Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Αρχοντία Κάτσουρα. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Αρχοντία Κάτσουρα. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Επιστολή γάτου απαυδισμένου

Αρχοντία Κάτσουρα


Αγαπητή μου μαμά,

Γιατί το ξέρεις ότι από τότε που με υιοθέτησες, σαν μαμά μου σε βλέπω. Την άλλη, εκείνη που χάθηκε μόλις μία εβδομάδα από τότε που γεννήθηκα, δεν τη θυμάμαι πια.

Εχω ένα παράπονο και πρέπει να το εκφράσω.

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, που όλοι λείπουν διακοπές κι εσύ δουλεύεις, με πληγώνεις αφάνταστα. Δέχεσαι να φιλοξενήσεις στο σπίτι τη Λυδία, αυτή την αντιπαθητική γάτα της αδελφής σου, που πρέπει –όπως διαρκώς μου λες όταν εκνευρίζομαι μαζί της και της αγριεύω- κάποιος να τη φροντίσει όσο λείπει για διακοπές η δική της οικογένεια.

Εμένα αυτό με πληγώνει πάρα πολύ. Κατ’ αρχάς, όλο έρχεται και τρώει από το δικό μου φαγητό –χωρίς να με ρωτήσει. Εγώ ποτέ δεν πηγαίνω στα πιατάκια της. Ξέρω να σέβομαι.

Επίσης, μόλις ακούσει τα κλειδιά σου στην είσοδο της πολυκατοικίας, έρχεται και σε περιμένει στην πόρτα. Αυτή είναι δική μου δουλειά, ποια νομίζει ότι είναι; Αλλά ξέρω γιατί το κάνει. Θέλει να πάρει πρώτη τα χάδια σου –ίσως και να παραστήσει την καλή για να συνεχίσεις να της δίνεις μεζεδάκια.

Τέλος, μου κλέβει και τις γωνιές που κοιμάμαι. Πότε πάει κάτω από την τραπεζαρία, στην καρέκλα δεξιά, εκεί που έρχεται το δροσερό αεράκι από το παράθυρο, πότε στα πόδια του κρεβατιού σου.

Χθες βράδυ, λίγη ώρα πριν έρθεις σπίτι, προσπάθησε να χωθεί κάτω από το κάλυμμα του καναπέ, την ώρα που εγώ ήδη είχα αποκοιμηθεί εκεί. Περιττό να σου πω ότι της έδωσα το μάθημά της με ένα τόσο αγριεμένο προειδοποιητικό νιαούρισμα, που θα το θυμάται για καιρό.

Σου το λέω, την επόμενη φορά μπορεί να γίνω και βίαιος, αν και όπως καλά ξέρεις δεν το συνηθίζω.

Αυτά, είπα ό,τι είχα να πω.

Το ξέρεις ότι τα σχεδόν 12 χρόνια της σχέσης μας είσαι για μένα η μοναδική. Τα χάδια και οι φροντίδες των υπολοίπων –ακόμη και όταν εσύ λείπεις για μέρες- μου είναι σχεδόν αδιάφορα.

Ελπίζω να μη με εγκαταλείψεις ποτέ για μια άλλη γάτα, ακόμη και αν είναι τόσο όμορφη –γιατί κι εγώ το βλέπω ότι είναι όμορφη- όσο η Λυδία.

Εύχομαι να μη σε στενοχώρησα.

Εκτορας

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Κέρματα

Αρχοντία Κάτσουρα


Περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες, κρατώντας τον αντίχειρα έξω, είχε την τσάντα περασμένη χιαστί και ένα κασκόλ τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό. Εκανε κρύο, ήταν η καρδιά του χειμώνα. Μέσα Γενάρη, με ξηρή ατμόσφαιρα ύστερα από τέσσερις μέρες βροχής και υγρασίας και, επιτέλους, είχε αρχίσει πάλι να αναπνέει κανονικά. Είχε αρχίσει να μεγαλώνει και η μέρα και χαιρόταν γιατί ακόμη είχε λίγο ήλιο. Ασθενικό, αλλά ήλιο.

Περπατούσε χαλαρά, είχε φύγει από τη δουλειά και ήθελε να καθαρίσει το μυαλό του από τη βαβούρα και τα τηλεφωνήματα και τις ανούσιες αερολογίες με τους πελάτες.

Διασχίζοντας μια διασταύρωση, ένα ρεύμα παγωμένου αέρα τον χτύπησε στο πρόσωπο και ρίγος τον διαπέρασε στη ραχοκοκαλιά. Εχωσε τα χέρια του πιο βαθιά στις τσέπες.

Το δεξί του χέρι έπιασε κάτι μεταλλικό. Ενα, δύο, τρία κέρματα, μικρά. Τα έβγαλε να τα δει, δύο εικοσάλεπτα και ένα δεκάλεπτο. «Πώς βρέθηκαν αυτά εδώ;».

Προσπαθούσε να θυμηθεί, αλλά δεν μπορούσε. Ολα πια τα πλήρωνε με κάρτα, στον μανάβη, στο κρεοπωλείο, στο σουπερμάρκετ, στον φούρνο, στο σινεμά και το εστιατόριο. Με κάρτα πλήρωνε και την κάρτα για το μετρό, με κάρτα και τους λογαριασμούς. Ολα ηλεκτρονικά, όλα διαδικτυακά, όλα γρήγορα και απλά. Τα ψιλά που περίσσευαν από τον καφέ –ίσως το μόνο που πλήρωνε με μετρητά– τα έβαζε σε ένα κουτάκι στο γραφείο, για όποτε ξέμενε.

Κέρματα στην τσέπη του μπουφάν. Περίεργα πράγματα. Αναρωτήθηκε τι έκαναν εκεί, πότε τα έβαλε εκεί. Πενήντα λεπτά σε τρία κίτρινα κέρματα.

Τα ξαναέβαλε στην τσέπη και όπως προχωρούσε έπαιζε μαζί τους. Τα κρατούσε τόσο ώστε να ζεσταθούν κι ύστερα τα άφηνε. Υστερα έπαιρνε ένα, το μικρότερο, το δεκάλεπτο, το ζέσταινε και μετά το έβαζε ανάμεσα στα δύο κρύα νομίσματα. Τα κουνούσε όλα μαζί για να κουδουνίσουν, έστω υπόκωφα, στην τσέπη του. Ωσπου έφτασε στο μετρό. Πέρασε την κάρτα από το μηχάνημα – επέμενε να το κάνει παρ’ όλο που οι μπάρες ήταν ανοιχτές. Μήνες πριν είχε ανακοινωθεί ότι θα κλείσουν, αλλά όπως όλα καθυστερούσε κι αυτό.

«Δεν πειράζει. Υπάρχουν άνθρωποι που ίσως ακόμη και το εισιτήριο να τους κοστίζει πολύ ακριβότερα από την πραγματική αξία του», σκεφτόταν.

Κατέβηκε τις κυλιόμενες, έφτασε στην πλατφόρμα και περίμενε τον συρμό. Σε τρία λεπτά έλεγε η ηλεκτρονική πινακίδα. Τα χέρια του ήταν πάλι στις τσέπες και κρατούσαν σφιχτά τα κέρματα.

Είδε το μετρό να έρχεται και όπως έλαμψαν τα φανάρια του καθώς έμπαινε στον σταθμό, φως έπεσε και στη μνήμη του. Τα κέρματα τα είχε βάλει στην τσέπη εκείνη, πριν από τρεις μήνες ακριβώς, μόλις που έπιαναν τα κρύα, ξημερώματα στο αεροδρόμιο.

Κάτι είχε αγοράσει για εκείνη –με την κάρτα του φυσικά– και εκείνη επέμενε να του επιστρέψει το ποσό: ένα ευρώ. Είχε αρνηθεί κατηγορηματικά. «Δεν τα παίρνω», της είπε. «Θέλω να μου χρωστάς κάτι, ώστε πάντα να σκέφτεσαι ότι πρέπει να μου το επιστρέψεις, τώρα που φεύγεις. Οταν γυρίσεις».

Του χαμογέλασε και του έπιασε το χέρι. «Ευχαριστώ».

Υστερα άνοιξε το πορτοφόλι της, έβγαλε τρία κίτρινα κέρματα, αυτά που τώρα κρατούσε στο χέρι του, και τα άφησε να πέσουν στην τσέπη του μπουφάν.

«Κράτησέ τα, είναι τα μισά», του είπε. «Σαν εγγύηση για την επιστροφή μου. Προκαταβολή του συμβολαίου μας».

Τον φίλησε στο μάγουλο και έτρεξε προς την πύλη. Δεν την είδε ξανά, μόνο μιλούσαν πότε πότε. Θα έλειπε για έναν χρόνο. Δεν της ζητούσε φωτογραφίες, ούτε της μιλούσε για το μέλλον. Περίμενε τόσο υπομονετικά, που είχε ξεχάσει ότι περίμενε.

Αλλά τώρα αυτά τα τρία κέρματα έκαναν ξαφνικά την επιθυμία του να φουντώσει. Υπομονή, ποια υπομονή; Υπομονή κάνεις μπροστά στους παράλογα απαιτητικούς πελάτες. Τρεις μήνες υπομονής είχαν γίνει ένα βουνό λαχτάρας. Πήρε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό. Επρεπε να της πει για τα κέρματα στην τσέπη του, που τώρα ήταν καυτά από το σφίξιμο στην παλάμη του.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Ζωή με φύλλα πορείας

Αρχοντία Κάτσουρα

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΪΤΗΣ

Οι κουβέντες στα τηλέφωνα είναι αγωνιώδεις: Τι θα γίνει με τον κορονοϊό; Εσείς -όπου «εσείς», οι δημοσιογράφοι- πώς τα βλέπετε τα πράγματα; Τι μαθαίνετε; Πότε θα μπορέσουμε να πάμε μια εκδρομή; Θα κάνουμε διακοπές; Να δούμε λίγη θάλασσα; Θα μπορέσουμε να στείλουμε το καλοκαίρι τα παιδιά στο χωριό;

Τι να απαντήσεις;

Καθώς κινείσαι μέσα στην πόλη, με το αυτοκίνητο λόγω δουλειάς, ή με τα πόδια, για τα υπόλοιπα -σουπερμάρκετ, φαρμακείο, τράπεζα- βλέπεις ότι ήρθε η άνοιξη. Και τον χειμώνα δύσκολα ήταν, αλλά τώρα είναι αβάσταχτο. Ο ήλιος ζεσταίνει, το πρωί που ξεκινάς οι θερμοκρασίες είναι ανεκτές και το μεσημέρι ανεβαίνουν αρκετά. Ακόμη και οι βροχές που πέφτουν, είναι αδύναμες, έτσι για την τιμή των όπλων και για να ξεπλύνουν τη γύρη.

Σκέφτεσαι πόσο πολλή ανάγκη έχεις μια μεγάλη βόλτα, ιδανικά μια εκδρομή. Μια-δυο μέρες, ίσως κοντά στη θάλασσα. Να πιεις έναν καφέ στο ύπαιθρο χωρίς τύψεις ή φόβο. Να δεις άλλους ανθρώπους, και άγνωστους, και να μπορέσεις να μιλήσεις όπως παλιά, να μη φοβηθείς να πλησιάσεις. Και να επισκεφθείς ανθρώπους που έχεις να δεις καιρό.

Ενα απόγευμα, κάπως αργά, έξω στο μπαλκόνι που βγήκες για να ποτίσεις, με μια σκέψη μόνο σε πιάνει τρόμος, ίσως και απόγνωση. Παντού, για να κινηθείς χρειάζεσαι άδεια και ένα «φύλλο πορείας». Χαρτί από τη δουλειά για να πας στο γραφείο, μήνυμα στο κινητό για να αγοράσεις τρόφιμα ή φάρμακα, να κόψεις τα μαλλιά σου, να επισκεφθείς κάποιον που έχει ανάγκη, να «ασκηθείς», όπου άσκηση νοείται ό,τι αντέχει ο καθείς: λίγο περπάτημα, λίγο τρέξιμο, λίγο ποδήλατο. Να μοιράσεις -και να πάρεις...- τις αγκαλιές που μήνες τώρα γίνονται αέρας, πάνε χαμένες.

Αναγκαία και τα έγγραφα που θα αποδεικνύουν ποιος είσαι στο ενδεχόμενο ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές: ταυτότητα ή διαβατήριο...

Και τώρα όλα δείχνουν ότι έρχεται ακόμη ένα φύλλο πορείας: αυτό που θα αποδεικνύει ότι είσαι εμβολιασμένος, άρα ασφαλής έναντι του κορονοϊού και ακίνδυνος για τους γύρω σου. Οσο το επιτρέπει το εμβόλιο. Και οι αρμόδιοι θα αποφασίσουν τι θα σου επιτρέπουν να κάνεις με αυτό: Να πας διακοπές; Να πας σε ένα εστιατόριο; Να ψωνίσεις στα καταστήματα; Να ταξιδέψεις στο εξωτερικό; Να κάνεις βόλτα στο κοντινό σου πάρκο -αν υπάρχει- και να μη φοβάσαι να βγάλεις τη μάσκα.

Δάκρυα σου έρχονται στα μάτια, στενοχώρια αναμεμειγμένη με οργή και απογοήτευση. Ο αέρας μυρίζει άνοιξη, το στήθος σου φουσκώνει από λαχτάρα για τα «απαγορευμένα». Πότε θα έρθει το τέλος; ρωτάς κι εσύ. Που πανικοβλήθηκες όταν είδες ότι στη Βρετανία ο κόσμος επιστρέφει στην «κανονικότητα» -άλλη μία λέξη που έχασε το νόημά της και απέκτησε τρομακτική χροιά, έγινε «μερική», «υπό όρους», «κατά συνθήκη». «Δεν φοβούνται; Κι αν ξαφνικά αρχίσουν να ανεβαίνουν τα κρούσματα;». Μα, οι περισσότεροι έχουν εμβολιαστεί, δίνεις μόνη σου την απάντηση. Αλλά ακόμη να πειστείς δεν μπορείς...

Την άλλη μέρα, νωρίς το πρωί, ενώ ετοιμάζεις την τσάντα σου για τη δουλειά κάνεις έναν τελευταίο έλεγχο: Χαρτί από τη δουλειά, κάρτα για τα μέσα μεταφοράς, τηλέφωνο για τα μηνύματα-άδειες εξόδου, ταυτότητα, μάσκες, αντισηπτικά. Και παρεμπιπτόντως, γυαλιά, κλειδιά, πορτοφόλι κι ένα τοστ για κολατσιό.

Στο απέναντι οικόπεδο, εκεί που έχεις παρκάρει, ένα ζευγάρι κοτσύφια πετάει από πεύκο σε πεύκο τιτιβίζοντας. Πόση ζήλια αισθάνεσαι, δεν λέγεται... Αν είχες φτερά, αν ήσουν πουλί, αν μπορούσες να φύγεις χωρίς να φοβάσαι τίποτα... Χωρίς να σε κρατάει τίποτα...

Το ίδιο βράδυ, πάλι από το μπαλκόνι, τα κοτσύφια είναι εκεί: πετούν πέρα δώθε, τιτιβίζουν, τσιμπολογούν τα χορταράκια στο έδαφος. Κι εσύ στο κλουβί σου, να περιμένεις πότε θα έρθει η δική σου ελευθερία - με το εμβόλιο ή με ένα τεστ με μια επαρκή διάρκεια ισχύος και ένα φύλλο πορείας που να την αποδεικνύει. 

Πηγή:efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

Αγιά Θαλασσινή

Αρχοντία Κάτσουρα


Η οργή δεν έχει κοπάσει, αλλά το σοκ έχει καταλαγιάσει, έχει μείνει η θλίψη και ένας πόνος βουβός, που μένει να φανεί αν θα οδηγήσει σε μια πραγματική αλλαγή, σε κάτι που θα φέρει την ελπίδα για ένα μέλλον πιο ορθολογικό, πιο οργανωμένο, που θα μπορεί να προλάβει –στο μέτρο του δυνατού- τόσο μεγάλες καταστροφές. Ενα μέλλον που θα χτιστεί με άξονα την ομαλή και με σεβασμό συμβίωση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον.

Θύματα της καταστροφικής πυρκαγιάς στην Αττική μετράμε ακόμη: δεν είναι μόνο όσοι τόσο τραγικά έχασαν τη ζωή τους, ούτε μόνο όσοι έχασαν το σπίτι τους. Είναι και όσα παιδιά ορφάνεψαν, όσοι γονείς έχασαν τα παιδιά τους –αλήθεια, υπάρχει λέξη που να μπορεί να περιγράψει αυτό; Πώς ονομάζεται η «ορφάνια» από το παιδί σου;-, όσοι έχασαν φίλους αγαπημένους, εκείνοι που δεν θα δουν ξανά τα κατοικίδιά τους.

Πέρασαν τόσες ημέρες και ακόμη εγώ προσωπικά, που είμαι καλά και οι δικοί μου είναι καλά, δεν μπορώ να επεξεργαστώ το σοκ του γεγονότος –ίσως γι’ αυτό εξακολουθώ να απορώ με τις κραυγές που ακούω από πολιτικούς και πολιτικολογούντες, δημοσιογράφους και δημοσιο-γράφοντες, γνώστες και μη. Αλλά το παιχνίδι των ευθυνών ποτέ δεν ήταν εύκολο σ’ αυτήν τη χώρα. Πάντα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι φταίει ένας Χατζηπετρής –όλοι οι υπόλοιποι, πολιτικοί και πολίτες, είμαστε αθώοι του αίματος.

Αναρωτιέμαι αν μπορεί να υπάρξει λόγος παρηγορητικός. Τι μπορείς να πεις στους τραγικούς επιζώντες, που με τόσο βίαιο τρόπο απώλεσαν τους δικούς τους, για να πάρεις λίγο από το βάρος τους; Πώς μπορείς να τους ανακουφίσεις, πέρα από την αλληλεγγύη σε είδος που πράγματι ήταν συγκινητική; Μπορεί να βρεθεί μια απάντηση, ένα «επειδή» στο «γιατί;» που για μήνες και χρόνια θα τους ξυπνάει τις νύχτες;

Τίποτα δεν είμαστε –έτσι έλεγαν οι γιαγιάδες μου όταν έφευγε ένας αγαπημένος άνθρωπος από τη ζωή, φίλος ή συγγενής, σαν να ήθελαν να παρηγορηθούν για την απώλεια, να ξορκίσουν τον πόνο και να εξηγήσουν στους άλλους –νομίζω κυρίως στους εαυτούς τους- τον χαμό.

Οποιος έχει χάσει δικό του άνθρωπο, όποιος έχει δει δικό του να φεύγει από τη ζωή, εκεί σε ένα κρεβάτι, σε ένα νοσοκομείο, όποιος έχει δει αυτό το μαλακό «φουουου» της τελευταίας ανάσας, το καταλαβαίνει: τίποτα δεν είμαστε, αλήθεια είναι, μια αναπνοή χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο. Αλλά τελικά αυτό το τίποτα μπορεί να είναι και τα πάντα.

Και μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν προλάβαμε να πούμε στους ανθρώπους μας πόσο πολύ νοιαστήκαμε γι’ αυτούς, πόσο μας επηρέασαν, πόσο θέλαμε να τους έχουμε δίπλα μας, ακόμη και πόσο μας πλήγωσαν κάποιες φορές και πως, ακόμα και αν ήταν δύσκολο, εμείς τους αγαπήσαμε. Και πως τελικά συγχωρήσαμε αυτά που κρίναμε ότι ήταν λάθη τους και θα θέλαμε να κάνουν και κείνοι το ίδιο για τα δικά μας.

Θυμάμαι έναν Αύγουστο, χρόνια πριν, στην Ανδρο, στο εκκλησάκι της Παναγίας της Θαλασσινής, να κοιτάζω την αγριεμένη από το μελτέμι θάλασσα και να μην μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο. Με μάγευε η εικόνα και είχα τόσο απορροφηθεί που δεν άκουγα τους φίλους μου που κουβέντιαζαν δίπλα μου.

Μόνο έναν στίχο του τραγουδιού θυμάμαι να γυρίζει στο μυαλό μου: «Αγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή…»*, προσευχή για όσους κινδυνεύουν στα πελάγη και τους ωκεανούς. Εκεί στο ίδιο τραγούδι, σε άλλο σημείο, λέει: «Πριν από χρόνια, μεθυσμένη, μου είπες ‘‘σ’ αγαπώ’’».

Εύχομαι ειλικρινά κι ελπίζω να είμαστε όλοι τυχεροί, να ακούσουμε ένα μεθυσμένο «σ’ αγαπώ» και ένα ειλικρινές «σε συγχωρώ». Κι ύστερα, να βρίσκουμε το κουράγιο να το λέμε κι εμείς όταν το νιώθουμε. Δεν θα μείνει από μας τίποτα άλλο.

* «Θεσσαλονίκη», Νίκος Καββαδίας – Θάνος Μικρούτσικος, σε ερμηνεία Γιάννη Κούτρα


Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Ασημόσκονη και μπλε παράθυρα

Αρχοντία Κάτσουρα


Το σπιτάκι από σκούρο γκρι χαρτόνι έχει το σχήμα ανάποδου τραπεζίου και ως εκ τούτου η βάση του είναι στενότερη από το σημείο όπου ακουμπά η στέγη. Η στέγη του είναι δαντελωτή στις άκρες.

Μοιάζει κάπως, λίγο, με τα κεντημένα ακροκέραμα παλαιικών σπιτιών, σαν αυτά που βλέπεις σε πόλεις παλιές, στην Ελλάδα αλλά και στην Ανατολία -κάπως έτσι σκεφτόμουν τα σπίτια στην Καισάρεια όταν ήμουν μικρή. Πάντως την ιδέα μου επαύξησε μια παλιά γειτονιά της Κωνσταντινούπολης, σε χρόνια ενήλικα και λιγότερα αθώα.

Τα παράθυρα, μακρόστενα, κάθετα παραλληλόγραμμα, φτιαγμένα από σκούρα μπλε σκληρή ζελατίνη, λίγο τσακισμένη, αλλά θαλερή ακόμα.

Ολο το «οίκημα» είναι βουτηγμένο σε κόλλα -ένα λεπτό στρώμα- και πασπαλισμένο με ασημόσκονη, χοντρή, παλαιάς κοπής, σαν αυτές που βάζουν τα παιδάκια του νηπιαγωγείου στις χειροτεχνίες τους. Ισως κάποτε, όταν ήταν αυτή η γυαλιστερή σκόνη νέα να θύμιζε φρεσκοστρωμένο χιόνι, αφράτο και αστραφτερό. Α, ναι, και λίγες κόκκινες ζωγραφιές, σε σχήμα χιονονιφάδας, πάνω στους τοίχους.

Το σπιτάκι του Αϊ-Βασίλη. Ετσι το λέμε.

Είναι το πιο παλιό χριστουγεννιάτικο στολίδι που βρίσκεται πάνω στο δέντρο. Κατά πάσα πιθανότητα και το πιο ταπεινό.

Εχει χάσει κάθε αίγλη από τα χρόνια της δόξας του, πίσω στη δεκαετία του 1950 - ναι, τότε. Το στολίδι ήρθε μετά στο σπίτι μαζί με τη μάνα μου νύφη, όταν παντρεύτηκε. Το σπιτάκι του Αϊ-Βασίλη το έλεγαν κι εκείνη με τα αδέλφια της, μικρά παιδιά τότε. Αν την ρωτήσεις, δεν θυμάται πώς το πήραν, αν το αγόρασαν ή αν ήταν δώρο.

Οταν το βάζεις πάνω στο δέντρο -δεν υπάρχει πια τρόπος να το κρεμάσεις, έχει σπάσει και χαθεί το κορδονάκι του και δεν παίρνει άλλο- το κρύβεις λίγο. Αλλωστε χάνεται μπροστά στα φωτεινά και χρωματιστά παιχνίδια, σκέφτεσαι ότι μπορεί να παραξενευτούν όσοι το δουν εκεί - κάποιοι άλλοι ίσως να το είχαν πετάξει. Οχι εμείς.

Τώρα ξέμεινε σε μένα. Το στόλισα και φέτος, εκεί ψηλά, λίγο κάτω από την κορυφή του δέντρου και έβαλα πίσω του ένα φωτάκι. Πολύ μου αρέσει ο κάπως παγωμένος τρόπος που διαθλά το φως όταν το κοιτάζεις βράδυ, με τα υπόλοιπα φώτα σβηστά - είναι πολύ μικρό, λίγο μεγαλύτερο από σπιρτόκουτο, και δεν φαίνεται αν δεν το ψάξεις.

Αλλά έτσι δεν γίνεται με τα πραγματικά πολύτιμα; Θέλουν υπομονή και ταλέντο για να τα δεις, πόσο μάλλον να τα κατακτήσεις.

Οταν ήμουν παιδί, μαζί με τα αδέλφια μου παίζαμε με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Το παιχνίδι «βρες την μπάλα». Καθόμασταν μακριά, διαλέγαμε σιωπηρά ένα στολίδι και αφήναμε τους άλλους να μαντέψουν ποιο ήταν.

Είχαν δικαίωμα σε τρεις ερωτήσεις. Π.χ. Είναι κόκκινο; Είναι στρογγυλό; Είναι μικρό ή μεγάλο; Οι απαντήσεις έπρεπε να είναι ειλικρινείς. Κέρδιζε όποιος έβρισκε μια μπάλα ή όποιος κατόρθωνε να διαλέξει κάτι που οι άλλοι δεν βρήκαν. Ε, όταν έβαζα το σπιτάκι -δεν ξέρω τι έκανα- η πρώτη ερώτηση ήταν: Είναι το σπιτάκι του Αϊ-Βασίλη;

Παράξενη γιορτή τα Χριστούγεννα, ακόμη και για τους ορθολογιστές. Εχουν τον τρόπο να σου βγάζουν αισθήματα που συνήθως κοιμούνται. Σαν αυτό το χάρτινο σπιτάκι με την ασημόσκονη και τα παράθυρα από ζελατίνη. Ολη η παιδικότητά σου εκτινάσσεται και ενώ το γύρω όλον έχει μείνει επί της ουσίας ίδιο και απαράλλαχτο, ένα ζιζάνιο ελπίδας και χαράς αναμεμειγμένης με λύπη τρυπώνει από τις χαραμάδες.

Και να, εκεί που δεν έχεις, θέλεις να δώσεις. Ο,τι υπάρχει διαθέσιμο, έστω και μικρό. Θα ήθελες και να πάρεις κάτι, επίσης μικρό, μηδαμινό. Ετσι για το καλό.

Μόνο που πολλές φορές σε πικραίνει να είναι η δύναμή σου μικρή και να μην μπορείς να εξαλείψεις αυτά που πληγώνουν τον κόσμο, έστω για τους δικούς σου ανθρώπους. Κι ας μην είναι τόσο σημαντικά, και ας ανήκεις στους τυχερούς που έχεις να φας κι έχεις μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Ο γάτος αποκοιμήθηκε γουργουρίζοντας

Αρχοντία Κάτσουρα


Έκανε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ. Ακόμη και μέσα στο βαγόνι του ηλεκτρικού, κουκουλωμένη με το παλτό, το κασκόλ και έναν σκούφο, κρύωνε πολύ. Ένας επιβάτης αρνούνταν επίμονα να κλείσει το παράθυρο, παρ’ όλο που έξω έπεφτε χιονόνερο και μέσα στο βαγόνι δεν ήταν παρά μόνο πέντε άνθρωποι.

Πέντε επιβάτες, δώδεκα παρά το βράδυ, γραμμή Ομόνοια-Κηφισιά.

Κρύωνε πολύ, ένιωθε κουρασμένη, μπορεί να αρρώσταινε. Μια από αυτές τις χειμωνιάτικες ιώσεις, που με λίγη καταρροή και μερικά δέκατα μπορούν να σε κάνουν να σέρνεσαι για μέρες.

Στα Πατήσια μπήκε ένας νέος. Ζητιάνευε. «Άνεργος, άστεγος, κρυώνω, πεινάω», έλεγε με αδύναμη φωνή. Ισως να ήταν όλα αυτά, ίσως να μην ήταν. Σκέφτηκε να του δώσει ένα κέρμα που είχε στην τσέπη της, αλλά δεν το έκανε. Δίστασε. Μετάνιωσε μετά, αλλά ήταν αργά. Ο άνθρωπος βγήκε στον επόμενο σταθμό.

Χωρίς να καταλάβει πώς, την έπιασαν τα κλάματα. Σαν να είχε συμβεί κάτι πραγματικά μεγάλο, τόσο πρωτόγνωρο, τόσο συνταρακτικό, που την αναστάτωσε μέχρι τα βάθη. Εκλαιγε και δεν μπορούσε να σταματήσει.

Έψαχνε μαντίλι στην τσέπη της και σκέπασε με αυτό τα μάτια της, μην την δουν, μην την καταλάβουν. Της πήρε κόπο να συνέλθει, και δεν ήξερε γιατί. Μπορεί να ήταν ο νεαρός ζητιάνος, μπορεί και όχι.

Ένιωθε ανησυχία. Τα χέρια της είχαν ζεσταθεί, έβγαλε τα γάντια, τα κοίταξε. Τίποτα το ασυνήθιστο. Μικρά χέρια, κοντά νύχια, δάχτυλα κόκκινα από τη ζέστη του μαλλιού.

Ένιωθε μια φαγούρα. Τα κοίταξε ξανά καλά, τα έτριψε μεταξύ τους, αλλά τίποτα. Ανοιξε την τσάντα της και πήρε το σημειωματάριό της και το μπλε στυλό. Άρχισε να γράφει. Ο,τι της ερχόταν στο μυαλό, σχεδόν χωρίς συνείδηση. Λέξεις, λέξεις στη σειρά, προτάσεις ασύνδετες και ιδέες μπερδεμένες. Όπως όλα αυτά που ένιωθε εκείνη την ώρα.

Τη στενοχώρια που καταστράφηκε το αυτοκίνητό της -παλιό ήταν, αλλά το είχε 20 χρόνια και το ένιωθε κομμάτι του εαυτού της. Την αγωνία για το μέλλον, σε μια εποχή που τίποτα δεν είναι σίγουρο ή σταθερό και καμιά υπόσχεση δεν μπορεί να πείσει.

Μια ένεση ευτυχίας από μια εκδρομή μακριά από την πόλη -ω, αν μπορούσε να γυρίσει εκεί έστω για λίγο... Η υπόσχεση καλοτυχίας από ένα πρωτοχρονιάτικο φλουρί. Και η λύπη της, τόσους μήνες μετά, που όταν φτάνει στο σπίτι, ο μαύρος γάτος δεν την περιμένει κοντά στην πόρτα τυλίγοντας την ουρά του στο τραπεζάκι του σαλονιού. Αλλά κι εκείνο το ποίημα που της είχε στείλει μια φίλη και απόψε πήγαινε με όλα:

«Και σένα, αν με τα τόσα που περάσαμε / τίποτα μέσα σου δε σακατεύτηκε, / μην πολυκαμαρώνεις. / Ίσως / δεν είχες τίποτε να διακινδυνεύσεις»*.

Έγραφε, έγραφε, έγραφε. Σταμάτησε όταν ακούστηκε η αναγγελία στο μεγάφωνο: «Επόμενος σταθμός Κηφισιά, τερματικός σταθμός».

Μαζεύοντας τα πράγματά της μέσα στην τσάντα, ένιωσε κάπως καλύτερα. Ενα βάρος είχε φύγει από μέσα της. Σαν να άδειασε το φορτίο που κουβαλούσε μέρες τώρα και να μπήκε σε εκείνο το μικρό τετράδιο σημειώσεων.

Τα χέρια της είχαν αρχίσει να κρυώνουν πάλι και το κεφάλι της πονούσε, σίγουρα είχε πάρει κάποια ίωση. Έβαλε τα γάντια, τυλίχτηκε καλύτερα με το κασκόλ και στάθηκε στην πόρτα του βαγονιού. Το τρένο έμπαινε στον σταθμό. Ένιωθε εξαντλημένη και κατάκοπη. Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της βγαίνοντας στον σταθμό: αν υπήρχε μέσα της κάτι σακατεμένο. «Πολλά» ήταν η απάντηση. «Αλλά πολλά και αυτά που χτίστηκαν», συμπλήρωσε.

Βγαίνοντας στον δρόμο μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε και πήγε σπίτι. Εφαγε κάτι και ήπιε μια ασπιρίνη για να κοιμηθεί. Εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε πως είχε πάει ξανά εκδρομή. Επιστρέφοντας, ο γάτος ανέβηκε στο κρεβάτι, «ζύμωσε» τα πόδια της και αποκοιμήθηκε γουργουρίζοντας.

Όταν ξύπνησε, δεν υπήρχε ούτε γάτος ούτε πονοκέφαλος. Μόνο μια αδιόρατη ελπίδα για κάποιο επικείμενο καλό.

*«Δοκιμασία», Τίτος Πατρίκιος, «Αντιδικίες», 1955

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Αναπάντεχο δώρο

Αρχοντία Κάτσουρα


Πρώτη του μηνός, Ιούνιος. Ημερολογιακά η πρώτη μέρα του καλοκαιριού, έπειτα από μια άνοιξη που την είχε ταράξει. Με υπέροχα πάνω και τρομακτικά κάτω: σαν τον γύρο του θανάτου, το «παιχνίδι» με τις μοτοσικλέτες στο υπερμέγεθες βαρέλι, που κάποτε είχε δει στην τηλεόραση. Με την αδρεναλίνη να εκτοξεύεται και την άλογη έκθεση στον κίνδυνο να τρομάζει.

Πρώτη του μηνός. Πρώτη του καλοκαιριού. Οι διακοπές ήταν μακριά ακόμη, αλλά είχε την ανάγκη να νιώσει ότι προετοιμάζεται γι’ αυτές. Οτι το προσεχές μέλλον θα έφερνε κάτι όμορφο, κάτι θεραπευτικό.

Οπως και να ήταν, χρειαζόταν μερικά πράγματα.

Μπήκε σε ένα μαγαζί. Αφού βρήκε αυτό που ήθελε, πήγε στο ταμείο. Της είπαν την τιμή, πλήρωσε και την ώρα που η πωλήτρια της έδωσε την απόδειξη, είπε:

«Με τις αγορές σας σάς χαρίζουμε έναν βασιλικό. Το μόνο που θέλει είναι να το μεταφυτέψετε και να το ποτίζετε τακτικά. Και αρκετό φως».

Πήρε στα χέρια της το μεταλλικό κουτί με το νεαρό φυτό και πέρασε πάνω από τα φύλλα του τα δάχτυλά της. Η μυρωδιά του αέρα άλλαξε, ένα αίσθημα υγείας και αναζωογόνησης γέμισε την ατμόσφαιρα, τόσο δυνατό, αλλά και τόσο τρυφερό, που έφτασε μέχρι πολύ βαθιά.

Ευχαρίστησε την πωλήτρια και δοκίμασε με τον δείκτη της το λίγο χώμα που σκέπαζε τις ρίζες. Ηταν υγρό –άντεχε για μερικές ώρες, μέχρι να το πάει στο σπίτι.

Πόσο χάρηκε με αυτό το δώρο δεν μπορούσε να το περιγράψει –ίσως γιατί είχε πολύ καιρό να πάρει ένα δώρο, ίσως γιατί την έβγαλε από έναν ορυμαγδό σκέψεων που την προβλημάτιζαν καιρό και λύση δεν έβρισκε. Τώρα ήταν χαρούμενη.

«Βασιλικός εμύρισε, Βουρλιώτης κατεβαίνει» έλεγε ο πατέρας της καμαρώνοντας για την καταγωγή του. Της άρεσε αυτή η φράση –κι ας είχε κάτι παλαιικό.

Κι ύστερα –παρ’ όλο που με την κηπουρική σχέση δεν είχε καμία– πάντα αγαπούσε τους βασιλικούς: της έμοιαζαν με σγουρομάλλικα παιδικά κεφάλια, την ηρεμούσε το πράσινο της δροσιάς στα φύλλα τους και τα τσαμπιά με τα μικροσκοπικά λουλούδια τους τα κοίταζε με θαυμασμό, τόσο κομψά, τόσο μυρωδάτα. Επειτα, πάντα θυμόταν ένα μπουκετάκι λουλουδάκια βασιλικού που της έδωσε κάποιος κάποτε.

Το βράδυ στο σπίτι αναρωτήθηκε πού θα βρει χώμα για να τον φυτέψει. Γλαστράκια είχε, πολλά. Μια γλάστρα που είχε μείνει ορφανή από φυτό μήνες είχε κατά τύχη το ίδιο χώμα με αυτό που τάιζε τον βασιλικό της. Πήρε ένα παλιό κουτάλι και το έσκαψε να αεριστεί και να αφρατέψει –απορούσε πώς τα ήξερε αυτά τα πράγματα. Μετά το έριξε μέσα στο πήλινο γλαστράκι.

Εβγαλε το φυτό από το μεταλλικό κουτί με πολλή προσοχή, άνοιξε μια τρύπα με τα χέρια της γυμνά στο χώμα –πόσο δροσερό τής φάνηκε!- και το τοποθέτησε μέσα. Τακτοποίησε το χώμα ώστε να καλύψει καλά τις ρίζες και το πήγε στη βρύση.

Υστερα έψαχνε μέρος να το βάλει. Η τέλεια θέση ήταν έξω από το παράθυρο του σαλονιού: το έβλεπε ο ήλιος νωρίς το πρωί, είχε όσο φως χρειαζόταν. Θα πότιζε τον βασιλικό της –το πρώτο φυτό που έπαιρνε υπό την ευθύνη της– συχνά. Κάθε μέρα, ειδικά τώρα που έπιαναν οι ζέστες.

Θα τον φρόντιζε. Οπως φροντίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε, όπως θρέφουμε και ποτίζουμε τις σχέσεις που έχουν για μας σημασία.

Και όταν θα μεγάλωνε αρκετά, θα έκανε με τα φύλλα του αφέψημα, που λένε ότι κάνει καλό στη μνήμη, ή θα τα έβαζε για να αρωματίσει κόκκινες σάλτσες για μακαρόνια. Θα έφτιαχναν μια φιλία στην οποία ο καθένας θα προσέφερε το καλύτερό του.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε βαθιά. Το πρωί, ανοίγοντας το παράθυρο, ο βασιλικός τής φάνηκε λίγο μεγαλύτερος. Αγγιξε με τα δάχτυλά της ξανά τα φύλλα του, όπως θα χάιδευε ένα αγαπημένο κεφάλι, κι εκείνος την αποζημίωσε με μια ανάσα υγείας και καλοκαιριού.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Περσείδες

Αρχοντία Κάτσουρα


Μια κυρία έκανε βόλτα το μαλλιαρό σκυλάκι της φορώντας ένα ελαφρύ φουστάνι που θα μπορούσες να πεις ότι είναι και νυχτικιά. Ενας νέος άντρας στηριζόταν σ’ ένα δέντρο και κάπνιζε αρειμανίως. Δυο γάτες κούρνιαζαν σ’ ένα περβάζι αποχαυνωμένες. Ο αέρας μύριζε απροσδιόριστα γιασεμί και όψιμα τριαντάφυλλα, σκούρα κόκκινα, σαν αυτά που κάνουν γλυκό.

Από μια βεράντα ακούγονταν τα μαχαιροπίρουνα μιας οικογένειας που έτρωγε. Σ’ ένα διαμέρισμα τρίτου ή τέταρτου ορόφου κάποιος άκουγε μουσική, μπλουζ και τζαζ. Ηταν ήδη έντεκα, αλλά η ζέστη δεν είχε υποχωρήσει αρκετά ώστε να μαζευτούν όλοι αυτοί μέσα, να κοιμηθούν. Θα ξημέρωνε ακόμη μία καλοκαιρινή εργάσιμη στην πόλη.

Επέστρεφε από βραδινή βόλτα. Πόσο υπέροχα γνώριμα της ήταν όλα αυτά…

Είχε περπατήσει πολύ, είχε κουράσει το σώμα της αρκετά και ο ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη της, αλλά δεν την ένοιαζε.

Δοκίμαζε την αντοχή του σώματός της περπατώντας. Υστερα έκανε ένα ζεστό ντους, έλουζε το κεφάλι της και άφηνε τα μαλλιά της σχεδόν νωπά. Οταν έπεφτε στο κρεβάτι, δεν είχε πια κουράγιο να κάνει σκέψεις, να μετρήσει τα σωστά και τα λάθη, να σκοτίσει το μυαλό της με όσα επέμεναν να έρχονται τις ώρες που θα ’πρεπε κανονικά να αφιερώνονται στην ανάπαυση.

Εριχνε στη μέση της ένα ελαφρύ σεντόνι –κάνεις σαν τον Παπαγιαννόπουλο στην ταινία «Τζένη Τζένη», την κορόιδευαν όσοι την ήξεραν. Χρειαζόταν το σεντονάκι ακόμη και στους καύσωνες, τι να έκανε; Δεν ήθελε τη μέση της εκτεθειμένη. Ανάγκη για ασφάλεια; Ψευδαίσθηση αγκαλιάς; Τι;

Και τότε τα μάτια έκλειναν. Τα βλέφαρα δεν υπάκουαν σε καμία εντολή, ούτε στα τραντάγματα της σκέψης, κι αποκοιμιόταν.

Εκείνο το βράδυ δεν ήθελε να κοιμηθεί, κι ας ακολούθησε την ίδια ρουτίνα: περπάτημα, μπάνιο, βρεγμένα μαλλιά, σεντόνι να τυλίγεται σαν αγκαλιά γύρω από τη μέση, πόδια ξεσκέπαστα για να δροσίζονται. Ο Μορφέας έτρεχε κάπου αλλού.

Σηκώθηκε, έβαλε ένα ποτήρι κρύο νερό, άνοιξε την μπαλκονόπορτα στην κρεβατοκάμαρα. Εβαλε ραδιόφωνο και πέτυχε τραγούδια του νέου κύματος. Κάποιο αφιέρωμα, ίσως.

Τράβηξε την πολυθρόνα, κάθισε και, αφού στον δρόμο δεν υπήρχε κανείς να τη βλέπει, έβαλε τα πόδια της ψηλά, πάνω στο κάγκελο. Ετσι τα ξεκούραζε καλύτερα από τη ζέστη και το «κρέμασμα» στο γραφείο.

Επινε γουλιά γουλιά το νερό, μύριζε τον καλοκαιρινό αέρα, αφουγκραζόταν τους ελάχιστους πια ήχους της πόλης που, μισοάδεια στην καρδιά του πιο ζεστού μήνα, πήγαινε σιγά σιγά για ύπνο και απολάμβανε τη δροσιά που ερχόταν τόσο γλυκά.

Τότε είδε στον ουρανό το πρώτο πεφταστέρι. Και σε λίγα δευτερόλεπτα το δεύτερο. Κι ύστερα το τρίτο και το τέταρτο. Εμεινε να μετράει τους Περσείδες στον ουρανό. Μέσα Ιουλίου και είχε αρχίσει η φλεγόμενη βροχή τους.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και στάθηκε με τα χέρια της να στηρίζονται στο κάγκελο. Η θέα των ουράνιων σωμάτων την είχε συνεπάρει.

Ο γάτος τύλιξε την ουρά του στη γάμπα της και ανέβηκε να καθίσει στην αναπαυτική πολυθρόνα. Και από μέσα άρχισε να ακούγεται η ζεστή φωνή της Καίτης Χωματά να τραγουδάει για ένα αστέρι, «ένα ταίρι, ένα σύντροφο της νύχτας φωτεινό»*.

Οσο περνούσε η ώρα τόσο την απορροφούσε το μεγαλείο που έβλεπε να εκτυλίσσεται στον σκούρο ουρανό. Σκέφτηκε να κάνει μια ευχή, κι ας ήξερε την αλήθεια –ποτέ δεν πιάνουν. Αλλωστε ούτε οι Περσείδες είναι όλοι αστέρια, οι περισσότεροι είναι μετεωρίτες, ακόμη και αστρική σκόνη, υπολείμματα ενός κομήτη που πότε πότε θυμάται τη γειτονιά της Γης. Και όμως, ενώ πυρακτώνονται και καταστρέφονται δημιουργούν τόση ομορφιά.

Πήγε στο κρεβάτι αργά, όταν πια δεν άντεχε άλλο, όταν ο θεός των ονείρων ήρθε επιτέλους να την κοιμίσει. Πριν βυθιστεί ευχήθηκε τα πεφταστέρια, στην πύρινη πορεία τους, να είχαν παρασύρει λίγο κι άλλους ξενύχτηδες. Και ας ήξερε ότι δεν πιάνουν οι ευχές.


Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Ανοιχτά παράθυρα

Αρχοντία Κάτσουρα


Η νύχτα ήταν δύσκολη, χωρίς ύπνο, γεμάτη σκέψεις. Ούτε και ήξερε τι της έφταιγε. Τίποτα δεν είχε αλλάξει δραματικά.

Αλλά ένιωθε ένα μπαλόνι με αέρα βαρύ να την πιέζει στο στήθος και να της λέει ότι κάτι λείπει. Τι ήταν αυτό; Ούτε που ήξερε. Μια απροσδιόριστη αίσθηση ανικανοποίητου, σαν το βάρος που αφήνει κάτι ανεκπλήρωτο, που όμως δεν «θυμόταν» τι ήταν.

Γύριζε, στριφογύριζε στο κρεβάτι, πέταγε τα σκεπάσματα, σκεπαζόταν ξανά γιατί κρύωναν τα πόδια της. Σηκωνόταν, καθόταν πάλι. Πήγαινε στην κουζίνα, έπινε λίγο νερό. Καθόταν λίγο πάλι στο κρεβάτι. Μετά πήγαινε ξανά στην κουζίνα. Στο τέλος ήπιε δυο γουλιές κρασί – για να χαλαρώσει, είπε. Τίποτα.

Το κεφάλι δεν καθάριζε, οι συνάψεις του εγκεφάλου έκαιγαν από την υπερπροσπάθεια. Ζεσταινόταν. Εβαλε το χέρι της στο μέτωπο, νόμιζε ότι είχε πυρετό. Μήπως ήταν άρρωστη; Εβαλε θερμόμετρο: 36,6. Αστεία πράγματα.

Εβγαλε το μάλλινο ζακετάκι της και έμεινε με την κοντομάνικη νυχτικιά μπας και δροσιστεί.

Πήγε στο μπάνιο, άνοιξε τη βρύση και έβρεξε τα χέρια της με το κρύο νερό. Υστερα έβρεξε τους κροτάφους, το μέτωπο, τα αυτιά και τον αυχένα της, όπως έκανε το καλοκαίρι, όταν ήθελε να ανακουφιστεί από τη μεγάλη ζέστη τις νύχτες του καύσωνα. Πίεζε με τα δάχτυλα το δροσερό νερό να μπει στους πόρους της. Κάλμαρε λίγο.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη: τα μάτια της ήταν κουρασμένα από την αϋπνία, από τις πολλές ώρες στη δουλειά μπροστά στην οθόνη. Ξανάριξε νερό στο πρόσωπό της, έβαλε και λίγη κρέμα στο δέρμα της, έτσι, για την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να κάνει καλό. Εβρεξε ελαφρά και τα μαλλιά της, ίσα που να νιώσει μερικές σταγόνες νερό να τρέξουν ώς τις ρίζες.

Ξημέρωμα πια περπατούσε ξυπόλυτη μέσα στο σπίτι γύρω από τα χαλιά, ψάχνοντας να πατήσει στα κρύα μάρμαρα. Πολύ της άρεσε αυτό, το έκανε από παιδί, ειδικά την άνοιξη, τους βασανιστικούς Απρίληδες και Μάηδες, που την ημέρα έκανε ζέστη και γύριζε σπίτι από το σχολείο ή το παιχνίδι με πόδια ξαναμμένα στα αθλητικά παπούτσια της.

Και έτσι, βήμα βήμα έφτασε στο παράθυρο του σαλονιού. Η κουρτίνα κλειστή, κλειστό και το τζάμι, το μόνο που έβλεπε ήταν το αχνό φως από τη λάμπα στη γωνία του δρόμου.

Μια παρόρμηση την έσπρωξε να τραβήξει την κουρτίνα και μετά να ανοίξει το παράθυρο. Ο γάτος, απαυδισμένος από την ανησυχία, άφησε ένα ράθυμο, υπόκωφο νιαούρισμα. Μπορεί να ήθελε και κανένα χάδι.

Εκείνη, από τις λίγες φορές, τον αγνόησε και στάθηκε εκεί όρθια, ακουμπώντας στο περβάζι. Ξυπόλυτη, πατώντας στα μάρμαρα και με τα χέρια γυμνά στη νυχτερινή ψύχρα. Τώρα είχε πραγματικά δροσίσει, σχεδόν έκανε κρύο, αλλά δεν την ένοιαζε. Της άρεσε μάλλον.

Ο αέρας μύριζε όμορφα: υγρασία και ανθισμένη ακακία. Ανοιξη. Κάπου μακριά, χάρη στην ησυχία, ακούγονταν πουλιά, ίσως κοτσύφια. Σαν να ήταν μια νύχτα στην εξοχή, σαν να μην υπήρχαν άσφαλτος και αυτοκίνητα και λάμπες της ΔΕΗ στους δρόμους.

Εμεινε εκεί, πόσο χρόνο δεν μέτρησε, να οσφραίνεται και να ακούει και να δροσίζει τα πόδια της στο κρύο πάτωμα.

Ξαφνικά πείνασε. Ηταν η μυρωδιά του ψωμιού, ίσως και κάποιου γλυκού -τσουρέκι; μύρισε μαστίχα και μαχλέπι- που έφτασε από τον φούρνο της γειτονιάς. Οι άνθρωποι αυτοί ξενυχτούσαν κάθε βράδυ, σκέφτηκε.

Κοίταξε ψηλά, προς τον ουρανό, καθαρός, ξάστερος, σκούρος. Υστερα έκλεισε τα μάτια, για να αφήσει τις άλλες αισθήσεις να κάνουν τη δουλειά τους. Ηχοι, μυρωδιές, υγρασία στο δέρμα. Σαν από θαύμα βρέθηκε μακριά, σ’ ένα νησί, σε μια εξοχή, σε μια άλλη νύχτα, σε μια ανοιξιάτικη εκδρομή.

Και τότε σιγά σιγά άρχισε να νυστάζει, γλυκά, σαν παιδί. Γύρισε ανάλαφρη στο κρεβάτι της και αποκοιμήθηκε.

Το πρωί δεν ξύπνησε πολύ αργά, αλλά ήταν ξεκούραστη. Και πριν πιει καφέ, άνοιξε όλα τα παράθυρα.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 7 Απριλίου 2018

Μεγάλες μέρες

Αρχοντία Κάτσουρα 


Οι μέρες μεγαλώνουν σιγά σιγά και ο ήλιος κερδίζει χρόνο από το σκοτάδι. Βοήθησε κι η αλλαγή της ώρας –πόσο αχρείαστη και βασανιστική διαδικασία για όσους παλεύουν με το μαξιλάρι…–, αλλά το φως είναι φως και βρίσκει τρόπο να τρυπώνει στα μυαλά και στις καρδιές. Αναρωτιέμαι αν αυτό το φως είναι ίδιο σε όλες τις γωνιές του κόσμου, αν εισχωρεί έτσι απλά και ουσιαστικά σε όλους τους ανθρώπους, αν η άνοιξη μπορεί να είναι ίδια κι απαράλλακτη παντού.

Ισως φταίει και η Μεγάλη Εβδομάδα, που εκμετρά το ζην της υποσχόμενη –ακόμη και σ’ αυτούς που μπορούν να διαβάσουν πίσω από τους συμβολισμούς της– μιαν ανάσταση. Που μπορεί και να μην έρθει, αλλά μια υπόσχεση είναι πάντα υπόσχεση και η δύναμη της ελπίδας είναι τόσο ισχυρή που όλοι την εκμεταλλευόμαστε: για να αντέχουμε, για να προχωράμε, για να ζούμε.

Αφησα την εβδομάδα να γεμίσει με τις μουσικές του «Βυζαντινού Εσπερινού», ενός μουσικού έργου που θυμάμαι να ακούω από μικρό παιδί. Τώρα πια δεν ξέρω πού είναι εκείνο το παλιό βινύλιο, μπορεί να χάλασε από εκείνες τις πολλές αναπαραγωγές. Δεν ξέρω πώς γύρισα σ’ αυτό, άλλωστε πια τα ραδιόφωνα δεν παίζουν τα τραγούδια του, που για μένα είναι τόσο αγαπημένα.

Για τη μουσική του Απόστολου Καλδάρα, για τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, αλλά και για τις φωνές που τα σημάδεψαν, της Χαρούλας Αλεξίου και του Γιώργου Νταλάρα. Αλλά και γιατί αν κλείσω τα μάτια, αυτά τα τραγούδια και εκείνα της «Μικράς Ασίας» (πάλι Απόστολος Καλδάρας, με τον Πυθαγόρα) με κάνουν και γυρίζω σε μια παιδική ηλικία όπου όλα φαίνονταν απλά, χαρούμενα, πολλά υποσχόμενα.

Ειδικά τέτοιες μέρες – χωρίς σχολείο, με την κατάνυξη που προσπαθούσαν να σου μεταδώσουν οι μεγάλοι, με τις γιορτινές, λαχταριστές μυρωδιές της κουζίνας, με το κόκκινο χρώμα και το άρωμα των κεριών. Κι εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η γιορτή της Κυριακής, το παιχνίδι με τα άλλα παιδιά στο πατρικό του πατέρα μου αρχικά, στο εξοχικό αργότερα.

Τις τριανταφυλλιές και τις ανθισμένες λεμονοπορτοκαλιές που έκαναν το οικόπεδο παράδεισο, τις μέλισσες που ζουζούνιζαν πάνω από τα κίτρινα αγριολούλουδα, που επέμεναν να φυτρώνουν στον ξεχερσωμένο τόπο, το κρυφτό με τα ξαδέλφια και το σπίτι που γινόταν κατασκήνωση με τόσα παιδιά και μεγάλους να μαζευόμαστε εκεί τέτοιες μέρες.

Οι μεγάλοι να μαγειρεύουν, να πίνουν ρακή και ούζο με μεζέ και να γελούν. Και τα παιδιά να τρέχουμε και να παίζουμε κι ο κόσμος να είναι δικός μας.

Πολλά δεν καταλάβαινα τότε, ούτε χρειαζόταν. Μου έφταναν η χαρά και η άνοιξη. Πολλά συνέβησαν από τότε, πολλά έμαθα, πολλά κατάλαβα. Κι αυτός ο δίσκος τα έφερε όλα πίσω τούτες τις λεγόμενες μεγάλες ημέρες.

«Για πιάσε γύφτο σφυρί κι αμόνι», λέει ένα από τα τραγούδια του, «και κάτσε φτιάξε μια φυλακή / για να χωρέσουν οι μαύροι πόνοι / που δε χωράνε μες στην ψυχή

» Δεν είναι νύχτα για να περάσει / δεν είναι μέρα για να διαβεί / είν’ η ζωή μου σ’ αυτήν την πλάση / σαν μια Μεγάλη Παρασκευή».

Ολες οι ελπίδες στα χέρια του τεχνίτη σιδερά, που μπορεί να δαμάσει το αλύγιστο σίδερο με τη φωτιά, άρα, δεν μπορεί, θα έχει γιατρειά και για ό,τι βαραίνει το μυαλό.

Πόσα τραγούδια, πόση μουσική, πόσα λόγια. Πότε βαριά λαϊκά, άλλες φορές χαρούμενα και κάποιες σαν ύμνοι βυζαντινοί, τόσο ταιριαστοί τις μέρες αυτές. Πείτε το νοσταλγία, πείτε το άνοιξη βαριά, που κάνει τον ύπνο ανήσυχο, πείτε το όπως θέλετε.

Οι μέρες μεγαλώνουν και θα ‘ρθει η ώρα που θα βρέξουμε τα κεφάλια μας στη θάλασσα, θα καθαρίσουν από τον κουρνιαχτό. Μέχρι τότε, ας αφήσουμε η γύρη να γονιμοποιεί τα όνειρα, να ξυπνάει μνήμες και ας είναι βαριές οι μέρες.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Τα φιδάκια στους μύλους

Αρχοντία Κάτσουρα


Μετράμε ακόμα την καταστροφή -σε στρέμματα, σε δέντρα, σε σπίτια, ευτυχώς όχι σε ανθρώπινες ζωές αυτή τη φορά.

Οποιος έχει ζήσει μια πύρινη καταστροφή από σχετικά κοντά, όποιος δεν κοιμήθηκε βράδια ολόκληρα από την αγωνία για το πού μπορεί να φτάσει ο Αρμαγεδδώνας και αν οι φλόγες θα απειλήσουν ό,τι αγαπάει, δεν μπορεί να έμεινε ασυγκίνητος από τα όσα είδαμε είτε από κοντά είτε από τις οθόνες των τηλεοράσεων όλο αυτό το καλοκαίρι, κυρίως τις τελευταίες μέρες.

Φανταστείτε πώς αισθάνθηκαν αυτοί που αγαπούν τη φύση, που τους αρκούν λίγες στιγμές περισυλλογής πλάι στα δέντρα για να γίνουν σοφότεροι, για να μάθουν όσα μερικές φορές δεν μπορεί να σου διδάξει ο καλύτερος δάσκαλος, το μεγαλύτερο σχολείο.

Δεν είναι μόνο η φυσική ομορφιά, αυτό το ζωογόνο πράσινο που μπορεί να ξεκουράσει κάθε ταλαιπωρημένο βλέμμα, η οσμή των άγριων καρπών που ωριμάζουν πάνω στα δέντρα, η δροσιά που νικά κάθε είδους καύσωνα, καιρικό ή πνευματικό, κυρίως αυτόν τον τελευταίο.

Είναι κάτι που δεν μπορείς να περιγράψεις με λόγια: είναι γνώση, ελπίδα, δέος, γαλήνη, πλούτος που δεν μετριέται σε χρυσό. Είναι όλα αυτά μαζί και κάτι παραπάνω.

Ο άνθρωπος λέει έγινε άνθρωπος, δηλαδή σοφότερος, όταν ο Προμηθέας έκλεψε από τους θεούς τη φωτιά για να του τη χαρίσει, για να μπορέσει να ζεσταθεί, να φτιάξει εργαλεία, να μαγειρέψει. Και πόσο δίκιο είχε… Και μόνο που βλέπεις την εικόνα ενός τζακιού τον χειμώνα, αρκεί για να νιώσεις θαλπωρή. Χώρια τα θαύματα που έφτιαξαν τα ανθρώπινα χέρια δουλεύοντας τη φωτιά, είτε στα μαγειρεία είτε στα εργαστήρια.

Τι ειρωνεία.

Το όργανο της σοφίας, το -κλεμμένο- δώρο των θεών, έγινε όργανο της καταστροφής. Και το αποτέλεσμά της ορατό: ένα μαύρο και γκρίζο, πένθιμο τοπίο. Μόνο κουφάρια κάθε λογής φιλοξενεί πια: δέντρων, φυτών και ζώων. Μικρότερων και μεγαλύτερων.

Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάλαμος, Κύθηρα και πόσα ακόμη μέρη, που δεν θυμάμαι να απαριθμήσω.

Οι αρχές μετρούν τις απώλειες, θα δώσουν πιθανόν και οικονομικές αποζημιώσεις στους πληγέντες, σε εύλογο χρόνο θα αρχίσουν την αναδάσωση. Σωστά, πολύ σωστά.

Ομως τις τελευταίες ημέρες, μαζί με τα δάση και τα δέντρα που έχω συναντήσει στην έως τώρα ζωή μου, τρέμω και για όσα εξακολουθούν να επιβιώνουν, για όσα ενδεχομένως απειληθούν στο μέλλον από μια άλλη πυρκαγιά ή από τις συνέπειές της όταν έρθει ο χειμώνας.

Και μαζί τους τρέμω για τους κατοίκους τους, αυτούς που δεν είχαν την εύνοια του Προμηθέα, όπως ο άνθρωπος, αλλά συμβάλλουν στην αιώνια αλυσίδα της ζωής: τα ζώα, τα πουλιά, τα έντομα και τα ερπετά. Ναι, τα ερπετά.

Κυρίως τα φιδάκια του Μυλοπόταμου. Τα φιδάκια την ύπαρξη των οποίων δεν γνώριζα όταν ξεκίνησα να δω τους νερόμυλους των Κυθήρων και με ανοιχτά παπούτσια ανέβηκα κατά μήκος της ρεματιάς. Στόχος μου να φτάσω ώς τις πηγές και την πλατεία του χωριού. Κάποιοι τότε γέλασαν με την αποκοτιά -αυτά τα δηλητηριώδη όντα αν σε δαγκώσουν, μπορεί να κινδυνέψει η ζωή σου, μου είπαν, πώς δεν το ’ξερα.

Τα είχα ακούσει να κινούνται πλάι μου, θυμάμαι, αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Φοβήθηκα μεταχρονολογημένα, όταν ενημερώθηκα για τον κίνδυνο, όπως και μεταχρονολογημένα ανακουφίστηκα που είχα γλιτώσει τους μπελάδες.

Αλλά αυτές τις μέρες πολύ τα σκέφτομαι τα φιδάκια των μύλων και εκείνη την παρακινδυνευμένη βόλτα που αποφάσισα να κάνω, όταν οι άλλοι προτίμησαν να δροσιστούν με κρύους καφέδες και λεμονάδες κάτω από τα πλατάνια.

Θα ήθελα να μάθω αν οι απόγονοί τους επιβίωσαν από την καταστροφή, αν εξακολουθούν να τρομάζουν τους παράτολμους τουρίστες που ενδιαφέρονται για την προβιομηχανική ιστορία του τόπου –στην πραγματικότητα τη δροσιά της ρεματιάς και την απαράμιλλη ομορφιά θέλουν να απολαύσουν.

Γιατί αν τα φιδάκια των μύλων τα έχουν καταφέρει, δεν μπορεί, και άλλοι κρίκοι της αλυσίδας θα τα κατάφεραν. Και η φωτιά, σε ένα έστω πεδίο, θα έχει ηττηθεί.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

Γλάροι πάνω από την πόλη

Αρχοντία Κάτσουρα


Εκείνο το απόγευμα μετά τη δουλειά όλη η πόλη ήταν βρεγμένη και γλιστερή. Η πρώτη πραγματική βροχή του φθινοπώρου είχε έρθει και όλοι, με μια αμηχανία –σαν αυτήν που αισθάνεται κανείς συνειδητοποιώντας ότι η ζωή του αλλάζει, χωρίς να ξέρει αν του αρέσει αυτό, αλλά και χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα–, περπατούσαν προσεκτικά στα πεζοδρόμια.

Μια ψηλή γυναίκα με σκούρα γκρίζα ζακέτα άνοιγε και έκλεινε την τριανταφυλλί ομπρέλα της, αμφίθυμη. Ηταν τόση η υγρασία στην ατμόσφαιρα που δεν καταλάβαινε αν ψιχάλιζε ή όχι.

Πιο πέρα, δύο νέοι που ήθελαν να πάρουν τη μηχανή τους και να φύγουν αναρωτιούνταν αν ήταν καλύτερα να περιμένουν. Δοκίμαζαν το οδόστρωμα με τα παπούτσια τους, προσπαθώντας να καταλάβουν πόσο γλίστραγε η άσφαλτος.

Κάποιοι έπιναν καφέ προστατευμένοι σε μια στοά κοντά στην Παλιά Βουλή. Αλλοι διάβαζαν εφημερίδα, άλλοι παρατηρούσαν τον κόσμο που περνούσε. Μόνο ένα ζευγάρι δεν έβλεπε και δεν άκουγε τίποτα. Ακουμπούσαν τα κεφάλια τους και κάτι σιγοψιθύριζαν, που μόνο εκείνοι άκουγαν, μόνο εκείνοι αντιλαμβάνονταν.

Μια άλλη γυναίκα έβγαινε στον δρόμο από την πολυκατοικία όπου ήταν το γραφείο της και οσφριζόταν τον αέρα: της μύριζε θάλασσα. Σαν να ήταν κοντά στην παραλία, χειμώνα καιρό: οσμή από φύκια που αποσυντίθενται, ιώδιο και υγρασία, κρύος άνεμος που τρυπάει ύπουλα τα κόκαλα.

Κοίταξε γύρω της. Δεν ήταν δυνατόν. Ηταν στην καρδιά της πόλης, πιο κέντρο δεν γινόταν. Αν περπατούσε τρία λεπτά προς τα πάνω θα έφτανε στην πλατεία Συντάγματος. Αν περπατούσε έξι λεπτά προς τα κάτω, στην πλατεία Ομονοίας. Σε απόσταση ενός τετάρτου ήταν η Πλάκα από τα δεξιά της και ο Λυκαβηττός στα είκοσι λεπτά από τα αριστερά της.

Κι όμως, εκείνη μύριζε θάλασσα, αισθανόταν τη θάλασσα γύρω της, κι ας μην την έβλεπε. Νόμιζε ότι έφτασε και μια γεύση αλμύρας στα χείλη της. Πώς θα ήθελε να βρεθεί κοντά της. Μερικές φορές οι μεγάλες επιθυμίες έχουν αυτήν τη δύναμη, να σου δημιουργούν την εντύπωση ότι γίνονται πραγματικότητα ανασύροντας από τη μνήμη ό,τι ζητάς με τη βοήθεια των οσφρητικών οργάνων, της αφής, της γεύσης. Κι εκείνη περπατούσε προς την οδό Σταδίου μυρίζοντας θάλασσα, νιώθοντας αλάτι στο δέρμα της.

Στάθηκε κάτω από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Ενα κρώξιμο ακούστηκε ψηλά, ακόμη ένα μερικά δευτερόλεπτα μετά, κι ύστερα ένα τρίτο. Γνώριμοι ήχοι, αν και παράταιροι.

«Γλάροι», είπε ο ένας από τους νέους που θα έφευγαν με τη μηχανή και κοίταξε ψηλά. «Γλάροι», συμφώνησε ο φίλος του και ακολούθησε το βλέμμα του. Δύο κύριοι σηκώθηκαν από το καφέ της στοάς και βγήκαν στον δρόμο, η ψηλή γυναίκα έκλεισε την τριανταφυλλί ομπρέλα και παρακολούθησε τα θαλασσοπούλια που έκαναν κύκλους πάνω από τα κτίρια.

Το ζευγάρι έμεινε εκεί, στη θέση του, δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα.

Η γυναίκα που ονειρευόταν τη θάλασσα σήκωσε κι αυτή το βλέμμα στον ουρανό. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που κοίταξε τον γκρίζο ουρανό με τόση λαχτάρα.

Αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό που έφερε τα πουλιά στην οδό Σταδίου, πάνω από την Παλιά Βουλή. Ο κακός καιρός στη θάλασσα; Η αναζήτηση τροφής; Μήπως αποφάσισαν να αλλάξουν ενδιαίτημα; Και πώς θα ζούσαν εδώ;

Εκλεισε τα μάτια και άνοιξε τα αυτιά της. Ρουφούσε με δύναμη τη θαλασσινή μυρωδιά στον αέρα, άκουγε τα θαλασσοπούλια να κρώζουν και αισθανόταν την υγρή ατμόσφαιρα που έκανε τα ισιωμένα μαλλιά της να παίρνουν το φυσικό σγουρό σχήμα τους.

Πληρότητα. Αυτό αισθανόταν. Η θάλασσα είχε έρθει κοντά της, σαν να άκουσε την επιθυμία της. Κι ένα κύμα ελπίδας πλημμύρισε τους πνεύμονές της κάνοντάς τους να φουσκώνουν.

«Γλάροι», σκεφτόταν. «Ποτέ μην απελπίζεσαι», τους άκουσε να λένε μέσα από τα κρωξίματά τους. «Η θάλασσα είναι εδώ. Εμείς σ’ τη φέραμε».

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 14 Αυγούστου 2017

Ασημένια μαλλιά

Αρχοντία Κάτσουρα


Ρομαντικό δεν τον έλεγες. Οι φίλοι του υποστήριζαν ότι είναι λογικός, ορθολογικός, σε βαθμό εκνευρισμού ορισμένες φορές. Ωστόσο τον αγαπούσαν, γιατί είχε χιούμορ -δηλητηριώδες ενίοτε- και ποτέ δεν έλεγε ψέματα.

Ο ίδιος έλεγε συχνά χαριτολογώντας ότι είναι κυνικός, ότι έπειτα από πολύ μεγάλη προσπάθεια είχε κατορθώσει να καταστείλει τη φυσική ροπή που έχουν οι άνθρωποι να δραματοποιούν τη ζωή και να την ντύνουν με συναισθήματα για να μπορούν να την αντέχουν και να κρύβονται από την πραγματικότητα.

Και όπου πραγματικότητα, βρίσκονταν μερικές αλήθειες για τις οποίες δεν δεχόταν αμφισβήτηση: ο έρωτας είναι χημεία και είναι καταδικασμένος να πεθάνει, το φαγητό είναι μια απόλαυση, αλλά μπορείς να ζήσεις και με νερόβραστες ή ωμές τροφές, η ποίηση τρέφει το πνεύμα, αλλά χάνουμε την ουσία, και άλλα εξωφρενικά παρόμοια.

Τα αράδιαζε ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Εκείνο το βράδυ του Αυγούστου, ύστερα από ένα πραγματικό συμπόσιο στη δροσερή βεράντα, με κρύες μπίρες, ψαράκια, σαλάτες και ψημένο ψωμί με λάδι και ρίγανη, γέλια, τραγούδια, αστεία, όλοι ξαφνικά σώπασαν. Εσβησαν και τα φώτα. Η θεά Σελήνη είχε ανατείλει και όλα τα άλλα μπροστά της είχαν θαμπώσει.

Δεν μιλούσαν, δεν είχαν τι να πουν, δεν μπορούσαν να προσβάλουν μια βασίλισσα τέτοιας ανυπέρβλητης καλλονής. Εμειναν να τη θαυμάζουν.

«Ασημένια μαλλιά». Ακούστηκε σχεδόν ψιθυριστά από μια ανδρική φωνή. «Ασημένια μαλλιά».

Ο κυνικός φίλος τους είχε εκφέρει αυτές τις δύο λέξεις και δεν ήξεραν τι τους ξάφνιασε περισσότερο: ότι μίλησε την ώρα της μυσταγωγίας ή ότι πρόφερε αυτές τις λέξεις;

«Ασημένια μαλλιά», είπε ξανά και γύρισαν να τον κοιτάξουν. Είχε τα μάτια του κλειστά, σαν να ονειρευόταν.

«Τι εννοείς;» ρώτησε κάποιος.

Χωρίς να ανοίξει τα μάτια, με την ίδια σταθερή, σχεδόν ψιθυριστή φωνή, άρχισε να μιλάει:

Μερικά χρόνια πριν, ένα τέτοιο βράδυ, στη γραμμή Ομόνοια-Κηφισιά. Μια γυναίκα μπήκε στο βαγόνι και κάθισε σε μια άδεια θέση δίπλα στο παράθυρο. Τακτοποίησε την τσάντα της στην ποδιά της, ακούμπησε την πλάτη στο κάθισμα και σήκωσε τα μάτια της προς το παράθυρο.

Νομίζω ότι γι’ αυτό την πρόσεξα, από αυτή την παράλογη κίνησή της. Δεν υπήρχε τίποτα να δεις, ήμασταν μέσα στη σήραγγα. Ούτε καθρεφτιζόταν στο τζάμι. Κοίταζε έξω από το παράθυρο, με βλέμμα καρφωμένο σε κάτι που δεν υπήρχε. Δεν θυμάμαι τι φορούσε, τι χρώμα είχαν τα ρούχα της, αν ήταν πράγματι τόσο όμορφη ώστε να μην μπορώ να αντισταθώ. Νομίζω ότι ήταν νέα, μεταξύ τριάντα και σαράντα. Αλλά δεν είμαι σίγουρος.

Οταν βγήκαμε από το τούνελ, παρατήρησα ότι κρατούσε το βλέμμα σταθερά καρφωμένο κάπου έξω και ψηλά. Πότε πότε, ίσα που έγερνε το κεφάλι της, λίγο πιο δεξιά ή λίγο πιο αριστερά, άλλοτε λίγο πιο πίσω.

Υπό άλλες συνθήκες θα έλεγα ότι κάτι είχε, ότι ήταν κάπως «πειραγμένη», αλλά απέρριψα την ιδέα αμέσως. Από στάση σε στάση, το ίδιο πράγμα. Βλέμμα έξω και ψηλά.

Βγήκαμε στον σταθμό του ΚΑΤ μαζί και την είδα να φεύγει μπροστά μου με βιαστικά βήματα. Τότε, από το περπάτημά της μου φάνηκε σαν κορίτσι στην εφηβεία. Την ακολούθησα νομίζω, δεν είμαι σίγουρος αν έπρεπε να πάω από κει. Η τελευταία εικόνα της που έχω είναι να στρίβει μπροστά μου σε ένα σκοτεινό στενό και να τινάζει τα μαλλιά της. Ισια και μακριά ήταν. Ενα λευκό φως έπεφτε πάνω τους και είχαν βαφτεί ασημιά.

Εψαξα να βρω από πού ερχόταν το φως. Κοίταξα κι εγώ ψηλά. Η Σελήνη ήταν ψηλά και είχε φωτίσει τη νύχτα.

Στη στροφή αυτή την έχασα. Εμενε εκεί; Μπήκε σε κάποιο σπίτι; Εφυγε με αυτοκίνητο; Δεν κατάλαβα.

Κοίταξαν όλοι ξανά τη Σελήνη. Κανείς τους δεν αντέδρασε στην αναπάντεχη εξομολόγηση. Εμειναν να παρατηρούν το ασήμι που έπεφτε στα πράγματα και τα έκανε να μοιάζουν μαγικά.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

Να σου πω τη μοίρα σου

Αρχοντία Κάτσουρα


- Μαμά, κοίτα, ο κύριος εκεί φοράει κορόνα!

Η κραυγή εντυπωσιασμού του μικρού αγοριού τράβηξε και τη δική μου προσοχή, κάνοντάς με να γυρίσω προς το μέρος του κυρίου με την κορόνα.

Πράγματι, φορούσε κορόνα. Αλλά όχι σαν αυτές που ξέρουμε στην Ευρώπη, αλλά αυτές που φανταζόμαστε ότι φορούσαν οι αυτόχθονες της Αμερικής, όπως τις βλέπουμε σε εικονογραφήσεις ιστοριών από τα χρόνια της κατάκτηση της αμερικανικής ηπείρου.

Η εικόνα ήταν πραγματικά εντυπωσιακή και παράταιρη για βράδυ Δευτέρας, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα στον ηλεκτρικό, Σεπτέμβριο μήνα, με ζέστη και υγρασία.

Ο κύριος όμως δεν φορούσε μόνο κορόνα, αλλά ολόκληρη ενδυμασία. Η κορόνα του ήταν χρυσή και έμοιαζε φτιαγμένη από ύφασμα ή παπιέ μασέ. Περισσότερο θύμιζε καπέλο που κάλυπτε τα κοντοκουρεμένα μαλλιά του.

Στο πρόσωπό του είχε μακιγιάζ, αρκετά βαρύ, με μέικ απ και τονισμένα μάτια με μαύρο κολ, αλλά και κοκκινάδι στα χείλη. Αν και το μακιγιάζ του είχε αλλοιωθεί –πρέπει να το φορούσε ώρες–, καταλάβαινες ότι είχε χρώματα. Αντί για παντελόνι, φορούσε ένα στενό σκούρο καφέ κολάν και από πάνω, αντί για μπλούζα, ένα κοντό δαντελένιο φόρεμα με χρυσαφιά κεντίδια. Τα παπούτσια του θύμιζαν αυτά των ξωτικών: μυτερά, με ανασηκωμένο το μπροστινό και το πίσω μέρος, σαν γλώσσες. Κρατούσε ένα βαρύ σακίδιο στην αγκαλιά του. Είχε σκούρα επιδερμίδα και το σώμα του, αν και κάπως γεμάτο, ήταν δυνατό και ευθυτενές.

Αρχικά σκέφτηκα πως ήταν ηθοποιός, που είχε τελειώσει την παράστασή του και επέστρεφε σπίτι. Αλλά και πάλι, αναρωτήθηκα, δεν θα είχε αλλάξει, δεν θα είχε ξεβαφτεί πριν βγει στον δρόμο; Φαινόταν εξουθενωμένος. Μερικές φορές έκλεινε τα μάτια, σαν να αποκοιμιόταν. Ο κόσμος γύρω του τού έριχνε κλεφτές ματιές, «πού πάει αυτό το περίεργο πλάσμα, με τα παράξενα ρούχα, μέσα στον ηλεκτρικό», θα σκεφτόταν. Τον παρατηρούσα κι εγώ. Οι απορίες με έτρωγαν, αλλά δεν θα μπορούσα να ρωτήσω.

Ώσπου πρόσεξα ότι από το σακίδιό του κρεμόταν μια μεγάλη κάρτα. Πάνω της είχε ζωγραφισμένη με λεπτομέρειες μια ανθρώπινη παλάμη, με τις γραμμές της, τα όρη της, τα μαλακά σημεία στα δάχτυλα, και λέξεις ή μικρές φράσεις στα αγγλικά: υγεία, έρωτας, χρήματα, γάμος, παιδιά.

Έτσι άστραψε στο μυαλό μου η απάντηση σε όλες τις απορίες: ο κύριος ήταν χειρομάντης. Από αυτούς που έναντι ενός μικρού –ή μεγαλύτερου– αντιτίμου «διαβάζουν» το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σου ανάμεσα από τις γραμμές των χεριών σου.

Ετσι όπως τον έβλεπα κουρασμένο και ταλαιπωρημένο, με το μισολιωμένο μακιγιάζ, κάπως τον συμπόνεσα. Κάποιος ορθολογικός θα μου έλεγε: «Τι τον λυπάσαι; Αυτός μπορεί να βγάζει μεγαλύτερο μεροκάματο από σένα. Και κοροϊδεύει και τον κόσμο…» Τα ήξερα όλα αυτά, αλλά δεν με ένοιαζαν. Πραγματικά αισθάνθηκα λύπηση για την κούρασή του, για τον κόπο του, αναρωτήθηκα αν κατόρθωσε να βγάλει όντως μεροκάματο. Αν του ζητούσα να διαβάσει και το δικό μου χέρι, τι θα μου έλεγε; Για μεγάλες πόρτες που με περιμένουν να τις διαβώ; Για την επιστροφή κάποιου από καιρό χαμένου; Ή για την τύχη που με περιμένει και πόσα παιδιά θα κάνω;

Αφού δεν με ήξερε, πώς θα μπορούσε να με ξεγελάσει; Και τι ψυχή θα είχαν μερικά ευρώ;

Δεν θα το ζητούσα, αλλά ούτε προλάβαινα. Ο ευθυτενής χειρομάντης μου κατέβηκε στην επόμενη στάση, κουβαλώντας όλο το φορτίο του ρόλου του. Εφευγε με περήφανο βήμα προς την έξοδο.

Ενα επάγγελμα έκανε κι αυτός, έπαιζε παιχνίδια με τη μαγεία, αυτήν που όλοι θέλουμε καμιά φορά, και την παίρνουμε από όπου μπορούμε. Μαγεία έκρυβε και η φράση που λέγανε κάποτε οι πλανόδιες μάντισσες, που επίσης «διάβαζαν» τις παλάμες: Έλα, να σου πω τη μοίρα σου, να σου πω το ριζικό σου.

Όσο δύσπιστος κι αν ήσουν, δεν μπορεί, έστω μία φορά θα υπέκυπτες. Και, ποιος ξέρει, μπορεί να μάθαινες και κάτι…

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Πραγματικά «κακοί λύκοι»

Αρχοντία Κάτσουρα


Είμαι γυναίκα, κοντά στη μέση ηλικία. Όσο μεγαλώνω το χρώμα των μαλλιών μου ανοίγει –μπορεί έως τα γεράματα, αν η υγεία μου το επιτρέψει να φτάσω εκεί, να γίνω πολύ ξανθιά. Πάντα με επέπλητταν ότι ήμουν πολύ σοβαρή, πολύ του διαβάσματος, που δεν χόρευα μέχρι τελικής πτώσεως στα γλέντια και στα πάρτι, που δεν διασκέδαζα όπως οι πολλοί.

Προτιμούσα άλλες διασκεδάσεις, λιγότερο θορυβώδεις, κι ας κουνούσαν όλοι το κεφάλι: «Μα, τι καταλαβαίνεις σε όλα αυτά. Πότε θα εκτονωθείς». Κανείς δεν με ρώτησε αν χρειάζομαι εκτόνωση.

Δεν υπήρξα ποτέ συλφίδα, σαν όλες αυτές τις πραγματικά οπτικά υπέροχες κοπέλες που παρελαύνουν από τις τηλεοπτικές οθόνες και στα περιοδικά και κάνουν τα στόματα να ανοίγουν. Πολλές φορές μού είπαν, ότι «κοίταξε, μια χαρά είσαι, αλλά αν έχανες και πέντε κιλάκια, καλό θα σου έκανε. Αν βαφόσουν λίγο παραπάνω και αν φορούσες και κάτι πιο κοντό, πιο στενό, πιο χρωματιστό, θα σε διάλεγαν περισσότερο τα αγόρια».

Μου άρεσαν πάντα τα αγόρια, αλλά έχω κάνει φίλους και φίλες που αγαπάνε μόνο αγόρια, μόνο κορίτσια ή και τα δύο. Και τους αγαπώ πολύ, χαίρομαι να τους βλέπω, να κουβεντιάζω μαζί τους, να μοιραζόμαστε τις χαρές και τις λύπες μας. Αυτές μοιάζουν πολύ. Και λυπάμαι γιατί πρέπει μερικές φορές να υπερασπίζομαι σε τρίτους το δικαίωμά τους να υπάρχουν.

Ζω σε μια πόλη που λέει ότι είναι πολυπολιτισμική, στην πρωτεύουσα, και οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. Όμως κάποιος κάποια στιγμή με προειδοποίησε πολύ φιλικά και με πολλή ευγένεια ότι αν λέω τη γνώμη μου, ότι ζω σε μια πόλη βρόμικη και σκληρή, όπου οι σχέσεις στηρίζονται κυρίως στη σύγκρουση και όχι στη συναίνεση, κάποιοι μπορεί να μου πουν να πάω να ζήσω αλλού, αν δεν μ' αρέσει.

Προέρχομαι από οικογένειες προσφύγων, με μέλη τους που πήγαν μετανάστες, μεγάλωσα σε γειτονιά προσφύγων, κι όμως φίλοι και γνωστοί, πρόσφυγες δεύτερης και τρίτης γενιάς οι ίδιοι, που διατείνονται ότι είναι πολύ δημοκράτες, βλέπουν τους άλλους πρόσφυγες και τους άλλους μετανάστες, τους σύγχρονους, σαν μιάσματα. Δυσκολεύομαι να το κάνω κι εγώ.

Και δουλεύω σε μια δουλειά που οι άνθρωποι ψάχνουν την αλήθεια –όσο μπορούν, ο αγώνας είναι δύσκολος και τα εμπόδια πολλά. Μαζί τους κι εγώ, όσο μπορώ. Και μερικές φορές συγκρουόμαστε όταν διαφωνούμε, γιατί δεν είμαστε ίδιοι.

Και ντρέπομαι που υπάρχουν συνάδελφοι, σε κάποια μέσα, που μπροστά από την αλήθεια βάζουν την τηλεθέαση θυσιάζοντας την αξία της δουλειάς τους στον βωμό μιας ασαφούς έννοιας «κοινής γνώμης» που αν την ταΐσεις φέρνει νούμερα. Που στον θάνατο ενός νέου ανθρώπου, διαφορετικού από τον μέσο όρο, επενδύουν στο κλίμα φόβου που σε μεγάλο βαθμό έχουν καλλιεργήσει, δίνοντας τροφή σε πραγματικά «κακούς λύκους»: στην άκρα Δεξιά και στην κοινωνία της αυτοδικίας.

Είμαι ένας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος, που τρώει, μαγειρεύει, καθαρίζει, δουλεύει. Αλλά είμαι διαφορετική από τους γονείς μου, τα αδέλφια μου, τους φίλους μου, τους συγγενείς, τους συναδέλφους, τους γείτονες, τους παλιούς συμμαθητές. Ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη. Ούτε πιο έξυπνη ούτε πιο καλή. Κι εκείνοι είναι διαφορετικοί από εμένα.

Ποιος από μας έχει μεγαλύτερο δικαίωμα να ζει;

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Ο χορός του ήλιου

Αρχοντία Κάτσουρα

Γυναίκα μπροστά στον ήλιο που ανατέλλει (γυναίκα μπροστά στον ήλιο που δύει),1818-20, KΑΣΠΑΡ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΦΡΙΝΤΡΙΧ

Τρίτο, τέταρτο, πέμπτο πρωινό; Ούτε που θυμόταν πόσα ήταν αυτά που, ανοίγοντας τα μάτια το πρωί, θύμιζαν επιεικώς Οκτώβριο – ακόμη και στη θερμοκρασία. Δυο-τρεις φορές έλεγξε και το ημερολόγιο. Μήπως είχε κάνει λάθος; Μήπως λάθος νόμιζε ότι σε δέκα μέρες φεύγει για διακοπές στα πράσινα νερά του Ιονίου;

Οχι, δεν έκανε λάθος. Ιούνιος, στα τέλη του, επιβεβαιωμένο. Αλλά πώς να το χωνέψεις; Ωραίες οι δροσιές, ειδικά αν πρέπει να πας στη δουλειά, αλλά αυτή η βροχή ήταν αφόρητη. Δυο φορές έγινε παπί: τη μία έφυγε από το σπίτι με μια λιακάδα χαρά θεού χωρίς ομπρέλα και λίγες ώρες αργότερα, σε λιγότερο από ενάμισι λεπτό, από τον σταθμό του μετρό ώς το αυτοκίνητο, είχε βραχεί μέχρι το κόκαλο.

Την άλλη, ενώ προσπαθούσε να ανοίξει την ομπρέλα κάτω από ένα υπόστεγο, ένας μάγκας και φουριόζος οδηγός πέρασε με ταχύτητα πάνω από μια λιμνούλα στον δρόμο και την περιέλουσε, λερώνοντας και το άσπρο παντελόνι της. Μαζί της βράχηκε και μια κυρία που περίμενε εκεί μήπως σταματήσει η βροχή.

Α, και μια τρίτη φορά, που βγήκε στον δρόμο από την είσοδο της πολυκατοικίας έπειτα από έναν μεγάλο κρότο για να δει τι συμβαίνει. Τρακάρισμα ήταν, κάποιος πέρασε το STOP στη γωνία μπροστά στο σπίτι της, ερχόταν ένας άλλος από τον κεντρικό, έβρεχε κιόλας, ε, τελικά αγκαλιάστηκαν. Ευτυχώς μόνο υλικές ζημιές. Αλλά μέχρι να καταλάβει τι γίνεται, έκανε ένα ελαφρύ ντους με βροχόνερο.

Δεν άντεχε άλλο. Εκείνη μια ζωή βρεγμένη ένιωθε -με τη μεταφορική έννοια του όρου-, τις πάλευε τις βροχές και τις καταιγίδες, δεν τις φοβόταν. Κι ας μέτραγε αμυχές – κάποιες ήταν και πιο βαθιές, αργούσαν να επουλωθούν, αλλά εντάξει. Μαθήματα.

Πρέπει αυτό να ήταν το τρίτο καλοκαίρι που ο Ιούνιος ήταν κάπως φθινοπωρινός -πες το κλιματική αλλαγή, πες το ό,τι θέλεις- αλλά νισάφι πια. Φέτος, παραήταν βαρύς, παραήταν βόρειος, παραήταν θλιμμένος.

Ούτε οι προετοιμασίες για τις διακοπές βοηθούσαν, ούτε οι υποσχέσεις για ξεκούραση έφταναν, ούτε τίποτα. Είχε έναν φόβο ότι κι εκεί, στις αμμουδερές ακτές, ο ήλιος θα κρυβόταν πίσω από βροχοφόρα σύννεφα, δεν θα την έφτανε.

Και φέτος τον είχε τόσο μεγάλη ανάγκη… Κουβαλούσε μέσα της τόση παγωνιά που μόνο στο χάδι του είχε εναποθέσει την ελπίδα της. Βασιζόταν πάνω του. Ηθελε να κοιμηθεί κάτω από το φως του, με τη θερμότητά του να λιώσει τους πάγους, να μαλακώσει τον θυμό της, να επιτρέψει στους μυς της να χαλαρώσουν, να λυθούν και να μαλακώσουν, να ξεκλειδώσει τις αρθρώσεις της, το σώμα της το ίδιο πρώτα και μετά -ίσως- τη διάθεσή της.

Οχι τίποτα άλλο, μήπως μπορέσει να βυθιστεί εκεί που μόνο ένα γαλήνιο πνεύμα μπορεί: στην αλήθεια. Για να κάνει ουσιαστικό απολογισμό πεπραγμένων, να κατανοήσει πρώτα τι θέλει η ίδια και ύστερα -αν προλάβει κι αν αξίζει- τους άλλους.

Να κάνει μερικές εκκαθαρίσεις -αυτές που άλλοι επιλέγουν στην αρχή του χρόνου- τότε, στην καρδιά του καλοκαιριού, όπως έκανε πάντα, από παιδί.

Αλλά ο Ιούνιος δεν την προϊδέαζε ευνοϊκά. Σαν να ήθελε να παρατείνει την αγωνία της, να την επιβαρύνει με τη δική του βαριά διάθεση – ποιος να ξέρει τι του έκαναν του κακομοίρη οι προηγούμενοι μήνες μέχρι να έρθει η σειρά του…

Θυμήθηκε την παράδοση λαών της Αφρικής, ίσως και των Ινδιάνων της Αμερικής, που όταν αντιμετώπιζαν ανομβρία, έκαναν το τελετουργικό του χορού της βροχής. Δεν ήξερε όμως κάτι αντίστοιχο για τον ήλιο.

Γιατί, αν υπήρχε, θα καλούσε και τους άλλους βροχόπληκτους -κυριολεκτικά και μεταφορικά- να το ακολουθήσουν. Να πουν όλοι μαζί τη μαγική προσευχή, να πιαστούν χέρι χέρι ή να λικνίσουν τα σώματά τους στον ρυθμό, ακόμη και με καταιγίδα, μήπως και κάποιος εκεί ψηλά τους εισακούσει. Για να στεγνώσουν και να ζεσταθούν ψυχές και σώματα.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Αγόρι-κορίτσι τη νύχτα

Αρχοντία Κάτσουρα


Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα στους δρόμους του κέντρου, εκεί γύρω από το Σύνταγμα, δεν περπατά σχεδόν κανείς. Μόνο μερικοί ξεχασμένοι ξεμανίκωτοι και σανδαλοφόροι Βορειοευρωπαίοι τουρίστες που ρουφούν το μείγμα από τις μυρωδιές της πόλης, ανάκατες με την άνοιξη που υπάρχει παντού: στις νεραντζιές που ρίχνουν τα τελευταία λουλούδια τους, για να γίνουν καρποί, στον ουρανό, που το φεγγάρι έφτασε αισίως στα μισά του και πορεύεται θριαμβευτικά για την πανσέληνο.

Είναι και μερικοί ξενύχτηδες εργαζόμενοι που τρέχουν να προλάβουν τους τελευταίους συρμούς του μετρό. Σε ένα μάλλον ήσυχο στενό, χωρίς αυτοκίνητα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι βαδίζουν αργά σε απόσταση μισού μέτρου το ένα από το άλλο. Μες στη μέση του δρόμου. Αριστερά το αγόρι, δεξιά το κορίτσι. Δεν μιλάνε.

Το αγόρι φοράει καρό πουκάμισο με γυρισμένα μανίκια, έχει το δεξί του χέρι στην τσέπη και στο αριστερό κρατάει ένα τσιγάρο αναμμένο, αλλά δεν το καπνίζει. Η κόκκινη άκρη του φεγγίζει στο νυχτερινό ημίφως. Το κεφάλι του είναι σκυφτό, σαν να σκέφτεται κάτι πολύ σοβαρό, σαν ένα μεγάλο πρόβλημα να τον βαραίνει.

Το κορίτσι έχει μακριά μαλλιά, σχεδόν μέχρι τη μέση. Τα χέρια της είναι δεμένα γύρω από το στήθος της, σαν να κρυώνει, παρ’ όλο που φοράει ένα χακί μακρύ πανωφόρι. Κι εκείνη περπατά σκυφτή, κι εκείνη μοιάζει προβληματισμένη. Κάποιες στιγμές γυρίζει το πρόσωπο προς το αγόρι, αργά, προσεκτικά, σαν να του ρίχνει κλεφτές ματιές, κι ύστερα ρίχνει ξανά το βλέμμα στην γκρίζα άσφαλτο.

Μια περαστική, που άθελά της παρακολουθεί από μικρή απόσταση τη σκηνή, σκέφτεται ότι έχουν μαλώσει, ότι κάτι τους συμβαίνει και δεν μιλιούνται, ότι κάποιος πόνος ή εγωισμός δεν τους αφήνει να επικοινωνήσουν.

Συνεχίζουν να περπατούν έως τη διασταύρωση. Πριν περάσουν απέναντι, τα φώτα ενός αυτοκινήτου που στρίβει τρομάζει λίγο τα παιδιά που τραβιούνται απότομα στην άκρη, κάτω από ένα φωτισμένο στύλο της ΔΕΗ. Κοιτάζονται καθώς το αγόρι πετάει το τσιγάρο του που έχει σβήσει έτσι, χωρίς να το καπνίσει, και με μια προστατευτική κίνηση την τραβάει στο πεζοδρόμιο.

Και τότε όλα εκτυλίσσονται γρήγορα, πολύ γρήγορα: το αγόρι της ανοίγει τα σφιχτοδεμένα χέρια, την αρπάζει στην αγκαλιά του και της δίνει ένα φιλί. Ενα βαθύ φιλί, την ένταση του οποίου ένιωσε ακόμη και η περαστική, που ντράπηκε που βρέθηκε εκεί, που έγινε μάρτυρας αυτής της μαγικής στιγμής, που άθελά της έγινε κλέφτρα λίγης από τη μαγεία που έπρεπε να είναι μόνο δική τους.

Το κορίτσι, ξαφνιασμένο στην αρχή, ευτυχισμένο μετά, αφήνεται, κρύβεται στη φιλόξενη αγκαλιά και μένουν εκεί, κάτω από το φως της λάμπας ώρα. Τουλάχιστον όσο παίρνει στην περαστική να τους προσπεράσει με γρήγορα βήματα και κρατώντας εκείνη πια το κεφάλι σκυφτό και το βλέμμα χαμηλά, σαν να θέλει να ζητήσει συγγνώμη για την εισβολή. Κρατάει την αναπνοή της μέχρι να απομακρυνθεί.

Αλλά εκείνοι μάλλον δεν την βλέπουν, ούτε την ακούν. Τίποτα δεν βλέπουν, τίποτα δεν ακούν.

Και η περαστική καταλαβαίνει γιατί δεν μιλούσαν πριν, γιατί περπατούσαν σφιγμένοι και σε απόσταση σχετικής ασφαλείας, σκυφτοί, μαζεμένοι. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να εκφραστούν, αλλά δεν λέγονται με λόγια, που καμία λέξη δεν αρκεί για να τα εκφράσει. Και χρειάζεται ένα τυχαίο γεγονός, μια στιγμή ευνοϊκή, δώρο της θείας πρόνοιας, που θα κόψει τον γόρδιο δεσμό και θα δώσει διέξοδο στα ανείπωτα.

Ενώ επιστρέφει στο σπίτι της με το τρένο, η περαστική χαμογελάει. Δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, αυτή τη νύχτα είναι ευτυχισμένα. Πρέπει να είναι ευτυχισμένα. Και την ώρα που ετοιμάζεται να κοιμηθεί τους σκέφτεται ξανά. Αραγε εκείνοι θα κοιμηθούν απόψε; αναρωτιέται.

Μάλλον όχι, απαντά μόνη της. Πώς να κοιμηθείς μια τέτοια ανοιξιάτικη νύχτα, με ακόμη ανθισμένες νεραντζιές και το φεγγάρι να πορεύεται θριαμβευτικά προς την πανσέληνο;

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Επεα επικαθήμενα

Αρχοντία Κάτσουρα


«Τα λόγια είναι γεγονότα, κάνουν πράγματα, αλλάζουν πράγματα. Μεταμορφώνουν τόσο τον ομιλητή όσο και τον δέκτη. Τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται με ενέργεια και την ενισχύουν. Τροφοδοτούν την κατανόηση και το συναίσθημα αμφίδρομα».

Τα λόγια από το δοκίμιο της Ούρσουλα Λε Γκεν* τής είχαν γίνει έμμονη ιδέα. Μέρες τώρα τα άκουγε σαν φωνή μέσα στο κεφάλι της. Παραδεχόταν την αλήθεια τους. Πίστευε στις λέξεις, στη δύναμη που έχουν να γεννήσουν συναισθήματα, θετικά και αρνητικά, και να δρομολογήσουν γεγονότα: να μεταμορφώσουν τα πράγματα, τον κόσμο ολόκληρο.

Μια κουβέντα, μια τόση δα λεξούλα, μπορούσε να κάνει έναν πονεμένο να ανακουφιστεί, έναν απελπισμένο να ελπίσει, έναν ευτυχισμένο να αμφιβάλει, έναν χαρούμενο να κλάψει. Μπορούσε να γίνει χαστούκι και να ξυπνήσει μια συνείδηση ή δηλητήριο και να διαβρώσει ένα ήρεμο πνεύμα. Να κάνει μια παρέα να γελάσει μέχρι δακρύων ή να ξυπνήσει μια μνήμη τόσο ισχυρή ώστε ένας άνθρωπος να χάσει τον ύπνο του.

Ποτέ δεν πίστευε ότι τα λόγια φεύγουν, γίνονται αέρας και πετάνε. Ακόμη και ένα αστείο μπορούσε να αφήσει το σημάδι του. Γι’ αυτό, πάντα, πρόσεχε, πρόσεχε, πρόσεχε. Είχε ανατραφεί να προσέχει. Λάθη έκανε, αλλά διαρκώς πρόσεχε. Και όσο μεγάλωνε, πρόσεχε πιο πολύ.

Αναρωτιόταν αν μπορούσε να αλλάξει. Δεν ήξερε. Ηξερε ότι έπρεπε να προσέχει, κυρίως τα λόγια. Γιατί είναι γεγονότα, κάνουν πράγματα, αλλάζουν πράγματα.

Κι εκείνη είχε αγαπήσει τα λόγια, τα έπιανε στην άκρη του μολυβιού, στην άκρη των δαχτύλων της, στα πλήκτρα του υπολογιστή. Τα έβαζε στη σειρά, ακολουθούσε ή χαλούσε τη γραμματική και το συντακτικό, ερμήνευε τις παροιμίες, βυθιζόταν στη σοφία των λαϊκών τραγουδιών και στη γνώση των λόγιων κειμένων. Μάθαινε πράγματα και πορευόταν αναζητώντας τις αλήθειες του κόσμου.

Μετά παρηγοριόταν βάζοντάς τα στο χαρτί, σχηματίζοντας δικές της ιστορίες, διοχετεύοντας εκεί, στις λέξεις και τα λόγια, τον ατμό που δημιουργούσε η σύβραση των συναισθημάτων με τις χαρές, τις λύπες, τα προβλήματα και τις λύσεις τους. Παραμυθάκια, εκτόνωση για κείνη που τα σκάρωνε, ίσως συντροφιά για τους άλλους που τα διάβαζαν.

Αλλά ήρθε μια μέρα που κανένα παραμύθι δεν την παρηγορούσε, καμιά λέξη δεν της έφτανε για να κοιμηθεί, να τη νανουρίσει. Εμεινε ξάγρυπνη τέσσερις νύχτες στη σειρά. Ανοιγε σημειωματάρια –αυτά που εξακολουθούσε να γεμίζει με λέξεις-, ξεσκόνιζε τις υπογραμμισμένες φράσεις στα βιβλία, τα μηνύματα στον υπολογιστή. Δεν έβρισκε τίποτα.

Το πέμπτο βράδυ, εξαντλημένη πια, περπατώντας στον δρόμο, περνώντας μέσα από το πλήθος, μια μυρωδιά την έκανε να σταθεί. Μια μυρωδιά που ήξερε καλά. Πάγωσε –εξωτερικά, γιατί στα απύθμενα βάθη της φλόγες ξεπηδούσαν και έκαιγαν τα πάντα.

Δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν τη βοηθούσαν τα μέλη της. Εκλεισε τα μάτια, κοίταξε την εσωτερική πυρά. Λέξεις κατακόκκινες ήταν οι σπίθες, κουβέντες πυρρές, πράγματα που ήθελαν να γίνουν, πράγματα που ήθελαν να αλλάξουν, πράγματα που είχε εμποδίσει.

Γιατί; Γιατί σε όλη τη ζωή της πρόσεχε. Τι έλεγε, τι έκανε, τι έγραφε. Και όλες αυτές οι λέξεις, που ήθελαν να γίνουν πράγματα, να αλλάξουν πράγματα, τώρα επαναστατούσαν. Με αφορμή μια μυρωδιά, αγαπημένη μυρωδιά, από μέρες άλλες, μέρες που θυμόταν ευτυχισμένες. Κι ας είχαν γίνει αέρας σαν λόγια που πετάνε.

Ανοιξε τα μάτια και έψαξε τον φορέα του αρώματος –δεν μπορούσε να τον βρει, δεν ήταν εκεί. Δεν χρειαζόταν, το ήξερε. Τον κουβαλούσε πάνω της, κι ας είχε πολεμήσει πολύ να ξεχάσει, ας έδινε ακόμη την ίδια μάχη. Για μία φορά έκανε κάτι χωρίς να προσέξει, είχε αφεθεί. Αλλά τα λόγια, τα λόγια τους, είχαν επικαθήσει εκεί βαθιά και είχαν αλλάξει πράγματα.

Και τώρα αναζητούσαν φωνή για να τα διηγηθεί. Και δεν ησύχαζαν.

* «Το να μιλάς σημαίνει να ακούς» (Telling Is Listening) στη συλλογή δοκιμίων «The Wave in the Mind: Talks and Essays on the Writer, the Reader, and the Imagination».

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »