την απολαύσω σαν τους κατοίκους της.

Ήθελα να περάσω κουδουνίζοντας πάνω από τα γεφύρια της, πιο γρήγορη από το ποτάμι που τη διατρέχει, να κάνω βόλτα στο πάρκο της και στα κοντινά περίχωρα, να βάλω ψώνια στο καλαθάκι μου -λουλούδια από τους πλανόδιους πωλητές, σοκολάτες και καρτ ποστάλ για την οικογένεια και τους φίλους μου. Να μπορέσω να δω και να φωτογραφίσω ό,τι δεν μπορούσα περπατώντας.

Όταν επέστρεψα πάντως, η λαχτάρα μου υποχώρησε. Εδώ οι δρόμοι δεν επιτρέπουν βόλτες με ποδήλατα, πολλώ δε μάλλον μετακινήσεις από και προς τη δουλειά ή το σχολείο, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Πάντα ανησυχώ για τους συμπολίτες μου ποδηλάτες όταν τους συναντώ στους δρόμους. Χρειάζεται αρκετό ηρωισμό -οι λόγοι ορατοί διά γυμνού οφθαλμού.

Το μόνο που σου επιβάλλει η πόλη είναι η ζωή ποδήλατο: να τρέχεις από υποχρέωση σε υποχρέωση, να μην προλαβαίνεις μερικές φορές να χαρείς ούτε τα μικρά. Ευτυχώς, υπάρχουν κι εκείνα τα κουτάκια της μνήμης που σου θυμίζουν πώς ήσουν στην εφηβεία και κάπου στηρίζεσαι για να συνεχίσεις. Αλλά πάντα αναρωτιέσαι: μπορεί κάτι να αλλάξει, αν όχι για σένα, για τους επόμενους;

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

Γλάροι πάνω από την πόλη

Αρχοντία Κάτσουρα


Εκείνο το απόγευμα μετά τη δουλειά όλη η πόλη ήταν βρεγμένη και γλιστερή. Η πρώτη πραγματική βροχή του φθινοπώρου είχε έρθει και όλοι, με μια αμηχανία –σαν αυτήν που αισθάνεται κανείς συνειδητοποιώντας ότι η ζωή του αλλάζει, χωρίς να ξέρει αν του αρέσει αυτό, αλλά και χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα–, περπατούσαν προσεκτικά στα πεζοδρόμια.

Μια ψηλή γυναίκα με σκούρα γκρίζα ζακέτα άνοιγε και έκλεινε την τριανταφυλλί ομπρέλα της, αμφίθυμη. Ηταν τόση η υγρασία στην ατμόσφαιρα που δεν καταλάβαινε αν ψιχάλιζε ή όχι.

Πιο πέρα, δύο νέοι που ήθελαν να πάρουν τη μηχανή τους και να φύγουν αναρωτιούνταν αν ήταν καλύτερα να περιμένουν. Δοκίμαζαν το οδόστρωμα με τα παπούτσια τους, προσπαθώντας να καταλάβουν πόσο γλίστραγε η άσφαλτος.

Κάποιοι έπιναν καφέ προστατευμένοι σε μια στοά κοντά στην Παλιά Βουλή. Αλλοι διάβαζαν εφημερίδα, άλλοι παρατηρούσαν τον κόσμο που περνούσε. Μόνο ένα ζευγάρι δεν έβλεπε και δεν άκουγε τίποτα. Ακουμπούσαν τα κεφάλια τους και κάτι σιγοψιθύριζαν, που μόνο εκείνοι άκουγαν, μόνο εκείνοι αντιλαμβάνονταν.

Μια άλλη γυναίκα έβγαινε στον δρόμο από την πολυκατοικία όπου ήταν το γραφείο της και οσφριζόταν τον αέρα: της μύριζε θάλασσα. Σαν να ήταν κοντά στην παραλία, χειμώνα καιρό: οσμή από φύκια που αποσυντίθενται, ιώδιο και υγρασία, κρύος άνεμος που τρυπάει ύπουλα τα κόκαλα.

Κοίταξε γύρω της. Δεν ήταν δυνατόν. Ηταν στην καρδιά της πόλης, πιο κέντρο δεν γινόταν. Αν περπατούσε τρία λεπτά προς τα πάνω θα έφτανε στην πλατεία Συντάγματος. Αν περπατούσε έξι λεπτά προς τα κάτω, στην πλατεία Ομονοίας. Σε απόσταση ενός τετάρτου ήταν η Πλάκα από τα δεξιά της και ο Λυκαβηττός στα είκοσι λεπτά από τα αριστερά της.

Κι όμως, εκείνη μύριζε θάλασσα, αισθανόταν τη θάλασσα γύρω της, κι ας μην την έβλεπε. Νόμιζε ότι έφτασε και μια γεύση αλμύρας στα χείλη της. Πώς θα ήθελε να βρεθεί κοντά της. Μερικές φορές οι μεγάλες επιθυμίες έχουν αυτήν τη δύναμη, να σου δημιουργούν την εντύπωση ότι γίνονται πραγματικότητα ανασύροντας από τη μνήμη ό,τι ζητάς με τη βοήθεια των οσφρητικών οργάνων, της αφής, της γεύσης. Κι εκείνη περπατούσε προς την οδό Σταδίου μυρίζοντας θάλασσα, νιώθοντας αλάτι στο δέρμα της.

Στάθηκε κάτω από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Ενα κρώξιμο ακούστηκε ψηλά, ακόμη ένα μερικά δευτερόλεπτα μετά, κι ύστερα ένα τρίτο. Γνώριμοι ήχοι, αν και παράταιροι.

«Γλάροι», είπε ο ένας από τους νέους που θα έφευγαν με τη μηχανή και κοίταξε ψηλά. «Γλάροι», συμφώνησε ο φίλος του και ακολούθησε το βλέμμα του. Δύο κύριοι σηκώθηκαν από το καφέ της στοάς και βγήκαν στον δρόμο, η ψηλή γυναίκα έκλεισε την τριανταφυλλί ομπρέλα και παρακολούθησε τα θαλασσοπούλια που έκαναν κύκλους πάνω από τα κτίρια.

Το ζευγάρι έμεινε εκεί, στη θέση του, δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα.

Η γυναίκα που ονειρευόταν τη θάλασσα σήκωσε κι αυτή το βλέμμα στον ουρανό. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που κοίταξε τον γκρίζο ουρανό με τόση λαχτάρα.

Αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό που έφερε τα πουλιά στην οδό Σταδίου, πάνω από την Παλιά Βουλή. Ο κακός καιρός στη θάλασσα; Η αναζήτηση τροφής; Μήπως αποφάσισαν να αλλάξουν ενδιαίτημα; Και πώς θα ζούσαν εδώ;

Εκλεισε τα μάτια και άνοιξε τα αυτιά της. Ρουφούσε με δύναμη τη θαλασσινή μυρωδιά στον αέρα, άκουγε τα θαλασσοπούλια να κρώζουν και αισθανόταν την υγρή ατμόσφαιρα που έκανε τα ισιωμένα μαλλιά της να παίρνουν το φυσικό σγουρό σχήμα τους.

Πληρότητα. Αυτό αισθανόταν. Η θάλασσα είχε έρθει κοντά της, σαν να άκουσε την επιθυμία της. Κι ένα κύμα ελπίδας πλημμύρισε τους πνεύμονές της κάνοντάς τους να φουσκώνουν.

«Γλάροι», σκεφτόταν. «Ποτέ μην απελπίζεσαι», τους άκουσε να λένε μέσα από τα κρωξίματά τους. «Η θάλασσα είναι εδώ. Εμείς σ’ τη φέραμε».

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Πραγματικά «κακοί λύκοι»

Αρχοντία Κάτσουρα


Είμαι γυναίκα, κοντά στη μέση ηλικία. Όσο μεγαλώνω το χρώμα των μαλλιών μου ανοίγει –μπορεί έως τα γεράματα, αν η υγεία μου το επιτρέψει να φτάσω εκεί, να γίνω πολύ ξανθιά. Πάντα με επέπλητταν ότι ήμουν πολύ σοβαρή, πολύ του διαβάσματος, που δεν χόρευα μέχρι τελικής πτώσεως στα γλέντια και στα πάρτι, που δεν διασκέδαζα όπως οι πολλοί.

Προτιμούσα άλλες διασκεδάσεις, λιγότερο θορυβώδεις, κι ας κουνούσαν όλοι το κεφάλι: «Μα, τι καταλαβαίνεις σε όλα αυτά. Πότε θα εκτονωθείς». Κανείς δεν με ρώτησε αν χρειάζομαι εκτόνωση.

Δεν υπήρξα ποτέ συλφίδα, σαν όλες αυτές τις πραγματικά οπτικά υπέροχες κοπέλες που παρελαύνουν από τις τηλεοπτικές οθόνες και στα περιοδικά και κάνουν τα στόματα να ανοίγουν. Πολλές φορές μού είπαν, ότι «κοίταξε, μια χαρά είσαι, αλλά αν έχανες και πέντε κιλάκια, καλό θα σου έκανε. Αν βαφόσουν λίγο παραπάνω και αν φορούσες και κάτι πιο κοντό, πιο στενό, πιο χρωματιστό, θα σε διάλεγαν περισσότερο τα αγόρια».

Μου άρεσαν πάντα τα αγόρια, αλλά έχω κάνει φίλους και φίλες που αγαπάνε μόνο αγόρια, μόνο κορίτσια ή και τα δύο. Και τους αγαπώ πολύ, χαίρομαι να τους βλέπω, να κουβεντιάζω μαζί τους, να μοιραζόμαστε τις χαρές και τις λύπες μας. Αυτές μοιάζουν πολύ. Και λυπάμαι γιατί πρέπει μερικές φορές να υπερασπίζομαι σε τρίτους το δικαίωμά τους να υπάρχουν.

Ζω σε μια πόλη που λέει ότι είναι πολυπολιτισμική, στην πρωτεύουσα, και οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. Όμως κάποιος κάποια στιγμή με προειδοποίησε πολύ φιλικά και με πολλή ευγένεια ότι αν λέω τη γνώμη μου, ότι ζω σε μια πόλη βρόμικη και σκληρή, όπου οι σχέσεις στηρίζονται κυρίως στη σύγκρουση και όχι στη συναίνεση, κάποιοι μπορεί να μου πουν να πάω να ζήσω αλλού, αν δεν μ' αρέσει.

Προέρχομαι από οικογένειες προσφύγων, με μέλη τους που πήγαν μετανάστες, μεγάλωσα σε γειτονιά προσφύγων, κι όμως φίλοι και γνωστοί, πρόσφυγες δεύτερης και τρίτης γενιάς οι ίδιοι, που διατείνονται ότι είναι πολύ δημοκράτες, βλέπουν τους άλλους πρόσφυγες και τους άλλους μετανάστες, τους σύγχρονους, σαν μιάσματα. Δυσκολεύομαι να το κάνω κι εγώ.

Και δουλεύω σε μια δουλειά που οι άνθρωποι ψάχνουν την αλήθεια –όσο μπορούν, ο αγώνας είναι δύσκολος και τα εμπόδια πολλά. Μαζί τους κι εγώ, όσο μπορώ. Και μερικές φορές συγκρουόμαστε όταν διαφωνούμε, γιατί δεν είμαστε ίδιοι.

Και ντρέπομαι που υπάρχουν συνάδελφοι, σε κάποια μέσα, που μπροστά από την αλήθεια βάζουν την τηλεθέαση θυσιάζοντας την αξία της δουλειάς τους στον βωμό μιας ασαφούς έννοιας «κοινής γνώμης» που αν την ταΐσεις φέρνει νούμερα. Που στον θάνατο ενός νέου ανθρώπου, διαφορετικού από τον μέσο όρο, επενδύουν στο κλίμα φόβου που σε μεγάλο βαθμό έχουν καλλιεργήσει, δίνοντας τροφή σε πραγματικά «κακούς λύκους»: στην άκρα Δεξιά και στην κοινωνία της αυτοδικίας.

Είμαι ένας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος, που τρώει, μαγειρεύει, καθαρίζει, δουλεύει. Αλλά είμαι διαφορετική από τους γονείς μου, τα αδέλφια μου, τους φίλους μου, τους συγγενείς, τους συναδέλφους, τους γείτονες, τους παλιούς συμμαθητές. Ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη. Ούτε πιο έξυπνη ούτε πιο καλή. Κι εκείνοι είναι διαφορετικοί από εμένα.

Ποιος από μας έχει μεγαλύτερο δικαίωμα να ζει;

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Επιστολή γάτου απαυδισμένου

Αρχοντία Κάτσουρα


Αγαπητή μου μαμά,

Γιατί το ξέρεις ότι από τότε που με υιοθέτησες, σαν μαμά μου σε βλέπω. Την άλλη, εκείνη που χάθηκε μόλις μία εβδομάδα από τότε που γεννήθηκα, δεν τη θυμάμαι πια.

Εχω ένα παράπονο και πρέπει να το εκφράσω.

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, που όλοι λείπουν διακοπές κι εσύ δουλεύεις, με πληγώνεις αφάνταστα. Δέχεσαι να φιλοξενήσεις στο σπίτι τη Λυδία, αυτή την αντιπαθητική γάτα της αδελφής σου, που πρέπει –όπως διαρκώς μου λες όταν εκνευρίζομαι μαζί της και της αγριεύω- κάποιος να τη φροντίσει όσο λείπει για διακοπές η δική της οικογένεια.

Εμένα αυτό με πληγώνει πάρα πολύ. Κατ’ αρχάς, όλο έρχεται και τρώει από το δικό μου φαγητό –χωρίς να με ρωτήσει. Εγώ ποτέ δεν πηγαίνω στα πιατάκια της. Ξέρω να σέβομαι.

Επίσης, μόλις ακούσει τα κλειδιά σου στην είσοδο της πολυκατοικίας, έρχεται και σε περιμένει στην πόρτα. Αυτή είναι δική μου δουλειά, ποια νομίζει ότι είναι; Αλλά ξέρω γιατί το κάνει. Θέλει να πάρει πρώτη τα χάδια σου –ίσως και να παραστήσει την καλή για να συνεχίσεις να της δίνεις μεζεδάκια.

Τέλος, μου κλέβει και τις γωνιές που κοιμάμαι. Πότε πάει κάτω από την τραπεζαρία, στην καρέκλα δεξιά, εκεί που έρχεται το δροσερό αεράκι από το παράθυρο, πότε στα πόδια του κρεβατιού σου.

Χθες βράδυ, λίγη ώρα πριν έρθεις σπίτι, προσπάθησε να χωθεί κάτω από το κάλυμμα του καναπέ, την ώρα που εγώ ήδη είχα αποκοιμηθεί εκεί. Περιττό να σου πω ότι της έδωσα το μάθημά της με ένα τόσο αγριεμένο προειδοποιητικό νιαούρισμα, που θα το θυμάται για καιρό.

Σου το λέω, την επόμενη φορά μπορεί να γίνω και βίαιος, αν και όπως καλά ξέρεις δεν το συνηθίζω.

Αυτά, είπα ό,τι είχα να πω.

Το ξέρεις ότι τα σχεδόν 12 χρόνια της σχέσης μας είσαι για μένα η μοναδική. Τα χάδια και οι φροντίδες των υπολοίπων –ακόμη και όταν εσύ λείπεις για μέρες- μου είναι σχεδόν αδιάφορα.

Ελπίζω να μη με εγκαταλείψεις ποτέ για μια άλλη γάτα, ακόμη και αν είναι τόσο όμορφη –γιατί κι εγώ το βλέπω ότι είναι όμορφη- όσο η Λυδία.

Εύχομαι να μη σε στενοχώρησα.

Εκτορας

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

Αγιά Θαλασσινή

Αρχοντία Κάτσουρα


Η οργή δεν έχει κοπάσει, αλλά το σοκ έχει καταλαγιάσει, έχει μείνει η θλίψη και ένας πόνος βουβός, που μένει να φανεί αν θα οδηγήσει σε μια πραγματική αλλαγή, σε κάτι που θα φέρει την ελπίδα για ένα μέλλον πιο ορθολογικό, πιο οργανωμένο, που θα μπορεί να προλάβει –στο μέτρο του δυνατού- τόσο μεγάλες καταστροφές. Ενα μέλλον που θα χτιστεί με άξονα την ομαλή και με σεβασμό συμβίωση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον.

Θύματα της καταστροφικής πυρκαγιάς στην Αττική μετράμε ακόμη: δεν είναι μόνο όσοι τόσο τραγικά έχασαν τη ζωή τους, ούτε μόνο όσοι έχασαν το σπίτι τους. Είναι και όσα παιδιά ορφάνεψαν, όσοι γονείς έχασαν τα παιδιά τους –αλήθεια, υπάρχει λέξη που να μπορεί να περιγράψει αυτό; Πώς ονομάζεται η «ορφάνια» από το παιδί σου;-, όσοι έχασαν φίλους αγαπημένους, εκείνοι που δεν θα δουν ξανά τα κατοικίδιά τους.

Πέρασαν τόσες ημέρες και ακόμη εγώ προσωπικά, που είμαι καλά και οι δικοί μου είναι καλά, δεν μπορώ να επεξεργαστώ το σοκ του γεγονότος –ίσως γι’ αυτό εξακολουθώ να απορώ με τις κραυγές που ακούω από πολιτικούς και πολιτικολογούντες, δημοσιογράφους και δημοσιο-γράφοντες, γνώστες και μη. Αλλά το παιχνίδι των ευθυνών ποτέ δεν ήταν εύκολο σ’ αυτήν τη χώρα. Πάντα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι φταίει ένας Χατζηπετρής –όλοι οι υπόλοιποι, πολιτικοί και πολίτες, είμαστε αθώοι του αίματος.

Αναρωτιέμαι αν μπορεί να υπάρξει λόγος παρηγορητικός. Τι μπορείς να πεις στους τραγικούς επιζώντες, που με τόσο βίαιο τρόπο απώλεσαν τους δικούς τους, για να πάρεις λίγο από το βάρος τους; Πώς μπορείς να τους ανακουφίσεις, πέρα από την αλληλεγγύη σε είδος που πράγματι ήταν συγκινητική; Μπορεί να βρεθεί μια απάντηση, ένα «επειδή» στο «γιατί;» που για μήνες και χρόνια θα τους ξυπνάει τις νύχτες;

Τίποτα δεν είμαστε –έτσι έλεγαν οι γιαγιάδες μου όταν έφευγε ένας αγαπημένος άνθρωπος από τη ζωή, φίλος ή συγγενής, σαν να ήθελαν να παρηγορηθούν για την απώλεια, να ξορκίσουν τον πόνο και να εξηγήσουν στους άλλους –νομίζω κυρίως στους εαυτούς τους- τον χαμό.

Οποιος έχει χάσει δικό του άνθρωπο, όποιος έχει δει δικό του να φεύγει από τη ζωή, εκεί σε ένα κρεβάτι, σε ένα νοσοκομείο, όποιος έχει δει αυτό το μαλακό «φουουου» της τελευταίας ανάσας, το καταλαβαίνει: τίποτα δεν είμαστε, αλήθεια είναι, μια αναπνοή χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο. Αλλά τελικά αυτό το τίποτα μπορεί να είναι και τα πάντα.

Και μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν προλάβαμε να πούμε στους ανθρώπους μας πόσο πολύ νοιαστήκαμε γι’ αυτούς, πόσο μας επηρέασαν, πόσο θέλαμε να τους έχουμε δίπλα μας, ακόμη και πόσο μας πλήγωσαν κάποιες φορές και πως, ακόμα και αν ήταν δύσκολο, εμείς τους αγαπήσαμε. Και πως τελικά συγχωρήσαμε αυτά που κρίναμε ότι ήταν λάθη τους και θα θέλαμε να κάνουν και κείνοι το ίδιο για τα δικά μας.

Θυμάμαι έναν Αύγουστο, χρόνια πριν, στην Ανδρο, στο εκκλησάκι της Παναγίας της Θαλασσινής, να κοιτάζω την αγριεμένη από το μελτέμι θάλασσα και να μην μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο. Με μάγευε η εικόνα και είχα τόσο απορροφηθεί που δεν άκουγα τους φίλους μου που κουβέντιαζαν δίπλα μου.

Μόνο έναν στίχο του τραγουδιού θυμάμαι να γυρίζει στο μυαλό μου: «Αγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή…»*, προσευχή για όσους κινδυνεύουν στα πελάγη και τους ωκεανούς. Εκεί στο ίδιο τραγούδι, σε άλλο σημείο, λέει: «Πριν από χρόνια, μεθυσμένη, μου είπες ‘‘σ’ αγαπώ’’».

Εύχομαι ειλικρινά κι ελπίζω να είμαστε όλοι τυχεροί, να ακούσουμε ένα μεθυσμένο «σ’ αγαπώ» και ένα ειλικρινές «σε συγχωρώ». Κι ύστερα, να βρίσκουμε το κουράγιο να το λέμε κι εμείς όταν το νιώθουμε. Δεν θα μείνει από μας τίποτα άλλο.

* «Θεσσαλονίκη», Νίκος Καββαδίας – Θάνος Μικρούτσικος, σε ερμηνεία Γιάννη Κούτρα


Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Περσείδες

Αρχοντία Κάτσουρα


Μια κυρία έκανε βόλτα το μαλλιαρό σκυλάκι της φορώντας ένα ελαφρύ φουστάνι που θα μπορούσες να πεις ότι είναι και νυχτικιά. Ενας νέος άντρας στηριζόταν σ’ ένα δέντρο και κάπνιζε αρειμανίως. Δυο γάτες κούρνιαζαν σ’ ένα περβάζι αποχαυνωμένες. Ο αέρας μύριζε απροσδιόριστα γιασεμί και όψιμα τριαντάφυλλα, σκούρα κόκκινα, σαν αυτά που κάνουν γλυκό.

Από μια βεράντα ακούγονταν τα μαχαιροπίρουνα μιας οικογένειας που έτρωγε. Σ’ ένα διαμέρισμα τρίτου ή τέταρτου ορόφου κάποιος άκουγε μουσική, μπλουζ και τζαζ. Ηταν ήδη έντεκα, αλλά η ζέστη δεν είχε υποχωρήσει αρκετά ώστε να μαζευτούν όλοι αυτοί μέσα, να κοιμηθούν. Θα ξημέρωνε ακόμη μία καλοκαιρινή εργάσιμη στην πόλη.

Επέστρεφε από βραδινή βόλτα. Πόσο υπέροχα γνώριμα της ήταν όλα αυτά…

Είχε περπατήσει πολύ, είχε κουράσει το σώμα της αρκετά και ο ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη της, αλλά δεν την ένοιαζε.

Δοκίμαζε την αντοχή του σώματός της περπατώντας. Υστερα έκανε ένα ζεστό ντους, έλουζε το κεφάλι της και άφηνε τα μαλλιά της σχεδόν νωπά. Οταν έπεφτε στο κρεβάτι, δεν είχε πια κουράγιο να κάνει σκέψεις, να μετρήσει τα σωστά και τα λάθη, να σκοτίσει το μυαλό της με όσα επέμεναν να έρχονται τις ώρες που θα ’πρεπε κανονικά να αφιερώνονται στην ανάπαυση.

Εριχνε στη μέση της ένα ελαφρύ σεντόνι –κάνεις σαν τον Παπαγιαννόπουλο στην ταινία «Τζένη Τζένη», την κορόιδευαν όσοι την ήξεραν. Χρειαζόταν το σεντονάκι ακόμη και στους καύσωνες, τι να έκανε; Δεν ήθελε τη μέση της εκτεθειμένη. Ανάγκη για ασφάλεια; Ψευδαίσθηση αγκαλιάς; Τι;

Και τότε τα μάτια έκλειναν. Τα βλέφαρα δεν υπάκουαν σε καμία εντολή, ούτε στα τραντάγματα της σκέψης, κι αποκοιμιόταν.

Εκείνο το βράδυ δεν ήθελε να κοιμηθεί, κι ας ακολούθησε την ίδια ρουτίνα: περπάτημα, μπάνιο, βρεγμένα μαλλιά, σεντόνι να τυλίγεται σαν αγκαλιά γύρω από τη μέση, πόδια ξεσκέπαστα για να δροσίζονται. Ο Μορφέας έτρεχε κάπου αλλού.

Σηκώθηκε, έβαλε ένα ποτήρι κρύο νερό, άνοιξε την μπαλκονόπορτα στην κρεβατοκάμαρα. Εβαλε ραδιόφωνο και πέτυχε τραγούδια του νέου κύματος. Κάποιο αφιέρωμα, ίσως.

Τράβηξε την πολυθρόνα, κάθισε και, αφού στον δρόμο δεν υπήρχε κανείς να τη βλέπει, έβαλε τα πόδια της ψηλά, πάνω στο κάγκελο. Ετσι τα ξεκούραζε καλύτερα από τη ζέστη και το «κρέμασμα» στο γραφείο.

Επινε γουλιά γουλιά το νερό, μύριζε τον καλοκαιρινό αέρα, αφουγκραζόταν τους ελάχιστους πια ήχους της πόλης που, μισοάδεια στην καρδιά του πιο ζεστού μήνα, πήγαινε σιγά σιγά για ύπνο και απολάμβανε τη δροσιά που ερχόταν τόσο γλυκά.

Τότε είδε στον ουρανό το πρώτο πεφταστέρι. Και σε λίγα δευτερόλεπτα το δεύτερο. Κι ύστερα το τρίτο και το τέταρτο. Εμεινε να μετράει τους Περσείδες στον ουρανό. Μέσα Ιουλίου και είχε αρχίσει η φλεγόμενη βροχή τους.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και στάθηκε με τα χέρια της να στηρίζονται στο κάγκελο. Η θέα των ουράνιων σωμάτων την είχε συνεπάρει.

Ο γάτος τύλιξε την ουρά του στη γάμπα της και ανέβηκε να καθίσει στην αναπαυτική πολυθρόνα. Και από μέσα άρχισε να ακούγεται η ζεστή φωνή της Καίτης Χωματά να τραγουδάει για ένα αστέρι, «ένα ταίρι, ένα σύντροφο της νύχτας φωτεινό»*.

Οσο περνούσε η ώρα τόσο την απορροφούσε το μεγαλείο που έβλεπε να εκτυλίσσεται στον σκούρο ουρανό. Σκέφτηκε να κάνει μια ευχή, κι ας ήξερε την αλήθεια –ποτέ δεν πιάνουν. Αλλωστε ούτε οι Περσείδες είναι όλοι αστέρια, οι περισσότεροι είναι μετεωρίτες, ακόμη και αστρική σκόνη, υπολείμματα ενός κομήτη που πότε πότε θυμάται τη γειτονιά της Γης. Και όμως, ενώ πυρακτώνονται και καταστρέφονται δημιουργούν τόση ομορφιά.

Πήγε στο κρεβάτι αργά, όταν πια δεν άντεχε άλλο, όταν ο θεός των ονείρων ήρθε επιτέλους να την κοιμίσει. Πριν βυθιστεί ευχήθηκε τα πεφταστέρια, στην πύρινη πορεία τους, να είχαν παρασύρει λίγο κι άλλους ξενύχτηδες. Και ας ήξερε ότι δεν πιάνουν οι ευχές.


Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Επιφάνεια εργασίας

Αρχοντία Κάτσουρα


Το εκτυφλωτικό ελληνικό φως τρυπούσε μέσα από τα γεμάτα τρυφερότητα ροζ και λευκά λουλούδια της μπουκαμβίλιας που σκέπαζε τη μικρή κυκλαδίτικη πλατεία. Ο κόσμος ήταν λίγος ακόμη, πρωί.

Η υπάλληλος του καφενείου καθόταν στον χτιστό πάγκο της εισόδου και παρατηρούσε τα γύρω στενά. Την ήξερε καλά αυτή την εικόνα, τη ζούσε τρία συνεχόμενα καλοκαίρια.

Λευκά κτίσματα, γαλανά παράθυρα, λίγο πιο σκούρα από τον ουρανό που έκρυβε όσο χρειαζόταν η μπουκαμβίλια, πλακόστρωτο καλοζωγραφισμένο με ασβέστη που ανανεωνόταν δύο φορές την εβδομάδα, στρογγυλά σιδερένια τρίποδα τραπεζάκια και ξύλινες καρέκλες με πλεγμένη ψάθα για κάθισμα. Ακριβώς απέναντι η εκκλησία με το μεγάλο ρολόι, που πάντα πήγαινε μία ώρα πίσω. Κανείς δεν είχε σκεφτεί να το γυρίσει στη θερινή φαίνεται.

Σιγά σιγά άνοιγαν και τα άλλα μαγαζιά: το κοσμηματοπωλείο απέναντι, το μαγαζί με τα σανδάλια και τα ρούχα στο στενό, το ψιλικατζίδικο πιο δίπλα.

Το προηγούμενο βράδυ το μαγαζί έκλεισε ξημερώματα. Οι τουρίστες, Ελληνες και ξένοι, Γάλλοι και Σκανδιναβοί, τραγουδούσαν μαζί με τους μουσικούς παλιά ρεμπέτικα – κι ας μην ήξεραν λέξη από τους στίχους. Επιναν ρακές και χύμα λευκό κρασί και γελούσαν. Ενας-δυο σηκώθηκαν και χόρεψαν. Όπως ήξεραν και μπορούσαν.

Όλοι τούς χειροκρότησαν.

Αλλά τώρα ήταν πρωί. Σε λίγο θα έρχονταν οι πρώτοι πελάτες. Οι πρωινοί θαμώνες – αν μπορείς να χαρακτηρίσεις θαμώνες όσους επιλέγουν το ίδιο σημείο για καφέ τις δέκα ή δεκαπέντε ημέρες που διαρκούν οι διακοπές.

Πρώτος ερχόταν ο μεσήλικας Γάλλος που έκανε κάθε χρόνο διακοπές στο νησί τρεις μήνες. Είχε βγει στη σύνταξη πια, είχε και εισοδήματα, οικογένεια δεν θέλησε ποτέ να κάνει. Οσο τον ήξερε, ερχόταν μόνος του.

Μετά η πανύψηλη Νορβηγίδα με το καμένο από τον ήλιο δέρμα. Μιλούσε αρκετά καλά ελληνικά. Έπινε πάντα ελληνικό καφέ από τότε που παντρεύτηκε με Έλληνα.

Ύστερα έρχονταν τρεις φίλες. Πρώτη φορά στο νησί και είχαν ενθουσιαστεί – και πώς να γινόταν αλλιώς, τέτοια νερά, τέτοια ομορφιά, πουθενά αλλού. Ελληνίδες. Ηταν εδώ ήδη αρκετές ημέρες.

Έπαιρναν καφέδες, τοστάκια και ένα γλυκό του κουταλιού στη μέση, βύσσινο ή κυδώνι. Κουβέντιαζαν πολύ και γελούσαν.

Οι δύο ήταν πιο ζωηρές, πιο δυναμικές, μιλούσαν πολύ, μεταξύ τους ή στο τηλέφωνο, γελούσαν περισσότερο και διαρκώς κινούνταν. Όλο κάτι χρειάζονταν, κάπου ήθελαν να πάνε, κάτι να δουν, κάτι να ρωτήσουν. Έφευγαν, έρχονταν, σηκώνονταν, κάθονταν.

Η τρίτη μιλούσε λιγότερο, γελούσε, καμιά φορά έλεγε κάτι κουνώντας ζωηρά τα χέρια και με έντονες εκφράσεις, αλλά περισσότερο άκουγε και κινούνταν λιγότερο. Διάλεγε το πιο σκιερό κάθισμα και έβαζε τα πόδια της στα οριζόντια στηρίγματα της διπλανής καρέκλας. Είχε πάντα μαζί της εφημερίδα, ένα βιβλίο, ένα σημειωματάριο, ένα στυλό. Πότε διάβαζε, πότε σημείωνε.

Συχνά την απορροφούσε τόσο πολύ το να γράφει, που δεν άκουγε τις φίλες της που επέστρεφαν από τα ψώνια ή τις εξερευνήσεις τους. Απολάμβανε τη σκιά της μπουκαμβίλιας, πότε χάζευε τις γάτες που διάλεγαν να καθίσουν στην πιο παχιά σκιά και πότε χανόταν κοιτάζοντας πέρα μακριά ή κλείνοντας τα μάτια. Ονειροπολούσε; Ποιος να ’ξερε. Έτρωγε το γλυκό βύσσινο λίγο λίγο και έπινε τον διπλό καφέ της γουλιά γουλιά.

Εκείνη την ημέρα την είδε που έφτασε πρώτη στο άδειο ακόμα καφενείο.

«Καλημέρα», είπε. «Τι καλά, σήμερα δεν έχετε ακόμα κόσμο».

Έβγαλε την κόκκινη φωτογραφική μηχανή της και τράβηξε μερικές φωτογραφίες από διαφορετικές γωνίες. Όταν ήρθαν οι φίλες της, τους τις έδειξε.

«Θα τις βάλω στον υπολογιστή, για επιφάνεια εργασίας. Θα χαίρομαι αυτό το καλοκαιρινό φως και τις πιο σκοτεινές μέρες του χρόνου», είπε. «Ας παραγγείλουμε καφέ. Σας περίμενα».

Η υπάλληλος του καφενείου τις παρατήρησε τότε καλύτερα. Ήταν η μέρα της αναχώρησης. Δεν φορούσαν σήμερα μαγιό, άνετες πουκαμίσες, σαγιονάρες. Φορούσαν τα «πολιτικά» τους.

Θα τις ξανάβλεπε; Δεν ήξερε. Τους σέρβιρε τους καφέδες και τις κέρασε γλυκό του κουταλιού. Βύσσινο, σπιτικό, που τους άρεσε.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Ο χορός του ήλιου

Αρχοντία Κάτσουρα

Γυναίκα μπροστά στον ήλιο που ανατέλλει (γυναίκα μπροστά στον ήλιο που δύει),1818-20, KΑΣΠΑΡ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΦΡΙΝΤΡΙΧ

Τρίτο, τέταρτο, πέμπτο πρωινό; Ούτε που θυμόταν πόσα ήταν αυτά που, ανοίγοντας τα μάτια το πρωί, θύμιζαν επιεικώς Οκτώβριο – ακόμη και στη θερμοκρασία. Δυο-τρεις φορές έλεγξε και το ημερολόγιο. Μήπως είχε κάνει λάθος; Μήπως λάθος νόμιζε ότι σε δέκα μέρες φεύγει για διακοπές στα πράσινα νερά του Ιονίου;

Οχι, δεν έκανε λάθος. Ιούνιος, στα τέλη του, επιβεβαιωμένο. Αλλά πώς να το χωνέψεις; Ωραίες οι δροσιές, ειδικά αν πρέπει να πας στη δουλειά, αλλά αυτή η βροχή ήταν αφόρητη. Δυο φορές έγινε παπί: τη μία έφυγε από το σπίτι με μια λιακάδα χαρά θεού χωρίς ομπρέλα και λίγες ώρες αργότερα, σε λιγότερο από ενάμισι λεπτό, από τον σταθμό του μετρό ώς το αυτοκίνητο, είχε βραχεί μέχρι το κόκαλο.

Την άλλη, ενώ προσπαθούσε να ανοίξει την ομπρέλα κάτω από ένα υπόστεγο, ένας μάγκας και φουριόζος οδηγός πέρασε με ταχύτητα πάνω από μια λιμνούλα στον δρόμο και την περιέλουσε, λερώνοντας και το άσπρο παντελόνι της. Μαζί της βράχηκε και μια κυρία που περίμενε εκεί μήπως σταματήσει η βροχή.

Α, και μια τρίτη φορά, που βγήκε στον δρόμο από την είσοδο της πολυκατοικίας έπειτα από έναν μεγάλο κρότο για να δει τι συμβαίνει. Τρακάρισμα ήταν, κάποιος πέρασε το STOP στη γωνία μπροστά στο σπίτι της, ερχόταν ένας άλλος από τον κεντρικό, έβρεχε κιόλας, ε, τελικά αγκαλιάστηκαν. Ευτυχώς μόνο υλικές ζημιές. Αλλά μέχρι να καταλάβει τι γίνεται, έκανε ένα ελαφρύ ντους με βροχόνερο.

Δεν άντεχε άλλο. Εκείνη μια ζωή βρεγμένη ένιωθε -με τη μεταφορική έννοια του όρου-, τις πάλευε τις βροχές και τις καταιγίδες, δεν τις φοβόταν. Κι ας μέτραγε αμυχές – κάποιες ήταν και πιο βαθιές, αργούσαν να επουλωθούν, αλλά εντάξει. Μαθήματα.

Πρέπει αυτό να ήταν το τρίτο καλοκαίρι που ο Ιούνιος ήταν κάπως φθινοπωρινός -πες το κλιματική αλλαγή, πες το ό,τι θέλεις- αλλά νισάφι πια. Φέτος, παραήταν βαρύς, παραήταν βόρειος, παραήταν θλιμμένος.

Ούτε οι προετοιμασίες για τις διακοπές βοηθούσαν, ούτε οι υποσχέσεις για ξεκούραση έφταναν, ούτε τίποτα. Είχε έναν φόβο ότι κι εκεί, στις αμμουδερές ακτές, ο ήλιος θα κρυβόταν πίσω από βροχοφόρα σύννεφα, δεν θα την έφτανε.

Και φέτος τον είχε τόσο μεγάλη ανάγκη… Κουβαλούσε μέσα της τόση παγωνιά που μόνο στο χάδι του είχε εναποθέσει την ελπίδα της. Βασιζόταν πάνω του. Ηθελε να κοιμηθεί κάτω από το φως του, με τη θερμότητά του να λιώσει τους πάγους, να μαλακώσει τον θυμό της, να επιτρέψει στους μυς της να χαλαρώσουν, να λυθούν και να μαλακώσουν, να ξεκλειδώσει τις αρθρώσεις της, το σώμα της το ίδιο πρώτα και μετά -ίσως- τη διάθεσή της.

Οχι τίποτα άλλο, μήπως μπορέσει να βυθιστεί εκεί που μόνο ένα γαλήνιο πνεύμα μπορεί: στην αλήθεια. Για να κάνει ουσιαστικό απολογισμό πεπραγμένων, να κατανοήσει πρώτα τι θέλει η ίδια και ύστερα -αν προλάβει κι αν αξίζει- τους άλλους.

Να κάνει μερικές εκκαθαρίσεις -αυτές που άλλοι επιλέγουν στην αρχή του χρόνου- τότε, στην καρδιά του καλοκαιριού, όπως έκανε πάντα, από παιδί.

Αλλά ο Ιούνιος δεν την προϊδέαζε ευνοϊκά. Σαν να ήθελε να παρατείνει την αγωνία της, να την επιβαρύνει με τη δική του βαριά διάθεση – ποιος να ξέρει τι του έκαναν του κακομοίρη οι προηγούμενοι μήνες μέχρι να έρθει η σειρά του…

Θυμήθηκε την παράδοση λαών της Αφρικής, ίσως και των Ινδιάνων της Αμερικής, που όταν αντιμετώπιζαν ανομβρία, έκαναν το τελετουργικό του χορού της βροχής. Δεν ήξερε όμως κάτι αντίστοιχο για τον ήλιο.

Γιατί, αν υπήρχε, θα καλούσε και τους άλλους βροχόπληκτους -κυριολεκτικά και μεταφορικά- να το ακολουθήσουν. Να πουν όλοι μαζί τη μαγική προσευχή, να πιαστούν χέρι χέρι ή να λικνίσουν τα σώματά τους στον ρυθμό, ακόμη και με καταιγίδα, μήπως και κάποιος εκεί ψηλά τους εισακούσει. Για να στεγνώσουν και να ζεσταθούν ψυχές και σώματα.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Επεα επικαθήμενα

Αρχοντία Κάτσουρα


«Τα λόγια είναι γεγονότα, κάνουν πράγματα, αλλάζουν πράγματα. Μεταμορφώνουν τόσο τον ομιλητή όσο και τον δέκτη. Τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται με ενέργεια και την ενισχύουν. Τροφοδοτούν την κατανόηση και το συναίσθημα αμφίδρομα».

Τα λόγια από το δοκίμιο της Ούρσουλα Λε Γκεν* τής είχαν γίνει έμμονη ιδέα. Μέρες τώρα τα άκουγε σαν φωνή μέσα στο κεφάλι της. Παραδεχόταν την αλήθεια τους. Πίστευε στις λέξεις, στη δύναμη που έχουν να γεννήσουν συναισθήματα, θετικά και αρνητικά, και να δρομολογήσουν γεγονότα: να μεταμορφώσουν τα πράγματα, τον κόσμο ολόκληρο.

Μια κουβέντα, μια τόση δα λεξούλα, μπορούσε να κάνει έναν πονεμένο να ανακουφιστεί, έναν απελπισμένο να ελπίσει, έναν ευτυχισμένο να αμφιβάλει, έναν χαρούμενο να κλάψει. Μπορούσε να γίνει χαστούκι και να ξυπνήσει μια συνείδηση ή δηλητήριο και να διαβρώσει ένα ήρεμο πνεύμα. Να κάνει μια παρέα να γελάσει μέχρι δακρύων ή να ξυπνήσει μια μνήμη τόσο ισχυρή ώστε ένας άνθρωπος να χάσει τον ύπνο του.

Ποτέ δεν πίστευε ότι τα λόγια φεύγουν, γίνονται αέρας και πετάνε. Ακόμη και ένα αστείο μπορούσε να αφήσει το σημάδι του. Γι’ αυτό, πάντα, πρόσεχε, πρόσεχε, πρόσεχε. Είχε ανατραφεί να προσέχει. Λάθη έκανε, αλλά διαρκώς πρόσεχε. Και όσο μεγάλωνε, πρόσεχε πιο πολύ.

Αναρωτιόταν αν μπορούσε να αλλάξει. Δεν ήξερε. Ηξερε ότι έπρεπε να προσέχει, κυρίως τα λόγια. Γιατί είναι γεγονότα, κάνουν πράγματα, αλλάζουν πράγματα.

Κι εκείνη είχε αγαπήσει τα λόγια, τα έπιανε στην άκρη του μολυβιού, στην άκρη των δαχτύλων της, στα πλήκτρα του υπολογιστή. Τα έβαζε στη σειρά, ακολουθούσε ή χαλούσε τη γραμματική και το συντακτικό, ερμήνευε τις παροιμίες, βυθιζόταν στη σοφία των λαϊκών τραγουδιών και στη γνώση των λόγιων κειμένων. Μάθαινε πράγματα και πορευόταν αναζητώντας τις αλήθειες του κόσμου.

Μετά παρηγοριόταν βάζοντάς τα στο χαρτί, σχηματίζοντας δικές της ιστορίες, διοχετεύοντας εκεί, στις λέξεις και τα λόγια, τον ατμό που δημιουργούσε η σύβραση των συναισθημάτων με τις χαρές, τις λύπες, τα προβλήματα και τις λύσεις τους. Παραμυθάκια, εκτόνωση για κείνη που τα σκάρωνε, ίσως συντροφιά για τους άλλους που τα διάβαζαν.

Αλλά ήρθε μια μέρα που κανένα παραμύθι δεν την παρηγορούσε, καμιά λέξη δεν της έφτανε για να κοιμηθεί, να τη νανουρίσει. Εμεινε ξάγρυπνη τέσσερις νύχτες στη σειρά. Ανοιγε σημειωματάρια –αυτά που εξακολουθούσε να γεμίζει με λέξεις-, ξεσκόνιζε τις υπογραμμισμένες φράσεις στα βιβλία, τα μηνύματα στον υπολογιστή. Δεν έβρισκε τίποτα.

Το πέμπτο βράδυ, εξαντλημένη πια, περπατώντας στον δρόμο, περνώντας μέσα από το πλήθος, μια μυρωδιά την έκανε να σταθεί. Μια μυρωδιά που ήξερε καλά. Πάγωσε –εξωτερικά, γιατί στα απύθμενα βάθη της φλόγες ξεπηδούσαν και έκαιγαν τα πάντα.

Δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν τη βοηθούσαν τα μέλη της. Εκλεισε τα μάτια, κοίταξε την εσωτερική πυρά. Λέξεις κατακόκκινες ήταν οι σπίθες, κουβέντες πυρρές, πράγματα που ήθελαν να γίνουν, πράγματα που ήθελαν να αλλάξουν, πράγματα που είχε εμποδίσει.

Γιατί; Γιατί σε όλη τη ζωή της πρόσεχε. Τι έλεγε, τι έκανε, τι έγραφε. Και όλες αυτές οι λέξεις, που ήθελαν να γίνουν πράγματα, να αλλάξουν πράγματα, τώρα επαναστατούσαν. Με αφορμή μια μυρωδιά, αγαπημένη μυρωδιά, από μέρες άλλες, μέρες που θυμόταν ευτυχισμένες. Κι ας είχαν γίνει αέρας σαν λόγια που πετάνε.

Ανοιξε τα μάτια και έψαξε τον φορέα του αρώματος –δεν μπορούσε να τον βρει, δεν ήταν εκεί. Δεν χρειαζόταν, το ήξερε. Τον κουβαλούσε πάνω της, κι ας είχε πολεμήσει πολύ να ξεχάσει, ας έδινε ακόμη την ίδια μάχη. Για μία φορά έκανε κάτι χωρίς να προσέξει, είχε αφεθεί. Αλλά τα λόγια, τα λόγια τους, είχαν επικαθήσει εκεί βαθιά και είχαν αλλάξει πράγματα.

Και τώρα αναζητούσαν φωνή για να τα διηγηθεί. Και δεν ησύχαζαν.

* «Το να μιλάς σημαίνει να ακούς» (Telling Is Listening) στη συλλογή δοκιμίων «The Wave in the Mind: Talks and Essays on the Writer, the Reader, and the Imagination».

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Αναπάντεχο δώρο

Αρχοντία Κάτσουρα


Πρώτη του μηνός, Ιούνιος. Ημερολογιακά η πρώτη μέρα του καλοκαιριού, έπειτα από μια άνοιξη που την είχε ταράξει. Με υπέροχα πάνω και τρομακτικά κάτω: σαν τον γύρο του θανάτου, το «παιχνίδι» με τις μοτοσικλέτες στο υπερμέγεθες βαρέλι, που κάποτε είχε δει στην τηλεόραση. Με την αδρεναλίνη να εκτοξεύεται και την άλογη έκθεση στον κίνδυνο να τρομάζει.

Πρώτη του μηνός. Πρώτη του καλοκαιριού. Οι διακοπές ήταν μακριά ακόμη, αλλά είχε την ανάγκη να νιώσει ότι προετοιμάζεται γι’ αυτές. Οτι το προσεχές μέλλον θα έφερνε κάτι όμορφο, κάτι θεραπευτικό.

Οπως και να ήταν, χρειαζόταν μερικά πράγματα.

Μπήκε σε ένα μαγαζί. Αφού βρήκε αυτό που ήθελε, πήγε στο ταμείο. Της είπαν την τιμή, πλήρωσε και την ώρα που η πωλήτρια της έδωσε την απόδειξη, είπε:

«Με τις αγορές σας σάς χαρίζουμε έναν βασιλικό. Το μόνο που θέλει είναι να το μεταφυτέψετε και να το ποτίζετε τακτικά. Και αρκετό φως».

Πήρε στα χέρια της το μεταλλικό κουτί με το νεαρό φυτό και πέρασε πάνω από τα φύλλα του τα δάχτυλά της. Η μυρωδιά του αέρα άλλαξε, ένα αίσθημα υγείας και αναζωογόνησης γέμισε την ατμόσφαιρα, τόσο δυνατό, αλλά και τόσο τρυφερό, που έφτασε μέχρι πολύ βαθιά.

Ευχαρίστησε την πωλήτρια και δοκίμασε με τον δείκτη της το λίγο χώμα που σκέπαζε τις ρίζες. Ηταν υγρό –άντεχε για μερικές ώρες, μέχρι να το πάει στο σπίτι.

Πόσο χάρηκε με αυτό το δώρο δεν μπορούσε να το περιγράψει –ίσως γιατί είχε πολύ καιρό να πάρει ένα δώρο, ίσως γιατί την έβγαλε από έναν ορυμαγδό σκέψεων που την προβλημάτιζαν καιρό και λύση δεν έβρισκε. Τώρα ήταν χαρούμενη.

«Βασιλικός εμύρισε, Βουρλιώτης κατεβαίνει» έλεγε ο πατέρας της καμαρώνοντας για την καταγωγή του. Της άρεσε αυτή η φράση –κι ας είχε κάτι παλαιικό.

Κι ύστερα –παρ’ όλο που με την κηπουρική σχέση δεν είχε καμία– πάντα αγαπούσε τους βασιλικούς: της έμοιαζαν με σγουρομάλλικα παιδικά κεφάλια, την ηρεμούσε το πράσινο της δροσιάς στα φύλλα τους και τα τσαμπιά με τα μικροσκοπικά λουλούδια τους τα κοίταζε με θαυμασμό, τόσο κομψά, τόσο μυρωδάτα. Επειτα, πάντα θυμόταν ένα μπουκετάκι λουλουδάκια βασιλικού που της έδωσε κάποιος κάποτε.

Το βράδυ στο σπίτι αναρωτήθηκε πού θα βρει χώμα για να τον φυτέψει. Γλαστράκια είχε, πολλά. Μια γλάστρα που είχε μείνει ορφανή από φυτό μήνες είχε κατά τύχη το ίδιο χώμα με αυτό που τάιζε τον βασιλικό της. Πήρε ένα παλιό κουτάλι και το έσκαψε να αεριστεί και να αφρατέψει –απορούσε πώς τα ήξερε αυτά τα πράγματα. Μετά το έριξε μέσα στο πήλινο γλαστράκι.

Εβγαλε το φυτό από το μεταλλικό κουτί με πολλή προσοχή, άνοιξε μια τρύπα με τα χέρια της γυμνά στο χώμα –πόσο δροσερό τής φάνηκε!- και το τοποθέτησε μέσα. Τακτοποίησε το χώμα ώστε να καλύψει καλά τις ρίζες και το πήγε στη βρύση.

Υστερα έψαχνε μέρος να το βάλει. Η τέλεια θέση ήταν έξω από το παράθυρο του σαλονιού: το έβλεπε ο ήλιος νωρίς το πρωί, είχε όσο φως χρειαζόταν. Θα πότιζε τον βασιλικό της –το πρώτο φυτό που έπαιρνε υπό την ευθύνη της– συχνά. Κάθε μέρα, ειδικά τώρα που έπιαναν οι ζέστες.

Θα τον φρόντιζε. Οπως φροντίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε, όπως θρέφουμε και ποτίζουμε τις σχέσεις που έχουν για μας σημασία.

Και όταν θα μεγάλωνε αρκετά, θα έκανε με τα φύλλα του αφέψημα, που λένε ότι κάνει καλό στη μνήμη, ή θα τα έβαζε για να αρωματίσει κόκκινες σάλτσες για μακαρόνια. Θα έφτιαχναν μια φιλία στην οποία ο καθένας θα προσέφερε το καλύτερό του.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε βαθιά. Το πρωί, ανοίγοντας το παράθυρο, ο βασιλικός τής φάνηκε λίγο μεγαλύτερος. Αγγιξε με τα δάχτυλά της ξανά τα φύλλα του, όπως θα χάιδευε ένα αγαπημένο κεφάλι, κι εκείνος την αποζημίωσε με μια ανάσα υγείας και καλοκαιριού.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Γυναίκα στα μαύρα

Αρχοντία Κάτσουρα


Στεκόταν μπροστά στον πάγκο του συνοικιακού μανάβικου. Ενός μαγαζιού που είχε ανοίξει λίγο καιρό, στο παλιό καφεκοπτείο. Ο γιος του ιδιοκτήτη είπε να εκμεταλλευτεί την περιουσία του που δεν νοικιαζόταν και να ανοίξει εκεί ένα μαγαζί. Αγώνας κόντρα στην ανεργία και μια ανάσα για τη γειτονιά που όταν σε κάποιον έλειπε μια πιπεριά, δυο πατάτες, δεν χρειαζόταν να πάει μακριά.

Εκείνη, ντυμένη στα μαύρα, βαριά στις κινήσεις της, από τα χρόνια τα κάπως περασμένα, από τη ζωή που δεν της στάθηκε και τόσο καλή -αν και της χάρισε χαρές: παιδιά, εγγόνια-, από την κούραση, γιατί ακόμη και τώρα έπρεπε να συντρέξει τα παιδιά της που είχαν ανάγκη, να κρατήσει τα εγγόνια μετά το σχολείο, να μαγειρέψει. «Ντροπή να έρθουν τα παιδιά και να μην υπάρχει ένα πιάτο φαΐ».

Εβαζε τις ντομάτες στη χάρτινη σακούλα πιάνοντάς τες προσεκτικά, χωρίς να τις ζουλάει, για να μη χάσουν τη σφριγηλότητά τους. Διάλεξε μερικά αγγουράκια, λίγα μήλα. Και μερικές φράουλες. Για την εγγονή τη φοιτήτρια, που τις αγαπούσε πολύ.

Μια κοπέλα την πλησίασε και τη χάιδεψε στην πλάτη καθώς πλήρωνε στο ταμείο.

«Καλημέρα, θεία», της είπε και την αγκάλιασε. «Συλλυπητήρια», της ψιθύρισε στο αφτί.

Η γυναίκα άφησε χωρίς αιδώ ένα δάκρυ να κυλήσει από τα μάτια της. «Ευχαριστώ», απάντησε επίσης ψιθυριστά.

Η κοπέλα τη βοήθησε να πάρει τα ψώνια της ώς την άλλη γωνία που ήταν το σπίτι της. Τελευταία είχε παρατηρήσει ότι τα βήματά της ήταν πιο αργά ακόμη και όταν πεταγόταν μέχρι τον φούρνο. Την αποχαιρέτησε με ένα φιλί. Υστερα έφυγε για τη δουλειά.

Στον δρόμο σκεφτόταν την ηλικιωμένη πια γυναίκα. Πρώτη ξαδέλφη της μάνας της, ζούσαν τέσσερις πόρτες μακριά, κάποτε τα οικόπεδα των σπιτιών τους ήταν το ένα και ενιαίο των Μικρασιατών προπαππούδων της.

Η γυναίκα μόλις είχε χάσει ένα από τα αδέλφια της, από καρδιά. Η κοπέλα αναλογιζόταν τον πόνο που είχε νιώσει σωρευτικά όλα τα προηγούμενα χρόνια η θεία.

Πάντα την είχε στο μυαλό της να φοράει μαύρα. Οσο το σκεφτόταν τόσο ανακαλούσε εικόνες της με μαύρα ρούχα. Ιδια κι απαράλλαχτη σε όλη τη ζωή της. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν το χρώμα των μαλλιών της - από σκούρο καστανό τής ήταν πια λευκό-ασημί.

Τα μάτια της, αν και γεμάτα ρυτίδες, ήταν ακόμα όμορφα και μεγάλα – σαν να μην έκλαψαν ποτέ. Καλοσχηματισμένα χαρακτηριστικά, χείλη άλλοτε καλογραμμένα, φτιαγμένα για να χαμογελούν. Η καρδιά της το ήξερε. Κι όμως ποτέ δεν είχε παραπονεθεί. Πορευόταν αξιοπρεπής.

Κι ας την είχαν παντρέψει μικρή με έναν άντρα που δεν ήξερε σχεδόν. Κι ας έκανε έξι παιδιά, το πιο μικρό στα 45 της, μια εποχή που η μεγάλη κόρη της είχε γίνει ήδη 20 χρονώ, και στην αρχή της εγκυμοσύνης της ντρεπόταν να το πει. Κι ας είδε μέρες φτωχές και μέρες καλές. Κι ας έχασε πολλούς ανθρώπους από γύρω της – και τους τίμησε όλους φορώντας τα πένθιμα μαύρα.

Αγωνιούσε καθημερινά για όσους έμειναν πίσω και σιγά σιγά λιγόστευαν. Μαχόταν για τα παιδιά και τα εγγόνια, που θα έδινε τα πάντα για να είναι καλά, για να μη δουν και να μη ζήσουν όσα εκείνη έζησε.

Αλλά έτσι ήταν. Ανήκε σε κείνη τη γενιά των γυναικών που έμαθαν να ασκούνται στην υπομονή – ίσως γι’ αυτό άντεξαν τόσα και τόσα και συνεχίζουν να αγωνίζονται. Κι ας ξέχασαν πώς είναι να είσαι νέα, να φοράς ρούχα χρωματιστά, να είσαι χαρούμενη και να μη φοβάσαι για το δείξεις.

Και η κοπέλα δεν ήξερε αν τη θαυμάζει, όπως και όλες εκείνες τις γυναίκες που γνώρισε και της έμοιαζαν, ή αν τη λυπόταν. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν ότι συνέχιζε να αγωνίζεται. Οτι δεν έβαλε το κεφάλι κάτω – ακόμη και αν μέσα της συχνά ένιωθε να λυγίζει.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Αγόρι-κορίτσι τη νύχτα

Αρχοντία Κάτσουρα


Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα στους δρόμους του κέντρου, εκεί γύρω από το Σύνταγμα, δεν περπατά σχεδόν κανείς. Μόνο μερικοί ξεχασμένοι ξεμανίκωτοι και σανδαλοφόροι Βορειοευρωπαίοι τουρίστες που ρουφούν το μείγμα από τις μυρωδιές της πόλης, ανάκατες με την άνοιξη που υπάρχει παντού: στις νεραντζιές που ρίχνουν τα τελευταία λουλούδια τους, για να γίνουν καρποί, στον ουρανό, που το φεγγάρι έφτασε αισίως στα μισά του και πορεύεται θριαμβευτικά για την πανσέληνο.

Είναι και μερικοί ξενύχτηδες εργαζόμενοι που τρέχουν να προλάβουν τους τελευταίους συρμούς του μετρό. Σε ένα μάλλον ήσυχο στενό, χωρίς αυτοκίνητα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι βαδίζουν αργά σε απόσταση μισού μέτρου το ένα από το άλλο. Μες στη μέση του δρόμου. Αριστερά το αγόρι, δεξιά το κορίτσι. Δεν μιλάνε.

Το αγόρι φοράει καρό πουκάμισο με γυρισμένα μανίκια, έχει το δεξί του χέρι στην τσέπη και στο αριστερό κρατάει ένα τσιγάρο αναμμένο, αλλά δεν το καπνίζει. Η κόκκινη άκρη του φεγγίζει στο νυχτερινό ημίφως. Το κεφάλι του είναι σκυφτό, σαν να σκέφτεται κάτι πολύ σοβαρό, σαν ένα μεγάλο πρόβλημα να τον βαραίνει.

Το κορίτσι έχει μακριά μαλλιά, σχεδόν μέχρι τη μέση. Τα χέρια της είναι δεμένα γύρω από το στήθος της, σαν να κρυώνει, παρ’ όλο που φοράει ένα χακί μακρύ πανωφόρι. Κι εκείνη περπατά σκυφτή, κι εκείνη μοιάζει προβληματισμένη. Κάποιες στιγμές γυρίζει το πρόσωπο προς το αγόρι, αργά, προσεκτικά, σαν να του ρίχνει κλεφτές ματιές, κι ύστερα ρίχνει ξανά το βλέμμα στην γκρίζα άσφαλτο.

Μια περαστική, που άθελά της παρακολουθεί από μικρή απόσταση τη σκηνή, σκέφτεται ότι έχουν μαλώσει, ότι κάτι τους συμβαίνει και δεν μιλιούνται, ότι κάποιος πόνος ή εγωισμός δεν τους αφήνει να επικοινωνήσουν.

Συνεχίζουν να περπατούν έως τη διασταύρωση. Πριν περάσουν απέναντι, τα φώτα ενός αυτοκινήτου που στρίβει τρομάζει λίγο τα παιδιά που τραβιούνται απότομα στην άκρη, κάτω από ένα φωτισμένο στύλο της ΔΕΗ. Κοιτάζονται καθώς το αγόρι πετάει το τσιγάρο του που έχει σβήσει έτσι, χωρίς να το καπνίσει, και με μια προστατευτική κίνηση την τραβάει στο πεζοδρόμιο.

Και τότε όλα εκτυλίσσονται γρήγορα, πολύ γρήγορα: το αγόρι της ανοίγει τα σφιχτοδεμένα χέρια, την αρπάζει στην αγκαλιά του και της δίνει ένα φιλί. Ενα βαθύ φιλί, την ένταση του οποίου ένιωσε ακόμη και η περαστική, που ντράπηκε που βρέθηκε εκεί, που έγινε μάρτυρας αυτής της μαγικής στιγμής, που άθελά της έγινε κλέφτρα λίγης από τη μαγεία που έπρεπε να είναι μόνο δική τους.

Το κορίτσι, ξαφνιασμένο στην αρχή, ευτυχισμένο μετά, αφήνεται, κρύβεται στη φιλόξενη αγκαλιά και μένουν εκεί, κάτω από το φως της λάμπας ώρα. Τουλάχιστον όσο παίρνει στην περαστική να τους προσπεράσει με γρήγορα βήματα και κρατώντας εκείνη πια το κεφάλι σκυφτό και το βλέμμα χαμηλά, σαν να θέλει να ζητήσει συγγνώμη για την εισβολή. Κρατάει την αναπνοή της μέχρι να απομακρυνθεί.

Αλλά εκείνοι μάλλον δεν την βλέπουν, ούτε την ακούν. Τίποτα δεν βλέπουν, τίποτα δεν ακούν.

Και η περαστική καταλαβαίνει γιατί δεν μιλούσαν πριν, γιατί περπατούσαν σφιγμένοι και σε απόσταση σχετικής ασφαλείας, σκυφτοί, μαζεμένοι. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να εκφραστούν, αλλά δεν λέγονται με λόγια, που καμία λέξη δεν αρκεί για να τα εκφράσει. Και χρειάζεται ένα τυχαίο γεγονός, μια στιγμή ευνοϊκή, δώρο της θείας πρόνοιας, που θα κόψει τον γόρδιο δεσμό και θα δώσει διέξοδο στα ανείπωτα.

Ενώ επιστρέφει στο σπίτι της με το τρένο, η περαστική χαμογελάει. Δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, αυτή τη νύχτα είναι ευτυχισμένα. Πρέπει να είναι ευτυχισμένα. Και την ώρα που ετοιμάζεται να κοιμηθεί τους σκέφτεται ξανά. Αραγε εκείνοι θα κοιμηθούν απόψε; αναρωτιέται.

Μάλλον όχι, απαντά μόνη της. Πώς να κοιμηθείς μια τέτοια ανοιξιάτικη νύχτα, με ακόμη ανθισμένες νεραντζιές και το φεγγάρι να πορεύεται θριαμβευτικά προς την πανσέληνο;

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Ανοιχτά παράθυρα

Αρχοντία Κάτσουρα


Η νύχτα ήταν δύσκολη, χωρίς ύπνο, γεμάτη σκέψεις. Ούτε και ήξερε τι της έφταιγε. Τίποτα δεν είχε αλλάξει δραματικά.

Αλλά ένιωθε ένα μπαλόνι με αέρα βαρύ να την πιέζει στο στήθος και να της λέει ότι κάτι λείπει. Τι ήταν αυτό; Ούτε που ήξερε. Μια απροσδιόριστη αίσθηση ανικανοποίητου, σαν το βάρος που αφήνει κάτι ανεκπλήρωτο, που όμως δεν «θυμόταν» τι ήταν.

Γύριζε, στριφογύριζε στο κρεβάτι, πέταγε τα σκεπάσματα, σκεπαζόταν ξανά γιατί κρύωναν τα πόδια της. Σηκωνόταν, καθόταν πάλι. Πήγαινε στην κουζίνα, έπινε λίγο νερό. Καθόταν λίγο πάλι στο κρεβάτι. Μετά πήγαινε ξανά στην κουζίνα. Στο τέλος ήπιε δυο γουλιές κρασί – για να χαλαρώσει, είπε. Τίποτα.

Το κεφάλι δεν καθάριζε, οι συνάψεις του εγκεφάλου έκαιγαν από την υπερπροσπάθεια. Ζεσταινόταν. Εβαλε το χέρι της στο μέτωπο, νόμιζε ότι είχε πυρετό. Μήπως ήταν άρρωστη; Εβαλε θερμόμετρο: 36,6. Αστεία πράγματα.

Εβγαλε το μάλλινο ζακετάκι της και έμεινε με την κοντομάνικη νυχτικιά μπας και δροσιστεί.

Πήγε στο μπάνιο, άνοιξε τη βρύση και έβρεξε τα χέρια της με το κρύο νερό. Υστερα έβρεξε τους κροτάφους, το μέτωπο, τα αυτιά και τον αυχένα της, όπως έκανε το καλοκαίρι, όταν ήθελε να ανακουφιστεί από τη μεγάλη ζέστη τις νύχτες του καύσωνα. Πίεζε με τα δάχτυλα το δροσερό νερό να μπει στους πόρους της. Κάλμαρε λίγο.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη: τα μάτια της ήταν κουρασμένα από την αϋπνία, από τις πολλές ώρες στη δουλειά μπροστά στην οθόνη. Ξανάριξε νερό στο πρόσωπό της, έβαλε και λίγη κρέμα στο δέρμα της, έτσι, για την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να κάνει καλό. Εβρεξε ελαφρά και τα μαλλιά της, ίσα που να νιώσει μερικές σταγόνες νερό να τρέξουν ώς τις ρίζες.

Ξημέρωμα πια περπατούσε ξυπόλυτη μέσα στο σπίτι γύρω από τα χαλιά, ψάχνοντας να πατήσει στα κρύα μάρμαρα. Πολύ της άρεσε αυτό, το έκανε από παιδί, ειδικά την άνοιξη, τους βασανιστικούς Απρίληδες και Μάηδες, που την ημέρα έκανε ζέστη και γύριζε σπίτι από το σχολείο ή το παιχνίδι με πόδια ξαναμμένα στα αθλητικά παπούτσια της.

Και έτσι, βήμα βήμα έφτασε στο παράθυρο του σαλονιού. Η κουρτίνα κλειστή, κλειστό και το τζάμι, το μόνο που έβλεπε ήταν το αχνό φως από τη λάμπα στη γωνία του δρόμου.

Μια παρόρμηση την έσπρωξε να τραβήξει την κουρτίνα και μετά να ανοίξει το παράθυρο. Ο γάτος, απαυδισμένος από την ανησυχία, άφησε ένα ράθυμο, υπόκωφο νιαούρισμα. Μπορεί να ήθελε και κανένα χάδι.

Εκείνη, από τις λίγες φορές, τον αγνόησε και στάθηκε εκεί όρθια, ακουμπώντας στο περβάζι. Ξυπόλυτη, πατώντας στα μάρμαρα και με τα χέρια γυμνά στη νυχτερινή ψύχρα. Τώρα είχε πραγματικά δροσίσει, σχεδόν έκανε κρύο, αλλά δεν την ένοιαζε. Της άρεσε μάλλον.

Ο αέρας μύριζε όμορφα: υγρασία και ανθισμένη ακακία. Ανοιξη. Κάπου μακριά, χάρη στην ησυχία, ακούγονταν πουλιά, ίσως κοτσύφια. Σαν να ήταν μια νύχτα στην εξοχή, σαν να μην υπήρχαν άσφαλτος και αυτοκίνητα και λάμπες της ΔΕΗ στους δρόμους.

Εμεινε εκεί, πόσο χρόνο δεν μέτρησε, να οσφραίνεται και να ακούει και να δροσίζει τα πόδια της στο κρύο πάτωμα.

Ξαφνικά πείνασε. Ηταν η μυρωδιά του ψωμιού, ίσως και κάποιου γλυκού -τσουρέκι; μύρισε μαστίχα και μαχλέπι- που έφτασε από τον φούρνο της γειτονιάς. Οι άνθρωποι αυτοί ξενυχτούσαν κάθε βράδυ, σκέφτηκε.

Κοίταξε ψηλά, προς τον ουρανό, καθαρός, ξάστερος, σκούρος. Υστερα έκλεισε τα μάτια, για να αφήσει τις άλλες αισθήσεις να κάνουν τη δουλειά τους. Ηχοι, μυρωδιές, υγρασία στο δέρμα. Σαν από θαύμα βρέθηκε μακριά, σ’ ένα νησί, σε μια εξοχή, σε μια άλλη νύχτα, σε μια ανοιξιάτικη εκδρομή.

Και τότε σιγά σιγά άρχισε να νυστάζει, γλυκά, σαν παιδί. Γύρισε ανάλαφρη στο κρεβάτι της και αποκοιμήθηκε.

Το πρωί δεν ξύπνησε πολύ αργά, αλλά ήταν ξεκούραστη. Και πριν πιει καφέ, άνοιξε όλα τα παράθυρα.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »